σύγχρονη ελληνική ποίηση

Ενώπιον του γήρατος

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Γιώργου Καλοζώη
Η άφιξη των θηρίων
Ενύπνιον 2023

Αποτελεί κοινή παραδοχή το γεγονός ότι η γραμμή ανάμεσα στη μανιέρα και τη συνέπεια στο έργο είναι πολύ λεπτή. Και είναι αλήθεια ότι, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον Γιώργο Καλοζώη μανιερισμό: υπερρεαλιστικές εικόνες,[1] εξπρεσιονιστική αίσθηση,[2] ανθρωπόμορφη ζωολογία (ή ζωώδης ανθρωπολογία), ζούγκλες, δάση, πουλιά και μια «κανιβαλιστική συνθήκη»,[3] ανάβαση/κατάβαση σε βουνά, κλίμακες και σκάλες[4] σε εναρμονισμένα στο ζήτημα της μορφής ιδιότυπα σωληνοειδή ποιήματα[5] σε κάθε ποιητική συλλογή. Πρόκειται όμως για ένα αναγνωρίσιμο και ποιητικά υπαρκτό σύμπαν στο οποίο αιωρούνται —ή βαραίνουν— σταθερά τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα: πώς, γιατί, πού; Ο ανοικειωτικός καλοζωικός κόσμος διαθλάται σε κάθε έργο του ποιητή πιο διαυγώς, διερευνάται κάθε φορά σε μεγαλύτερο ύψος και βάθος, σκοτεινιάζει περισσότερο με την πάροδο του χρόνου και, κυρίως, δεν αντιγράφεταιˑ για αυτό δεν θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μανιερισμό παρά για συνέπεια, ποιητικής στάσης και έργου.

Αν στα προηγούμενα έργα του Καλοζώη το γήρας ήταν μια μακρινή αίσθηση, μια εικόνα, μια απειλή μέσα στην «επίγνωση της θνητότητας»,[6] τώρα αποτελεί ένα ζωντανό γεγονός το οποίο έχει αφιχθεί επιβλητικά στο οπτικό πεδίο. «Το γήρας ακόμη και μέσα / στην πιο μαύρη κι από / πίσσα νύχτα φωσφορίζει» γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Ο αλπινιστής η ωραία κι ο γυπαετός». Το ποιητικό υποκείμενο στέκεται συντετριμμένο ενώπιον του γήρατος που καταφθάνει επιθετικά και αδιαπραγμάτευτα. Και μοιάζει να επαναλαμβάνει πίσω από κάθε στίχο “να, καταφθάνουν”, “τα βλέπω, υπάρχουν”, “ήρθε (και για μένα) η ώρα να γνωρίσω τα θηρία”. Στο ποίημα «Ο ιστός» το ποιητικό υποκείμενο/ο ποιητής συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει και, κάποια στιγμή, αυτό που θα έχει συμβεί – για όλους. Για κάθε άνθρωπο έρχεται η σειρά, γιατί η ζωή είναι τετελεσμένη:

[…]
από τη μια άκρη μέχρι την άλλη
της αποθήκης ή του σύμπαντος ένας
χοντρός ιστός
πάνω του είδα τον παππού μου και
τον άλλο παππού μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν οι γονείς μου
πάνω του είδα τις θείες μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν είδα την πεθερά μου είδα
καλύτερα και ξανά για να είμαι
εντελώς σίγουρος πάνω στο άπειρο
δίχτυ έμβρυα και μωρά και μεγάλους
είδα πάνω σε καρφιτσωμένα χαρτιά
ερωτήσεις είδα ιστορίες πάνω στα
χαρτιά ποιήματα μυθιστορήματα και
θεατρικά και ψάχνοντας κάτι που
μου πήρε χρόνια είδα πάνω στον άχρονο
ιστό το καρτελάκι με τη σειρά και
την αριθμημένη θέση μου

(«Ο ιστός»)

(περισσότερα…)

Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

*
Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

Μόλις πιάσει να φυσάει ο βοριάς
και συρθεί στα χώματα της Ειδομένης,
γίνεται βαρδάρης

αντάρτης απ’ την χιονισμένη Τζένα
που ’κοψε δρόμο
για τις πετράρες του Καρασινάν

μικρός βοσκός της Τσέρνα-Ρέκα
που δρασκελάει απ’ τις πλαγιές του Πάικου
στου Αξιού τις όχθες

μπαρούτι και πάταγος,
αντίλαλος του Σκρα
στ’ αμπέλια της Γουμένισσας

τρελοβαρδάρης γίνεται
που φέρνει βόλτα
στης Τσιγγάνας τα στενά.

