*
του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ
~.~
Προσανατολίζομαι στον κόσμο συμμετέχοντας σε διάφορες πρακτικές. Οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Ανάλογα δε με το είδος της πρακτικής, οι λέξεις παίζουν διαφορετικό ρόλο στην έκβασή της· άλλοτε κρίσιμο και άλλοτε συνοδευτικό. Άλλη βαρύτητα έχουν οι λέξεις στη δημοσιογραφία και άλλη σ’ ένα παιχνίδι όπως η ρουλέτα. Σε κάθε περίπτωση, σε μία πρακτική καλούμαι συχνά να ονομάσω γεγονότα και όψεις του κόσμου. Καλούμαι να αναφερθώ με σαφήνεια σε αυτά, κάτι όχι τόσο εύκολο αφού εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο σε ποικίλες καταστάσεις. Οπότε προκύπτουν τα εξής ερωτήματα : Πώς γνωρίζω το νόημα των λέξεων ώστε να τις χρησιμοποιώ ορθά καθώς αναφέρομαι σε όψεις του κόσμου;
Μία διερεύνηση για το νόημα των λέξεων έχει προεκτάσεις που εντέλει σχετίζονται τόσο με τη γλώσσα όσο και με τον ίδιο τον προσανατολισμό μας. Όχι μόνο γιατί οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Όχι μόνο γιατί οι λέξεις ασκούν μιαν έλξη, αποτελώντας για μας ένα κάποιο ελιξήριο. Η εκδίπλωση του καθενός στον κόσμο και η προσπάθεια του να προσανατολιστεί σε αυτόν, αντανακλάται συχνά στη γλώσσα και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυγχάνεται χάρη σε αυτήν. Οι λέξεις δεν είναι απλώς ετικέτες που «κολλάνε» πάνω σε έννοιες ή αντικείμενα. Είναι σε θέση να διαμορφώσουν καινούργιες συλλήψεις, να σταθεροποιήσουν προϋπάρχουσες ή να επεκτείνουν το εύρος τους. Η γλώσσα δεν είναι απλά μια κωδικοποίηση ή αναπαράσταση της σκέψης, αλλά και όχημα αυτής, οδηγώντας τη σε τόπους απρόσμενους. Οπότε επηρεάζουν την αποτύπωση μιας κοσμοεικόνας, τη διαμόρφωση ενός σχεδίου δράσης και εν τέλει τη συγκρότηση μιας ταυτότητας.
Ορισμοί, χρήσεις και καταχρήσεις
Μήπως για να γνωρίσω το νόημα των λέξεων θα αρκούσε ένα καλό λεξικό σε συνδυασμό με τη γνώση συντακτικών και γραμματικών κανόνων; Έστω για παράδειγμα η λέξη «γη». Διαβάζω στο αντίστοιχο λήμμα ενός λεξικού τον εξής ορισμό: «ο τρίτος σε σειρά απόστασης από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, που έχει σχήμα ελλειψοειδές και πάνω στον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι» . Περιλαμβάνει ένας τέτοιος ορισμός τα δυνατά νοήματα της λέξης «γη»; Αποδίδει το νόημά της τόσο σε μια συζήτηση για τη γεωργία, όσο και κατά τη μεταφορική της χρήση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο; Περιέχει το νόημα της λέξης «γη» όπως την διαβάζω σε κείμενο του Αριστοτέλη και προσπαθώ μέσω αυτής να ερμηνεύσω ένα χωρίο; Σε ποιόν βαθμό αποκαλύπτει το νόημα παραγώγων αυτής, όπως η λέξη «απογείωση»;
Σαφώς η γνώση των ορισμών και επεξηγήσεων που παρέχει ένα λεξικό, καθώς και των γραμματικών ή συντακτικών κανόνων, αποτελούν συχνά προϋπόθεση για την ορθή χρήση μιας λέξης, αλλά μία τέτοια γνώση δεν διασφαλίζει ότι θα χρησιμοποιήσω ορθά τη λέξη αυτή σε διαφορετικές πρακτικές. Δηλαδή ότι θα την χρησιμοποιήσω καίρια, κατά τρόπο που θα φωτίσει μοναδικά μία συγκεκριμένη περίσταση, κατά τρόπο που θα κάνει τη λέξη ένα ξέφωτο στο οποίο φτάνω ύστερα από μάταιες περιπλανήσεις. Μήπως αρκεί να παρατηρώ με ποιο τρόπο κάποιοι άλλοι -πιο έμπειροι- χρησιμοποιούν συγκεκριμένες λέξεις, ή να ακολουθήσω τις υποδείξεις τους; Κάτι ανάλογο φαίνεται να κάνουν τα παιδιά, όταν αρχίζουν να εκφέρουν λέξεις ακούγοντας τους μεγαλύτερους. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δείξει σε ένα παιδί μία μπάλα, λέγοντάς του ταυτόχρονα «αυτό ονομάζεται μπάλα», το παιδί θα αρχίσει να μαθαίνει το νόημα της λέξης «μπάλα». Θα αρχίσει να συσχετίζει λέξεις και αντικείμενα, οπότε στη συνέχεια θα μπορεί να αναφερθεί σε αυτά δια της γλώσσας.
Όμως αρκεί το άκουσμα μιας λέξης για να κατανοήσει ένα παιδί το νόημά της; Ακόμα και αν την αρθρώσει, μήπως απλώς την παπαγαλίζει; Προκειμένου να διαπιστώσω αν έχει κατανοήσει τη λέξη, παρατηρώ με ποιον τρόπο τη χρησιμοποιεί• σε ποιες περιστάσεις, πρακτικές και γλωσσικά παιχνίδια. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μιας λέξης ελέγχεται κατά τη χρήση αυτής. Για παράδειγμα, έστω ότι ακούω από έναν καθηγητή γεωμετρίας την επεξήγηση μιας καινούργιας λέξης για μένα, όπως η λέξη «υποτείνουσα». Μου δείχνει επίσης πώς υπολογίζεται σε ένα τρίγωνο, ή σε ποια θεωρήματα υπεισέρχεται. Δεν είναι ασυνήθιστο το φαινόμενο να μου δημιουργηθεί η πεποίθηση, ακολουθούμενη από ένα αίσθημα ικανοποίησης, ότι ακούγοντας τον καθηγητή, έχω πλέον κατανοήσει τι σημαίνει «υποτείνουσα». Όμως διαπιστώνω την άγνοιά μου μόλις προσπαθήσω να την υπολογίσω σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεν αρκεί, λοιπόν, το άκουσμα μιας λέξης για την κατανόηση του νοήματός της. Πρέπει να δοκιμαστώ στη χρήση της και από εκεί θα διαπιστωθεί αν όντως την κατανόησα ή όχι.
Η χρήση των λέξεων, η πρακτική εξάσκηση, η συνήθεια είναι όψεις της εκμάθησης των λέξεων που μου ενσταλάζουν το νόημά τους. Ένας ορισμός δεν παύει να αποτελεί μια χρήσιμη αφετηρία. Έστω το παράδειγμα κατά το οποίο δείχνω σε ένα παιδί μία μπάλα και του λέω «Aυτό είναι μία μπάλα!». Το παιδί θα μάθει τη συγκεκριμένη λέξη μέσα από μία διαδικασία στην οποία εξακολουθούν να υπάρχουν οι υποδείξεις κάποιου που ήδη γνωρίζει τη γλώσσα, τον οποίο εκλαμβάνει ως αυθεντία και τον πιστεύει. Όμως παράλληλα κλωτσά την μπάλα, προσπαθεί να τη μετακινήσει, ή να την περιεργαστεί, εντάσσοντάς την σε μία πρακτική και το συνακόλουθο γλωσσικό παιχνίδι. «Τα παιδιά δεν μαθαίνουν ότι τα βιβλία υπάρχουν, ότι οι πολυθρόνες υπάρχουν, κ.ο.κ.. Μαθαίνουν να φέρνουν τα βιβλία , να κάθονται στις πολυθρόνες, κλπ.» (Βιττγκενστάιν, Περί βεβαιότητος, §476).
Η χρήση μιας λέξης σε μια πρακτική ή σε ένα γλωσσικό παιχνίδι είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την κατανόησή της. Η εξάσκηση στη χρήση των λέξεων, στο πώς έρχονται σε επαφή η μία με την άλλη, καθώς και η τριβή με όψεις του κόσμου που ονομάζουν (όσο αυτό είναι εφικτό), θα με βγάλουν από έναν ιδιωτικό χώρο και τις όποιες καταχρήσεις των λέξεων. Αποκτώ τριβή με ένα αντικείμενο, προσπαθώντας να το εντάξω στις πρακτικές μου, να έρθω σε επαφή με κάποιες από τις πτυχές του. Παράλληλα, δοκιμάζω τις αντοχές της λέξης που το ονομάζει, χρησιμοποιώντας τη σε διαφορετικά γλωσσικά παιχνίδια. Κάτι που μου επιτρέπει να διακρίνω λεπτές αποχρώσεις στο νοηματικό της ορίζοντα, ώστε να τη χρησιμοποιώ καίρια σε διάφορες περιστάσεις εντός συγκεκριμένων πρακτικών.
Όρια και οι μαγικές φανερώσεις
Κάθε πρακτική οδηγεί συχνά σε μία ιδιαίτερη χρήση των λέξεων• σε κάποιας μορφής ιδίωμα, φτιάχνοντας το δικό της γλωσσικό παιχνίδι. Μία πρακτική όπως η αρχιτεκτονική συνυφαίνεται με ένα γλωσσικό παιχνίδι σχετικό με τη μορφολογία ενός κτιρίου, όψεις και κατόψεις αυτού, τους προβόλους ή τον προσανατολισμό του προς τον ήλιο. Ενδιαφέρον έχει δε πώς χειριζόμαστε την ίδια λέξη σε διαφορετικά γλωσσικά παιχνίδια. Αλλιώς εισέρχεται η λέξη «αστικό» στην αρχιτεκτονική, αλλιώς στη δικηγορία, και αλλιώς στις κοινωνικές επιστήμες. Η έννοια των γλωσσικών παιχνιδιών οφείλεται στον Βιτγκενστάιν και μέσω αυτών επιδιώκει να συλλάβει τη γλώσσα στην πρωτογενή της διάσταση, αποκαλύπτοντας τη λειτουργία των λέξεων σε συγκεκριμένες πράξεις και διαθέσεις. Όσα δε εκτέθηκαν μέχρι στιγμής βασίζονται στη δική του προσέγγιση για τη γλώσσα (όπως αποτυπώνεται κυρίως στο έργο του Φιλοσοφικές έρευνες).
Αφού λοιπόν είδαμε ότι η γνώση των λέξεων περνάει μέσα από τη χρήση τους, έχει ενδιαφέρον να δούμε την περίπτωση της χρήσης των λέξεων σε διασταυρώσεις , ή και ωσμώσεις μεταξύ γλωσσικών παιχνιδιών, και τι μπορούν να γεννήσουν. Ας σταθούμε στο γλωσσικό παιχνίδι της ποίησης (βλ. Πολυμένης Πέτρος, Λέξεις, Εμπειρία και οι Ακριοβάτες, 2012), και ας παρατηρήσουμε, εν είδει ερμηνευτικής προσέγγισης πώς διαμορφώνεται το ύφος ορισμένων συγκεκριμένων ποιητών από τη χρήση των λέξεων σε διασταυρώσεις ή και ωσμώσεις με συγκεκριμένα γλωσσικά παιχνίδια: το ύφος του Ελύτη μέσα από τη συνύφανσή του με το γλωσσικό παιχνίδι της κυκλαδίτικης τοπιογραφίας, ή το ύφος του Καββαδία μέσα από τη συνύφανση του με το γλωσσικό παιχνίδι της ναυτοσύνης, αποκαλύπτωντας μια σχέση με τις λέξεις βαθιά και βιωματική.
Μέχρι στιγμής, αναδείχθηκαν χαρακτηριστικά της γνώσης των λέξεων, μέχρι το σημείου της χρήσης τους στο όριο ή σε διασταυρώσεις μεταξύ γλωσσικών παιχνιδιών. Έχει τέλος μία τέτοια διαδικασία; Μπορώ να φτάσω σε ένα σημείο όπου θα έχω μάθει απόλυτα το νόημα μιας λέξης, ώστε να μπορώ να τη χρησιμοποιώ πάντοτε ορθά σε ένα γλωσσικό παιχνίδι; Για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε τα γλωσσικά παιχνίδια στα οποία εμφανίζεται η λέξη να είναι απόλυτα οριοθετημένα ή να έχουν μία στατικότητα. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Το εκάστοτε γλωσσικό παιχνίδι διαρκώς εξελίσσεται, διασταυρώνεται με άλλα, και ξεδιπλώνει διαφορετικές του πτυχές. Ούτε υπάρχουν a priori περιορισμοί στα γλωσσικά παιχνίδια που μπορεί να εμφανιστεί μία λέξη. Άρα και το νόημα μιας λέξης μπορεί να αποκτά διαρκώς καινούργιες αποχρώσεις. Σε όσο περισσότερα γλωσσικά παιχνίδια εκτίθεμαι και παράλληλα εκθέτω μία λέξη, ψηλαφίζω τα όρια του νοηματικού της ορίζοντα. Μπορεί μεν να παραμονεύει το λάθος σε αυτά τα περάσματα της λέξης από το ένα γλωσσικό παιχνίδι στο άλλο, αλλά μπορεί και να κρύβεται μια γοητευτική, ενίοτε μαγική, φανέρωση.
///
φιλοσοφικό ημερολόγιο #11
*
*
