αναλυτική φιλοσοφία

To Εκείθεν και το Εντεύθεν στο νόημα των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Για να γνωρίσει κάποιος το νόημα μια λέξης, δεν αρκούν οι υποδείξεις τρίτων, αλλά, όπως είδαμε (Φιλοσοφικό Ημερολόγιο #11), είναι απαραίτητη η τριβή με τις λέξεις και η εξάσκηση στη χρήση τους. Περνώντας από το γνωσιολογικό στο οντολογικό ερώτημα, ας αναζητήσουμε ποια είναι η φύση του νοήματος των λέξεων, πούθε σχηματίζεται. Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η φυσική γλώσσα έχει μια λογική δομή, και οι λέξεις, παρά την ενδεχόμενη πολυσημία τους, διαθέτουν ένα νοηματικό πυρήνα σταθερό και αναλλοίωτο στο χρόνο, προερχόμενο Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Η αναζήτηση ενός τέτοιου Εκείθεν, ενός φορμαλισμού στη φυσική γλώσσα, μιας λογικής αναγκαιότητας, βρίσκεται στις απαρχές της αναλυτικής φιλοσοφίας (όπως στο έργο των Φρέγκε και Ράσσελ) οδηγώντας μεταξύ άλλων και στις τυπικές γλώσσες που μετεξελίχθηκαν στις πρώτες γλώσσες προγραμματισμού των υπολογιστικών μηχανών.

Έστω ότι το νόημα των λέξεων καθορίζεται Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας, χάρη σε κάποιους υπερκείμενους γλωσσικούς κανόνες. Η δε αποκάλυψη αυτών των σταθερών και αναλλοίωτων κανόνων, το ξεσκέπασμά τους από τη σκόνη και τα χώματα της φευγαλέας εμπειρίας, είναι σε θέση να μας φέρει αντίκρυ στην καθαρή και κρυστάλλινη λογική δομή της γλώσσας· στην ιδανική της μορφή. Όμως η υπόθεση ότι οι γλωσσικοί κανόνες καθορίζονται στο Εκείθεν, εξοστρακίζοντας την ανθρώπινη συμμετοχή από τη διαμόρφωση των κανόνων, μας αφήνει αβοήθητους στον προσανατολισμό μας, γιατί έτσι οι κανόνες καθίστανται απρόσιτοι. Δεν μπορεί κάποιος εντέλει να γνωρίζει αν τους έχει όντως κατανοήσει ή αν ακολουθεί έωλες ερμηνείες. Χωρίς κάτι ανθρώπινο στη φύση των γλωσσικών κανόνων, αυτοί δεν γίνονται προσιτοί στα αόρατα ύψη τους, με αποτέλεσμα να μένει απρόσιτη και η κατεύθυνση που υπαγορεύουν.

Πράγματι, το μόνο που απομένει σε κάποιον για να ελέγξει τι λέει και τι γράφει, είναι να σχηματίσει μία ερμηνεία των λέξεων, και να συγκρίνει όσα λέει και γράφει με αυτή την ερμηνεία. Αλλά ποια ερμηνεία είναι από μόνη της η τελεσίδικα αποδεκτή; Μία ερμηνεία φέρνει την ανάγκη για μία ερμηνεία της ερμηνείας κ.ο.κ., με αποτέλεσμα την κατάληξη σε ένα φαύλο κύκλο. Το δε Εκείθεν δεν είναι προσβάσιμο, οπότε δεν καταδεικνύεται μέσω αυτού η αποδεκτή ερμηνεία. Οπότε, «κάθε ερμηνεία κρέμεται στον αέρα μαζί με εκείνο που ερμηνεύει και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως στήριγμα» (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, § Ι. 198). Κατ’ αναλογία με τη θεολογική προσέγγιση, ο Θεϊκός Λόγος στο Εκείθεν έγινε προσπελάσιμος από τους ανθρώπους χάρη στον Θεάνθρωπο, μέσω των έργων και λόγων του στο Εντεύθεν, όπως εκτίθενται στην Καινή Διαθήκη.

Το ολισθηρό Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας

Έστω λοιπόν ότι το νόημα των λέξεων σχηματίζεται Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Πιο συγκεκριμένα, σχηματίζεται μέσα στην ανθρώπινη κοινότητα· από αριθμό πληθυντικό. Όμως τοποθετώντας το νόημα στο Εντεύθεν, υπάρχει ο κίνδυνος της διολίσθησης στον σχετικισμό του νοήματος, άπαξ και η οριοθέτηση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο αποκοπεί από κάθετι εκτός της ανθρώπινης προοπτικής, από κάθετι αντικειμενικό. Το νόημα κινδυνεύει να αφεθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα μιας συνάθροισης ανθρώπων, ενδεχομένως τυφλής και περιστασιακής, χωρίς να συγκαθορίζεται από κάτι που να ξεπερνά τις γνώμες αυτής ακριβώς της συνάθροισης . Ή να αφεθεί στην αρμοδιότητα μιας εξουσίας που σταδιακά επιβάλλει ένα συγκεκριμένο νόημα στις λέξεις (ας αναλογιστούμε το δυστοπικό σενάριο που εκτίθεται στο μυθιστόρημα 1984 του Τζωρτζ Όργουελ).