~.~ (περισσότερα…)

Με το βλέμμα του φιλιού

 

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Άρτεμις Χρυσοστομίδου
Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα
Το Ροδακιό, 2022

Δεν υπήρξαν ποτέ πιο περίεργα μάτια από τα δικά της. Τα λουλούδια που οι άνθρωποι ταξιδεύοντας βλέπουν στο δρόμο είναι τα μάτια της. Μπορεί να αγγίζει, να ακουμπά οπουδήποτε. Όλα είναι ορατά. Βλέπει μέσα από τα πάντα, είναι τα πάντα. Τη στιγμή που θα νομίσει ότι θα πεθάνει θα περάσουν από μπροστά της άνθρωποι των σπηλαίων, μεγάλα κεφάλια, μοναχοί του μεσαίωνα, ο σύγχρονος κόσμος, ένα πλαστικό μαχαίρι. […] Ζωγραφική είναι το αιώνια γυμνό βλέμμα. Από τον ποταμό μπορεί να βγει διαφορετική. Καλό είναι ο άνθρωπος να ανεβοκατεβαίνει. [1]

Αντικρίζοντας κανείς και μόνο τα εξώφυλλα των δύο βιβλίων της Αρτέμιδος Χρυσοστομίδου, ταξιδεύει σε ένα άχρονο σκοτεινό, συννεφιασμένο ή ομιχλώδες σκηνικό, όπου η όραση καλείται να αποκρυπτογραφήσει τι βλέπει πάνω σε μια σκούρα μονοχρωμία: κυπαρισσί το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως Τα σκυλιά δεν γαυγίζουν στη Γαλλία / Γλυπτική (Το Ροδακιό, 2018), γκρι πετρόλ το πιο πρόσφατο Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα (Το Ροδακιό, 2022). Και στις δύο περιπτώσεις οι διπλοί τίτλοι προκρίνουν την αφή, αλλά εξελικτικά, με έναν φόρο τιμής να αποτίνεται στην τέχνη της γλυπτικής και τις δυνατότητες των χεριών, η αφή ταυτίζεται με την όραση, με την οποία «ο άνθρωπος ανεβοκατεβαίνει».

Γενικότερα  η ποίηση της Χρυσοστομίδου στηρίζεται σε ποικίλα δίπολα: διπλοί τίτλοι, διγλωσσία (ελληνικά και αγγλικά/γαλλικά), ποίηση και πεζό, γραφή και φωτογραφία κ.ο.κ. από μία σκηνοθέτρια ποιήτρια. Για την πρώτη ιδιότητα της Χρυσοστομίδου, η οποία μοιάζει να “στήνει” σεναριακά και σκηνοθετικά τα βιβλία της, χαρακτηριστικό είναι, μεταξύ άλλων, το ποίημα «Αυτή δεν είναι μια ρομαντική ιστορία στις Άλπεις»: «Στις κορυφές, βιολιά, άριες και παπούτσια Kappa γλιστρούν στον πάγο. Από το αμφιθέατρο κοιτάζει το καμπαναριό. Τα κοιμητήρια είναι μουσεία σύγχρονης τέχνης που εκθέτουν στην ησυχία των τάφων, ένα μάθημα για το πώς μπορεί κανείς να μεταμορφωθεί σε τοπίο. Το κορίτσι στην άλλη πλευρά των Άλπεων είναι ένα βουνό που περιμένει να λιώσει το χιόνι για να δει τι κρύβεται αποκάτω. Της γράφει, Αγάπη μου, εμπιστεύου την αγάπη, όχι τα επιχειρήματα, και έλα να με βρεις. […]» (όπ., 22).[2] (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τα χρόνια των γρίφων

*

ΤΟ ΧΑΛΙΚΙ

Μαζεύω ένα χαλίκι απ’ τους Αγίους Τόπους
σ’ το φέρνω να το κάνεις φυλαχτό·
εσύ το κάρφωσες στον τοίχο – μια
να σε ξυπνά σαν κόκορας και μια
να σου ετοιμάζει βραδινό.

