Άννα Σπυράτου

Τέσσερα νέα ποιήματα: Γαλανάκης – Κωσταγιόλας – Σαμπάνης – Σπυράτου

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

1

Την τελευταία τετραετία είχα την ευκαιρία να διαβάσω τέσσερις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν από το 2023 έως το 2025, συγκεκριμένα: Ντρόγκα (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Θανάση Γαλανάκη, Ακούγοντας δάση (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Νίκου Κωσταγιόλα, ἐν τούτοις (Λειμών, Αθήνα 2024) του Κωνσταντίνου Σαμπάνη και Ομώνυμα πλάσματα (Σμίλη, Αθήνα 2025) της Άννας Σπυράτου. Πρόκειται λοιπόν για «φρέσκα» ποιητικά προϊόντα, παρότι οι τέσσερις δημιουργοί τους έχουν ήδη αξιόλογη πνευματική (δοκιμιακή, μεταφραστική, λογοτεχνική ή αμιγώς επιστημονική) «προϋπηρεσία» και οι ηλικίες ποικίλλουν: οι Γαλανάκης και Κωσταγιόλας είναι συνομήλικοι (γενν. 1993), ο Σαμπάνης της δικής μου «σειράς» (γενν. 1980 – ο γράφων το 1984) και η Σπυράτου ελάχιστα παλαιότερη (γενν. 1977). Οι συλλογές έφτασαν στα χέρια μου με δύο τρόπους, δηλαδή είτε κατόπιν δικής μου παράκλησης (προκειμένου για τα έργα των Κωσταγιόλα και Σαμπάνη), είτε επειδή οι ποιητές είχαν την ευγενική καλοσύνη να με συμπεριλάβουν από μόνοι τους στο αναγνωστικό τους κοινό (Γαλανάκης και Σπυράτου). Κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης των πονημάτων και επαρκούς αναστοχασμού επ’ αυτών, σκέφτηκα να ξεχωρίσω το, κατά την κρίση μου, καλύτερο ποίημα από κάθε συλλογή και να το παρουσιάσω στο παρόν κείμενο, εφόσον βέβαια συμφωνούμε ότι η λογοτεχνία γράφεται για να διαβάζεται – αρχή που, φοβάμαι, δεν εφαρμόζεται τελικά στην πράξη, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε. Σημειώνω προκαταρκτικά ότι οι συλλογές των Γαλανάκη και Κωσταγιόλα κυκλοφόρησαν μόνο ψηφιακά, ενώ των Σαμπάνη και Σπυράτου έντυπα. Τέλος, το πλήρες κείμενο των τεσσάρων ποιημάτων παρατίθεται στο επίμετρο.

 

2

Για τον Θανάση Γαλανάκη η πραγματικότητα είναι υλική και πήλινη, κι όμως γοητευτική και αξιοπρόσεκτη. Ταυτόχρονα, η αντίληψη της πραγματικότητας λειτουργεί ως ναρκωτικό που μουδιάζει τις αισθήσεις, εντούτοις το υποκείμενο μπορεί να βρει μία σταγόνα «καθαρής ουσίας» εφόσον κάνει τον κόπο να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει εκεί που πρέπει. Γενικά θα έλεγα ότι η ποίηση του Γαλανάκη στην Ντρόγκα, και ειδικά η ενότητα «Ακαρνανική παράβαση» (η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, σε όλο το βιβλίο) έχει κάτι από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα της επόμενης (σκεφτείτε, λ.χ., τις ταινίες του Σωτήρη Γκορίτσα): όλα είναι θολά, αργά και σκληρά, μα εντέλει πιο «πραγματικά» από οποιαδήποτε θεολογική ή φιλοσοφική αλήθεια. Δεν ξέρω τις πιθανές βιβλικές συνυποδηλώσεις, αλλά η πυκνή παρουσία των σκυλιών στη συλλογή ενισχύει ενδεχομένως αυτή τη «βαλκανική» αισθητική της κατά Γαλανάκης ποιητικής.

