*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 4 / 4 ]
Πρώτο και Δεύτερο και Τρίτο Μέρος
~.~
Η μετάφραση του Πέτρου Μαρκάκη
Ο Πέτρος Μαρκάκης εξέδωσε μεταφρασμένο το επύλλιο του Μουσαίου «σε δημοτικούς στίχους», όπως σημειώνεται στο εξώφυλλο το 1944, υπό τον τίτλο Τα κατά την Ηρώ και το Λέαντρο (Αθήνα, εκδ. Αριστ. Ν. Μαυρίδης). Της μεταφραστικής του εργασίας προτάσσεται ένα σύντομο κατατοπιστικό σημείωμα για τον Μουσαίο και το έργο του. Ο Μαρκάκης συνέγραψε θεατρικά έργα, διηγήματα, ποίηση, μα κυρίως καταπιάστηκε με την έρευνα για το έργο και την παρουσία Νεοελλήνων ποιητών (για τον Κάλβο, τον Παλαμά κ.ά.· ξεχωρίζει το έργο του για τον Ουράνη). Παράλληλα ας σημειωθεί πως επέδειξε ιδιαίτερο μεταφραστικό ενδιαφέρον και για τη βυζαντινή ποίηση και λογοτεχνία, καθώς συνέγραψε μια μελέτη για τον Πωρικολόγο μα και μετέφρασε την Κατομυομαχία του Θεοδώρου Προδρόμου για το Εθνικό Θέατρο (παραστάθηκε στο Ηρώδειο στις 23 και 24 Ιουνίου 1989). Υπήρξε σταθερός και μακροχρόνιος συνεργάτης της Νέας Εστίας, μα και άλλων περιοδικών.
~•~
Τὸ λύχνο ψάλλε μου, θέα, ποὺ μάρτυρας στεκότουν
στὰ ἐρωτικὰ σμιξίματα τοῦ βουτηχτῇ τὶς νύχτες,
κι’ αὐτὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα, ποὺ τὴν αὐγὴ δὲν εἶδε,
τὴν Ἄβυδο καὶ τὴ Σηστὸ καὶ τῆς Ἡρῶς τοὺς γάμους.
Σὰ νά ’ναι τώρα τ’ ἀγρικῶ! Τὸ Λέαντρο ν’ ἀκούω
στὸ πέλαγος νὰ κολυμπᾶ κι’ ὁ λύχνος νὰ φωτάει
―ὁ στολιστὴς καὶ καλεστὴς γιὰ τῆς Ἡρῶς τὴ σμίξη,
ποὺ γίνεται ὁλοβράδυνα, τοῦ Ἔρωτα τὸ καμάρι―.
Αὐτὸν τὸ λύχνο θά ’πρεπεν, ὁ Δίας πού ’ναι ἀπάνω,
σὰν θὰ τελεύουν τῆς νυχτιᾶς οἱ μάχες τῆς ἀγάπης,
νὰ τὸν ἐστήνει ἐκεῖ ψηλά, μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα ἀστέρια
καὶ τῆς ἀγάπης νὰ τὸν πεῖ καὶ στολιστὴ τῆς νύφης.
Γιατὶ στὶς πίκρες τοῦ ἔρωτα ἐκεῖνος παραστεκότουν,
μ’ ἀδιάκοπα μηνύματα, πού ’στελνε γιὰ τοὺς γάμους,
―πρὶν νὰ σβυστεῖ μὲ τὴν πνοὴ τὴν ἄπονη τ’ ἀνέμου―.
Ἔλα λοιπὸν καὶ σὺ Θεά, μαζὶ μὲ μὲ τραγούδα,
ὁ λύχνος πῶς ἐσβύστηκε κι’ ὁ Λέαντρος πῶς χάθη.
[…]
Μέσ’ τῆς Θεᾶς της τὸν ναὸ ἡ Ἡρὼ συργιάνι κάνει
καὶ τ’ ὄμορφό της πρόσωπο λαμποκοπᾶ κι’ ἀστράφτει
σὰν τῆς σελήνης τὴ θωριᾶν ὅταν λευκὴ προβάλλει.
Μὲ βοῦλες ὁλοκόκκινες τὰ μάγουλά της εἶναι,
σὰν ρόδων ποὺ τὰ πέταλα δίχρωμα πρωτανθίζουν.
Καὶ ροδανθώνας θὲ νὰ ποῦν, πὼς εἶναι τὸ κορμί της,
ἀφοῦ ὅλα εἶναι τὰ μέλη της τριαντάφυλλα. Πατώντας
ροδοφεγγοῦν οἱ ἀστράγαλοι μέσ’ τὸν λευκὸ χιτῶνα.
Ὁλάκερο τὸ σῶμα της στολίδια εἶναι γιομᾶτο.
Τὶς Χάριτες οἱ παλαιοὶ ποὺ τρεῖς τῆς λέν, γελοιοῦνται,
χίλιες ἀξίζει Χάριτες, μιὰ γελαστὴ μάτια της.
Εἶχε πετύχει ἡ Κύπριδα καλόγρια ποὺ τῆς πρέπει.
Ἔτσι περνοδιαβαίνοντας πανώρια στὶς γυναῖκες,
ἡ καλογριά της Πάφισσας σὰν νιὰ Ἀφροδίτη λάμπει,
καὶ τὶς ἀμάλαγες ψυχὲς ὅλων τῶν νιῶν σπαράζει.
Ἄντρας κανεὶς δὲν ἔμεινε ποὺ νὰ μὴ τὴν ποθοῦσε.
Μέσ’ τὸν καλόχτιστο ναὸ σ’ ὅποια μεριὰ κι’ ἂν πάει
τὰ μάτια, ὁ νοῦς τους κι’ οἱ καρδιὲς παντοῦ τὴν ἀκλουθοῦνε.
[…]
Ἄμοιρε Λέαντρε, μὰ σύ! Τὴν κόρη σὰν τὴν εἶδες
τὸ στῆθος σου δὲν ἄντεξε ἀπ’ τὶς κρυφὲς ἀγκίδες,
οἱ φλογισμένες σαϊτιὲς σ’ εἴχανε πιὰ νικήσει.
Νὰ ζήςῃς δὲν ἐμπόραγες χωρὶς τὴν κοπελούδα.
Σὰν τὴν κοιτοῦσε, θέριεβε, τοῦ πόθου του τὶς φλόγες
κι’ ἀπ’ τὴν ἀτίθαση φωτιὰ κόχλαζεν ἡ καρδιά του.
―γιατί μιᾶς κόρης ὄμορφης τὰ παινεμένα κάλλη,
πιὸ τσουχτερὰ λαβώματα κάνουν ἀπὸ τὰ βέλη.―
Τὸ μάτι γίνεται μπασιὰ κι’ ἀπὸ τὰ κεῖ γλυστράει
καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ νιώτερου τὸ λάβωμα ριζώνει.
Τὸν πιάνει ζάλη, θαρεσιά, ντροπή, μὰ καὶ τρομάρα.
Τρεμούλιαζ’ ἡ καρδούλα του, ντρεπόταν ὅμως κι’ ὅλας
τὰ κάλλη της τὸν ζάλισαν. Μὰ ὁ ἔρωτας τὸν θαρρύνει,
τοῦ συνεπαίρνει τὴν ψυχὴ καὶ τολμηρὸ τὸν κάνει.
Σιγά-σιγὰ περπάταε κι’ ἀντικριστά της στέκει.
Λοξὲς ματιὲς καὶ δολερὲς στὴν κόρη σαϊτεύει
καὶ μὲ γνεψίδια ἀμίλητα κοιτᾶ νὰ τὴν πλανέψει.
Ἐκείνη σὰν κατάλαβε τοῦ Λέαντρου τὸν πόθο
Καμάρωνε τὰ κάλλη της, κι’ ἥσυχα πάλι ἡ κόρη
τὸ ζαχαρένιο πρόσωπο πολλὲς φορὲς τὸ κρύβει.
Καὶ σάν πως τῆς καλάρεζαν τοῦ τό ’δειχνε μὲ νάζια,
ἔστρεφε τὸ κεφάλι της κι’ αὐτὸς κρυφοχαιρότουν,
πὼς ἔνοιωσε τὴ λάβρα του καὶ δὲν τὴν ἀποδιώχνει.
[…]
―«Σὰν Ἀφροδίτη νὰ σὲ πῶ! Σὰν Ἀθήνα; Δὲν ξέρω.
Μὲ τὶς γυναῖκες δῶ τῆς γῆς, σένα δὲν παραβάζω,
Μόνο στὸ πλάϊ τῶν Θεῶν, τῶν κορασιῶν τοῦ Δία.
Καλότυχος ποὺ σ’ ἔσπερνε κι’ ἐκείνη ποὺ σὲ ἐγέννα,
κι’ ἡ μήτρα ποὺ σὲ κράταγε τρισκαλοτυχισμένη.
Δέξου τὰ παρακάλια μου, τὸν πόθο μου λυπήσου!
Σὰν καλογριὰ τῆς Κύπριδας κάμε τὸ θέλημά της,
καὶ τὶς συνήθειες τής Θεᾶς, τοὺς γάμους, τέλεσέ τες.
Μιὰ κορασιὰ νὰ ὑπερετεῖ τὴν Κύπριδα δὲ στέκει,
τ’ ἁγνὰ κορίτσια μάχεται. Καὶ σὺ σὰν θὲς νὰ ξέρεις,
ποιὰ μυστικὰ εἶναι τῆς Θεᾶς καὶ τί συνήθειες ἔχει,
τὸ σμίξιμο στὸν ἔρωτα, μάθε λοιπὸν πῶς εἶναι.
Αὐτὸ τὸ μέλι ν’ ἀγαπᾶς, τὴν Κύπρη σὰν λατρεύεις.
Λοιπὸν κάμε με δοῦλο σου καὶ γιὰ ἄντρα σὰν μὲ θέλεις
ἀφοῦ οἱ σαΐτες τοῦ Ἔρωτα μὲ φέρανε κοντά σου
[…]
Ἡ κορασιὰ ποὺ ἀρνιότανε, μὲ ὅσα τῆς εἶπε ἀλλάζει.
Μὲ αὐτά του τὰ ἐρωτόλογα τὸ νοῦ της συνεπαίρνει.
Στὴ γῆ τὸ βλέμμα κάρφωσεν, ἀμίλητη ἡ παρθένα,
ἀπ’ τὴν ντροπὴ τὰ κόκκινα τὰ μάγουλά της κρύβει,
καὶ μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ποδιοῦ ξύνει στὴ γῆ τὸ χῶμα,
κι ὅλο μαζεύει ντροπαλὰ τὸ ροῦχο της στοὺς ὤμους.
Ἦταν καμώματα ὅλα αὐτὰ μιᾶς κόρης ποὺ πειθότουν
κι’ ἀμίλητα δεχότανε τὸ σμίξιμο νὰ γίνει.
Τ’ ἀγκάθι τὸ γλυκόπικρο τὴν εἶχε πιὰ κεντρίσει,
καὶ τὴν καρδιά της φώτιζε φωτιὰ γλυκειᾶς ἀγάπης.
Σύγκορμα τὴν ἐτάραζαν τὰ κάλλη τοῦ Λεάντρου.
Σὰν εἶχε αὐτὴ τὰ μάτια της στὴ γῆ κατεβασμένα,
δὲν ἀποσώνει ὁ Λέαντρος ἐρωτομανιασμένος,
νὰ τῆς θαυμάζει τὸ λαιμὸ καὶ τ’ ἁπαλό της δέρμα.
Ἡ Ἡρὼ τέλος γλυκόλογα στὸ νιὸν ἀπιλογιέται
κι’ οι κοκκινίλες τῆς ντροπῆς στάζουν στὰ μάγουλά της.
[…]
Τὸ Λέαντρο, μὲ τὸ κεντρὶ τοῦ πόθου λαβωμένο,
ἡ συλοὴ τὸν ἔτρωγε, πῶς νὰ τὴν καταφέρει.
Γιατί τῆς Κύπριδας ὁ γιὸς τοὺς νιοὺς σὰ θὰ λαβώσει
μετὰ τοὺς ρίχνει βάλσαμο. Κι’ ὅποιους αὐτὸς νικήσει
ἀτός του γίνεται ὁδηγὸς στὴ σκέψη τὶ νὰ κάνουν.
Τὸν ἐρωτιάρη Λέαντρο κεῖνος λοιπὸν βοηθάει,
καὶ μὲ βαρύθυμη καρδιὰ γιομᾶτος γνώση λέει.
―«Κόρη, γιὰ τὴν ἀγάπη σου τὴ θάλασσα περνάω,
ἀκόμα κι’ ἂν ἀπὸ φωθιὰ κοχλάζουν τὰ νερά της.
Δὲ μὲ δειλιάζει ἡ χειμωνιὰ στὴν κλίνη σου γιὰ νά ’ρθω,
οὔτ’ ἀπὸ τ’ ἄγρια κύματα φοβᾶμαι τὴν ἀντάρα.
Μὰ ταίρι σου κάθε βραδὺς θὲ νά ’ρχουμαι βρεμένος,
ξεσκίζοντας τὰ κύματα μέσα στὰ Δαρδανέλια,
γιατὶ μένω στὴν Ἄβυδον, ἐδῶ σιμὰ κι’ ἀντίκρυ.
Σὺ μοναχὰ ἀπ’ τὸν πύργο σου τὴν νύχτα θὰ μοῦ φέγγεις,
μ’ ἕνα λυχνάρι ἀλαργινά, κι’ ὅταν ἐγὼ τὸ βλέπω,
θὲ νά ’μαι ἐρωτοκάραβο, κι’ ἄστρο θά ’χω τὸ λύχνο…
[…]
Ἀλλά, χρυσή μου, πρόσεχε τοὺς δυνατοὺς ἀνέμους,
ὁ λύχνος γιὰ νὰ μὴ σβυστεῖ καὶ χάσω τὴν ψυχή μου,
πού ’ν’ ὁδηγὸς τῆς ζήσης μου τὸ φωτερὸ λυχνάρι.
Καὶ τώρα σὰν ἀποθυμᾶς νὰ μάθεις τ’ ὄνομά μου
εἶμαι τὸ ταίρι τῆς Ἡρῶς, ποὺ Λέαντρο φωνάζουν».
Κοντὰ σ’ αὐτὰ συμφώνησαν τὸ κρυφοσμίξιμό τους
μὲ τὸ λυχνάρι βοηθό, γιὰ μήνυμα τῶν γάμων
καὶ τῆς ἀγάπης τὰ φιλιὰ νὰ τοῦ φωτίζει ἡ κόρη,
καὶ κεῖνος πάλι τὸν ἀφρὸ νὰ σχίζει τῶν κυμάτων.
Ἀφοῦ μὲ τ’ ἀγκαλιάσματα τὴν νύχτα τους περάσαν,
ἀπ’ τὴν ἀνάγκη χώρισαν, χωρὶς αὐτοὶ νὰ θέλουν.
Ἡ Ἡρὼ στὸν πύργο ἀνέβηκε, κι’ αὐτὸς νὰ μὴν πλανιέται,
ἐπέρασε τὴ σκοτεινιὰ μὲ φωτεινὰ σημάδια.
Καὶ κολυμπῶντας γύρισε στὰ κάστρα της Ἀβύδου,
ὅμως κι’ οἱ δυὸ ποθούσανε τὶς ἀγκαλιὲς τὴ νύχτα,
κι’ ὅλο παρακαλούσανε τὴν ὥρα νὰ βραδυάσει.
Ἔφτασ’ ἡ πάχνη τῆς νυχτιὰς ἡ μαυροφορεμένη,
ποὺ ἐξὸν ἀπὸ τὸ Λέαντρο ὅλοι γλυκοκοιμοῦνται.
Ἐκεῖνος στέκει στὸ γιαλὸ τὸ θαλασσοδαρμένο,
καὶ περιμένει γιὰ νὰ δεῖ τὸ μήνυμα τοῦ γάμου,
τὴ λάμψη τοῦ πολύκλαυστου λύχνου, ποὺ θὰ φωτίζει
ἀπὸ μακρυὰ σὰν καλεστὴς στὸ κρυφοσμίξιμό τους.
Ἡ Ἡρὼ σὰν εἶδε σκοτεινὴ τῆς νύχτας τὴν ἀπλάδα,
ἀνάβει τὸ λυχνάρι της κι’ ἀπ’ τὸ πυργὶ τοῦ φέγγει.
Κι’ ὁ Λέαντρος μέσ’ στὴν ψυχὴ πιάνει φωτιὰ ἀπὸ πόθο,
κι’ ἀπὸ λαχτάρα καίγεται μαζὶ μὲ τὸ λυχνάρι.
Μ’ ἀκούγοντας τὸ τρομερὸ μούγκρισμα τοῦ πελάγου,
τὸν πιάνει δείλια στὴν ἀρχὴ κι’ ἔπειτα παίρνει θάρρος.
Τέτοια σκεφτόταν στὴν καρδιὰ κουράγιο γιὰ νὰ δώσει.
―«Ὁ Ἔρωτας εἶναι φοβερός, κι’ ἡ θάλασσα, τ’ ἀγρίμι,
εἶναι νερό. Στὰ σπλάχνα μας καίει σὰν καμίνι ὁ πόθος.
Πᾶρε φωτιὰ καρδούλα μου καὶ τὸ νερὸ μὴν τρέμεις!
Ὀμπρός! γιὰ τὴν ἀγάπη σου τὸ κῦμα μὴ φοβᾶσαι.
Μὴ λησμονᾶς, ἡ Κύπριδα μέσ’ ἀπ’ τὸν πόντο βγῆκε
καὶ κυβερνᾶ τὴ θάλασσα μαζὶ μὲ τοὺς καημούς μας».
Αὐτὰ εἶπε. Μὲ τὰ χέρια του ξεγδύνει τὸ κορμί του
ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ. Τὰ δένει στὸ κεφάλι,
καὶ πέφτει μὲσ’ στὸ πέλαγος ἀπ’ τὸ γιαλὸ πηδῶντας.
Μὲ γρηγοράδα κολυμπᾶ ἐκεῖ ποὺ φωτίζ’ ὁ λύχνος,
μονάχος του εἶναι τὸ κουπὶ καὶ πλοῖο δίχως ξάρτια.
Ἀπ’ τὰ ψηλὰ τοῦ πύργου της στέκεται ἡ Ἡρὼ καὶ φέγγει,
Καὶ σ’ ὅποια μέρη φύσαγεν ἀγέρας καταλύτης
ἀπὸ τὰ ἐκεῖ Τάκη τὸν σκέπαζε πολλὲς φορὲς τὸ λύχνο.
Ὁ Λέαντρος μὲ βάσανα βγαίνει πιὰ στὸ ἀκρογιάλι.
[…]
Τὴν κλίνη τοῦ σμιξίματος ἡ σιωπὴ τὴ στήνει,
ἡ σκοτεινιὰ τὴ στόλισε κι’ ἔκλεισε τὶς κουρτίνες,
ἡ νύχτα παραστάθηκε. Κι’ ἡ μέρα δὲν τὸν εἶδε
τὸ Λέαντρο νά ’ναι γαμπρὸς στοῦ γάμου τὰ κρεβάτια,
γιατὶ ἀντικρὺ στὴν Ἄβυδο γύρισε κολυμπῶντας
ἀχόρταγος, καὶ μύριζε τῆς ἀγκαλιᾶς ἀκόμα.
[…]
Τὸν ἔρωτά τους ἔχοντας κρυφὸν ἀπ’ τὴν ἀνάγκη,
στὴ σκοτεινιὰ ξεδίψαζαν τὶς γλύκειες τῆς παντρειᾶς τους.
Μὰ λίγο ζήσανε καιρὸ καὶ δὲν τὴν ἐχαρήκαν
τὴν ὀμορφιὰ τοῦ γάμου τους την χιλιοπικραμένη.
Ἡ χειμωνιὰ σὰν πλάκωσεν ἡ συγνεφομαζώχτρα,
σηκώνει ἀνεμοστρίφουλα, τὸν φέρνει χίλιες βόλτες,
τῆς θάλασσας τ’ ἀπάτητα τὰ νεροθέμελά της
ἀδιάκοπα τὰ δέρνουνε κάθε λογῆς ἀνέμοι,
τ’ ἀνεμοβρόχι δυνατὰ κι’ ἄπαυτα τὰ χτυπάει…
Τότες ὁ ναύτης θέλοντας τὸ κῦμα νὰ ξεφύγει,
τὸ πλοῖο ρίχνει στὴ στεριὰ καὶ γίνεται συντρίμμια.
Ἡ μανιασμένη θάλασσα σένα δὲ σὲ φοβίζει,
λιοντόκαρδέ μου Λέαντρε, τὸ κάλεσμα τοῦ πύργου,
στέλνοντας τὰ μηνύματα τοῦ γάμου μὲ τὴ λάμψη,
σοῦ δίνει θάρρος ν’ ἀψηφᾶς τὸ θεριεμένο κῦμα,
τὸ χωρὶς σπλάχνο κι’ ἄπιστο. Σὺ Ἡρὼ δυστυχισμένη,
νὰ μὴν εἶχες τὸ Λεάντρο θά ’πρεπε τὸ χειμῶνα,
καὶ τ’ ἄστρο τὸ λιγόχρονο τὸ γάμο νὰ μὴ φέγγει.
Ὅμως ἡ Μοῖρα κι’ ὁ Ἔρωτας σ’ ἔσπρωξαν. Γητεμένη
τῆς Μοίρας ἄναψες δαυλὸ κι’ ὄχι γιὰ τὴν ἀγάπη.
Ἤτανε νύχτας σκοτεινιά. Παντοῦ φυσομανοῦσε.
Ἄνεμοι δέρναν παγεροὶ μὲ δύναμη τὴν πλάση,
κι’ ὅλοι μαζὶ ριχνόντουσαν μὲ λύσσα στ’ ἀκρογιάλι.
Τότες, μ’ ἐλπίδα ὁ Λέαντρος τὸ ταίρι ν’ ἀνταμώσει
διασκέλιζε τὴ βροντερὴ τῆς θάλασσας ἁπλάδα,
ἐνῶ ἀφρισμένα κύματα χτυποῦσαν τό ’να τ’ ἄλλο,
καὶ σμίγανε στὰ σύγνεφα μὲ βουητὸ κι’ ἀντάρα.
Οἱ ἄνεμοι στῆναν πόλεμο, Συρόκος στὸν Πουνέντε,
ξαμώνει ὁ Νότος στὸ Βοριὰ καὶ πὰ νὰ τὸν χτυπήσει,
ἡ θάλασσα βαρυβογγᾶ μέσα ἀπ’ τὰ σωθικά της
κι’ ὁ δύσμοιρος ὁ Λέαντρος στὸ κῦμα παραδέρνει.
Τὴ Κύπριδα θαλασσινὴ θερμοπαρακαλοῦσε,
μαζὶ μ’ αὐτὴ τὸ βασιλιᾶ τοῦ Πόντου Ποσειδῶνα
καὶ τοῦ Βοριᾶ τοῦ θύμιζε τοὺς παλιοὺς ἔρωτές του.
Δὲν τὸν ἀκοῦν. Κι’ ἡ ἀγάπη του τὴ Μοῖρα δὲ μποδίζει,
μόν’ τὸν χτυπάει δαιμονικὰ τὸ μανιασμένο κῦμα,
καὶ πέρα δῶ ποὺ τὸν πετᾶ, τὰ πόδια παραλοῦνε,
καὶ τ’ ἀτσαλένια μπράτσα του κι’ αὐτὰ πιὰ δὲν κινοῦνται.
Μονάχα γύρω ἀπ’ τὸ λαιμὸ τὸ κῦμα τὸν σκεπάζει,
καὶ πίνει τῆς ἀνίκητης θάλασσας τὴν ἁρμύρα.
Στὸ τέλος σβύνει κι’ ὁ ἄνεμος τ’ ἄπιστο τὸ λυχνάρι,
μαζί του σβύνετ’ ἡ ψυχὴ κι’ ὁ πόθος του Λεάντρου.
Μ’ ἄγρυπνο μάτι στέκεται κείνη καὶ περιμένει,
κι’ ὁ νοῦς της ἐφουρτούνιαζε γιατὶ ἀργοποροῦσε.
Προβάλλει ἡ Αὐγὴ καὶ τῆς Ἡρῶς δὲν ἔρχεται τὸ ταίρι.
Ἀλαργινὰ ξανοίγ’ αὐτὴ στὴν ἅπλα τοῦ πελάγου,
μήπως ποὺ ὁ λύχνος σβύστηκε στὸ κῦμα παραδέρνει.
Σὰν εἶδεν ὅμως στὰ ριζὰ τοῦ πύργου της, στὰ βράχια,
τὸν πολυαγαπημένο της νεκρὸ καὶ τσακισμένο,
τὸν ὄμορφο χιτῶνα της σκίζει γύρω στὰ στήθια,
κι’ ἀπ’ τὰ ψηλὰ τοῦ πύργου της μὲ τὸ κεφάλι πέφτει,
ἀφήνοντας τὴν ὑστερνὴ πνοὴ στὴν ἀγκαλιά του.
Ἔτσι κι’ οἱ δυό τους χαίρονται μέσα στὸν ἴδιο τάφο.
///
*
**
