σύγχρονη ελληνική ποίηση

Ο «Μέγας  Αποστρέφων» και η γυναικεία ποίηση του 21ου αιώνα

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Ελένη Χαϊμάνη,
Η τρίτη βάρδια,
Σμίλη, Αθήνα 2023

To να κάνει δημόσια λόγο ένας άντρας κριτικός και δημιουργός για τη γυναικεία ποιητική παραγωγή ενέχει από μόνο του εξαρχής μια αντίφαση και θέτει δυναμικά ξανά στο προσκήνιο μια συζήτηση χιλιοφορεμένη περί της λεγόμενης «γυναικείας γραφής», περί θεματικών και τρόπων που είναι προσφιλείς στις γυναίκες ποιήτριες και περί των ορίων εντός των οποίων οι τελευταίες είθισται –ή και ορίζεται από κάποιους πως οφείλουν– να κινούνται. Πρόκειται για μια συζήτηση που έχει καταδείξει προ πολλού τα όριά της κι ωστόσο επιμένει να επαναλαμβάνεται αενάως ωσάν παραδοσιακό εορταστικό έθιμο, με την κάθε ιδεολογική γραμμή, συντηρητική, προοδευτική, προνεωτερική ή μετανεωτερική, να διαβάζει στρεβλά κι αποσπασματικά τη γυναικεία ποιητική παραγωγή και να εστιάζει μονάχα σε όσα επιβεβαιώνουν τις ήδη προκατασκευασμένες κι έτοιμες θεωρήσεις της. Και πάντοτε, φυσικά, με τη συνήθη και μεγαλοπρεπή διατύπωση με την οποία μας παρουσιάζεται κάθε φορά η εκάστοτε «λήψη του ζητουμένου». Το τελευταίο, μάλιστα, διάστημα προβάλλεται έντονα τόσο από γυναίκες δημιουργούς κάτω των 40 ετών όσο και μέσα από ορισμένες βραχύβιες συλλογικότητές τους το πρόταγμα της «αγάπης» ως ικανό από μόνο του να αποτελέσει υπόδειγμα συνεκτικής αφήγησης, καθώς και η επίταση μιας ασαφούς κι άνευ ορίων «συμπεριληπτικότητας» που εντούτοις υποκρύπτει υποδόρια μυριάδες αποκλεισμών.

Προερχόμενος από τον έμμετρο χώρο που εξ ορισμού συνειδητά και οριοθετείται και αποκλείει ώστε να είναι σε θέση να δομήσει αφήγημα ικανό να αντέξει στο χρόνο και τη μεταβολή των εποχών, στέκομαι ιδιαίτερα στα αίτια που ελάχιστες νέες ποιήτριες επιλέγουν σήμερα να εκφραστούν στον έμμετρο και κανονικό στίχο. Είτε αφορούν νεωτερικές στρεβλώσεις περί της αλλαγής του λεκτικού που συντελέστηκε δήθεν διά παντός με το πέρασμα στο μοντερνισμό, είτε έχουν να κάνουν με μια νεανική ευκολία εστίασης στο προσωπικό έναντι του συλλογικού και καθολικού και σε μια ημερολογιακή πεζολογική καταγραφή άνευ της παρουσίας του λυρισμού είτε ακόμα σχετίζονται και με ορισμένες μειοψηφικές απολήξεις μεταμοντέρνων εκφάνσεων του φεμινιστικού κινήματος που καλούν τις γυναίκες δημιουργούς να απεκδυθούν κάθε «κορσέ» δομημένο από το άλλο φύλο, οι αιτίες που στρέφουν τις νέες δημιουργούς μακριά από τον έμμετρο στίχο είναι ένα ζήτημα πέρα για πέρα υπαρκτό και άξιο προβληματισμού και συζήτησης, παρά τα διαφορετικά συμπεράσματα που μπορεί κανείς να καταλήξει. Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι περιπτώσεις ποιητριών των τελευταίων δεκαετιών που ξεκίνησαν να γράφουν έμμετρα –ή έστω σε επικοινωνία με μια ρυθμική ποίηση- και γρήγορα άφησαν αυτόν τον τρόπο έκφρασης στην άκρη, προσαρμοζόμενες σε εφήμερες κι επικαιρικές επιταγές που ενδεχομένως να ανοίγουν το δρόμο σε κάθε λογής «βραχείες λίστες» και στην εκτίμηση μιας κατεστημένης μερίδας του εγχώριου ποιητικού επιστητού. Αν αυτά, ωστόσο, είναι τα όρια της σκέψης και των ονείρων της εποχής μας, ποια μοίρα τότε περιμένει όποια ποιήτρια παρεκκλίνει από τη νόρμα; (περισσότερα…)

Για την ποίηση του Θεοδόση Βολκώφ: Ο πάσχων Λόγος

*

Ο Θεοδόσης Βολκώφ δεν είναι απλώς ένας καλός ποιητής. Είναι ένας παιδαγωγός. Η ποίησή του καταφέρνει να σμιλέψει την ψυχή του αναγνώστη και να την οδηγήσει όπως ο Ορφέας την Ευρυδίκη: γιατί το τέλος της είναι μια συντέλεια, μια πανωλεθρία.

Μέσα στους στίχους του Βολκώφ ελλοχεύει ένας κίνδυνος αναπόφευκτος: είναι ο έρωτας που γεννούν στην ψυχή του αναγνώστη για εκείνη την αφαίρεση που οδηγεί στην ομορφιά. Μια ομορφιά μπωντλαιρική, ψυχρή, σκληρή και ρωμαλέα, μια ομορφιά που σε κατασπαράζει. Αυτός ο έρωτας, ο τόσο πλατωνικός (ο άστεγος, ο αλήτης, ο ασκητικός έρωτας), μολονότι στις πρώτες συλλογές στρέφεται προς ένα Εσύ ολοκληρωτικά σαρκικό, στη συλλογή «Επτά» φαίνεται ότι απευθύνεται πλέον στην ανάμνησή του, όχι όμως ως παρελθόν, αλλά ως τη συνέχεια του Άλλου. Παρόλο δηλαδή που η ποίηση του Θ.Β. υπήρξε ως τώρα παροντική, πλέον γίνεται «παρελθοντικά μελλοντική». Κι ο ποιητής διανύει την ίδια ασκητική πορεία με μεγαλύτερη ένταση, καθώς όσο το Εσύ εξαϋλώνεται, τόσο ενσαρκώνεται η έλλειψη.

Έτσι η πράξη μετατίθεται στον στοχασμό, ο οποίος καταφέρνει να αγγίζει τα σώματα με περισσότερη αλήθεια, όπως βυθίζεται μέσα στην ουσία τους. Κι ο Βολκώφ στήνει πραγματικά ένα δάσος σωμάτων, του οποίου η σκηνοθεσία δεν είναι άλλη από τη δομή του δικού του σώματος. Με άλλα λόγια, σκηνοθέτης αυτού του δράματος είναι το ίδιο του το πάθος. Ένα πάθος όχι αρχαίο ελληνικό, αλλά χριστιανικό, όπως εκφράζεται από τις τερατόμορφες μορφές των δυτικών ναών. Κι από αυτήν την άποψη ο Βολκώφ είναι ένας από τους πολλούς (Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, Λωτρεαμόν κ.ά.) παίδες εν καμίνω, των οποίων το πνεύμα τραγουδά τα πάθη της σάρκας.

Όπως ο Καβάφης (αλλά κι όλοι οι ποιητές λίγο πολύ), ο Βολκώφ ανεβαίνει το απόκρημνο βουνό της επιθυμίας. Μόνο που, σε αντίθεση με την καβαφική ποίηση, οι βολκωφικοί στίχοι υψώνονται σαν ένα παλίμψηστο Θεών, που, παρά την πολλαπλότητά τους, ενώνονται από τη δύναμη του Ενός. Αυτό το Ένα μαρτυρά η επιλογή της μορφής των ποιημάτων, αυτό και το περιεχόμενό τους. Και η βαθιά συγγένεια που διαφαίνεται μεταξύ μορφής και περιεχομένου στην ποίηση του Θ.Β. υπονοεί κι έναν τρόπο ζωής. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, όπως κατά τη διάρκεια της κρητικής Αναγέννησης το λογοτεχνικό είδος όριζε τη γλώσσα των ποιημάτων, στον Βολκώφ είναι το περιεχόμενο που διαλέγει τη μορφή, σε βαθμό που η μορφή καθίσταται περιεχόμενο. (περισσότερα…)

Εξαγγελίες ενός θαρραλέα αιρετικού

του ΝΙΚΟΥ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑ

Πάει κι ο αρχάγγελος να κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο
Paradiso, paradiso
στο ώριο περιβολάκι και
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.

Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.

Επανερχόμενοι στο σήμε (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Αθησαύριστα ποιήματα

*

ΜΟΥΣΑ ΑΝΤΑΡΤΙΣΣΑ

Πότε θα κάνει ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει
να πάρω το τουφέκι μου την όμορφη πατρόνα
να κατεβώ στον Ομαλό, ν’ ανέβω στην Αθήνα
τις κριτικές επιτροπές βραβείων ν’ ανταμώσω
όπου μοιράζουνε λεφτά στους ίδιους και στους ίδιους
ανάξιους κι ατάλαντους ωσάν τους εαυτούς των.
Μοιράζουν τον ιδρώτα μου, το αίμα του λαού μου
χωρίς ποτέ να κρίνονται, ποτέ να κυνηγιούνται.

Άλλωστε από ποιούς, εδώ, που όλα ξεπουλιούνται;

Μα σαν το σιδερένιο μου το βλέμμα μπρος τους δούνε
να δεις πώς θα ιδρώνουνε και πώς θα κατουριούνται
πίσω απ’ τα γραφεία τους, πώς θα μ’ εκλιπαρούνε
να συχωρέσω τ’ άδικο, την άτιμη δουλειά τους
λίγο προτού η καρέκλα τους γεμίσει απ’ τα σκατά τους
λίγο προτού να λερωθούν οι τοίχοι απ’ τα μυαλά τους.

*

(περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Φαντάσου να σου εύχεται
χρόνια πολλά ο «Μπαμπούλας» πού ’χει θάψει
χιλιάδες κόσμο σ’ όλα τα Βαλκάνια.
Ή να σου εύχεται ο «Χάνδακας» που έχαψε
όλο το Περιστέρι και το Ίλιον, ολόκληρη
τη Δυτική Αττική.

Φαντάσου να σου εύχονται υγεία οι γιατροί που περιμένουν
πότε θα πάθεις κάτι να σ’ τ’ αρπάξουνε
γιατί αυτοί χωρίς αρρώστους θα πεινάσουν.

Και τί να περιμένεις απ’ ανθρώπους
που έχουν συνεργείο αυτοκινήτων;
Αφού σαν φεύγεις πίσω σου μουτζώνουνε
για να τρακάρεις και να βγάλουνε λεφτά.

Οι δικηγόροι ανάβουνε κεριά στην Παναγία
για να μαλώνουνε οι άνθρωποι, να φτάνουν ως τον φόνο,
γιατί αυτοί απ’ το κακό πάντα κερδίζουν.

Δεν πάει άλλο βρε παιδιά με τους γρουσούζηδες,
μ’ αυτούς τους κερδοσκόπους, τα βαμπίρ, τους νεκροθάφτες,
τους παπάδες, τους γιατρούς, τους δικηγόρους, (ε;)
τα συνεργεία, ναι, δεν πάει άλλο,
μ’ όλους αυτούς
τους δημοσιογράφους στα κανάλια π’ όλο εύχονται
να γίνονται στον κόσμο τα φριχτότερα
ώστε να έχουνε αυτοί κακές ειδήσεις
για ν’ ανεβάζουν την ακρόαση. Γαμώ το!

Όχι σ’ αυτούς, μην τους σηκώνετε τηλέφωνο.
Κλείστε την τηλεόραση σα λένε τις ειδήσεις.
Μήνυμα όταν στείλουνε αυτοί στο κινητό
σβήστε το πριν να το διαβάσετε. Κι αν τύχει
κάρτα μ’ ευχές από αυτούς
να φέρει ο ταχυδρόμος, να την στείλετε
πίσω αμέσως γράφοντας στο φάκελο:
«Ευχαριστώ, επίσης, ρε καριόλη». (περισσότερα…)

Πλατεία Γεωργίου, Πάτρα

*

ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΤΡΑ
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

~.~

 

ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΤΡΑ

Ένα τσιγάρο ή μία σοκολάτα
–ανάλογα πώς βλέπεις τον εαυτό σου–
στον ήχο ενός σαξόφωνου απαλού
στη θέα μιας βενετσιάνικης πλατείας
και κόσμος, ουλαμός από σφυγμούς
κάτω απ’ το ευρύχωρο μπαλκόνι.

Εντός ολίγου ξεκινώ για τους Χαιρετισμούς.
Αμήν, αμήν σας λέω·
στ’ αθέατα σημεία, στις κωφές γωνιές
μικρές μικρές αποχωρήσεις
διαισθάνομαι, χωρίς ανάπαυλα
χωρίς σταμάτημο,
μικρές μικρές επικυρώσεις της ζωής.

Τόσα πολλά συμβαίνουν
κάτω και μέσα στο κουβούκλιο
που απόψε κατοικώ. (περισσότερα…)

Θεοδόσης Βολκώφ, Έξι από «ΕΠ7Α»

*

11.

Ακόμη έχεις τ’ όνομα, την όψη
εκείνης που αγάπησε, κι ωστόσο
στα δυο τον χρόνο έχει κατακόψει,
σε πριν και σε μετά, κι αυτό με πόσο
μεγάλη μάνητα, φρικτό μαχαίρι –
το «ύστερα» το «πρώτα» δεν γνωρίζει
και το παρόν το παρελθόν δεν ξέρει.
Ποια είσαι πλέον δεν αναγνωρίζει
κι όσο κι αν προσπαθεί να διακρίνει
το πρόσωπό σου, κάτι να μαντέψει
απ’ τη ζωή που πλέον θα ’χεις γίνει
ανήμπορη εκπίπτει κάθε σκέψη
στις μνήμες τις παλιές παντού και πάλι.
Έφυγες για να γίνεις κάποια Άλλη.

~.~

14.

Είσαι η πληγή απ’ όπου αναβλύζει
ό,τι αγαθό σε μένα κι ό,τι αχρείο,
ό,τι κι αν με λευκαίνει ή με μαυρίζει,
το ένα που γεννά παντού το δύο,
τον διχασμό αξήγητο και πλήρη
σε σκέψη, βούληση, ένστικτο και πράξη,
το σχίσμα ώς τη ρίζα μου που εγείρει
μυριάδες αντιθέσεις για να υπάρξει.
Είσαι ο έρωτας κι η άρνησή του
κι ακόμα η ζωή κι ο θάνατός της,
το μνήμα του νεκρού κι η ανάστασή του,
το άσκοπο της φύσης κι ο παλμός της.
Και θα ’σαι πάντοτε το πρόσωπό Του,
εσύ Θεός – μα και τ’ αντίθετό Του.

~.~ (περισσότερα…)

Ἡρὼ Νικοπούλου, Δύο ποιήματα


*

Ταποθαμέναμας

Ξεμακραίνει το σιωπηλό φίδι της πομπής
και χάνεται
πάντα χάνεται αλλά μένει
σκέφτομαι πάλι ταποθαμέναμας
σαν τα παιδιά
δεν έχουν φύλο
δεν έχουν παρελθόν ούτε ιδιότητες
δεν είναι εργάτες δικηγόροι δάσκαλοι γιατροί
δεν είν’ μάνες κλέφτες στρατηγοί
κομμωτές αδελφές πολιτικοί ή κρεοπώλες
είναι απλώς
ταποθαμέναμας.
Πότε-πότε ανάβουν
τα κρύα βράδια τους φανοστάτες
σε παλιές ασπρόμαυρες ταινίες
ή κουρδίζουν ατέλειωτα
μ‘ αφηρημένο χαμόγελο τις λατέρνες στην Πλάκα

Αλλού πάλι ταποθαμέναμας δεν ξέρουν
και πολεμούν ακόμα στα Στενά
στην Τριπολιτσά στη Χιμάρα
βλέπεις κανείς δεν τόλμησε να τους μηνύσει
Ταποθαμέναμας είναι αισιόδοξα και τρυφερά
τα βράδια κουρνιάζουν στον ύπνο μας
ρουφούν την ανάσα μας στο πηχτό σκοτάδι
τα χαράματα μάς χαρίζουν τα όνειρά τους
για μια γουλιά καφέ κι ένα αποτσίγαρο
ύστερα ζαλώνονται πάλι τ’ άρματα
και πολεμούν αδιαμαρτύρητα στο πόστο μας
ελπίζοντας πάντα να συγχωρεθούν
για να ζήσουν ξανά

~.~ (περισσότερα…)

Αντικατοπτρισμοί ενός κατακερματισμένου κόσμου

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ελισάβετ Λαμπροπούλου,
Ετεροτοπίες, Ενύπνιον, 2022

Οι Ετεροτοπίες είναι το πρώτο βιβλίο της Λαμπροπούλου. Αποτελεί ένα ενδιαφέρον και συγκροτημένο εναρκτήριο λάκτισμα, σαφώς επηρεασμένο από την ποίηση του Σαχτούρη και την ελλειπτική φρίκη του σαχτουρικού κόσμου. Ανάλογα κι εδώ η Λαμπροπούλου συνθέτει έναν «τόπο» με «αναθήματα ακουμπισμένα στο υπαρκτό», όπως γράφει στο αρχικό ποίημα της συλλογής. Αυτός ο «τόπος» κατοικείται από παράδοξες εικόνες που οπτικοποιούν το παράλογο της κοινωνικής πραγματικότητας και των ψυχικών εξαλλαγών που αυτή δημιουργεί. Παράδειγμα το ποίημα «Ο εφημεριδοπώλης», από την πρώτη, κατεξοχήν σαχτουρική, ενότητα που σχολιάζει τη φονική ανθρώπινη φύση, το θάνατο, το αδιέξοδο της ύπαρξης:

Το εγγαστρίμυθο αγόρι
με το ραμμένο στόμα
πουλάει εφημερίδες
στον ουρανό

Ο κόσμος καίγεται! Καταστροφή!
φωνάζει

Οι πεθαμένοι τις αγοράζουνε
με τα σκουριασμένα νομίσματα που έβγαλαν
από τ’ άκαμπτα στόματά τους
Ατάραχοι τις ξεφυλλίζουν
με αδιάφορα δάχτυλα
Διαβάζουν μόνο τις νεκρολογίες
περίεργοι να μάθουν
πώς δραπέτευσαν
αυτοί που είναι να ’ρθουν.

Η συλλογή απαρτίζεται από πέντε ενότητες πλαισιωμένες από έναν πρόλογο δύο ποιημάτων και ένα καταληκτικό ποίημα-επίμετρο. Στην πρώτη ενότητα κυριαρχούν οι εικόνες ενός σπασμένου κόσμου, υπερρεαλιστικά μεγεθυσμένου σε δυστοπικά σκηνικά και ελλειπτικά στιγμιότυπα. Μέσα σε αυτά τα σκηνικά πλέουν παραμορφωμένα τα πράγματα και οι άνθρωποι, ή καλύτερα τα εξαλλαγμένα φάσματα των προσώπων και των πραγμάτων σε ονειρικές συνθέσεις, συχνά εφιαλτικές: «Ο φαροφύλακας / άναψε το κεφάλι του / φλεγόμενος τριγύριζε / στον πύργο / Κι ο αέρας μύριζε παραφίνη / κι ο ουρανός ήταν / μια πηχτή πετρελαιοκηλίδα / μέσα του πετούσε αργά/ το πλοίο «η Ελπίς» / με το κατάρτι του / έγδερνε το φεγγάρι/ γέμιζε η νύχτα / άσπρο πύον / κι αστέρια / δεν υπήρχαν πάνω / πουθενά […]». Τα πράγματα αποκτούν μια επίβουλη λειτουργία, όπως τα λέπια των ψαριών που γίνονται νυστέρια και κόβουν το νερό, οι νιφάδες- στάχτες και τα δηλητηριώδη όμποε. Τα εξαρθρωμένα αντικείμενα –άλλη μια σαχτουρική οφειλή– παίζουν εξέχοντα ρόλο, όπως και η αποσπασματική κατάστρωση των εικόνων και η κίνηση των μορφών που ανεβοκατεβαίνουν σε μια ιδεατή κλίμακα μεταξύ γης και ουρανού, δηλ. μεταξύ του πραγματικού και της φασματικής του παραμόρφωσης. Μια φαντασία ζωγραφική που θυμίζει κάποτε τις σαγκανικές πτήσεις και τα ανεστραμμένα παράδοξα του Μαγκρίτ. (περισσότερα…)

Οἰωνοκτόνος Ἰδαία χιών

*
Ο χιονιάς από την Ίδη που αφανίζει τα πουλιά
ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Αγαμέμνων, 563-564
Στις πρόβες της Ορέστειας, Ανοιχτό Θέατρο, 2003

Η Ηλέκτρα…
Αυτή φταίει για όλα !
Αυτή πλήρωσε τον αρχιερμηνευτή των Δελφών,
(υπάρχουν φήμες που λένε ότι κοιμήθηκε κιόλας μαζί του)
να δώσει το δολοφονικό χρησμό στον Ορέστη.
Δεν πρόλαβε, όμως, να σώσει απ’ το μαχαίρι,
το κρυφό ερωτικό σαράκι της :  τον Αίγισθο.
Ας είχε το νου της !
Τώρα καταριέται Θεούς κι ανθρώπους.
Που να φανταστεί, όμως, η δόλια, ότι ο Ορέστης,
Παρορμητικός κι απρόβλεπτος,
ζήλεψε,
όταν συνειδητοποίησε, ότι το βυζί της μάνας του,
που τον έθρεψε μωρό, ριγούσε τώρα, οργασμικά,
στα χάδια ενός ξένου ! (περισσότερα…)

Τάσος Αναστασίου, Άμφισσα, 1985

*

Άμφισσα, 1985

Με κίνηση κοφτή κι επίμονη, γερμένος
πάνω απ’ το σωρό που υψώνεται, βιτσίζει
ένα ένα τα ελιόκλαρα, προσηλωμένος.
Μια σύντομη φυλλορροή, λες ψιχαλίζει,
κι απ’ το ραβδί δαρμένα τα κλωνάρια μένουν
γυμνό προσφάι για τη φωτιά. Σαν θυμωμένος
τα ρίχνει πλάι με χέρια που δεν ξαποσταίνουν.

Ογδόντα χρονών. Έκτυπες οι φλέβες, χρώμα
έτοιμο να εκραγεί. Ο σκελετός σαν χλεύη
στ’ απομεινάρι δέρματος, φθαρμένο στρώμα.
Το στήθος σαν το βλέμμα του ολοένα ρεύει
προς το βαθούλωμα. Χλωμός. Και να χρωστάει
το μέσα του σ’ αυτόν τον ύπουλο που ακόμα
χαιρέκακα τον αποικίζει, τον γλεντάει.

Τυλίγοντας με σύρμα τα κλαδιά δεμάτια
(η επιμονή μου απ’ τα βιβλία να ξεφύγω)
βλέπω με τα πρωτευουσιάνικά μου μάτια:
μπορεί να μη σταυρώνεται άλλο για τον τρύγο
στ’ αμπέλι του, ή να μην ξοδεύεται όπως όταν,
θέρος, ζεστό νερό καταηλιού, κομμάτια
για κάποιου αφεντικού τον έπαινο γινόταν,

ή να μην πολεμάει (καμένο το χωριό του
από τους Ιταλούς) μόνος του να στεριώσει
φερμένος πρόσφυγας εδώ το σπιτικό του,
και να δείχνει έτοιμος σχεδόν να παραδώσει
ευκολοδιάλυτο λεπτό ρεύμα αέρα
σαν λεύκα πέφτοντας από το ριζικό του –
μα δεν αδειάζει, κάτι φτιάνει κάθε μέρα.

Ξάφνου αρχίζει ο βήχας. Στρέφω το κεφάλι
στην αυλόπορτα, ελάτινη, στερεωμένη
σε τοίχωμα από πλίθες, σκόπιμα μεγάλη
το φόρτωμα του μουλαριού για να προσμένει:
το πράσινό της πια τη χάρη έχει αποκτήσει
που η μνήμη απατηλή στο παρελθόν προβάλλει
όταν με απουσία του πόνου το στολίσει.

Ο βήχας ημερεύει. Από το δρόμο φτάνουν
φωνές παιδιών, τρεχαλητό. Κάτι ετοιμάζει
στο σπίτι μέσα κι η γιαγιά. Τα χέρια πιάνουν
ακόμα ένα κλαρί: σαν ξόρκι, όπως διαβάζει
τ’ απόγευμα κουκουβισμένος στο κρεβάτι
τη θεία επιστολή: πράξεις, ρυθμοί που κάνουν
το πέρασμα του χρόνου μια οφθαλμαπάτη.

Ίσως πάλι τυλίγεται όταν υποφέρει
σαν σιγουριά την πίστη: πως θ’ ακολουθήσουν
τα χνάρια του τα εγγόνια, έστω σ’ άλλα μέρη.
Δε μας βλέπει κυνηγούς που θα κυνηγήσουν
τ’ απρόσιτο της ηδονής – μες στο μυαλό τους
απόφαση παρμένη να κοπούν μαχαίρι
οι τελετές, οι ελπίδες, το εξωγήινό τους.

Πρόσφυγες του παρόντος είμαστε. Μονάχα.
Καθώς αργά γεμίζω το τσουβάλι φύλλα
που προορίζει για τα πρόβατα, σαν να ’χα
γευτεί πραγματικά το τέλος, τη μαυρίλα,
οργίζεται με το ρυθμό μου. Τέτοιο βλέμμα
να μάγκωνε και πιο παλιά τη μάνα τάχα,
μην πάει στο πανηγύρι, μην του πει ένα ψέμα,

μην . . .  ; Ή τη διαβολικά κινημένη βλέψη
του γείτονα που γύρευε χαμογελώντας,
έρποντας, μέρος απ’ το σύνορο να κλέψει; –
Μες στην αδιάκοπη χειρωναξία ζώντας
παραμένει. Δεν σκέφτηκε ποτέ άλλη τύχη.
Κι όμως. Κρατάει, ξεφυλλίζει αφού χαϊδέψει
όποιο βιβλίο μου κάθε φορά πετύχει.

«Απόστασα». Τρεμάμενοι οι ώμοι πλησιάζουν
τ’ άφθονο μαύρο της κληματαριάς. Αφήνει
το βάρος στο ραβδί. Τα μέλη ξεμουδιάζουν
με βήματα που λίγο λίγο κατευθύνει
προς το τραπέζι. Κι όπως κάθεται ανασαίνω
τον στεναγμό να διαφεύγει: όλα μοιάζουν
για σήμερα σωστά, σαν έργο κερδισμένο.

Ενώ τα χέρια αναζητούν κρασί, φοριέται
η γλύκα απ’ τη ματιά. Σαν φορτωμένο νιάτα
το επίμονο των σκέψεων αποτραβιέται,
όπως στο δρόμο τα ξεφωνητά (χορτάτα
πόλεμο). Στις παρυφές τώρα του χειμώνα
απλώνεται σαν θησαυρός και σπαταλιέται
το θρόισμα του μεσημεριού απ’ τον ελαιώνα.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Βραδιά στο “Flower”, 2001

*

Το αντιέπος της Μεσσηνίας

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Η συμμιγή,
Εκδόσεις Ρώμη, 2022

Με την όγδοη ποιητική κατάθεσή του που τιτλοφορείται Η Συμμιγή, ο Βαγγέλης Τασιόπουλος συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό χώρο στο δομημένο πλαίσιο μιας ευφάνταστης και υβριδικής ποιητικής σύνθεσης που διαλέγεται δημιουργικά και κριτικά με την ποίηση της γενιάς του. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο εντάσσεται αφενός στο γραμματολογικό πλαίσιο της Γενιάς του ’80 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος, την ίδια στιγμή εντοπίζουμε αρκετά στοιχεία που απομακρύνουν το όλο εγχείρημα από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-δράμα. Πιο συγκεκριμένα, η υβριδική αυτή ποιητική σύνθεση (πεζή και ποιητική), δεν αποτελεί μόνο μια σύνοψη συναισθημάτων και ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα προσωπικά βιώματα απώλειας, αλλά εξακτινώνεται θεματικά στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, αποκαλύπτοντας μια γενικότερη θέαση του συλλογικού. Παράλληλα, η τριμερής και φιλόδοξη δόμηση του βιβλίου, καθώς και οι σαφείς ιστορικές και μυθολογικές αναφορές, απομακρύνουν αισθητά την ανά χείρας ποιητική σύνθεση από τη μορφολογική δεσπόζουσα της μικρής σύνθεσης, που κυριαρχεί στη Γενιά του ’80.

(περισσότερα…)