Πρωταγωνιστικό μάλιστα ρόλο έχει ένα ζεύγος σκύλων στο εξαιρετικό ποίημα «Η θεία λάσπη» (πβ. τον τίτλο με τα όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο). Το στιχούργημα είναι γραμμένο σε άψογο ελευθερωμένο ίαμβο, με σποραδικά ομοιοτέλευτα και ελεύθερη χρήση συνιζήσεων και χασμωδιών. Ο λόγος είναι στοχαστικός ή παρατηρητικός, η διατύπωση ρέει αβίαστα, ωσάν ο αφηγητής να κάθεται απέναντί σου στο τρένο, αφηγούμενος την ιστορία ενός προσκυνηματικού οδοιπορικού, που κατέληξε στον σεβασμό, όχι μπροστά στην ιερή εικόνα, αλλά για την καθημερινή, «χθαμαλή», εικόνα δύο ψωριάρικων σκυλιών που υπερασπίζονται ένα ήσυχο γουρουνάκι μέσα σε ένα χαμώι. Όλα όμως ξεκίνησαν από έναν κτηνοτρόφο που μερίμνησε ώστε τα ζωάκια του να έχουν το καταφύγιο μέσα στο οποίο παίζεται το βασικό «δράμα» του ποιήματος. Ο αφηγητής τελικά ανακαλύπτει τη θρησκευτικότητα και τη σωτηρία, όχι στα απλά, ούτε στα ταπεινά, αλλά στα εκ πρώτης όψεως πιθανώς ανάξια και καταφρονημένα. (περισσότερα…)

Στο καφενείο

*

της ΑΝΝΑΣ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

~.~

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Στην τετράγωνη αυλή με τις πορτοκαλιές και τις κιτρολεμονιές  ακριβώς στο κέντρο, σαν κάποιος να είχε σύρει τις διαγωνίους για να το θεμελιώσει, έστεκε το καφενείο.

Κόσμος σκόρπιος στα τραπεζάκια· ντόπιοι που ρουφούσαν freddus macchiatus και άλλους λατινογενείς καφέδες, τουρίστες που  στράγγιζαν το σιρόπι του κουμ κουάτ στο πιατελάκι, παιδάκια που έγλειφαν το παγωτό τους με προσήλωση υψηλού χρέους και γέροι· γέροι που κάθονταν περιμετρικά σύρριζα στο κτίσμα με την πλάτη στον τοίχο.

Ένας ένας σε κάθε τραπέζι, μιλιά δεν άλλαζαν, μα ο σχηματισμός τους είχε κάτι το συνωμοτικό. Ίσως ας πούμε, να ’χαν συμφωνήσει να εμποδίσουν την κατάρρευση του κτιρίου, μιας και τα ντουβάρια έμοιαζαν να στέκουν μόνο και μόνο επειδή τα στήριζαν οι πολυκαιρισμένες πλάτες.

Τους είχα ξαναδεί πολλές φορές κι αναρωτιόμουν: τι κάνουν τώρα; στηρίζονται; στηρίζουν; Από ντροπή ποτέ δε ρώτησα. Όπως και να ’χει, εγώ, να στηριχτώ δεν ήξερα, να στηρίξω δε άντεχα πια, έπιασα λοιπόν ένα τραπεζάκι ξέχωρο απ’ τα πολλά, παράμερο.

 

Στο καφενείο αν βρεθείς, μην ντραπείς, σύρε ρώτα τους
τι τάχα ξέρουν και πάντα φυλάνε τα νώτα τους;

///

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΣΚΟ

Αιωρούνταν κι αυτή, μέσα στην αιωρούμενη σκόνη που λαμπύριζε στο φως του μεσημεριού. Γλιστρούσε με τ’ αόρατα παγοπέδιλά της πάνω στις πλάκες της αυλής, διαγράφοντας σπείρες και μαιάνδρους ανάμεσα στα τραπεζάκια.

Με πλησίασε αθόρυβα· καμιά εικοσαριά χρονών, μάγουλα κρουστά, χείλη γεμάτα, μάτια όλο σπίθα και κλήση σε απολογία.

