*
Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου
~.~
Ενθρονίσεις σε ξένες χώρες
Το βράδυ της 14ης Μαρτίου 2026, στην πόλη Ηστ Λόντον (East London) της επαρχίας Ήστερν Κέηπ (Eastern Cape), μίας από τις εννέα επαρχίες του κράτους της Νότιας Αφρικής, η νιγηριανή κοινότητα των Igbo[1] διοργάνωσε μια επίσημη τελετή ενθρόνισης: ο Solomon Ogbonna Eziko, από τους ηγέτες της κοινότητας («chief»), στέφθηκε βασιλιάς, φέροντας πλέον τον τίτλο «Igwe Ndigbo Na East London» – που σημαίνει «Ο Ίμπο Βασιλιάς του Ηστ Λόντον».[2]
Υπήρχε όμως ένα μεγάλο πρόβλημα: το Ηστ Λόντον (ή Ku-Gompo, κατά την πιο πρόσφατη μετονομασία του) είχε ήδη βασιλιά: συγκεκριμένα, η πόλη ανήκει στη δικαιοδοσία του βασιλιά Jonguxolo Sandile, του βασιλικού οίκου Rharhabe της φυλής Xkosa, ο οποίος ενθρονίστηκε με όλους τους καθιερωμένους τύπους και αναγνωρίστηκε, όπως προβλέπει ο νόμος, από τη νοτιοαφρικανική κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2020.[3] Όλα αυτά ίσως ακούγονται περίεργα και ξένα για έναν δυτικό, αλλά στη Νότια Αφρική –και σε άλλες αφρικανικές χώρες, όπως είναι και η ίδια η Νιγηρία– δίπλα στους διοικητικούς θεσμούς της γενικής κυβέρνησης λειτουργεί συμπληρωματικά και συμβουλευτικά και ένα δεύτερο σύστημα διακυβέρνησης, παραδοσιακό, τοπικό και εθιμικό, πλήρως κατοχυρωμένο από το σύνταγμα και τη νομοθεσία.[4] Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι ο τίτλος του βασιλιά συναρτάται άμεσα με την ύπαρξη διακριτής «παραδοσιακής κοινότητας» και «εδαφικής επικράτειας» – και τα δύο απαιτούν την αναμφισβήτητη ύπαρξη μιας ιδιαίτερης, κληρονομικής παράδοσης που πηγαίνει πολύ πίσω στον χρόνο.
Για τους Νοτιοαφρικανούς πολίτες, επομένως, οι τίτλοι του «παραδοσιακού ηγέτη», του «βασιλιά» και της «παραδοσιακής κοινότητας» δεν αποτελούν τίτλους απλώς και μόνο «επί τιμή», αλλά αντίθετα συνεπάγονται συγκεκριμένες αρμοδιότητες όσον αφορά την εκπροσώπηση των κοινοτήτων τους και μια πολύ πραγματική εξουσία. Έτσι, όταν οι μαύροι Νοτιοαφρικανοί παρακολούθησαν το βίντεο της ενθρόνισης του Igbo βασιλιά, εξοργίστηκαν: η πράξη αυτή εκλήφθη ως μονομερής και επιδεικτική αγνόηση των νόμων που διέπουν το κράτος τους εκ μέρους «ξένων», οι οποίοι θα όφειλαν να σέβονται τη χώρα υποδοχής τους, και, τελικά, εκλήφθη ως απειλή. Άμεσα, τις επόμενες μέρες, καταδίκασαν την ενθρόνιση όλοι οι εκπρόσωποι της τοπικής και κρατικής εξουσίας, από τον βασιλιά Jonguxolo Sandile και τους υπόλοιπους νόμιμους παραδοσιακούς ηγέτες μέχρι το Υπουργικό Συμβούλιο και τον πρόεδρο της Νότιας Αφρικής Συρίλ Ραμαμπόσα.[5] Ομοίως έπραξαν και οι επίσημες αρχές της Νιγηρίας, ενώ ο ίδιος ο «βασιλιάς των Ίμπο στο Ηστ Λόντον» αρνήθηκε δημοσίως τον τίτλο του και απολογήθηκε στον νοτιοαφρικανικό λαό.[6]
Αυτή η κίνηση των Ίμπο στο Ηστ Λόντον σίγουρα θα έφερε στη μνήμη των Νοτιοαφρικανών ένα αντίστοιχο περιστατικό που συνέβη μόλις πέρυσι στην Γκάνα. Εκεί, τον Ιούλιο του 2025, ένας Νιγηριανός μεγιστάνας και ανεπίσημα χρισμένος «Ίμπο βασιλιάς» φάνηκε να διεκδικεί εδαφική επικράτεια για τη δημιουργία ενός «Βασιλείου των Ίμπο» στη χώρα – και εκεί, αυτό που ακολούθησε ήταν εκτεταμένες αντιδράσεις κατά των Νιγηριανών μεταναστών, οι οποίες δοκίμασαν τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών.[7] Στη Νότια Αφρική το περιστατικό οπωσδήποτε λειτούργησε ως θρυαλλίδα για να εκδηλωθεί, για πολλοστή φορά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η έχθρα μιας μεγάλης μερίδας μαύρων Νοτιοαφρικανών απέναντι στους Αφρικανούς μετανάστες. Η κατανόηση της στάσης τους, που συχνά φτάνει στην παρανομία (λεηλασίες, αντιποίηση αρχής) και σε ακραία σημεία βίας, απαιτεί να γυρίσουμε λίγο πίσω στον χρόνο, στη δεκαετία του ’90, στις απαρχές του βίου της απελευθερωμένης από το απαρτχάιντ Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, και να δούμε τον τρόπο που άρχισε να διοικείται αυτό το κράτος αλλά και τον τρόπο που, ευθύς εξαρχής, άρχισαν να συνυπάρχουν στο έδαφός του οι Νοτιοαφρικανοί πολίτες με τους ξένους.
*
Το 1994 έγιναν στη χώρα οι πρώτες εκλογές μετά την πτώση του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Στη Νότια Αφρική βρίσκονταν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες ξένων υπηκόων από τις γειτονικές χώρες της SADC,[8] εκ των οποίων ένα μεγάλο ποσοστό είχε εγκατασταθεί παράνομα στη χώρα ήδη από την εποχή του απαρτχάιντ, όταν η Νότια Αφρική είχε συνάψει μια σειρά από διμερείς κρατικές συμφωνίες και χρησιμοποιούσε ξένο εργατικό δυναμικό προσωρινής απασχόλησης, αμειβόμενο με μισθούς πείνας, για τη λειτουργία των ορυχείων και για τις φάρμες. Χιλιάδες από αυτούς τους ανθρώπους (από το Λεσότο, τη Μοζαμβίκη και αλλού) είχαν καταφέρει να παραμείνουν στη χώρα, σχηματίζοντας τους δικούς τους ανεπίσημους –και εξαιρετικά φτωχούς– οικισμούς. Ένα άλλο ποσοστό ήταν «πρόσφατες αφίξεις», που είχαν σπεύσει να διασχίσουν τα σύνορα αναζητώντας είτε προσφυγικό άσυλο είτε μια καλύτερη ζωή στην απελευθερωμένη από το απαρτχάιντ «ατμομηχανή» της αφρικανικής οικονομίας. Τα κράτη αυτών των ανθρώπων, τα οποία ως επί το πλείστον είχαν αποτινάξει από πάνω τους την αποικιοκρατία δεκαετίες πριν από την απελευθέρωση της Νότιας Αφρικής, είχαν υποστηρίξει ενεργά τον αγώνα των Νοτιοαφρικανών κατά του απαρτχάιντ και είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα, υφιστάμενα τα διαφόρων μορφών αντίποινα της λευκής κυβέρνησής της. Τώρα, ήταν η σειρά της Νότιας Αφρικής να ανταποδώσει.
