του ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
~.~
Θάνος Γιαννούδης
Μοντέρνα Τέχνη
Περισπωμένη, 2025
Αν έπρεπε να περιγράψω την νέα συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, Μοντέρνα Τέχνη, με μία μόνο φράση, θα ήταν αυτή: Γκρίζα ζώνη. Η συλλογή κινείται σε μια περιοχή, η οποία δεν μπορεί ακριβώς να οριστεί, καθώς φαίνεται το όραμα, η στόχευση, το μήνυμα και η τεχνική πολλές φορές βρίσκονται σε ασυμφωνία μεταξύ τους. Τι είναι ακριβώς η συλλογή; Μια σπουδή στην μοντέρνα τέχνη; Ένας σαρκασμός της από την σκοπιά του νεοφορμαλισμού; Είναι ένα μανιφέστο για την κατάρριψή της; Είναι ο οραματισμός του καλλιτέχνη για το μέλλον; Είναι ένας διάλογος με το παρελθόν; Ίσως όλα αυτά μαζί, ίσως κάποια από αυτά, ίσως πάλι και τίποτα απολύτως. Ποιήματα με σαφή νοήματα και σταθερά θεμέλια, που όμως κινούνται σε μια αόριστη γκρίζα ζώνη.
Ίσως ακόμη πιο εύστοχα η συλλογή περιγράφεται με το δίστιχο στην πρώτη σελίδα της συλλογής:
Να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θα ’ρθει.
Είναι η συλλογή λοιπόν ένας πρόδρομος για το μέλλον που θα έρθει; Βρίσκεται (όπως κάθε πρόδρομος) στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ του παρόντος (που θέλει να αλλάξει) και του μέλλοντος που ακόμη δεν έχει γεννηθεί; Θεωρώ, ξαναδιαβάζοντάς την, πως η απάντηση είναι θετική. Η Μοντέρνα τέχνη είναι ένα ξεκάθαρο μεταβατικό στάδιο στην ποιητική του Γιαννούδη, που μετά το «Του Ουρανού και της Γης» επιχειρεί να κάνει το επόμενο βήμα στο ευρύτερο λογοτεχνικό-ποιητικό του έργο.
Ως μεταβατικό στάδιο – πρόδρομος – γκρίζα ζώνη, η Μοντέρνα τέχνη έχει αυτά που θεωρώ πισωγυρίσματα. Ενώ υπάρχουν σημεία στα οποία πιστεύω πως ο Γιαννούδης θα μπορούσε να είχε κάνει πραγματική υπέρβαση, υπάρχουν άλλα σημεία που τα οποία τον κρατάνε «δέσμιο». Για παράδειγμα, στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής «Αναγέννηση», ο ποιητής-αφηγητής αναφωνεί πως «ξαναγεννιέται ο ποιητής-προφήτης», εντούτοις η παρουσία του ποιητή-προφήτη δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά. Ο Γιαννούδης εντέχνως μας συστήνει την μοντέρνα εποχή στο πρώτο μέρος της συλλογής, αλλά μετά από το πρώτο ιντερμέδιο ασχολείται με τα «Πρόσωπα της μοντέρνας Τέχνης» και μετά το δεύτερο ιντερμέδιο, με τα «Τοπία της Μοντέρνας Τέχνης». Η εποχή του προφήτη, το μέλλον δεν έρχεται ποτέ. Το βήμα για το ξεπέρασμα της μοντέρνας συνθήκης δεν γίνεται και ο επίλογος δεν λειτουργεί ως κατακλείδα, αλλά μάλλον ως “cliffhanger” για το επόμενο εγχείρημα.
Ένας από τους λόγους που υποπτεύομαι πως συμβαίνει αυτό το πράγμα, είναι το γεγονός πως όλα τα ποιήματα της συλλογής έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα σε κάποιο φιλολογικό-λογοτεχνικό blog. Η γενικότερη εντύπωση που δίνεται είναι πως ο ποιητής απλώς έχει μαζέψει τα ποιήματα που έχει γράψει την προηγούμενη περίοδο, τα έχει επεξεργαστεί και απλώς τα ανθολογεί στη συλλογή του, κάτω από την ομπρέλα της Μοντέρνας τέχνης. Όμως αυτό παραμένει μια ανθολογία, όχι ένα συντεταγμένο μανιφέστο, το οποίο έχει γραφεί με σκοπό να υπηρετήσει το ποιητικό όραμα. Προφανώς, τα ποιήματα αυτά έχουν σχέση με την μοντέρνα τέχνη (αν και π.χ αδυνατώ να συλλάβω πως ο Κολόμβος είναι ένα πρόσωπο της μοντέρνας τέχνης και όχι π.χ ο Έλιοτ). Είναι μια πάγια αισθητική θέση του Γιαννούδη η αποκήρυξη του (μετα)μοντερνισμού και αυτό φαίνεται σε κάθε του ποίημα. Δεν είναι λοιπόν ασύμβατη η παρουσία των ποιημάτων με την γενική σύλληψη, αλλά διαδικασία έχει αντιστραφεί: Δεν είναι η Μοντέρνα τέχνη που απαιτεί τα συγκεκριμένα ποιήματα, αλλά τα συγκεκριμένα ποιήματα που πρέπει να βολευτούν κάτω από την Μοντέρνα τέχνη.
Αυτή η κριτική αποτελεί μόνο την μία πλευρά του νομίσματος. Αν αφήσουμε στην άκρη το όραμα και την γενικότερη ιδέα της Μοντέρνας Τέχνης και τα δούμε ένα προς ένα (όπως δηλαδή θα τα έβλεπε η μοντέρνα τέχνη, κατακερματισμένα, χωρίς την μεγάλη αφήγηση του παρελθόντος), θα αντιληφθούμε πως ο ποιητής όχι μόνο έχει να επιδείξει τεράστια ποιητική εξέλιξη από την πρώτη του ποιητική συλλογή, αλλά ανεβάζει υψηλότερα τον πήχη του έμμετρου στίχου.
Αστοχίες υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν σε έμμετρες συλλογές. Έχω πει και παλαιότερα πως στον νεοφορμαλισμό, το μέτρο και η ομοιοκαταληξία αποτελούν δίκοπο μαχαίρι γιατί πολλές φορές υποβιβάζονται σε αυτοσκοπό. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Χυτήριο», που είναι μια μπαλάντα-φόρος τιμής στον Φρανσουά Βιγιόν, ο Γιαννούδης γράφει: «Κι είναι αμφίβολο αν κάποτε υπάρξαν». Η επιλογή «υπάρξαν» αντί «υπήρξαν» είναι προφανής για να επιτευχθεί μια ατελής ομοιοκαταληξία με το «φτάσαν» του πρώτου στίχου. Ή στο ποίημα «Νεον», η ομοιοκαταληξία «πάψει-τάξη» δεν είναι ακριβής ομοιοκαταληξία.
Ο λόγος που αυτά τα παραδείγματα ξεχωρίζουν, είναι γιατί τα ποιήματα του Γιαννούδη έχουν τόσο αυστηρή φόρμα, τόσο αυστηρές ομοιοκαταληξίες, που κάθε παραφωνία πολλαπλασιάζεται στα μάτια του αναγνώστη. Ο ίαμβος είναι τόσο καλοδουλεμένος όσο και ο ανάπαιστος, και παρόλο που αρκετές φορές το αποτέλεσμα χάνει από τη φυσικότητα της ομιλίας, δεν χάνει από τη φυσικότητα του ρυθμού. Όταν η τεχνική κατάρτιση των στίχων είναι σε τόσο υψηλό επίπεδο, όταν ο βαθμός επεξεργασίας και δουλειάς είναι τέτοιος που κάθε ποίημα μοιάζει σαν καλογυαλισμένο κρύσταλλο, κάθε θαμπό σημείο γίνεται πολύ πιο εύκολα διακριτό.
Και αν το επίπεδο τεχνικής είναι σε υψηλό βαθμό, τότε ο βαθμός δυσκολίας των ποιημάτων κάνει το όλο εγχείρημα σχεδόν αδιανόητο. Ποιήματα πολύστροφα, ποιήματα χωρισμένα σε μέρη, στροφές των 8 και των 10 στίχων, πολυσέλιδα αφηγηματικά ποιήματα που στο πλαίσιο τους δίνουν μια ευρύτερη αντίληψη από τα ολιγόστιχα κρυπτικά ποιήματα του μοντερνισμού. Η τάση για μεγάλα ποιήματα, για επιβλητικά ποιήματα, για ποιήματα που προιδεάζουν στις μεγάλες αφηγήσεις των μεγάλων δημιουργών του παρελθόντος είναι κάτι που χαρακτηρίζει αυτή τη συλλογή.
Είναι εκείνες οι στιγμές που η Μοντέρνα τέχνη γίνεται κριτική απέναντι στη μοντέρνα τέχνη. Επειδή σε άλλες αυτή η επικριτικότητα καλύπτεται και μια επιδερμική ανάγνωση μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως η Μοντέρνα τέχνη ανήκει στην μοντέρνα τέχνη. Η «Χαλκιδική» για παράδειγμα, παρά το μέτρο και την ομοιοκαταληξία της, είναι ένα μοντέρνο ποίημα, εντελώς διαφορετικό σε τόνο και ύφος από π.χ το Άουσβιτς. Ανήκει, λοιπόν, η Μοντέρνα τέχνη στην μοντέρνα τέχνη ή έχει κάψει κάθε γέφυρα πίσω της; Για ακόμη μια φορά η έννοια του μεταιχμίου και της γκρίζας ζώνης εμφανίζεται. Όσο και αν την αποτάσσουμε, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε εντελώς από τα νήματά της. Όσο και να την αρνούμαστε, κάτι μοντέρνο στην ποίησή μας παρεισφρύει, όχι για να μετατρέψει τον έμμετρο λόγο σε μοντερνισμό, αλλά το αντίθετο: Παρά τα 6G ή τα installation στις διεθνείς εκθέσεις βιβλίου, ο έμμετρος λόγος διατηρεί ακόμη την δυναμική του.
Επομένως επιστρέφω στην αρχική μου εντύπωση που είναι η καταληκτήρια διαπίστωση. Η Μοντέρνα έχνη του Γιαννούδη είναι ένα σύνορο. Είναι το σημείο όπου ο απλός νεοφορμαλισμός, η ταύτιση με την παραδοσιακή φόρμα γίνεται εφαλτήριο για το μέλλον που έρχεται. Δεν είναι όμως καθεαυτήν η συλλογή του μέλλοντος. Είναι ο προπομπός της. Έχει φύγει από την περιοχή του μοντερνισμού αλλά ακόμη δεν έχει φτάσει στον προορισμό της, ίσως μόνο να τον έχει εντοπίσει στο οπτικό της πεδίο. Όπως είχα γράψει για την προηγούμενη ποιητική συλλογή «σε κάποια σημεία το μεγάλο άλμα, που θα έκανε το «Του Ουρανού και της Γης» ένα σημείο αναφοράς, δεν γίνεται», αλλά στην Μοντέρνα τέχνη νιώθω πως αυτό το άλμα έχει σπάσει σε μικρότερα βήματα, και αρκετά από αυτά έχουν γίνει.
Η Μοντέρνα τέχνη με τα καλά της και τα κακά της είναι μια εξαιρετική συλλογή, πολλά σκαλιά πιο πάνω από το προηγούμενο ποιητικό εγχείρημα του Γιαννούδη. Αλλά πλάι στα προτερήματα της (που θα αναλύσουν καλύτερα οι υπόλοιποι κριτικοί), θεωρώ πως το μεγαλύτερο είναι η υπόσχεση που δίνει για το μέλλον. Γιατί όταν κάποια στιγμή ο Ποιητής-Προφήτης έρθει στο προσκήνιο, όταν αφήσουμε για τα καλά πίσω το παρελθόν μας και την μοντέρνα εποχή μας, τότε είναι που πραγματικά το ποιητικό όραμα του Θάνου Γιαννούδη θα λάμψει.
*
**