Τα μαλλιά της χόρευαν με το αεράκι, μπαίναν στα μάτια, στο στόμα της, τα ξάκριζε με το χέρι χαριτωμένα. Τα νέα κορίτσια, αφήνουν μακριά μακριά τα μαλλιά τους. Δεν ξέρουν ακόμα ότι τις νύχτες αναρριχώνται πάνω τους όνειρα μακρινά κολλώντας τα βεντουζένια ποδαράκια τους στη γερή τρίχα. Ανεβαίνουν σαν Σομαλοί πειρατές και τρυπώνουν στο άγουρο κεφάλι τους. Χρόνια μένουν εκεί γεμίζοντας το κοίλο του κρανίου παράξενες φωνούλες. Μετά εκείνες γίνονται γυναίκες. Όλο και κονταίνουν τα μαλλιά τους, όλο και λιγότερη συγκατάθεση στην αυταπάτη.

«Τι θα θέλατε;»

«Τα μακριά σου μαλλιά»

«Έναν ελληνικό διπλό σκέτο» σημείωσε, μου χαμογέλασε κι ύστερα μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε· σαν ευτυχία. (περισσότερα…)

Γυναίκα

*

Πού πας με στολή αμαζόνας,
γυναίκα; Υπάρχει κανόνας
που σίγουρα δεν σ’ εξαιρεί·
παρά τις δεκάδες σου όψεις
θα είσαι υλικό για ονειρώξεις,
αξία, ασφαλώς, σταθερή.

Τι κρίμα, το λάγνο του μάτι
–οικτροί γεναριάτικοι γάτοι…–
εκεί στων χειλιών το lip gloss
ρηχά ν’ απομένει· τι κρίμα,
εσύ του κορμιού σου το σχήμα
κι αυτός ένας σκέτος φαλλός.

Οσμίζεται (λες απ’ την ήβη;)
το μαύρο ματιών σου μολύβι
πως γράφει από πίσω γκρεμό·
βορά εσύ πρωτόγονης πείνας
πως έχεις αγκάθια σκορπίνας
και θα του σταθείς στον λαιμό.

Συχνά, σ’ αγαπά μέχρι τρέλας.
Στη σκέψη καμιάς κουτσουκέλας
θα δέσει τον φόβο θηλιά
–αυτόν, που φυλάει τα έρμα–
θα σ’ οριοθετήσει με σπέρμα
ως κάνουν στη γη τα σκυλιά.

Γυναίκα, μην κλαις για όλα τούτα,
Μαρία, Ζαν ντ’ Αρκ, Σταχτοπούτα,
η προίκα μας είναι λειψή.
Μην κλαις θα περάσει· θ’ αλλάξει
ο κόσμος (αν κόσμος υπάρξει)
μα θα ’χεις περάσει κι εσύ.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Συνεργάτες του ΝΠ παρουσιάζουν τα βιβλία τους

*

*

*

*

Για τον καινούργιο χρόνο

*

WISHLIST

Να ξυπνώ περισσότερο ήλιος
και να πέφτω πιο λίγο σκοτάδι.
Να με θες όπως είμαι. Το χάδι
στο κορμί μου ν’ απλώνει ζεστό.
Στο ποτήρι να μη λείπει ο φίλος.
Να ξεχάσω το ρήμα «χρωστώ».

Το πλοκάμι του νου να γουλίσω
στης καρδιάς τον ιερό μετεωρίτη.
Να χυθώ στου σκοπού μου την κοίτη
και στη βύθια που προσπερνώ
τη φωνή, να κρατήσω το ίσο.
Το «εν δυνάμει» να κάνω ικανό.

Να φυτεύω τα λόγια μου χάμω
να βλαστήσουν μετά από μένα.
Να πετώ τα ξεχαρβαλωμένα.
Να γελάω. Κι αν είναι γραφτό
ν’ αγαπιέμαι ίσα που ν’ αποκάμω.
Να θυμάμαι το ποίημα μου αυτό.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Στους ομοτέχνους του Νέου Πλανοδίου – Ένα ποιητικό δώρο Χριστουγέννων

*

ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ

Χριστέ μου, δεν θ’ αντισταθώ καθόλου αυτό το βράδυ,
πετώ με θάρρος την αιδώ μες στο ξερό πηγάδι.
Καλπάζει η αγάπη μου η σφοδρή με του έρωτα τον ίππο
και στάθηκε να πιει νερό στον μυστικό μου κήπο.
Μακάριο το πένθος μου και το πικρό μου δάκρυ
αν έβρισκα το ταίρι μου στου πέλαγου την άκρη,
μα αν κάποτε ξεστράτιζε το γλυκερό της βέλος
δεν θα έκλεινα τα μάτια μου μπροστά στο βίαιο τέλος.