Το πρόβλημα των υποδομών
Αλλά τι ακριβώς να ανταποδώσει, με ποιον τρόπο και για πόσο καιρό; Η οικονομική κατάσταση της χώρας που κληρονομούσε η νέα κυβέρνηση από το απαρτχάιντ ήταν εξαιρετικά άσχημη:
«Το 1994, η νέα δημοκρατική κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής κληρονόμησε ένα δυσβάστακτο δημοσιονομικό έλλειμμα, καλπάζων πληθωρισμό (18.9% το 1991), χαμηλή εμπιστοσύνη των επενδυτών, ένα κολοσσιαίο χρέος και μια νομισματική κρίση από το κράτος του απαρτχάιντ. Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε συσσωρεύσει το χρέος, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη χώρα από τη δεκαετία του ’80 και μετά διατηρώντας το καθεστώς του απαρτχάιντ. Δίπλα στα υψηλά επίπεδα του χρέους, η νέα κυβέρνηση του ANC έπρεπε να καταθέσει έναν προϋπολογισμό που για πρώτη φορά στόχευε να παρέχει επαρκείς υπηρεσίες σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πλειονότητας του πληθυσμού, που προηγουμένως ήταν εξολοκλήρου περιθωριοποιημένος και αδικημένος».[9]
Εκτός από χρηματικούς πόρους, ήταν προφανές ότι η κυβέρνηση είχε ανάγκη και από τεχνογνωσία και υψηλές τεχνοκρατικές και διοικητικές ικανότητες, προκειμένου να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις της μετάβασης από μια κοινωνία φυλετικού διαχωρισμού σε μια δημοκρατική κοινωνία για όλους. Ωστόσο, αν και το καθεστώς του απαρτχάιντ άφησε πίσω τις κρατικές του υποδομές εν πλήρη λειτουργία, η καινούρια κυβέρνηση εθνικής ενότητας αντιμετώπισε από την πρώτη στιγμή τη στελέχωση των δομών αυτών με όρους «επανόρθωσης» και πελατειακών σχέσεων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα οι λευκοί Νοτιοαφρικανοί εξοστρακίστηκαν, μαζί με την αναγκαία τεχνογνωσία τους, από πάρα πολλές θέσεις του δημοσίου, πρωτίστως τις διοικητικές, χωρίς η επόμενη γενιά, αυτή των μαύρων στελεχών, να έχει προλάβει να εκπαιδευτεί και να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις και την εμπειρία τους. Να πώς περιγράφει το 2025, και με το βλέμμα στις σημερινές της συνέπειες, αυτή την κατάσταση η μαύρη Νοτιοαφρικανή podcaster Citizen Concerned:
«Ενώ η Μποτσουάνα και η Σιγκαπούρη προέταξαν την αξιοκρατία, την καθοδήγηση και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, το ANC έσπευσε στον μετασχηματισμό – εκκαθαρίζοντας χιλιάδες έμπειρων επαγγελματιών στο όνομα της πολιτικής αφοσίωσης. Αυτό το βίντεο διερευνά τις καταστρεπτικές συνέπειες της προώθησης κομματικών στελεχών («cadre deployment»), των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων [ενν. των λευκών υπαλλήλων] και της αποσάθρωσης της θεσμικής γνώσης μέσα στην κυβέρνηση».[10]
Ωστόσο, παρά τη δικαιολογημένη αυτή κριτική για μια πρακτική που οι αρνητικές της συνέπειες συνεχίζουν να βασανίζουν τη χώρα, πρέπει να λαμβάνει κανείς υπόψη τις έκρυθμες και επείγουσες συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο της μετάβασης: «τα στελέχη του MK είχαν διδαχτεί από καιρό ότι όλες οι θυσίες τους για τον αγώνα θα ανταμείβονταν μετά τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας, όταν όλος ο πλούτος που τους είχαν “κλέψει” οι λευκοί […] θα “επιστρεφόταν στον λαό”»[11] – δίπλα σε αυτή την πραγματικότητα, ας σκεφτούμε ότι χιλιάδες στρατευμένοι στο ANC, αλλά και στο PAC ή στο Inkatha των Ζουλού, κατά τα πρόσφατα χρόνια των διαπραγματεύσεων είχαν εξοπλιστεί κρυφά, σχηματίζοντας μονάδες μάχης και αυτοάμυνας.[12] Αν λάβει κανείς υπόψη όλον αυτό τον πληθυσμό των νεαρών άνεργων και οπλισμένων μαύρων Νοτιοαφρικανών, που πλέον προσδοκούσαν τα πάντα από την καινούρια κατάσταση, φαντάζεται ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο για την κυβέρνηση να κρατήσει στη θέση τους τους λευκούς υπαλλήλους και αξιωματούχους, όσο απαραίτητη και αν ήταν η τεχνογνωσία τους για την αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών δομών και ακόμα και αν υπήρχαν περιπτώσεις που το ήθελε.
Όπως και να ’χει, σύντομα οι κρατικοί θεσμοί, παλαιοί και νέοι, και οι υποδομές διοικούνταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία από μαύρους «συντρόφους», οι οποίοι στερούνταν τα απαιτούμενα προσόντα – πρόκειται για την πρακτική του «cadre deployment» που υιοθέτησε επίσημα το ANC το 1996-7,[13] ένα σύστημα πρόσληψης που συνειδητά προτάσσει την κομματική αφοσίωση έναντι της αξιοκρατίας, ακόμα και σε θέσεις που δεν έχουν πολιτικό χαρακτήρα:
«…το 1997 […] έχοντας εξασφαλίσει την εξουσία, το ANC στράφηκε στο χτίσιμο της “ηγεμονίας” του επί της κοινωνίας. Κομβική σε αυτό ήταν η προώθηση των κομματικών στελεχών (cadre deployment). Αυτή περιλάμβανε την τοποθέτηση αφοσιωμένων ακτιβιστών του κόμματος σε θέσεις εξουσίας υπό την καθοδήγηση “επιτροπών προώθησης” εντός του κόμματος. Αυτές οι τοποθετήσεις δεν περιορίζονταν σε αιρετά αξιώματα ή σε εγγενώς πολιτικούς ρόλους (όπως εκπρόσωποι ή πολιτικοί σύμβουλοι), αλλά σκόπευαν να καλύψουν θέσεις που η πρόθεση του Συντάγματος ήταν να είναι αξιοκρατικές, προσανατολισμένες στην επαγγελματική σταδιοδρομία και αφιερωμένες στην υπηρεσία του συνόλου του λαού της χώρας».[14]
Πολύ γρήγορα οι «σύντροφοι» επιδόθηκαν στη διαφθορά, ιδιοποιούμενοι τους δημόσιους πόρους και αδιαφορώντας για τη συντήρηση και την ανάπτυξη των υποδομών που είχαν κληρονομήσει ή για την αποτελεσματική λειτουργία νέων. Αυτό έγινε άμεσα αισθητό σε επίπεδο δήμων, στους οποίους είχε δοθεί εξαρχής μεγάλη βαρύτητα για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών, και οι οποίοι όφειλαν πλέον να οργανωθούν και να λειτουργήσουν πέρα από τον διοικητικό φυλετικό διαχωρισμό στον οποίο στηριζόταν άλλοτε το απαρτχάιντ. Αλλά:
«Όλα αυτά απαιτούσαν εξαιρετική φρόνηση και ικανότητα στη διαχείριση των νεοσυσταθέντων οντοτήτων, εξασφαλίζοντας ότι όχι μόνο θα ανταποκρίνονταν στις διοικητικές τους υποχρεώσεις αλλά και ότι θα έφερναν εις πέρας την αναπτυξιακή εντολή που θα επέφερε σταθερή βελτίωση στις ζωές των ανθρώπων».[15]
Αντί γι’ αυτό, στη χώρα εγκαθιδρύθηκε η «συστημική κακοδιαχείριση δημοσίων πόρων και κατάχρηση εξουσίας»,[16] καθώς το ANC παρέδωσε τους δήμους στο σύστημα της αντισυνταγματικής «προώθησης κομματικών στελεχών» και της κάθετης διαφθοράς που το συνόδευσε σε όλα τα επίπεδα. Το αποτέλεσμα ήταν οι βασικές υποδομές να πάψουν σταδιακά να λειτουργούν, να μη δημιουργούνται νέες και, τελικά, οι πολίτες να φτάσουν να στερούνται βασικά αγαθά, όπως το νερό και το ρεύμα:
«Η πρόσβαση στη στέγαση, στις υποδομές, στην υγειονομική περίθαλψη και στην εκπαίδευση είναι ζωτική για να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον συμπεριληπτικής οικονομικής ανάπτυξης. Το κράτος δυσκολεύεται να παρέχει αυτά τα στοιχειώδη αγαθά και υπηρεσίες. Για παράδειγμα, όλοι οι Νοτιοαφρικανοί έχουν επηρεαστεί (άμεσα ή έμμεσα) από γενικές διακοπές ρεύματος από το 2007. Πολλές αγροτικές κοινότητες ακόμη δεν έχουν πρόσβαση στην ύδρευση και σε αποχετευτικό σύστημα, που είναι στοιχειώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Η ολοένα και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια είναι ορατή στον μεγάλο αριθμό διαμαρτυριών για την παροχή υπηρεσιών. Υπήρξαν περίπου 3.000 μεταξύ 2004-2019, που ανήλθαν στις 2.455 από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο του 2022. Μια έρευνα του 2023 που πραγματοποίησε το Αφροβαρόμετρο, το ανεξάρτητο παναφρικανικό δίκτυο ερευνών, βρήκε ότι μόνο 28% των συμμετεχόντων ήταν ικανοποιημένοι με την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης. Μόνο 12% ήταν ευχαριστημένοι με την πρόσβαση σε σταθερή ηλεκτροδότηση και 11% με τις προσπάθειες της κυβέρνησης να καταπολεμήσει το έγκλημα».[17]
Ταυτόχρονα, το όποιο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας συνεχίζει να λειτουργεί στη Νότια Αφρική πλέον είναι εξαιρετικά επιβαρυμένο, καθώς η χώρα σήμερα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στον κόσμο – εκατομμύρια πολίτες της εξαρτώνται για την καθημερινή τους διαβίωση από τις κοινωνικές υπηρεσίες, και πολύ περισσότερο μετά την επιδημία του covid. Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία της ΝΑ:
«Η Νότια Αφρική έχασε 345.000 θέσεις εργασίας το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ η ανεργία σκαρφάλωσε στο 32.7%. Η έκθεση έδειξε ότι η συνολική απασχόληση μειώθηκε στα 16.8 εκατομμύρια, ο αριθμός των άνεργων Νοτιοαφρικανών ανέβηκε στα 8.1 εκατομμύρια, και το ευρύτερο συνδυασμένο ποσοστό ανεργίας και δυνάμει πρόσθετου εργατικού δυναμικού ανήλθε στο 43.7%. Η ανεργία των νέων ηλικίας μεταξύ 15-34 ετών έφτασε στο 45.8%, ενώ 3.9 εκατομμύρια νέοι Αφρικανοί ηλικίας από 15-24 ετών –που εκπροσωπούν το 37.6% αυτής της ηλικιακής ομάδας– βρίσκονταν εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης».[18]
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι τα ήδη υπάρχοντα αντιμεταναστευτικά αισθήματα των Νοτιοαφρικανών τον τελευταίο χρόνο κυριολεκτικά έχουν εκτοξευτεί. Η επίτασή τους φαίνεται ότι αφορά, αν και σε διαφορετικό βαθμό, τόσο τα χαμηλότερα όσο και τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα: (SES – Social Economic Status).[19]
*
Αισθήματα φιλοξενίας και εχθρότητας του κοινού προς τους διεθνείς μετανάστες που ζουν στη Νότια Αφρική σε ομάδες διαφορετικής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης (Social Economic Status – SES), 2018-2025 (%)
Το πρόβλημα των «ξένων»
Από την πρώτη στιγμή μετά την πτώση του απαρτχάιντ φαίνεται ότι υπήρξε μια μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στη μεταναστευτική ρητορική της ανώτερης πολιτικής ηγεσίας του ANC από τη μια μεριά, και στα αισθήματα των ψηφοφόρων του και γενικότερα του νοτιοαφρικανικού λαού από την άλλη. Ο πρόεδρος Νέλσον Μαντέλα και ο αντιπρόεδρος Τάμπο Μπέκι μπορεί να μιλούσαν για παναφρικανισμό και για τους «μαύρους αδελφούς» που η Νότια Αφρική όφειλε να υποδεχτεί και να υποστηρίξει, αλλά οι απλοί μαύροι Νοτιοαφρικανοί έβλεπαν στο πρόσωπο αυτών των ανθρώπων, που δεν ήταν απαραίτητα νεοεισερχόμενοι, τους ανταγωνιστές τους στη διεκδίκηση των κοινωνικών παροχών και της εύρεσης εργασίας, και τους υπονομευτές τους όσον αφορά τη διασπορά του εγκλήματος.
Ήδη τον Αύγουστο του 1994, στην ομιλία του κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο υπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων Mangosutho Buthelezi, του Inkatha Freedom Party, έλεγε:
«Εάν πρόκειται εμείς, ως Νοτιοαφρικανοί, να ανταγωνιστούμε για τους περιορισμένους μας πόρους με εκατομμύρια ξένων που συρρέουν στη Νότια Αφρική, τότε μπορούμε να πούμε αντίο στο Πρόγραμμά μας για την Ανοικοδόμηση και την Ανάπτυξη (Reconstruction and Development Programme – RDP)».[20]
Η συγκεκριμένη δήλωση συχνά αντιμετωπίζεται ως ενδεικτικό παράδειγμα ενός εμπρηστικού πολιτικού λαϊκισμού της εποχής,[21] ωστόσο σε έρευνες, άρθρα, ανταποκρίσεις εκείνης της περιόδου μπορεί να καταλάβει κανείς σε τι αναφερόταν ο Μπουντελέζι και τι άκουγαν σε αυτά τα λόγια οι ακροατές του. Το 1995 ο Κρις Ντόλαν, ερευνητής του Πανεπιστημίου του Βιτβάτερσραντ, εξετάζοντας λεπτομερώς τις συνθήκες ζωής των Μοζαμβικανών προσφύγων στη ΝΑ και το καθεστώς διαμονής τους στη χώρα μετά τη λήξη της πρώτης οργανωμένης επιχείρησης εθελοντικού επαναπατρισμού τους, έγραφε:
«Τώρα που ο εθελοντικός επαναπατρισμός έληξε και ακόμα και οι Μοζαμβικανοί που ζουν σε αγροτικές περιοχές θα χάσουν το προσωρινό προσφυγικό τους καθεστώς, η δεύτερη μείζων πολιτική απόφαση που έχει να αντιμετωπίσει η Νότια Αφρική είναι εάν θα εντάξει τους “παράνομους” στο RDP».[22]
Συνεχίζει παραθέτοντας την παραπάνω δήλωση του Μπουντελέζι, η οποία, όπως γράφει, «αντικατοπτρίζει ένα λαϊκό αίσθημα», και σχολιάζει ότι «Παρά την κάπως τραβηγμένη ρητορική, υπάρχουν τομείς όπου ο ανταγωνισμός για τους πόρους είναι πραγματικό θέμα». Αναλύοντας διεξοδικά τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού των εξαιρετικά φτωχών Μοζαμβικανών (έλλειψη ύδρευσης, έλλειψη ηλεκτρισμού), καταλήγει ότι «[…] η παρουσία μεγάλων προσφυγικών συνοικισμών δημιουργεί ιδιαίτερες προκλήσεις για το RDP».[23] Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς για ποιον λόγο οι Νοτιοαφρικανοί είδαν εξαρχής τους «ξένους» ως ανταγωνιστές, ούτε είναι δύσκολο να φανταστεί το πόσο εύκολο θα ήταν για τους πολιτικούς να εκμεταλλευτούν ένα υπαρκτό πρόβλημα κάθε φορά που θα ήθελαν να αποσείσουν από πάνω τους τις ευθύνες για την αποτυχία τους στη χρηστή και αποτελεσματική διοίκηση.
Ένα σημείο μεγάλης αντιπαράθεσης είναι ο ακριβής αριθμός «ξένων» που υπήρχαν εκείνα τα πρώτα χρόνια στη Νότια Αφρική. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούσαν από τότε και συμφωνούν ακόμη ότι αυτός είναι αδύνατον να προσδιοριστεί, για μια σειρά από λόγους. Ήδη το 1995 ο Xavier Karim, ερευνητής στο Centre for Southern African Studies, δίνοντας τη δική του προτιμώμενη εκδοχή, έγραφε:
«Υπάρχουν αδιανόητα αποκλίνουσες εκτιμήσεις του συνόλου του παράνομου μεταναστευτικού πληθυσμού στη Νότια Αφρική. Αυτό εν μέρει είναι απόρροια της κρατικής πολιτικής, η οποία ποινικοποιεί αυτούς τους ανθρώπους, τους οδηγεί στην παρανομία κι έτσι καθιστά αδύνατη την κατάληξη σε οποιονδήποτε ακριβή αριθμό. Έτσι, ενώ επίσημες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό στα δύο εκατομμύρια, μια αδημοσίευτη κυβερνητική μελέτη ανεβάζει τον αριθμό στα οκτώ εκατομμύρια. Ο τελευταίος αυτός αριθμός μοιάζει μη ρεαλιστικός, καθώς θα σήμαινε ότι ένας στους πέντε ανθρώπους στη χώρα δεν είναι Νοτιοαφρικανός. Ένας ρεαλιστικός αριθμός θα κυμαινόταν μεταξύ τριών και πέντε εκατομμυρίων».[24]
Το βέβαιο είναι ότι ουσιαστικά η κίνηση των ανθρώπων στα σύνορα παρέμενε ανεξέλεγκτη, κάτι που η κυβέρνηση αναγνώριζε επισήμως:
«Το 1997 το υπουργικό συμβούλιο της Νότιας Αφρικής ζήτησε από ένα φόρουμ που αποτελούνταν από τους υπουργούς Ασφάλειας και Προστασίας, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών Υποθέσεων, Οικονομίας, Σωφρονιστικών Υπηρεσιών και άλλους, να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν άμεσα μια στρατηγική αντιμετώπισης της επισφαλούς κατάστασης του συνοριακού ελέγχου της Νότιας Αφρικής».[25]
*
Οι πρώτες οργανωμένες βίαιες επιθέσεις μαύρων Νοτιοαφρικανών εναντίον ξένων από την Αφρική σημειώθηκαν οκτώ μήνες μετά τις πρώτες εκλογές, τον Δεκέμβριο του 1994 και τον Ιανουάριο του 1995 στην Αλεξάντρα township, τον υποβαθμισμένο οικισμό για μαύρους κατά την εποχή του απαρτχάιντ όπου πλέον συνέρρεαν και οι καινούριοι outcasts. Εκείνους τους δύο μήνες μαύροι Νοτιοαφρικανοί επιτέθηκαν και εκδίωξαν από τα σπίτια τους μετανάστες κυρίως από το Μαλάουι, τη Μοζαμβίκη και τη Ζιμπάμπουε, θεωρώντας τους υπεύθυνους για το εμπόριο ναρκωτικών, την πορνεία, την ανεργία και άλλα κοινωνικά προβλήματα. Η αντιμεταναστευτική αυτή εκστρατεία ονομάστηκε «Operation Buyelekhaya» (Buyelekhaya = Go back home). Σε αυτές τις επιθέσεις συμμετείχαν μια σειρά από οργανώσεις ντόπιων κατοίκων και επαγγελματιών, και ομάδες που ισχυρίζονταν πως ήταν μέλη του ANC και του Κομμουνιστικού Κόμματος (SACP). Αυτό επισήμως τα κόμματα το αρνήθηκαν, ωστόσο μια έρευνα της ίδιας εποχής που διεξήχθη από ερευνητή του Πανεπιστημίου του Στέλλενμπος έδειξε ότι «πάνω από τους μισούς υποστηρικτές του ANC θεωρούσαν ότι οι παράνομοι μετανάστες έκαναν τα προβλήματά τους χειρότερα, και τα περισσότερα από τα υπόλοιπα κόμματα αντιτάσσονταν εντόνως στην παρουσία των νέων μεταναστών».[26] Ο ίδιος ο Μαντέλα, τον Αύγουστο του 1995, εξέφρασε τη θλίψη του για το «αυξανόμενο μίσος» των Νοτιοαφρικανών προς τους «ξένους»:
«Τα χρόνια που έζησα εδώ, οι άνθρωποι στην Αλεξάντρα αγνοούσαν τις φυλετικές και εθνοτικές διακρίσεις. […] Ήμασταν ένας λαός, και ναρκοθετούσαμε τις διακρίσεις που είχε παλέψει τόσο σκληρά το απαρτχάιντ να επιβάλει. Με λυπεί και με θυμώνει να βλέπω το αυξανόμενο μίσος προς τους ξένους. Εδώ είχαμε μια κληρονομιά ενότητας και αλληλεγγύης. Αυτή η σπουδαία κληρονομιά έχει υπονομευτεί από πρόσφατες επιθέσεις σε ξένους, εκ των οποίων κάποιοι είναι πολιτογραφημένοι Νοτιοαφρικανοί. Δεν μπορούμε να κατηγορούμε άλλους ανθρώπους για τα προβλήματά μας. Δεν είμαστε θύματα της εισροής ξένων ανθρώπων στη Νότια Αφρική».[27]
Τα «προβλήματα», όμως, ήταν πολύ έντονα, και παρά τα όποια επιτεύγματα της κυβέρνησης στη συμπερίληψη μεγάλου μέρους του πληθυσμού στο καινούριο, δημοκρατικό κράτος, η αίσθηση των ντόπιων πολιτών ότι «ανταγωνίζονταν» για περιορισμένους πόρους με άλλους, με «ξένους» που έρχονταν να ωφεληθούν από τους καρπούς του δικού τους αγώνα πριν καλά καλά προλάβουν να τους δοκιμάσουν οι ίδιοι, διατηρούνταν και εντεινόταν – όπως εντεινόταν και η πεποίθησή τους ότι οι «ξένοι» ευθύνονταν για τα υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας στη χώρα τους. Το 2002, πριν καν συμπληρωθεί δεκαετία, και παρά τις προτροπές του Μαντέλα, η κοινή γνώμη για τους μετανάστες στη ΝΑ αποτυπώθηκε ως εξής:
«Οι Νοτιοαφρικανοί πιστεύουν ότι οι μετανάστες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για το κύμα της εγκληματικότητας στη χώρα την περίοδο μετά το 1994. Σε μια εθνική έρευνα με δείγμα Νοτιοαφρικανούς πολίτες, που διεξήχθη πρόσφατα από το Μεταναστευτικό Πρότζεκτ της Μεσημβρινής Αφρικής (Southern African Migration Project – SAMP), για παράδειγμα, οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν τι είχαν να φοβηθούν, εάν είχαν να φοβηθούν κάτι, από ανθρώπους που προέρχονταν από γειτονικές χώρες. […] Σχεδόν ο μισός πληθυσμός (48%) πίστευε ότι οι μετανάστες ήταν «εγκληματική απειλή» (σε σύγκριση με το 37% που πίστευαν ότι ήταν απειλή για τις θέσεις εργασίας και για την κοινότητα, και το 29% που πίστευαν ότι ήταν απειλή για την υγεία)». [28]
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση επέτεινε τις συλλήψεις παράνομων μεταναστών και τις απελάσεις,[29] ενώ το 1998 ψηφίστηκε ο Νόμος περί Προσφύγων,[30] του οποίου η πανθομολογούμενη προοδευτικότητα κάθε άλλο παρά συμβάδιζε με τα συναισθήματα του νοτιοαφρικανικού λαού:
«Ο Νόμος περί Προσφύγων του 1998 καθιέρωσε το καθεστώς ασύλου της Νότιας Αφρικής ως ένα από τα πιο προοδευτικά παγκοσμίως. Όμως αυτό δεν αντανακλούσε την κοινή γνώμη της εποχής. Σε μια έρευνα του SAMP το 1999, το 70% των συμμετεχόντων θεωρούσε ότι οι πρόσφυγες δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου ή της κίνησης».[31]
Η κυβέρνηση τότε άνοιξε έξι γραφεία υποδοχής προσφύγων, όπου οι ενδιαφερόμενοι καλούνταν να καταθέτουν τις αιτήσεις τους. Αν κοιτάξει κανείς τον χάρτη, μόνο το ένα από αυτά βρίσκεται σε συνοριακή γραμμή (με τη Ζιμπάμπουε) – τα υπόλοιπα πέντε βρίσκονται σε μεγάλες πόλεις είτε του εσωτερικού της χώρας είτε της νότιας ακτογραμμής. Με άλλα λόγια, δίνεται η εντύπωση ότι δεν αναμένονταν έλεγχοι στα σύνορα.[32] Ο νόμος αυτός σύντομα αποδείχτηκε ανεδαφικός και αναποτελεσματικός. Σύμφωνα με τον πρώην επικεφαλής της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προσφύγων (Refugee Appeal Board), Ahmed Arbee:
«Υπήρχε μια πολιτική βούληση να τεθεί σε ισχύ ο νόμος και να τον κάνουμε να λειτουργήσει – αλλά στην πραγματικότητα δεν ήμασταν έτοιμοι».[33]
Μέσα σε 5 χρόνια υποβλήθηκαν 200.000 αιτήσεις ασύλου. Το σύστημα αδυνατούσε να ανταποκριθεί – «Δεν μπορούσαμε να εφαρμόσουμε πλήρως τη νομοθεσία» παραδέχεται ο Vuyani Shwane, πρώην διευθυντής Γραφείου Προσφύγων, «επρόκειτο για διαχείριση κρίσης», λέει ο Ahmed Arbee.[34] Και ο Swane προσθέτει:
«Θυμηθείτε ότι η Νότια Αφρική απελευθερώθηκε μόλις το 1994. Οι Νοτιοαφρικανοί είχαν τις δικές τους προσδοκίες από αυτή την απελευθέρωση».[35]
Η «γενναιόδωρη πολιτική περί προσφύγων» που υιοθέτησε τότε η κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής φαίνεται ότι προκάλεσε και παγίωσε σοβαρά προβλήματα σε όλους τους κατ’ αρχήν ενδιαφερόμενους: στους ντόπιους, στους πρόσφυγες και στους οικονομικούς μετανάστες, για τους οποίους ακόμη δεν υπήρχε ικανό νομικό πλαίσιο, και αντιμετωπίζονταν ως επί το πλείστον με τροποποιήσεις επί του νομικού καθεστώτος που είχε κληροδοτήσει στη ΝΑ το απαρτχάιντ.[36] Η πολιτική αυτή προϋπέθετε ότι κάθε αιτών άσυλο θα διέμενε με ίδιες δυνάμεις στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου βρίσκονταν τα γραφεία προσφύγων μέχρι την έκδοση οριστικής απάντησης στο αίτημά του.[37] Είναι προφανείς οι δυσμενείς επιπτώσεις αυτής της πολιτικής στις κοινωνικές υποδομές (πίεση στο σύστημα υγείας, στις εκπαιδευτικές δομές, στο σύστημα στέγασης κ.ο.κ.), στην παραοικονομία, στην ανεργία, στο έγκλημα και, τελικά, στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής. Πλέον, από το 2016, για να αντιμετωπιστούν τα εκρηκτικά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί στις κοινότητες, η κυβέρνηση έχει στόχο να δημιουργήσει «κέντρα προώθησης αιτήσεων ασύλου», στρατόπεδα προσφύγων στα βόρεια σύνορά της, αναγνωρίζοντας, έτσι, τα εκρηκτικά αδιέξοδα της «γενναιοδωρίας» της απέναντι στους Αφρικανούς πρόσφυγες.
Συνοψίζοντας: Από πολύ νωρίς οι Νοτιοαφρικανοί πολίτες αντιλήφθηκαν τη σχέση τους με τους «ξένους» ως σχέση «απειλής» εξαιτίας της υψηλής εγκληματικότητας και ως σχέση ανταγωνισμού κατά τη διεκδίκηση των αναγκαίων κοινωνικών παροχών και κατά την αναζήτηση εργασίας. Την ίδια στιγμή, το αντικείμενο αυτών των διεκδικήσεων έφθινε και συρρικνωνόταν αντιστρόφως ανάλογα με την αύξηση της διαφθοράς, των πελατειακών σχέσεων και το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών Νοτιοαφρικανών. Η πτωτική πορεία της οικονομίας της Νότιας Αφρικής από την κατάργηση του απαρτχάιντ και μετά περιγράφεται αρκετά γλαφυρά στα συμπεράσματα μιας διετούς σχετικής έρευνας που πραγματοποίησε το Εργαστήριο Ανάπτυξης του Χάρβαρντ, και η οποία δημοσιεύτηκε το 2023:
«Όταν οι Νοτιοαφρικανοί αποτίναξαν τις δομές του απαρτχάιντ τρεις δεκαετίες πριν, αυτό το έθνος συνάρπασε τον κόσμο. Οι αρχές της δεκαετίας του 1990 σηματοδότησαν μια νίκη για γενιές μαχητών της ελευθερίας, και το μέλλον μιας συμπεριληπτικής Νότιας Αφρικής τέθηκε σε κίνηση. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τα επιτεύγματα που ήταν δυνατόν να κατορθωθούν με το πλήρες ξετύλιγμα των ανθρώπινων ικανοτήτων της Νότιας Αφρικής, της δημιουργικότητάς της και της ανθεκτικότητάς της, σε συνδυασμό με τη βιομηχανοποιημένη της οικονομία και τα παγιωμένα της συγκριτικά πλεονεκτήματα στο παγκόσμιο εμπόριο. Υπήρχαν καλοί λόγοι για να ελπίζει κανείς, καθώς η προεδρία του Νέλσον Μαντέλα έφερε μια περίοδο συμφιλίωσης γεμάτη ενεργητικότητα. Συμπεριλαμβάνοντας όλους τους Νοτιοαφρικανούς στη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας, το Έθνος του Ουράνιου Τόξου φάνηκε αποφασισμένο να κινητοποιήσει τα σημαντικά οικονομικά του κεφάλαια στο έπακρο. […] Όμως παραπάνω από μία γενιά αργότερα, οι δουλειές σπανίζουν και οι οικονομικές δυνατότητες της Νότιας Αφρικής παραμένουν απραγματοποίητες. Η εθνική οικονομία έχει βιώσει αργή, επιβραδυνόμενη και εξαιρετικά ασταθή ανάπτυξη. Η ανισότητα είναι η υψηλότερη παγκοσμίως, και στη νοτιοαφρικανική οικονομία παραμένουν ενσωματωμένες δομές αποκλεισμού τόσο εντός όσο και μεταξύ φυλετικών ομάδων και γεωγραφιών. Οι μαύροι Νοτιοαφρικανοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σε πολύ υψηλά ποσοστά τη φτώχεια και την ανεργία, και ο γενικός πλούτος, αν και φυλετικά πιο εξισορροπημένος, παραμένει εξίσου συγκεντρωμένος σε λίγους όπως ήταν και στο τέλος του απαρτχάιντ».[38]
Υπό αυτές τις συνθήκες, το 2008, 2015 και 2021 σημειώθηκαν ξανά στη Νότια Αφρική εξαιρετικά βίαιες μαζικές αντιδράσεις εναντίον των «ξένων», νόμιμων ή παράνομων – το 2008 δολοφονήθηκαν τουλάχιστον 62 άνθρωποι και εκτοπίστηκαν σχεδόν 100.000, ενώ σχεδόν όλες αυτές οι αντιδράσεις συνοδεύονται από μαζικές λεηλασίες. Η κυβέρνηση του ANC όλα αυτά τα χρόνια φάνηκε πολύ κατώτερη των απαιτήσεων και των αναγκών του λαού της, αφημένη στην κακοδιαχείριση και επιδιδόμενη στον ατομικό πλουτισμό της. Παράλληλα, αποδείχτηκε και πολύ κατώτερη των υποσχέσεων που έδωσε στους «μαύρους αδελφούς» – ο τρόμος που προκαλεί σήμερα στους τελευταίους η ημερομηνία «30 Ιουνίου» είναι η απόδειξη της αποτυχίας της, απέναντι και στις δύο πλευρές.[39]
*
*
Το σημερινό αντιμεταναστευτικό κίνημα
Στα μέσα Μαΐου, και εν μέσω των μαζικών πορειών διαμαρτυρίας κατά της παρουσίας «παράνομων» ή «παράτυπων ξένων» (“illegal/undocumented foreigners”) στη Νότια Αφρική, στα σόσιαλ μίντια κυκλοφόρησε ένα ψευδεπίγραφο πόστερ, υποτίθεται της Νοτιοαφρικανικής Αστυνομίας, που καλούσε «όλους τους ξένους» να εγκαταλείψουν τη χώρα αυτοβούλως ως τις 30 Ιουνίου.[40] Η αστυνομία διευκρίνισε μεν ότι το πόστερ ήταν πλαστό, ωστόσο διακινήθηκε με ταχύτητα αστραπής και το μήνυμά του υιοθετήθηκε άμεσα από τους κύριους διοργανωτές του αντιμεταναστευτικού κινήματος. Αυτόκλητες ομάδες επαγρύπνησης (vigilantes) σταματούν στον δρόμο ξένους, ζητούν να δουν τα χαρτιά τους, τους «ανακρίνουν» και τους προειδοποιούν ότι οφείλουν να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα ως τις 30 Ιουνίου. Σε πιο επίσημο επίπεδο, η Jacinta Ngobese Zuma, ηγέτις του αντιμεταναστευτικού κινήματος «March and March», σε συνέντευξη τύπου που έδωσε στις 25 Μαΐου επικαλέστηκε αυτή την ημερομηνία ως τελική προθεσμία για την κυβέρνηση προκειμένου να εφαρμόσει τον νόμο και να απελάσει όλους τους «παράνομους ξένους» που βρίσκονται στη χώρα.[41]
Η «30ή Ιουνίου» πλέον στη Νότια Αφρική έχει μετατραπεί σε ένα ορόσημο, ασαφούς στην πραγματικότητα περιεχομένου, καθώς κανείς δεν προσδιορίζει επακριβώς τι πρόκειται να συμβεί εκείνη τη μέρα – πέρα από μαζικά συλλαλητήρια κατά των παράνομων μεταναστών. Είναι όμως σαφές πως, ό,τι και αν συμβεί, δεν πρόκειται να είναι καλό για τους ξένους που κατοικούν στη χώρα – και όχι μόνο για τους «παράνομους». Οι μνήμες από τους νεκρούς του 2008 δεν έχουν σβήσει, ενώ ήδη έχουν σημειωθεί λεηλασίες σε καταστήματα ξένων και βίαιες μεμονωμένες επιθέσεις. Ως αποτέλεσμα, υπάρχουν ξένοι που όντως αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τη Νότια Αφρική πριν από τις 30 Ιουνίου και να επιστρέψουν στη χώρα τους για λόγους ασφαλείας. Ήδη, η κυβέρνηση της Γκάνας έχει επαναπατρίσει 300 υπηκόους της, εκ των οποίων το 80% βρισκόταν στη Νότια Αφρική νόμιμα, σύμφωνα με αξιωματούχους της.[42]
Υπάρχουν αναλυτές που αποδίδουν αυτό που συμβαίνει σήμερα στην εκμετάλλευση της «ξενοφοβίας» των μαύρων Νοτιοαφρικανών ενόψει των επερχόμενων τοπικών εκλογών του Νοεμβρίου. Όση αλήθεια και αν περιέχει αυτό, σίγουρα δεν μπορεί να περιγράψει την ουσία της αντίδρασης τόσων εκατοντάδων χιλιάδων Νοτιοαφρικανών στους δρόμους ή στα σόσιαλ μίντια, την οποία θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει μέσα από το πρίσμα της οικονομίας, αλλά και μέσα από το πρίσμα της αίσθησης μιας εθνικής ταυτότητας που αντιτίθεται στην έννοια του παναφρικανισμού. Όσον αφορά την οικονομία, να πώς μιλάει ένας από τους διαδηλωτές:
«Δεν μπορούμε να συντηρήσουμε όλη την Αφρική. Αν κοιτάξεις όλη την Αφρική, όταν πηγαίνεις στο σχολείο, πρέπει να πληρώσεις μόνος σου. Αν πας σε μια κλινική ή σε ένα νοσοκομείο, πληρώνεις μόνος σου. Γιατί μόνο η Νότια Αφρική, από 53 χώρες, πρέπει να είναι “δωρεάν για όλους”; Και εμείς είμαστε αυτοί που πληρώνουν φόρους. Ο Σύριλ Ραμαμπόσα, και αυτός ο εγκληματίας, ο Υπουργός Αστυνομίας, κλέβουν τους φόρους μας, όλοι αυτοί στο κοινοβούλιο. Όλοι αυτοί κλέβουν τους φόρους μας. Πρέπει να ξηλωθούμε και να συντηρήσουμε όλη την Αφρική. Δεν μπορούμε να συντηρήσουμε όλη την Αφρική. Αν νομίζουν ότι είμαστε ξενοφοβικοί, πρέπει να πάνε πίσω στις χώρες τους. Δεν τους θέλουμε εδώ. Πολεμήσαμε τους λευκούς, για πάρα πολύ καιρό. Σήμερα, αυτή την ίδια οικονομία την έχουν κληρονομήσει οι ξένοι. Δεν απολαμβάνουμε την οικονομία για την οποία πολεμήσαμε τους λευκούς για τόσο καιρό».[43]
Η αίσθηση του «ανταγωνισμού» για τις όποιες κοινωνικές παροχές είναι ικανό να παρέχει το νοτιοαφρικανικό κράτος, παραμένει εξίσου έντονη όπως και πριν από τριάντα χρόνια. Αλλά τα σχόλια κάτω από το συγκεκριμένο βίντεο παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Όπως συμβαίνει και σε άλλα αντίστοιχα βίντεο, και εδώ υπάρχουν πολίτες άλλων αφρικανικών χωρών, οι οποίοι φαίνεται να συμφωνούν και να στρέφουν το βλέμμα τους προς τη δική τους χώρα:
«Πολεμήστε για τα δικαιώματά σας, Νοτιοαφρικανοί, κι εμείς πολεμάμε για την Γκάνα», «Αγαπημένοι μου αδερφοί και αδερφές από τη Νιγηρία, σας παρακαλώ φύγετε από τη Νότια Αφρική πριν να είναι πολύ αργά και ας χτίσουμε τη χώρα μας», «Ας αφήσουμε ήσυχους αυτούς τους τύπους, ξεκάθαρα δεν μας θέλουν εκεί. […] Αγαπώ τη χώρα μου, τη Ζάμπια, και είμαι πρόθυμος/-η να κατσικωθώ εδώ μέχρι να κάνουμε αυτή τη χώρα σπουδαία (ξανά)».[44]
Όσον αφορά την αντίθεση των διαδηλωτών στην ιδέα του παναφρικανισμού, να πώς εκλαμβάνει αυτή την ιδεολογία η podcaster Citizen Concerned, η οποία φαίνεται να εκφράζει πολλούς από τους Νοτιοαφρικανούς που συμμετέχουν στο αντιμεταναστευτικό κίνημα σήμερα – αν και όχι τους πιο ακραίους από αυτούς (τους οποίους και εκθέτει πολλαπλά στην εκπομπή της):
«Υπάρχει η ομάδα που θα μπορούσατε να αποκαλέσετε ριζοσπαστικούς αριστερούς, αν είστε Δυτικοί. Αυτοί είναι άνθρωποι που πιστεύουν ότι στους μετανάστες θα έπρεπε να επιτρέπεται να έχουν κάθε πρόσβαση σε κάθε ευκαιρία στη Νότια Αφρική, ανεξάρτητα από το πώς επηρεάζει αυτό τους Νοτιοαφρικανούς. [εκτενής αναφορά στο EFF και στο ANC] … είναι άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι οι μαύροι είναι ένα πράγμα, ότι η Αφρική είναι ένα, ότι τα σύνορα τέθηκαν από τους λευκούς προκειμένου να διαιρέσουν τους μαύρους, και όλες αυτές τις σαχλαμάρες. […]»[45]
«Όλες αυτές τις σαχλαμάρες»: είναι ο πιο ήπιος τρόπος με τον οποίο μπορεί να περιγράψει κανείς το πώς εκλαμβάνουν οι Νοτιοαφρικανοί που πλημμυρίζουν αυτές τις μέρες τους δρόμους τα καλέσματα πολιτικών, όπως ο Τάμπο Μπέκι, να θυμηθούν αφενός την ιστορική τους οφειλή προς τους Αφρικανούς «αδελφούς» τους και αφετέρου να πάψουν να αποδέχονται τα καθορισμένα από τους λευκούς αποικιοκράτες σύνορα. Ο Μπέκι, σταθερά ένθερμος υποστηρικτής του παναφρικανισμού, επί Νέλσον Μαντέλα (1994-1999) ήταν αντιπρόεδρος και από το 1999-2008πρόεδρος της ΝΑ, με άλλα λόγια μέλος των κυβερνήσεων του ANC που ευθύνονται για το πρόβλημα. Όχι μόνο δεν είναι δυνατόν να εισακουστεί από αυτούς τους πολίτες, αλλά αντίθετα τροφοδοτεί την οργή τους.
Αντιμεταναστευτικές πορείες έχουν πραγματοποιηθεί και στην Ευρώπη, με πιο πρόσφατη τη μαζική πορεία στο Λονδίνο στις 16 Μαΐου,[46] ωστόσο οι κινητοποιήσεις στη Νότια Αφρική, δίπλα σε όσα γνωρίσματα διατηρούν κοινά με άλλα αντιμεταναστευτικά κινήματα παγκοσμίως, έχουν και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ξαφνιάζουν. Ένα από αυτά, που θα προσέξει αμέσως όποιος αναζητήσει σχετικά βίντεο στις διαδικτυακές πλατφόρμες, είναι η εκτεταμένη εμπλοκή, σε προσωπικό επίπεδο, μαύρων Νοτιοαφρικανών πολιτών σε σκληρές αντιπαραθέσεις με όποιον εκλαμβάνουν ως «ξένο». Η πρακτική της αντιποίησης αρχής και των αυτόκλητων ομάδων «περιφρούρησης του νόμου», των vigilantes, είναι εξαιρετικά διαδεδομένη, σε βαθμό μάλλον αδιανόητο για έναν δυτικό. Καλοντυμένες νέες γυναίκες ελέγχουν εξίσου καλοντυμένους άντρες, που το χρώμα του δέρματός τους ή η προφορά τους μαρτυρούν ότι είναι «ξένοι», για το δικαίωμά τους να χρησιμοποιούν τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας.[47] Μια ομάδα πολιτών, γυναίκες και άντρες, ελέγχουν τα χαρτιά ενός Γκανέζου και του εξηγούν αναλυτικά ότι είναι ανεπιθύμητος και ότι οφείλει να φύγει και να πάει να «φτιάξει» τη χώρα του.[48] Ένας από τους επικεφαλής του κινήματος March and March χτυπά με μαστίγιο έναν ξένο, ενώ λίγο πιο δίπλα περπατούν αστυνομικοί χωρίς να παρεμβαίνουν. Πολίτες δίνουν τελεσίγραφο στους «ξένους» να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα ως τις 30 Ιουνίου ή να κλείσουν τα μαγαζιά τους μέχρι να ελέγξουν τα χαρτιά τους. Πολίτες κλείνουν δημοτικά σχολεία όπου φοιτούν παιδιά μεταναστών και οι γονείς τους έρχονται να τα πάρουν, αποχωρώντας μαζί τους εν μέσω μαύρων Νοτιοαφρικανών πολιτών που φωνάζουν προσβλητικά συνθήματα αλλά και μπροστά από αστυνομικούς που απλώς στέκονται εκεί. Και όλα αυτά στην πράξη γίνονται αποδεκτά από την κυβέρνηση και την αστυνομία, καθώς οι «καταδίκες» για τους πολίτες που παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους είναι παραπάνω από χαλαρές και, τουλάχιστον ως τις 31 Μαΐου, δεν είχαν γίνει συλλήψεις για όλα αυτά τα περιστατικά, που πραγματοποιούνται χωρίς καμία προσπάθεια να καλυφτούν πρόσωπα και ταυτότητες.
Πρέπει κανείς να πάει πολύ πίσω στον χρόνο για να εξηγήσει αυτό το φαινόμενο και τη διαδεδομένη αίσθηση των μαύρων Νοτιοαφρικανών ότι μπορούν να παίρνουν ατιμώρητα τον νόμο στα χέρια τους – στην πραγματικότητα, είναι ένα ενεργό κατάλοιπο του αγώνα κατά του απαρτχάιντ, όταν στα townships είχαν οργανωθεί τα λεγόμενα Λαϊκά Δικαστήρια (People’s Courts), τα οποία μετά το 1992 μετονομάστηκαν, σε πολλές κοινότητες, Επιτροπές Κατά του Εγκλήματος, προκειμένου να αποσείσουν την αρνητική φήμη που τα συνόδευε. Με τη δημιουργία της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής θα περίμενε κανείς να καταργηθεί αυτή η πρακτική, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Μετά το 1994, δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο οι πολίτες να «τιμωρούν» μόνοι τους, επιτόπου, όποιον θεωρούσαν ότι εγκληματούσε στις γειτονιές τους, κάτι που, κατά τον Anthony Minnaar, καταδεικνύει την αποτυχία τόσο της αστυνομίας όσο και του δικαστικού συστήματος:
«Αυτές οι πράξεις δεν είναι έκφραση μόνο του θυμού και της απόγνωσης των ανθρώπων, αλλά και του φόβου τους. Είναι δηλωτικές μιας κατάρρευσης του ποινικού δικαστικού συστήματος, όπως και της αποτελεσματικής αστυνόμευσης. […] Ο κόσμος έχει χάσει την εμπιστοσύνη του και κάθε πίστη στην ικανότητα του κράτους να διώξει ποινικά τους εγκληματίες, κυρίως όταν βλέπει εγκληματίες στον δρόμο λίγο αφού έχουν συλληφθεί».[49]
Εκδίωξη από την οικία και την περιοχή, ξύλο, μαστίγωμα: ήταν μερικές από τις πρακτικές «τιμωρίας» εκείνων των δικαστηρίων ή επιτροπών, και σήμερα τις βλέπουμε να εφαρμόζονται κατά των «παράνομων ξένων». Το 2008, Νοτιοαφρικανοί που και πάλι είχαν στραφεί κατά των «ξένων» έκαψαν ζωντανό τον Μοζαμβικανό μετανάστη Ernesto Nhamuave, ξυπνώντας μνήμες από την εποχή που τα «Λαϊκά Δικαστήρια» διέπρατταν παρόμοιες φρικαλεότητες εναντίον όσων θεωρούσαν «προδότες».[50] Όπως και την εποχή μετά το 1994, έτσι και σήμερα οι Νοτιοαφρικανοί δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στην αστυνομία ούτε βέβαια στο Υπουργείο Εσωτερικών, που είναι υπεύθυνο για την έκδοση και τον έλεγχο των νομιμοποιητικών εγγράφων προσφύγων και μεταναστών και μόλις τον Φεβρουάριο βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ευρείας έρευνας διαφθοράς για υποθέσεις που πηγαίνουν πίσω μια εικοσαετία.[51]
*
Ξεκινάει κανείς από το παρόν και φτάνει μέχρι πίσω, στη δεκαετία του ’90, προσπαθώντας να εξηγήσει την έχθρα των μαύρων Νοτιοαφρικανών κατά των μαύρων μεταναστών – συνήθως αποκαλείται «ξενοφοβία», άλλοι την ονομάζουν «Αφροφοβία», αλλά κατά τη γνώμη μου οποιοσδήποτε όρος περιέχει τη λέξη «φοβία» είναι αποπροσανατολιστικός: κινδυνεύει να αποδώσει τα απτά αντιμεταναστευτικά αισθήματα των μαύρων Νοτιοαφρικανών σε μια αδικαιολόγητη και ανήθικη ψυχολογική αντίδραση, αντί να στρέψει το βλέμμα προς τις αιτίες, οι οποίες είναι εφιαλτικά πραγματικές και παρούσες επί τριάντα δύο χρόνια. Αυτό που καταλαβαίνει όποιος στραφεί στο παρελθόν είναι όχι ότι επαναλαμβάνονται τα ίδια προβλήματα, αλλά ότι πρόκειται για ένα, το ίδιο, πρόβλημα που υπήρξε εξαρχής εκεί και δεν λύθηκε ποτέ, τριάντα δύο χρόνια τώρα: Ελλιπείς υποδομές, μεγάλος πληθυσμός. Όταν σε αυτές τις συνθήκες προστίθενται επιπλέον πληθυσμοί, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι διαφορετικό. Είναι προφανές ότι η ροή μεταναστών στη Νότια Αφρική δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή απλώς και μόνο για ιδεολογικούς λόγους – υπήρχαν και οι αντικειμενικές, υλικές συνθήκες, τις οποίες η χώρα υποδοχής τους δεν μπορούσε να διαχειριστεί ούτε καν για τους πολίτες της. Αν δεν θεωρείται «ανθρώπινο» να κλείνεις την πόρτα σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, ειδικά αν είσαι η Νότια Αφρική και αυτός που χτυπά την πόρτα σου είναι μαύρος Αφρικανός, πόσο «ανθρώπινο» και ηθικό είναι να αφήνεις ανοιχτή την πόρτα για να ρίξεις όσους την περνούν στα χέρια των διεφθαρμένων σου υπαλλήλων, αλλά και ανεξέλεγκτων οργισμένων ανθρώπων; Για να μπορέσει να ανταποκριθεί, η Νότια Αφρική όφειλε να φροντίσει πρώτα τους ίδιους τους πολίτες της, ωστόσο όλες οι μελέτες περί διαφθοράς και κακοδιαχείρισης του ANC δείχνουν ότι αυτό το κόμμα δεν είχε τις ικανότητες. Το γεγονός ότι έχει αντέξει τόσο πολύ στον χρόνο καταδεικνύει τις βαθιές του, βλαπτικές ρίζες στην κοινωνία μέσω του εκτενούς πελατειακού κράτους, και όχι τη διοικητική του επιτυχία.
Αυτή τη στιγμή οι μαύροι Αφρικανοί ξένοι, και όχι μόνο οι «παράνομοι» –όσο κι αν επιμένουν σε αυτό οι διοργανωτές του κινήματος–, πραγματικά κινδυνεύουν στη Νότια Αφρική, κι αυτό είναι τεράστια ευθύνη της κυβέρνησης. Όσο για τους ντόπιους, φαίνεται ότι έχει ανοίξει για τα καλά το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού τους, το οποίο οδηγεί μια μεγάλη μερίδα της νοτιοαφρικανικής κοινωνίας στον παθιασμένο ενστερνισμό της εθνικής τους ταυτότητας έναντι του παναφρικανισμού. Επίσης ενδιαφέρον είναι ότι, δίπλα στον θυμό των πολιτών άλλων αφρικανικών χωρών για τα τεκταινόμενα στη Νότια Αφρική, εκδηλώνεται και κάτι διαφορετικό: η κατανόηση για τις συνθήκες που έχουν δημιουργήσει όλο αυτό το αντιμεταναστευτικό κίνημα και η έκκληση προς τους πολίτες των άλλων χωρών να «φτιάξουν» πράγματι τις δικές τους χώρες, απαιτώντας από τις κυβερνήσεις τους να «κυβερνήσουν σωστά». Ένα βίντεο που έγινε βάιραλ μεταξύ των Αφρικανών στα τέλη Απριλίου, και αφού είχαν κυκλοφορήσει τα πρώτα «ξενοφοβικά» βίντεο από τη Νότια Αφρική, είναι τραβηγμένο από μια φανερά θυμωμένη γυναίκα από την Γκάνα:
«Αλλά ειλικρινά, αν ήταν να “φτιαχτεί” η χώρα μας, με καλό κατώτατο μισθό, με καλοπληρωμένες δουλειές, με καλό σύστημα, ποιος θα ήθελε να πάει στη χώρα κάποιου άλλου; Ας είμαστε ρεαλιστές. Δεν είναι απλώς ότι αυτή η γυναίκα λέει στον Γκανέζο να γυρίσει πίσω. Είναι πραγματικότητα. […] Αν οι ηγέτες μας είχαν πάρει τις σωστές αποφάσεις, αν είχαν καλές πολιτικές, για κάθε Γκανέζο, γιατί να πρέπει ο οποιοσδήποτε Γκανέζος να πάει εκεί […] Η γυναίκα είναι Νοτιοαφρικανή, ξέρει τι συμβαίνει στη χώρα της. Για να κάνει αυτές τις δηλώσεις, έχει καλούς λόγους. […] Ας πάμε να κατηγορήσουμε τους ηγέτες μας, η γυναίκα έχει δίκιο. Οι ηγέτες μας έχουν κάνει τη χώρα μας τόσο χάλια, τόσο χάλια, τόσο χάλια, τόσο χάλια που ακόμα και το πρωί μερικές φορές πρέπει να ζητιανέψεις φαγητό για να φας. Δεν κάνουν τίποτα γι’ αυτό. Οι ηγέτες μας έχουν κάνει τη χώρα μας τόσο χάλια».[52]
///
[1] Μία από τις μεγαλύτερες εθνοτικές κοινότητες της Νιγηρίας. https://www.ebsco.com/research-starters/language-and-linguistics/igbo-people
[2] Η τελετή οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε με κάθε επισημότητα: https://www.youtube.com/watch?v=rhrCcAucwoI, https://www.youtube.com/watch?v=5V9GznSmi0k
[3] eENCA, Jonguxolo Sandile is the newly crowned king of AmaRharbe, 12 Ιουλ. 2026, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=H_3p2J64KXk
[4] Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τους «παραδοσιακούς ηγέτες» της Νότιας Αφρικής, τις προϋποθέσεις αναγνώρισης, τις αρμοδιότητες και τη δικαιοδοσία τους καθορίζεται από τον νόμο που επιγράφεται «Traditional and Khoi-San Leadership Act» του 2019. Βλ. https://www.gov.za/sites/default/files/gcis_document/201911/4286528-11act3of2019tradkhoisanleadership.pdf
[5] eENCA, ‘It is a mere kindergarten gimmick’ – Cabinet on Nigerian king coronation in Eastern Cape, 2 Απρ 2026, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=-Wajrf4uTZA
[6] Η Ύπατη Αρμοστεία της Νιγηρίας στη Νότια Αφρική (https://www.sabcnews.com/sabcnews/nigerian-high-commission-distances-itself-from-igbo-king-coronation/), το Υπουργείο Εξωτερικών της Νιγηρίας, καθώς και η μεγαλύτερη οργάνωση που εκπροσωπεί τη φυλή Igbo στη Νιγηρία, η Ohanaeze Ndigbo Worldwide, η οποία στις αρχές Απριλίου απαγόρευσε την ενθρόνιση βασιλιάδων της φυλής («Eze Ndigbo») έξω από τα σύνορα της Νιγηρίας (https://www.thecable.ng/ohanaeze-bans-eze-ndigbo-coronations-abroad-after-south-africa-protests/#google_vignette). Η απολογία του Solomon Ogbonna Eziko: https://www.facebook.com/watch/?v=1629742104902407
[7] Ενδεικτικά: “Ghanaians Protest Installation of Igbo Leader as King in Accra”, 9/7/2025, https://independent.ng/ghanaians-protest-installation-of-igbo-leader-as-king-in-accra-2/
[8] Southern Africa Development Community – Κοινότητα Ανάπτυξης Μεσημβρινής Αφρικής.
[9] “Balancing Acts: Debt Management and the Right to Education in South Africa”, Amnesty International,16 Απρ. 2024, https://www.amnesty.org/en/latest/education/2024/07/balancing-acts-debt-management-and-the-right-to-education-in-south-africa/
[10] Citizen Concerned, “Cadre Apocalypse: How the ANC Destroyed South Africa”, YouTube, 8 Μαΐου 2025, https://www.youtube.com/watch?v=OtCWxaku5to
[11] James Myburgh, “The Nighmare Years”, The Common Sense, 27 Απρ. 2026, https://www.thecommonsense.co.za/Politics/the-nightmare-years. Συμπληρωματικά, για τον αντίστοιχο τρόμο των λευκών απέναντι σε ένα επικείμενο λουτρό αίματος: “S. Africa Whites Fear Post-Vote Armageddon”, 5 Απρ. 1994, Los Angeles Times, https://www.latimes.com/archives/la-xpm-1994-04-05-mn-42352-story.html
[12] Ό.π.
[13] Paul Trewhela, “How cadre deployment began”, 11 Αυγ. 2022, https://www.politicsweb.co.za/news/how-cadre-deployment-began
[14] Terence Corrigan, “Cadres, incompetence and collapse: South Africa’s local government malaise”, 23 Ιαν. 2024, https://africainfact.com/cadres-incompetence-and-collapse-south-africas-local-government-malaise/. Το 2022 η Επιτροπή για την Υφαρπαγή του Κράτους έκρινε ως αντισυνταγματική και παράνομη αυτή την πρακτική εκ μέρους του ANC: https://www.dailymaverick.co.za/article/2022-06-24-cadre-deployment-unconstitutional-and-illegal-commissions-bombshell-finding-on-ancs-key-policy/
[15] Terence Corrigan, ό.π.
[16] Lonwabo Patrick Kulati, “South Africans are sick to death of persistent corruption by politicians”, Corruption Watch, https://www.corruptionwatch.org.za/south-africans-are-sick-to-death-of-persistent-corruption-by-politicians/,
[17] “South Africa’s public service is dysfunctional – the 5 main reasons why» https://theconversation.com/south-africas-public-service-is-dysfunctional-the-5-main-reasons-why-228915
[18] “Jobs Exist, but Skills Still Don’t: South Africa’s Unemployment Crisis Is Becoming a Workforce-Readiness Warning”, 26 Μαΐου 2026, https://www.engineeringnews.co.za/article/jobs-exist-but-skills-still-dont-south-africas-unemployment-crisis-is-becoming-a-workforce-readiness-warning-2026-05-26
[19] “Going from bad to worse: A rise in anti-immigrant sentiment in South Africa”, https://hsrc.ac.za/news/research-outputs/going-from-bad-to-worse-a-rise-in-anti-immigrant-sentiment-in-south-africa/
[20] Chris Dolan (Univ. of the Witwatersrand), Aliens Abroad- Mozambicans in the New South Africa, Indicator SA, vol. 12, Winter 1995, https://journals.co.za/doi/pdf/10.10520/AJA0259188X_695. To RDP ήταν ένα πρόγραμμα που είχε στόχο την αποκατάσταση των συνθηκών διαβίωσης, μέσω της οικοδόμησης οικιών, δικτύων ύδρευσης, ηλεκτρισμού κτλ. Έχει δεχτεί δριμύτατη κριτική και έχει γίνει αντικείμενο ερευνών περί κακοδιαχείρισης και διαφθοράς. Βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Reconstruction_and_Development_Programme.
[21] https://www.hrw.org/legacy/reports98/sareport/Adv2c.htm#_1_11
[22] Chris Dolan, ό.π.
[23] Ό.π.
[24] Xavier Carim , “Illegal Immigration to South Africa”, Africa Insight, vol. 25. 1995, https://journals.co.za/doi/epdf/10.10520/AJA02562804_659
[25] Jonny Steinberg, “An overview of South African border control: 1994-2004”, ISS Paper 103, Απρ. 2005, https://www.files.ethz.ch/isn/99202/103.pdf
[26] Judith Matloff, The Christian Science Monitor, https://www.csmonitor.com/1995/0105/05071.html
[27] Address by Nelson Mandela at an African National Congress (ANC) rally at Alexandra Stadium, Alexandra, 19 August 1995, http://www.mandela.gov.za/mandela_speeches/1995/950819_alexandra.htm
[28] https://samponline.org/wp-content/uploads/2016/10/brief10.pdf
[29] Από 90.692 το 1994, το 1998 έφτασαν τις 181.286. Lyndith Waller, “Irregular Migration to South Africa During the First Ten Years of Democracy”, 2006, https://scholars.wlu.ca/cgi/viewcontent.cgi?article=1076&context=samp
[30] https://www.gov.za/sites/default/files/gcis_document/201409/a130-980.pdf
[31] Tove van Lennep, “Migration II: The South African migration policy landscape”, Helen Suzman Foundation, https://hsf.org.za/publications/hsf-briefs/the-south-african-migration-policy-landscape
[32] Για την χαώδη κατάσταση της φύλαξης των συνόρων εκείνης της εποχής και τις προσπάθειες να συντονιστούν αποτελεσματικά οι πολλές αρμόδιες υπηρεσίες, αντιμετωπίζοντας τόσο το λαθρεμπόριο, το δουλεμπόριο όσο και την παράνομη μετανάστευση, βλ. SANDF Control of the Northern and Eastern Border Areas of South Africa, https://issafrica.s3.amazonaws.com/site/uploads/paper52.pdf
[33] Scalabrini Cantre Cape Town, Sanctuary Lost, 26 Απρ 2018, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=CbBHVeqyl-w
[34] Ό.π.
[35] Ό.π.
[36] Introduction to Special Issue: Evaluating South African Immigration Policy after Apartheid, Africa Today, https://www.jstor.org/stable/4187430?seq=1
[37] Scalabrini Cantre Cape Town, Sanctuary Lost, 26 Απρ 2018, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=CbBHVeqyl-w
[38] “Growth Through Inclusion in South Africa”, https://growthlab.hks.harvard.edu/wp-content/uploads/2023/11/2023-11-cid-wp-434-south-africa-growth-through-inclusion.pdf και Timothy Taylor, “South Africa’s Economy: 30 Years Since Apartheid”, Conversable Economist, 20/11/2023, https://conversableeconomist.com/2023/11/20/south-africas-economy-30-years-since-apartheid/
[39] https://www.youtube.com/watch?v=DvxTz0NfLRI
[40] https://www.instagram.com/p/DYSww1dlqQV/
[41] https://www.youtube.com/watch?v=s-fsysVjQVA
[42] South Africa Apologize to Ghana after 300 Ghanaians Return as Xenophobia Crisis Deepens, 29 Μαΐ 2026, https://www.youtube.com/watch?v=fw3p7gQq9Wo
[43] https://www.youtube.com/watch?v=bLmaWpR89eM
[44] https://www.youtube.com/watch?v=bLmaWpR89eM
[45] Citizen Concerned, “Xenophobia? Illegal Immigration? PanAfricanism?”, 13 Μαΐ 2026, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=eNii2Yy7_JA&list=PL2JPvUxxfII9f2S_b96WPdKcD9kpDUUda&index=45
[46] https://www.youtube.com/watch?v=WYkdeFiLv_M
[47] https://www.youtube.com/watch?v=eNii2Yy7_JA [15:00]
[48] https://www.youtube.com/watch?v=SO31F-rsPhs&list=PL2JPvUxxfII9f2S_b96WPdKcD9kpDUUda&index=3 [4:05]
[49] Anthony Minnaar, “The ‘new’ vigilantism in Post-Apartheid 1994 South Africa: Crime prevention or an expression of lawlessness?”, Institute for Human Rights and Criminal Justice Studies, https://s3-eu-west-1.amazonaws.com/s3.sourceafrica.net/documents/15539/the-new-vigilantism-in-post-april-1994-south.pdf
[50] https://www.dw.com/en/south-africa-a-timeline-of-recurring-waves-of-xenophobic-violence/a-77077874
[51] Η έκταση της διαφθοράς ήταν τέτοια, ώστε η αρμόδια ερευνητική αρχή αποφάνθηκε ότι «το μεταναστευτικό σύστημα της Νότιας Αφρικής έχει αντιμετωπιστεί ως “αγορά, όπου οι άδειες διαμονής και οι βίζες πωλούνται σε όποιον δώσει τα περισσότερα”» και συνέστησε να «ελεγχθούν όλοι οι υπάλληλοι του υπουργείου Εσωτερικών». SIU probe details exploitation of immigration system, Corruption Watch, 24 Φεβρ. 2026, https://www.corruptionwatch.org.za/siu-probe-details-exploitation-of-immigration-system/
[52] Authoritative News, “Go Back and Fix Your Country!” – South Africans Attack Foreigners (Must Watch), 23 Απρ 2026, https://www.youtube.com/watch?v=SO31F-rsPhs&list=PL2JPvUxxfII9f2S_b96WPdKcD9kpDUUda&index=3 [8:48]
///
*
**