Ο σχετικισμός γίνεται ακραίος, αν μπορεί κάποιος να υποστηρίζει, για παράδειγμα, πως ένα αντικείμενο είναι σφαιρικό, ένας άλλος να υποστηρίζει πως είναι κυβικό, και τελικά να έχουν και οι δύο το ορθό με το μέρος τους. Οπότε καταργείται η διάκριση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο νόημα, αφού ό,τι νομίζει κάποιος ορθό, θα είναι και ορθό. Ο σχετικισμός αποκτά σκεπτικιστικές προεκτάσεις, αν συνδυαστεί με τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει κάτι που να χαρίζει την ορθότητα σε έναν εκ των δύο συνομιλητών.

Έστω λοιπόν ότι οι γλωσσικοί κανόνες, και συνακόλουθα το νόημα των λέξεων, δεν καθορίζονται στο αόρατο και απροσπέλαστο Εκείθεν αλλά στο ορατό και απτό Εντεύθεν. Πιο συγκεκριμένα, μέσα στην ανθρώπινη συμβίωση, ή αλλιώς την κοινότητα των ανθρώπων. Όμως άπαξ και το νόημα κατά την αναφορά των λέξεων σε αντικείμενα είναι διυποκειμενικό, δεν χάνει απαραίτητα την τριβή του με αυτά ακριβώς τα αντικείμενα, δηλαδή με κάτι ανεξάρτητο από τη βούληση μίας ομάδας ανθρώπων. Να λέμε «η γη κινείται» ανταποκρινόμενοι στη σχέση γης και ήλιου, ακόμα και αν κάποιοι αποφασίσουν να λένε «ο ήλιος κινείται». Η αντικειμενικότητα δεν διασφαλίζεται μόνο από το Εκείθεν της λογικής αναγκαιότητας. Αρκεί με κάποιον τρόπο να εισέρχονται και τα αντικείμενα στον καθορισμό του νοήματος.

Το στοίχημα της διυποκειμενικότητας

Αναζητώντας την αντικειμενικότητα, μπορούμε να στραφούμε από το απροσδιόριστο Εκείθεν στον απτό περιβάλλοντα χώρο μας. Υπάρχει, πράγματι, η ανάγκη να μην εξαλειφθεί από το νόημα  η τριβή με κάτι ανεξάρτητο των ανθρώπων. Το ανεξάρτητο ετούτο είναι η φυσική νομοτέλεια στην οποία υπακούει το κάθε αντικείμενo. Αυτή η τριβή, η επικοινωνία μέσω ενός «ρεπορτάζ των αντικειμένων», προσδίδει εγκυρότητα στις λέξεις των εκάστοτε πρακτικών, χωρίς αυτές να αφήνονται αποκλειστικά στα χέρια μίας ενδεχομένως περιστασιακής συνάθροισης ανθρώπων∙ ή μιας συγκυριακής άποψης που καλλιεργείται από ομάδες ανθρώπων με βάση σκοπιμότητες διαφορετικές από την αλήθεια.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις σκόπιμο είναι η διυποκειμενικότητα να φιλοξενεί, ή και να ενσωματώνει, μια υποκειμενική προοπτική, αρχικώς αποκλίνουσα από εκείνη που έδειχνε να συμμερίζεται μία κοινότητα ανθρώπων. Το υποκειμενικό αίσθημα κάποιου όταν αναφωνεί «θάλασσα!» να φιλοξενείται στο νόημα της λέξης αυτής, έστω και ως αμυδρή απόχρωση. Μήπως όμως η απόχρωση αυτή, αναιρεί τη στερεότητα του νοήματος; Όχι, γιατί δεν ακυρώνει το γεγονός ότι με τη λέξη «θάλασσα» αναφερόμαστε στη γνωστή υδάτινη επιφάνεια. Απλώς αναδεικνύει μία ακόμα πτυχή της, απαραίτητη σε ορισμένες πρακτικές. Πτυχή «δεμένη» με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Εξάλλου, η εκάστοτε πρακτική διαμορφώνει τους δικούς της όρους για να οδηγήσει σε έναν ελεύθερο προσανατολισμό. Γι’ αυτό και σε ορισμένες πρακτικές είναι απελευθερωτικό το να μπορείς να λες 2+2=4 (στο 1984 του Όργουελ), ενώ σε κάποιες άλλες είναι απελευθερωτικό το 2+2=5 (στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι).