Τριγύρω μου καλή χορεία
φωτίζει την τρωτή πορεία
και δώρα τέτοια με κερνάει
στη θλίψη που με προσπερνάει:

σονέτα απ’ τη Μαρία πρίμα
της Άννας την ωραία ρίμα
του Νίκου τους στεντόρειους ήχους
μελωδικούς του Θάνου στίχους
σφοδρές απ’ τον Θανάση δόσεις
στον Ρίλκε τέλειες αποδόσεις
από του Κώστα τη γραφίδα.
Ζαλίζει το άγγιγμα του Μίδα
όμως το φρούτο δεν αλλάζει·
η γεύση πάντα συναρπάζει.

Στην πτώση μου με τέτοια συνοδεία
ξορκίζω την πανάρχαιη τραγωδία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

Τα νησάκια

* * * 

Νοέμβρης· τα νησάκια μπαίνουν στον ορό
με μια γερή γροθιά πέφτουν σε νάρκη
μέχρι το Πάσχα (τύπου Ανάσταση θαρρώ…).

Κλειστές ταβέρνες, στοιχειωμένα πάρκινγκ,
ξεθωριασμένα διαφημιστικά εκδρομών,
χωριά ερημωμένα – άλλοτε αυτάρκη…

Οι επιχειρηματίες –οι πιο πολλοί– υπ’ ατμόν
φεύγουν, να διαχειμάσουνε και πάλι
στις πολιτείες των φώτων, των ευκαιριών

κι ύστερα με το λάπτοπ στη μασχάλη
και μ’ άπταιστη αγγλική θα ’ρθούν σε υποδοχή
ορδών με παρεό και με σανδάλι.

Νησιά πεντόβολα σε φαύλη χούφτα· ηχεί
φάλτσα το Άξιον Εστί εντέλει…
Νησιά πηχτά στη λασπουριά και στη βροχή

που ο ήλιος μισθωμένος ανατέλλει. (περισσότερα…)

Εκεχειρία

*

Και νά η λυτρωτική εκεχειρία!
Πώς αναδύεται όλο υποσχέσεις
μεσ’ από τ’ άλικο νερό της λίμνης
της προαπαιτούμενης σφαγής… Κοιτάξτε
πώς ανεμίζει το λευκό πανί της
το υφασμένο με τις παρεμβάσεις
τις έγκαιρες και τις μελετημένες,
το στριφωμένο με αγαθοσύνη…
Οι ειρηνευτές τα στήθη παρατάσσουν
μνηστήρες φαύλοι στην αυλή του Νόμπελ.
Σε άλλο πλάνο, μειωμένης λάμψης,
μέσα στο χασαπόχαρτο τα μέλη
τυλίγονται προσεκτικά· πακέτα
στα ράφια της κατάψυξης της μνήμης
–χέρια άδεια, πόδια αβάδιστα, μονήρη–
στοιβάζονται με τάξη· να χωράνε
τα επόμενα, μιας άλλης συγκυρίας…

Μα ας είναι· το “μετά” ας μας εκπλήξει.
Ας αρκεστούμε πια στην αίσια λήξη.
Τώρα γιορτή, κι όλα νερό κι αλάτι…
Εμπρός λαοί, υμνείστε την απάτη!

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Η Άννα Φρανκ στη Γάζα

*

Ογδόντα χρόνια φύγαν μες στο μνήμα
που μ’ εγκιβώτισε ο λιμός κι ο τύφος
κι έλεγα ο κόσμος τώρα θα ’χει αλλάξει,
θα ’χει η σκληρή καρδιά του μαλακώσει…
Το μίσος όμως μένει μίσος πάντα
κι ο φόβος ίδια μυρωδιά αναδίδει·
η πείνα, ο θάνατος, η πολιορκία,
πάντα ίδια· ο χρόνος και ο τόπος μόνο
αλλάζει, και η λίστα των θυμάτων.
Η ιστορία μια σιδερένια ρόδα
κι οι αυλακιές στις πλάτες των αθώων
προδίνουν την αέναη τροχιά της.
Φυτρώνεις όπου σ’ έσπειρε το ζάρι
κι ύστερα έρχεται η φάκα και σε κλείνει·
να ψάχνεις να κρυφτείς στον προβολέα
να ονειρεύεσαι ψωμί και γάλα
τα λιγδερά μαλλιά σου να λουστράρουν
την μπότα που συνθλίβει τη ζωή σου… (περισσότερα…)

Βασική απορία

*

Απ’ τους βραχίονες φυτρώνουν σωληνάκια
ίδια κισσοί, κλωνάρια αναρριχητικά.
Στο τραπεζάκι αντισηψίες και μπαμπάκια

μια εικονίτσα διαβασμένη, μερικά
περιοδικά του συνοδού παρηγορία
κι ένας παλμός μεταφρασμένος ψηφιακά,

ήχος διακεκομμένος· η παθολογία
του ασθενούς κι η ηλικία απαιτεί
συμβατικούς Θεούς (και μη) και συνεργεία,

σε μία τέλεια ενορχήστρωση όλοι αυτοί. (περισσότερα…)

Κυνόδοντας και άλλες τερτσίνες

*

ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ

Του άπιαστου ο πόθος τα σπλάχνα μου τρώγοντας
θρέφεται· θρέφει και μια πείνα μύχια.
Είναι  το  αν  στην  αν-άγκη  ο  κυνόδοντας,

μπήγεται, αρπάζει, σε ορθώνει στα νύχια.
(Τι θα γινόμουν χωρίς ανεκπλήρωτο
και για ποιο λόγο να ζήσω στ’ αλήθεια;)

Μας κατοικεί αυτό το πάθος αδήριτο
δεν μας αφήνει βορά στη ραστώνη
στέκει το σώμα, τεντώνει στο αμπόρετο

κι όσο τεντώνεται τόσο ψηλώνει.
Το υγρό μαντήλι του μόχθου στα όρια
της αντοχής, μ’ ασημένιο βελόνι,

έμπειρο χέρι η μοίρα η γαζώτρια,
ράβει σημαία· της ψυχής αντιστύλι·
ξέχωρη μέσα σε λάβαρα αλλότρια

που ποιος τολμάει να σ’ την υποστείλει; (περισσότερα…)

Σάπιο νερό και άλλες τερτσίνες

*

ΣΑΠΙΟ ΝΕΡΟ

Βαστώ μιαν ανάσα φωτιά στο πνευμόνι·
φελλοί στα ρουθούνια, στο στόμα πανί.
Η σάρκα μου αλέθεται, σπάζει, παλιώνει

κι αλέθει: φορέματα, δείπνα, ηδονή.
Γωνιές σκαληνών ανεκπλήρωτων λειαίνω
να γίνουνε τσέρκια, δακτύλιοι στιλπνοί·

κυλάνε μακριά μου και πίσω ξεμένω,
σαν πάσσαλος μοιάζω μπηγμένος στη γη.
Και ποιο είν’ ενός πάσσαλου το πεπρωμένο;

Να στέκει. Το σώμα του όλο πληγή·
μ’ αγκίστρια και σύρμα τα μέλη μπλεγμένα·
λιγότερος μένει από δύση σ’ αυγή

καθώς η σκουριά τα ’χει κανονισμένα…
Φορές σαν διαβαίνω από έλη κοντά
–σαν τραύματα χάσκουν κακοφορμισμένα–

η εικόνα σε κάποια απορία απαντά:
«Ποια είμαι; Ποιας βίο διάγω;» Τι κρίμα
εδώ ο εαυτός σου να σε συναντά

στις λάσπες του βούρκου… Αβάδιστο βήμα
σ’ αργό σημειωτόν ξοδεμένο, νωθρό· (περισσότερα…)