Ανόητε! Πώς θα σε βλέπουν τώρα
τα μάτια των νεκρών; Αυτά σου βρέχουν
το ξεραμένο σου λαρύγγι
όταν διαπράττεις ύβρη. Ζούμε σ’ άνυδρα
χρόνια – μπορεί και να έβρεξε πολύ.

Μαζεύω ένα χαλίκι – ψέματα·
μοιραία μπήκε στο σανδάλι μου
και το ’φερα μαζί μου στην πατρίδα.
Πες μου, πιστεύεις σ’ ό,τι αποκαλούμε
μοίρα; Μίλα στον αγαθό σου φίλο.

~.~

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τσάι του βουνού με άγριο μέλι·
δίνω στη γεύση σου ό,τι θέλει
υπό την προϋπόθεση
να επιτεθώ στα χείλη σου
και να τα βρω απροστάτευτα.

Τα τείχη σου δονούνται από τη μουσική
–θα σε φωνάζω «Ιεριχώ»–
όμως η τύχη σου δεν κάνει υπερωρίες
γι’ ανθρώπους που σκορπούν τα χρόνια τους
στις άσημες πολίχνες. Πες πως είμαι

κουτός, το δέχομαι και το επιτελώ
μα τι άλλο μένει τούτη τη βραδιά
που βρέχει για να νιώσουμε ενοχή;

Ψάχνοντας την παρομοίωση
που θα λυτρώσει το αίνιγμα
τα σύννεφα θα γίνουν
διαρρήκτες στα κλειστά κορμιά μας·
τα σύννεφα θα γίνουν συνεργοί μας.

~.~ (περισσότερα…)

Αλέξης Γούδας, Λιόκερμα

*

Λιόκερμα

Στάθηκα και σήμερα απέναντι
στο μεγάλο σου χρυσό κέρμα,
μήπως καταλάβω θεέ μου
πώς αποταμιεύεις φως,
να βάλω και ’γω στην άκρη
για ώρα σκοτεινής ανάγκης.

~.~

Το φως του Αυγούστου

Το φως του Αυγούστου είναι σκληρό.
Δεν είναι το κέρμα που αποταμίευσες Ιούλιε,
ούτε καμία αναβολή διαρκείας και έχει ο θεός.
Όλα εδώ διακυβεύονται σ’ αυτή τη σκοτεινή κλίμακα
πάνω σε μια ρωγμή φωτός. Το σώμα σου μια καμένη μνήμη
σαν κόρα ψωμιού ξεφλουδίζει τις προσδοκίες κι όλα λιγοψυχούν.
Τ’ ανέφελο του ουρανού προικονομεί τις μπόρες.
Τ’ ανέμελο καΐκι του νου σε λίγο θα μπατάρει.
Δεν έχει Αισχύλους εδώ να σε προειδοποιήσουν.
Το ανυποψίαστο βλέμμα σου έχει κιόλας πετρώσει
από μια Μέδουσα που καραδοκεί.
Μα εκτός από σένα,
είδες κανέναν άλλον στον καθρέφτη;

~.~ (περισσότερα…)

Καλλιεργώντας τον μυστικό της κήπο

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ρωξάνη Νικολάου,
Σαλός μαγνήτης.
Φαρφουλάς, 2022

Με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, με τις δύο πρώτες να απέχουν κατά σχεδόν δύο δεκαετίες μεταξύ τους (Ποιήματα 1991-1999, ιδιωτική έκδοση, Λεμεσός, 2000ˑ Ψαλιδιστής, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018), η Ρωξάνη Νικολάου δίνει συχνά την εντύπωση ότι, καταφεύγοντας τακτικά στη λογοτεχνική σιωπή, δεν απαρνείται τελικά την ποίηση. Την παλινδρόμηση αυτή επιβεβαιώνει και με το τρίτο της βιβλίο Σαλός μαγνήτης, το οποίο έχει ως πρόταξη/επιγραφή μια δυναμική και συνειδητοποιημένη στάση επιστροφής στην υπαρξιακή επιβίωση: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώˑ γυρεύει το στόμα μου».