Όπως φάνηκε, το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό. Παρόλ’ αυτά η διυποκειμενικότητα, ξεφεύγοντας από τη Σκύλλα του Εκείθεν, δεν πέφτει απαραίτητα στη Χάρυβδη του σχετικισμού. Το νόημα μπορεί να διασώζει μιαν αντικειμενική αναφορά στα πράγματα, δηλαδή να λέω «θάλασσα» και να αναφέρομαι στη θάλασσα. Να μπορώ να λέω, κατά το λαϊκότερον, «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Εκτός αυτού, σε συγκεκριμένες πρακτικές και περιστάσεις η λέξη «θάλασσα» χρειάζεται να φιλοξενεί υποκειμενικές νοηματικές αποχρώσεις. Να περιέχει ιριδισμούς που αποδίδουν το ιδιαίτερο βίωμα που μπορεί να έχω από τη θάλασσα. Οπότε όντας το νόημα των λέξεων διυποκειμενικό, να μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Ο δε χώρος που θα αφεθεί είτε στη μία –την αντικειμενικότητα– είτε στην άλλη –την υποκειμενικότητα– είναι συνυφασμένος με την εκάστοτε πρακτική, τη συγκυρία και το στοίχημα που κάποιος βάζει μαζί της.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #12

*

*

In profundum ή Για μία απολογητική του λάθους

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

~.~

Ο ερμηνευτικός κύκλος σε παραλλαγές

Μέσα στην ιστορία των ιδεών δεν είναι σπάνιες εκείνες οι περιπτώσεις όπου ένα φιλοσοφικό πρόβλημα τίθεται, εκφράζεται, γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και τελικά επιλύεται (αν ποτέ «επιλύονται» θεμελιώδη φιλοσοφικά ζητήματα) εντός ενός συγκεκριμένου διανοητικού πλαισίου, με δεδομένο λεξιλόγιο και αναφορές, αγνοώντας ή παραβλέποντας ότι το ίδιο πρόβλημα, σε δομικά ομόλογη μορφή, έχει τύχει επεξεργασίας σε ένα παρακείμενο φιλοσοφικό πεδίο. Οι όροι ενδέχεται να παραλλάσσουν, αλλά μία εγκάρσια επισκόπηση πολλαπλών πεδίων προβληματισμού (ήδη πολυτέλεια σε εποχές διανοητικής υπερεξειδίκευσης) επιτρέπει να γίνει αντιληπτή η επανάληψη συγκεκριμένων δομικών μοτίβων κάτω από την επιφάνεια τον ορολογικών τριχοτομήσεων. Δίχως ένα τέτοιο εγκάρσιο βλέμμα, το ίδιο πρόβλημα μπορεί να ταλανίζει όσους εγκύπτουν πάνω του, κουβαλώντας συγκεκριμένα διανοητικά εργαλεία, ενώ έχει ήδη λυθεί λίγο παραδίπλα. Ή να εξαφανίζεται από τα ενδιαφέροντα του συρμού μίας εποχής για να αναφανεί πάλι, υπό μεταμφιεσμένη μορφή, σε μία μεταγενέστερη, η οποία μπορεί να ξεκινάει από το σημείο μηδέν, έχοντας λησμονήσει όλες τις προβληματικές που είχαν αναπτυχθεί γύρω του. Η στρουκτουραλιστική γλωσσολογία εμφανίστηκε κάποτε ως το απόγειο της διανοητικής εκλέπτυνσης σε όσους αγνοούσαν τα βασικά για τον μεσαιωνικό νομιναλισμό. Σε ένα διαφορετικό πεδίο, αυτό της γνωσιολογίας, τι κοινό μπορεί να έχει η προβληματική περί ερμηνευτικών οριζόντων του Γκάνταμερ με τη σημασιολογική θεωρία περί αλήθειας του Άλφρεντ Τάρσκι και με την παραδόξως διαφωτιστική γνωσιοθεωρία του Παναγιώτη Κονδύλη;

Όλη η προβληματική της ερμηνευτικής περιστρέφεται γύρω από ένα απλό ερώτημα. Πώς είναι δυνατό να ανασυγκροτήσει κανείς επιτυχώς το νόημα κειμένων (καταρχάς των βιβλικών) που ανήκουν σε άλλες εποχές ή εν γένει πολιτισμικών μορφωμάτων που προέρχονται από ριζικά ετερογενείς προς το βλέμμα του παρατηρητή κοινωνίες; Το διακύβευμα εδώ έγκειται στη δυνατότητα εύρεσης ενός αρχιμήδειου σημείου θέασης ώστε να επιτευχθεί μία «αντικειμενική» κατανόηση του άλλου. Εννοείται φυσικά ότι η εύρεση ενός τέτοιου σημείου αποδεικνύεται τελικά χίμαιρα, τουλάχιστον αν κάνεις δεν είναι διατεθειμένος απλώς να απορρίψει τη μία από τις δύο πλευρές που εξετάζονται αντιστικτικά ως παράλογη: είτε, δηλαδή, να οχυρωθεί πίσω από τις οικείες του κατηγορίες σκέψης, αντιμετωπίζοντας το άλλο ως α-νόητο, (περισσότερα…)