Czesław Miłosz, 1911 – 2004
~.~
Συνάντηση κατά τύχη
Βίλνιους, 1936
Περνάγαμε μέσ’ ἀπό παγωμένα χωράφια πάνω σ’ ἕνα κάρο τήν αὐγή.
Ἕνα κόκκινο φτερό ὑψώθηκε στό σκοτάδι.
Καί ξαφνικά ἕνας λαγός διέσχισε τό δρόμο.
Κάποιος μᾶς τόν ἔδειξε μέ τό χέρι του.
Αὐτά, πολύ παλιά. Κανείς τους σήμερα δέν εἶναι ζωντανός,
Οὔτε ὁ λαγός, οὔτε ὁ ἄνθρωπος πού ἔκανε τή χειρονονομία.
Ὥ ἀγάπη μου, ποῦ εἶναι, ποῦ πηγαίνουν
Ἡ λάμψη ἑνός χεριοῦ, ἀνταύγεια κίνησης, ψίθυρος βότσαλων.
Δέ ρωτάω ἀπό θλίψη, ἀλλά θαμπωμένος ἀπό ἀπορία.
///
Κι ὡστόσο τά βιβλία
Κι ὡστόσο τά βιβλία θά βρίσκονται πάνω στά ράφια, ξεχωριστές ὑπάρξεις,
Πού ἐμφανίστηκαν κάποτε, ἀκόμη ὑγρά
Ὅπως λαμπερά κάστανα κάτω ἀπό δέντρο τό φθινόπωρο,
Καί, ἀγγιγμένα, χαϊδεμένα, ἄρχισαν νά ζοῦν
Παρά τίς φωτιές στόν ὁρίζοντα, κάστρα ἀνατιναγμένα,
Φυλές ἐν πορείᾳ , πλανῆτες ἐν κινήσει.
«Ὑπάρχουμε» εἶπαν, ἀκόμη κι ἄν οἱ σελίδες τους
Ἦσαν κουρελιασμένες, ἡ φλόγα πού βούιζε
Ἔγλειφε ὥς τήν ἐξάλειψη τά γράμματά τους. Τόσο πιό μεγάλης διάρκειας
Ἀπό μᾶς, πού ἡ εὔθραστη θέρμη μας
Κρυώνει μαζί μέ τή μνήμη, σκορπίζεται, χάνεται.
Φαντάζομαι τή γῆ, ὅταν δέν θά ὑπάρχω πιά:
Τίποτα δέν συμβαίνει, καμιά ἀπώλεια, ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἡ ἀλλόκοτη παρέλαση,
Γυναικεῖες ἐνδυμασίες, δροσόλουστες πασχαλιές, ἕνα τραγούδι στήν κοιλάδα.
Ὡστόσο τά βιβλία ἐκεῖ πάνω στα ράφια θά εἶναι, ὑψηλῆς καταγωγῆς,
Προερχόμενα ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά κι’ ἀπό φῶς, κορυφαῖα ὕψη.
///
Ἀργοπορημένη ὡριμότητα
Ὄχι νωρίς, κοντά στό πλησίασμα τῶν ἐνενήντα χρόνων μου,
ἔνιωσα μιά θύρα ν’ἀνοίγει ἐντός μου καί εἰσῆλθα
στή διαύγεια τοῦ ἄγουρου πρωϊνοῦ.
Ἡ μια μετά τήν ἄλλη οἱ προηγούμενες ζωές μου ἀπέπλεαν
σάν καράβια, με τη θλίψη τους μαζί.
Και οἱ χῶρες, οἱ πόλεις, οἱ κῆποι, οί κόλποι τῶν θαλασσῶν
ὅσα παραχωρήθηκαν στόν χρωστήρα μου ἦρθαν ἐγγύτερα,
ἕτοιμα τώρα νά περιγραφοῦν καλύτερα ἀπό πρίν.
Δέν ἀποχωριζόμουν τούς ἀνθρώπους,
λύπη και συμπόνια μᾶς ἕνωναν.
Ξεχνᾶμε –ἐπέμενα νά λέω– πώς ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Βασιλιᾶ.
Γιατί ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου προερχόμαστε δέν ὑπάρχει καμιά διαίρεση
μέσα στό Ναί καί τό Ὄχι, μέσα στό εἶναι, ἦταν καί θά εἶναι.
Ὑπήρξαμε ἄθλιοι, δέν χρησιμοποιήσαμε παραπάνω ἀπό ἕνα ἑκατοστό τοῦ δώρου πού λάβαμε γιά τό μακρύ μας ταξίδι.
Στιγμές ἀπό χτές κι ἀπό αἰῶνες πρίν
– τό χτύπημα ενός ξίφους, τό βάψιμο τῶν βλεφαρίδων μπρος στομ καθρέπτη,
ἕνα γυαλισμένο μετάλλιο, μιά θανάσιμη βολή τοῦ μουσκέτου,
μια καραβέλα μέ τό κύτος ποδισμένο πάνω σέ ὕφαλο –
κατοικοῦν μέσα μας,
προσδοκώντας μιάν ἐκπλήρωση.
Τό γνώριζα, πάντοτε, πώς θά ἤμουν ἕνας ἐργάτης τοῦ ἀμπελώνα,
ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ ζωντανοί ἄνδρες καί γυναῖκες τοῦ ἴδιου καιροῦ,
εἴτε συνειδητά τό γνωρίζουν εἴτε ὄχι.
///
Τραγούδι γιά τό Τέλος τοῦ Κόσμου
Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Μέλισσα περικυκλώνει ἕνα τριφύλλι,
Ψαράς μπαλώνει ἕνα γυαλιστερό δίχτυ.
Χαρούμενα δελφίνια ἀναπηδοῦν στή θάλασσα,
Δίπλα σέ νερόλακκο χελιδονάκια παίζουν
Καί τό φίδι ἔχει χρυσαφένιο πουκάμισο ὅπως τοῦ πρέπει πάντα.
Τή μέρα τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου
Γυναῖκες μιλοῦν στά χωράφια κάτω ἀπ’ τίς ὀμπρέλες τους,
Ἕνας μεθυσμένος νυστάζει στήν ἄκρη τῆς πρασιᾶς,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουν στό δρόμο
Καί μιά βάρκα μέ κίτρινα πανιά πλησιάζει τό νησί,
Φωνή βιολιοῦ κρέμεται στόν ἀέρα
Kαί ὁδηγεῖ σέ ἀστροφώτιστη νύχτα.
Καί κεῖνοι πού προσδοκοῦσαν ἀστραπές καί βροντές
Ἀπογοητεύονται.
Καί κεῖνοι πού περίμεναν σημάδια καί ἀγγέλων σάλπιγγες
Δέν τό πιστεύουν πώς συμβαίνει τώρα.
Ὅσο ὁ ἥλιος και ἡ σελήνη εἶναι ψηλά,
Ὅσο ὁ μπάμπουρας ἐπισκέπτεται τό ρόδο
Ὅσο γεννιοῦνται ροδαλά βρέφη
Κανείς δέν πιστεύει πώς συμβαίνει τώρα.
Μόνον ἀσπρομάλλης γέροντας, ἴσως προφήτης,
Ὅμως, δέν εἶναι προφήτης, γιατί εἶναι τρομερά πολυάσχολος,
Ἐπαναλαμβάνει καθώς στηρίζει τίς τομάτες του:
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα,
Δέν θά ὑπάρξει ἄλλο τέλος τοῦ κόσμου, κανένα.
Βαρσοβία, 1944
Μετάφραση-Ἐπιμέλεια Στήλης Νατάσα Κεσμέτη
///
Οἱ ἀποδόσεις αὐτές βασίζονται στίς ἀγγλικές μεταφράσεις τῶν ποιημάτων. Κατά σειρά: τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ καί τῆς Lillian Vallee· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas· τοῦ ποιητῆ καί του Robert Haas, ἐπίσης· τοῦ Αnthony Milosz.
*
*
*