Εικονοποιία σε ένα δροσερό φυσικό περιβάλλον με δέντρα, βρύσες, νερά, πουλιά, έντομα, ερπετά, με στοιχεία παράδοξου ή παράλογου υπερρεαλιστικής κληρονομιάς, παραμυθία, μεταφορά, ρητορικά ερωτήματα, μικρές στιχομυθίες είναι μερικά από τα έντεχνα μέσα του λόγου που αξιοποιεί σταθερά η Νικολάου. Στην ποίησή της η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από προετοιμασία και ετοιμότητα για τον θάνατο. «Έπεσα μες στο πηγάδι/ που μ’ άνοιξε η γέννησή μου» γράφει στο ποίημα «Το τραγούδι του αέρα»ˑ και ολοκληρώνει: «Μην έχεις έγνοιαˑ/ πάνω απ’ το κουφάρι μου/ θα τραγουδάει ο αέρας/ ό,τι μέχρι θανάτου κράτησα». Σε πολλά ποιήματα της Νικολάου, τα οποία συνομιλούν μεταξύ τους, ο άνεμος[1] φέρνει τη ζωή και ο άνεμος την παίρνει:

[…]
Σκοτεινά νερά
παφλάζουν στην εξώπορτα
 
γυαλιά καρφιά
το λιγοστό μου πάτωμα
 
κάποιος τα σπρώχνει
—ας τον πούμε άνεμο—
ολοένα πιο μπροστά
στην όραση.

(«Λιγοστό πάτωμα»)

Να φυσάει το αεράκι
να στάζει βροχή απ’ τα φύλλα
ο ήλιος να στεγνώνει τις πεταλούδες
εγώ να φτιάχνω ήσυχα κάτι
εσύ να έρχεσαι από τα περβόλια
απ’ τα ψώνια ή απ’ τη θάλασσα
στο πάνω σπίτι να μιλούν
ν’ ακούγονται τα βήματά τους
και δεν θα με νοιάζει
αν θα ’μαι πεθαμένη.

(«Να φυσάει το αεράκι»)

Η Νικολάου συμβιβάζεται με το γεγονός ότι η τέχνη της —η τέχνη του ανθρώπινου είδους, το οποίο οδηγείται σε αναπαραγωγή και θάνατο, άρα και η ίδια— είναι εύθραυστη και εφήμερη. «Αυτός ο άνθρωπος πέθανε από πείνα/ κανένα ποίημά μου δεν μπόρεσε να τον σώσει» γράφει στο ποίημα «Στα χαμαιτυπεία του χρόνου διδάχθηκα την τέχνη των πήλινων ποιημάτων». Την καταδιώκει, ωστόσο, το γεγονός ότι η τέχνη της είναι (οριακά;) άχρηστη και αχρείαστη για τους ανθρώπους: «Είμαι το τσιγαρόχαρτο, Θεέ, που πάνω του έγραψες “ενθύμιο θνητής φωτιάς” και το πέταξες μέσα στον λάκκο των ανθρωπίνων» («Θυμήσου όποια ώρα και να ’ναι πως δεν διασύρουμε το χώμα μας»). (περισσότερα…)

Μνημόσυνο σε μαύρο μείζον για τον ποιητή Κ. Γ. Καρυωτάκη

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Τρίπολη, 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928

~.~

του Δ. Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Στο παραλιακό καφενείο του Νιόνιου του Καλλίνικου ο «Ουράνιος Κήπος» το ρολόι έδειχνε 2 μ.μ.

«Καλώς τον κύριο Κώστα!» αναφώνησε ο καταστηματάρχης, βλέποντας τον νεαρό υπάλληλο της νομαρχίας που έμπαινε στο μαγαζί του.

Εκείνος αντιχαιρέτησε. Μα μην έχοντας διάθεση για κουβέντα, παρήγγειλε μια βυσσινάδα και βγήκε στο προαύλιο να καθίσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι. Ο Καλλίνικος, ετοιμάζοντας την παραγγελία, σιγοκουβέντιαζε με τον Λισάτο – τον πορθμέα του τόπου εκείνου. Αυτός, σαν άλλος Χάροντας, πέρναγε απέναντι με την βάρκα του όσους πήγαιναν απ’ την Βρυσούλα στον Άγιο Σπυρίδωνα κι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Βρυσούλα.

Ο Λισάτος είχε κορμί τετράγωνο, γεροδεμένο κι ολόστητο, κεφάλι στρογγυλό και βαθιά κουρεμένο, στέρεη ματιά και ντόμπρα κουβέντα:

«Τι ’ναι τούτος, μωρέ Νιόνιο;» ρώτησε τον καφετζή, που εκείνη την ώρα έβαζε την βυσσινάδα στον δίσκο.

«Ο κύριος Κώστας;» είπε ο Καλλίνικος. «Εξαίρετος κύριος! Θα ’χει κάνα μήνα που ήρθε στην Πρέβεζα με το βαπόρι. Απ’ ό,τι λένε, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Ο κουρέας, όμως, μου είπε προχτές πως είναι υπάλληλος της νομαρχίας. Κι ο Αναγνωστόπουλος – ξέρεις, αυτός με το οπλοπωλείο – άκουσε πως πριν έρθει εδώ είχε πάει για διακοπές στο Παρίσι… Ακούς, Λισάτο; Στο Παρίσι!»

Ο πορθμέας έξυσε με θαυμασμό την κεφάλα του.

«Στο Παρίσι, ε;» ψέλλισε. «Μα φαίνεται ο άνθρωπος, δεν φαίνεται; Κοίτα το κουστούμι του, φίνο πράμα! Γραβάτα, ψαθάκι, τι να λέμε τώρα… Πρωτευουσιάνος και γραμματιζούμενος, Νιόνιο! Θα κάτσει λίγο καιρό ’δω πέρα κι ύστερα θα τραβήξει μια μεταθεσούλα και τσουπ! στην Αθήνα πάλι. Αυτή είναι τύχη, ενώ εμάς θα μας φάνε οι ζέστες, οι υγρασίες κι οι πυρετοί!»

Ο Νιόνιος συμφώνησε, αναστενάζοντας βαθιά, και βγήκε στο προαύλιο για να σερβίρει τον πελάτη.

«Κύριε Καλλίνικε, μπορώ να έχω λίγο χαρτί κι ένα μολύβι;» είπε ο υπάλληλος της νομαρχίας, αφού ήπιε μια γουλιά απ’ την δροσερή βυσσινάδα που μόλις έφτασε.

«Άκου λέει, αμέσως κύριε Κώστα!» προθυμοποιήθηκε ο καφετζής.

Και πριν στρίψει να φύγει, ρώτησε διστακτικά:

«Θέλετε κάτι άλλο;»

«Αν σας βρίσκονται και τίποτα τσιγάρα…» είπε με κάποιο ύφος ενοχής ο νεαρός υπάλληλος.

*

Πέντε το απόγευμα. Κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα κόσμος αρκετός είναι μαζεμένος. Να, φτάνει τώρα κι η Χωροφυλακή. Φωτογραφίζουν τον νεκρό. Πάνω στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς, έχει έναν ματωμένο λεκέ – σαν παράσημο.

Ο Λισάτος παραμερίζει το πλήθος. Πλησιάζει το πτώμα δαγκώνοντας τα χείλη του.

«Ο κύριος Κώστας!» ψιθυρίζει έκπληκτος. «Τι του ήρθε του βλογημένου να σκοτωθεί! Κι ήτανε τόσο νέος, ο άμοιρος…»

Ένας χαμάλης φορτώνει το κουφάρι πάνω στο καρότσι του, λες κι είναι τσουβάλι. Ο κόσμος διαλύεται σιγά-σιγά. Φυσάει ελαφρά, κι οι ευκάλυπτοι γέρνουν τις κορφές τους σαν κεφάλια, λες και θέλουνε ν’ αφουγκραστούν τις κουβέντες των χωροφυλάκων.

«Το πιστόλι της αυτοκτονίας, το πήρες Καραγιώργη;»

«Μάλιστα, κύριε υπενωμοτάρχα!»

«Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του αυτόχειρος ποιος το έχει;»

«Εγώ, κύριε υπενωμοτάρχα!» απαντάει ένας καχεκτικός δόκιμος χωροφύλακας.

«Για φέρτο ’δω, Λιάπη!»

«Αμέσως, κύριε υπενωμοτάρχα!» τσακίζεται να του το δώσει ο δόκιμος.

Ο κύριος υπενωμοτάρχης ακουμπά στον ευκάλυπτο και ξεδιπλώνει το χαρτί.

Συνοφρυωμένος διαβάζει, ακόμα μια φορά, το τελευταίο σημείωμα του Κωνσταντίνου Γεωργίου Καρυωτάκη: (περισσότερα…)

Παράδοξο συνθετικό αφήγημα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Νίκος Κωσταγιόλας,
Σαν άλλος Σαούλ (ένα σατυρικό δράμα),
Εκάτη, 2023

Ο παράξενος τίτλος της πρώτης συλλογής του Ν. Κωσταγιόλα προαναγγέλλει ένα παράδοξο συνθετικό αφήγημα που θέλει να είναι πολλά πράγματα μαζί. Πρώτον, μια μυθιστορία επιστροφής στη ρίζα της καταγωγής που ισούται με πηγή αυτοπροσδιορισμού και αφετηρία επανεφεύρεσης μιας αυθεντικής ταυτότητας. Πράγματι, ως άλλος Σαούλ, το κύριο πρόσωπο του έργου αναβλέπει κάτω από το αποκαλυπτικό φως της ελληνικής γης μετά από την άγονη περιπλάνηση σε ξένα χώματα. Ταυτόχρονα, είναι και αυτοβιογραφία. Πίσω από τα διάφορα προσωπεία βρίσκεται ο ίδιος ο ποιητής που αυτοβιογραφείται αφηγούμενος την προσωπική πορεία προς μια αυτεπίγνωση αναγκαία για την επιβίωση. Τρίτον, αποτελεί ένα δοξαστικό στο μυθοποιημένο χώρο της πνευματικής αφετηρίας που ορίζεται από τη θάλασσα, τον ήλιο, την ηθική παρακαταθήκη του γενέθλιου κόσμου. Τέλος, τη σύνθεση διατρέχει και μια ερωτική ιστορία που συμπλέει με την υπαρξιακή καταβύθιση. Καταβύθιση που θέλει να αποβεί ανάδυση, ανάταση, μύηση, κάθαρση.

Η πολλαπλή αυτή στόχευση αντικατοπτρίζεται, αρχικά, στην περίπλοκη δομή του έργου. Το κείμενο μιμείται χαλαρά τη μορφική σύμβαση του αρχαίου δράματος και αυτό αποτυπώνεται και στην τιτλοφόρηση κάποιων επιμέρους ενοτήτων (π.χ. πάροδος, στάσιμα, παράβαση, έξοδος). Δεύτερον, στον επιμερισμό του λόγου σε τέσσερις φωνές: ενός αφηγητή, και τριών άλλων συμβολικών μορφών, του «Εφήμερου», του Σειληνού και του Χορού των Σατύρων. Η σκυτάλη περνά –όχι πάντοτε με τακτή σειρά– από την αποστασιοποιημένη και εν πολλοίς ρεαλιστική διήγηση του αφηγητή, στον πεζότροπο λόγο του Εφήμερου για να απογειωθεί στη λυρική φωνή του Σειληνού και στα χορωδιακά στάσιμα του Χορού των Σατύρων, που πλαισιώνει τα παραπάνω, άλλοτε σε λυρική ύψωση άλλοτε σε απόπειρα σκωπτικού σχολιασμού. Η πολλαπλότητα, τρίτον, αποτυπώνεται και στην συνύπαρξη χριστιανικών, παγανιστικών, λογοτεχνικών και αρχαιοελληνικών συμβολισμών. Ο Εφήμερος προέρχεται από τον «αυτόχειρα ένοικο μιας βελανιδιάς στον έβδομο κύκλο της Κόλασης» του Δάντη, εκεί που μεταξύ άλλων κολάζονται μεταμορφωμένοι σε δέντρα όσοι αφαίρεσαν οι ίδιοι τη ζωή τους. Ο Σειληνός είναι ταυτόχρονα και ένα είδος δαντικού Βιργιλίου που εδώ δεν ξεναγεί τον ποιητή στην κόλαση αλλά στην περιδιάβαση στον κόσμο των θνητών. