έρευνα

Περί λογοτεχνικών καλλιστείων

Πηγή εικόνας: Bookpress

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Διαβάζει κανείς με ενδιαφέρον και απορία τα αποτελέσματα της «μεγάλης έρευνας» της Bookpress και του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, κατά την οποία, αντιγράφω από τον σχετικό ιστότοπο,

«55 προσωπικότητες από τον χώρο του βιβλίου, 55 ειδικευμένοι αναγνώστες —λογοτέχνες, κριτικοί, πανεπιστημιακοί φιλολογικών τμημάτων, βιβλιοπώλες, δημοσιογράφοι— κλήθηκαν να επιλέξουν η καθεμιά και ο καθένας 20 τίτλους ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά από το 1975 μέχρι και το 2025.

Στόχος να αναδειχτούν

«τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία των τελευταίων 50 ετών (1975-2025)».

Με ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη διαβάζουμε την διαπίστωση των υπευθύνων της έρευνας πως ο καταρτισθείς κατάλογος αποτελεί

«Μια δεξαμενή βιβλίων που μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς για τους μελετητές του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και ως έγκυρος ενδεικτικός κατάλογος με αναγνωστικές προτάσεις για το ίδιο το κοινό.»

Ως προς το πρώτο σκέλος, θα συμφωνούσαμε ότι πράγματι μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο για να μελετηθούν οι τάσεις που διαμορφώνουν το προσωπικό γούστο, η εποπτεία που έχει ο αναγνώστης-κριτής, η προβολή που τυχαίνει να έχουν λάβει –κάποια από– τα βιβλία, προβολή που διαμορφώνεται συχνά από το πυκνό πλέγμα των δικτύων επικοινωνίας κ.λπ., οι αναγνωστικές προτιμήσεις και σε δεύτερο βαθμό η αξία του κρινόμενου έργου. Πεδίο ερεύνης λαμπρό για τον ερευνητή του παρόντος και του μέλλοντος. Ως προς το δεύτερο σκέλος της διαπίστωσης, ότι ο κατάλογος αποτελεί έγκυρο ενδεικτικό κατάλογο με αναγνωστικές προτάσεις για το ίδιο το κοινό, εγείρεται ακόμα μεγαλύτερη απορία πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί έγκυρος ένας κατάλογος ο οποίος δεν περικλείει τον ύστερο Λειβαδίτη ή την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ή από τους νεότερους την Δήμητρα Χριστοδούλου. Αν ανατρέξει βέβαια κάποιος στην αναλυτικότερη λίστα των βιβλίων που ψηφίστηκαν έστω και με μία ψήφο, θα βρει τα ονόματα που προανέφερα όπως και άλλα σημαντικά, αν περιοριστεί ωστόσο στα αποτελέσματα της βραχείας λίστας αυτών των καλλιστείων, ματαίως θα ψάχνει. Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, οι Βιολέτες για μια εποχή, το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, έργα-σταθμός στην ελληνική ποίηση δεν απαντούν πουθενά.

Πόσο χρήσιμος μπορεί να είναι ένας τέτοιος κατάλογος που στον λιγότερο υποψιασμένο, στον νεότερο ίσως αναγνώστη προτείνει αυτά και όχι άλλα βιβλία; Τι καταλαβαίνει αυτός ο αναγνώστης όταν βλέπει άξιους βέβαια πεζογράφους να εκπροσωπούνται με τρία βιβλία αλλά μείζονες ποιητές να απουσιάζουν; Πόσο δικαιούται μια τέτοια λίστα να αποτελέσει οτιδήποτε άλλο πέρα από ένα στατιστικό εργαλείο που αποτυπώνει, στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της, τα πεπερασμένα, υποκειμενικά, παρατυχόντα συμπεράσματα ενός μέρους, έστω και του «αρμοδιοτέρου», των αναγνωστών; Πόσο επίσης επικίνδυνο και παραπλανητικό μπορεί να είναι κάτι τέτοιο όταν εγείρει αξιώσεις λογοτεχνικού κανόνα; Πράγμα που φαίνεται βέβαια να έχουν υπόψιν οι υπεύθυνοι της έρευνας γράφοντας:

«Η υποκειμενική ματιά, το προσωπικό γούστο, ο πλουραλισμός, παραμένουν οι πλέον ισχυροί παράγοντες που καθορίζουν τον λογοτεχνικό κανόνα στις μέρες μας – αν μας επιτρέπεται, με τόση μεγάλη διασπορά στις προτιμήσεις, να κάνουμε ακόμη χρήση αυτής της έννοιας.»

Μετά από αυτό, θα ρωτούσε κάποιος, προς τι μια τέτοια ή οποιαδήποτε παρόμοιου τύπου έρευνα; Για να εξαχθούν ίσως διδακτικά και ενίοτε πικρά συμπεράσματα: από ποιον γράφεται η ιστορία της λογοτεχνίας, απ’ το κοινό ή τους επαΐοντες; Με τι κριτήρια ψηφίζουν οι επαΐοντες; Από ποιον διαμορφώνονται οι αναγνωστικές προτιμήσεις, από τους αναγνώστες που μειώνονται και που γυρνούν την πλάτη σε όλες τις στατιστικές και τις συνταγές ψυχωφελούς ανάγνωσης ή από τους εκάστοτε ειδικούς, δέσμιους των δικών τους προϊδεάσεων ή ακόμα και προσωπικών σχέσεων;

Ένα άλλο ερώτημα που εγείρεται είναι αν είναι λογικό να συμπεριληφθούν στην ίδια λίστα βιβλία που ανήκουν σε διαφορετικό είδος του λόγου – ποίηση και πεζογραφία – και υπαγορεύουν διαφορετική αναγνωστική πρόσληψη. Μια τέτοια συμπερίληψη εική και ως έτυχεν δημιουργεί ενστάσεις ως προς την ομοιογένεια των κριτηρίων. Θα μπορούσε βέβαια να απαντήσει κάποιος στην ένσταση αυτή με το επιχείρημα της μεγάλης δημοκρατίας της αναγνωστικής αγοράς που αποτυπώνει αδήριτα τη δημοφιλία και την επιδραστικότητα του κάθε είδους λόγου και την αναντίλεκτη πρωτοκαθεδρία του πεζογραφήματος στις αναγνωστικές προτιμήσεις, πραγματικότητα που δεν χωράει αμφισβήτηση ούτε και γκρίνια. Το μυθιστόρημα παρηγορεί και ταξιδεύει μέσα στον πλατύ του χρόνο, παρέχοντας την ψευδαίσθηση ότι μιλά για τη ζωή την ώρα που αυτή ακριβώς συμβαίνει, ενώ η ποίηση συχνά μιλά για τη ζωή μετά την ζωή επιχειρώντας το ακατόρθωτο, να πυκνώσει στη μικρή χωρικότητά της ένα τόσο μεγάλο άνυσμα χρόνου έτσι που αυτός διαρρηγνύει τα τοιχία των λέξεων διαρρέοντας αδιάγνωστος. Γι’ αυτό και η ποίηση συχνά αντιμετωπίζεται με την ευγενική συγκατάβαση απέναντι στα προστατευόμενα, καθότι υπό εξαφάνιση, είδη ζωής που η βιοποικιλότητα των ιδεών επιβάλλει την ύπαρξή της, αν και ανομολόγητα προβλέπεται η φθίνουσα διάρκειά της.

Το μόνο συμπέρασμα που κανείς μπορεί να βγάλει είναι να μην ξεχάσει να θυμηθεί να διαβάσει για πρώτη ή για μια ακόμα φορά Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, τις Βιολέτες για μια εποχή, το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα.

*

**

Τα προικοσύμφωνα

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Συ, ποῦ ἔχεις κάλλη γιὰ προικιὰ καὶ χάρες γι’ ἀντιπροίκια
γιὰ νὰ πατῇς νἀνθίζουνε καὶ τἄδροσα χαλίκια,
μὰ ποῦ γιὰ μὲ μονάχα
ἥσκιο βαρὺν ἐσκόρπισε θανάτου ἡ ἐμορφιά σου,
ἄκουσε κάτι ποῦ θὰ πῶ γερτὸς στὰ γόνατά σου
σὰν παραμύθι τάχα.
Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Γύρω στα 1900, το πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ αναθέτει στον Βρετανό συγγραφέα και πολεμικό ανταποκριτή Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποττ (1874-1947) ερευνητική αποστολή στην υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία με στόχο τη συλλογή εθνογραφικού υλικού. Ο ίδιος είχε τελειώσει τις σπουδές του στο Εμμάνουελ Κόλλετζ. Ο Άμποττ μετά από ένα διάστημα παραμονής σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες και Δράμα, πριν πάρει τον δρόμο για το Άγιον Όρος, διέμεινε για λίγο και στην Καβάλα. Στο βιβλίο του The tale of a tour in Macedonia –είχαν προηγηθεί άλλοι δύο τόμοι λαογραφικού περιεχομένου: το Songs of Modern Greece (1900) και το Μacedonian Folk-Lore (1903)–, ανάμεσα στις λοιπές πληροφορίες αναφέρεται και η νοσταλγία των Θασίων καπνεργατών της Καβάλας για τον τόπο τους, μιας και ο Άμποττ επισκέπτεται την πόλη την εποχή που οι Θάσιοι καπνεργάτες επιστρέφουν στο νησί.

Όσο ετοιμάζονται για το δεκάωρο ταξίδι του γυρισμού με τα καΐκια –ο χρόνος σήμερα είναι περίπου μιάμιση ώρα με το πλοίο της γραμμής–, γράφει ο συγγραφέας, το λιμάνι αντηχεί από τα τραγούδια τους. Αυτοί οι ταπεινοί εργάτες γιορτάζουν την ημέρα της επιστροφής τους στις εστίες τους. Μερικές από τις συνθέσεις αυτές είναι εξαιρετικά παθητικές όσον αφορά το ύφος τους και είναι γεμάτες από παράδοξα ευφυολογήματα. Οι τελευταίες περιγράφουν τα δεινά του ξενιτεμού, την αφιλόξενη ξενιτιά και την αδιαφορία των ξένων για τον ξενιτεμένο που νοσταλγεί την πατρίδα του, κι οι Θασιώτες νιώθουν την κοινή φρίκη που εκφράζεται εμφατικά στο λαϊκό δίστιχο  που λέει ότι η τύχη του ζητιάνου κι η κακή του μοίρα δεν είναι τόσο πικρές όσο η ξενιτιά. (περισσότερα…)

Πώς παράγονται οι επιστημονικές αλήθειες

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Η εισαγωγή των παιδιών στην περιοχή των καθαυτό μαθηματικών γίνεται συνήθως (τουλάχιστον στην Ελλάδα) στο γυμνάσιο, όταν κι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με την ευκλείδεια γεωμετρία. Λέμε «καθαυτό μαθηματικών» για να αναφερθούμε στον κλασσικό τρόπο παραγωγής μαθηματικών αληθειών, αυτόν που ξεκινάει από λίγα βασικά αξιώματα και με βάση αυστηρούς παραγωγικούς συλλογισμούς κατασκευάζει με αποδεικτικό τρόπο ολόκληρο εκείνο το σύμπαν των επιπλέον θεωρημάτων – όπως το γνωστό πυθαγόρειο θεώρημα. Το βασικό σύγγραμα του Ευκλείδη, τα Στοιχεία του, θεωρούνται ακόμα και σήμερα, παρά τις προόδους των μαθηματικών, ως ένα εμβληματικό κείμενο. Δικαίως. Ο λόγος του θαυμασμού δεν έγκειται τόσο στα συμπεράσματα και θεωρήματα που περιέχει όσο κυρίως στο επίτευγμα του Ευκλείδη να εντάξει ένα μέχρι τότε «σκόρπιο» σώμα γνώσης εντός ενός περιεκτικού και εσωτερικά συνεπούς συστήματος. Ήταν ακριβώς η συνεπής εφαρμογή της μεθόδου των παραγωγικών συλλογισμών που χάρισε στα Στοιχεία τη φήμη τους. Σήμερα, εξοικειωμένοι καθώς είμαστε με τα μαθηματικά, είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε τη σημασία και τη βαρύτητα αυτής της ευκλείδειας επίνοιας. Τηρουμένων των αναλογιών, η μετάβαση προς τον ευκλείδειο τρόπο σκέψης είναι σαν τη μετάβαση από μια πολυθεϊστική σε μια μονοθεϊστική θρησκεία.

Αυτό λοιπόν είναι το πρότυπο για την παραγωγή στέρεας και βέβαιης γνώσης. Και πάνω σε αυτό συνεχίζεται η εκπαίδευση των παιδιών, όχι μόνο στα μαθηματικά, αλλά επί της ουσίας και στα υπόλοιπα επιστημονικά πεδία, πάντα με την απαραίτητη προσθήκη των πειραμάτων (αν και στην Ελλάδα τα πειράματα στο σχολείο συνήθως είναι πολυτέλεια). Ξεκινώντας από μαθηματικά αξιώματα, φυσικούς νόμους και βιολογικές αρχές, παράγονται τα θεωρήματα, τα φυσικά φαινόμενα και η ποικιλομορφία της ζωής. Όσοι τυχόν έχουν κάνει τη θητεία τους σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή θετικής κατεύθυνσης, θα θυμούνται ασφαλώς ότι το ίδιο μοτίβο ακολουθείται απαράλλαχτο και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το αποτέλεσμα: ένας «μορφωμένος» επιστήμονας, βγαίνει από μια σχολή ως «χρήσιμο και παραγωγικό μέλος αυτής της κοινωνίας» νομίζοντας ότι ξέρει πώς παράγονται οι επιστημονικές αλήθειες. Βάζει κανείς κάτω τα δεδομένα, χρησιμοποιεί τον τάδε νόμο, εφαρμόζει το δείνα θεώρημα και προκύπτει το αποτέλεσμα. Μετρημένα κουκιά. Δεν σπαταλήθηκαν ανούσια τόσα χρόνια στα θρανία.

Στην πραγματικότητα, αυτή η αντίληψη για την παραγωγή της επιστημονικής γνώσης δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ιδεολογική κατασκευή. Το πρότυπο της ευκλείδειας γεωμετρίας είναι εκπαιδευτικά χρήσιμο ακριβώς επειδή είναι πρότυπο, δηλαδή ένα ιδεώδες για το πώς θα έπρεπε να παράγεται η γνώση κι όχι γιατί περιγράφει το πώς πράγματι παράγεται. Η χρησιμότητα του έγκειται όχι τόσο στην αποδεικτική του αξία, αλλά περισσότερο στις δυνατότητες που παρέχει για οργάνωση της γνώσης – και η γνώση θέλει τον ταιηλορισμό της! Εν πάση περιπτώσει, στις σύγχρονες «κοινωνίες της γνώσης», όπως αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται, η πλειοψηφία των υπηκόων δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το πώς παράγεται στην πράξη η επιστημονική γνώση, ακόμα κι αν έχουν εκπαιδευτεί ως επιστήμονες. Με μοναδική εξαίρεση όσους εμπλέκονται άμεσα στη μηχανή που λέγεται παραγωγή έρευνας. (περισσότερα…)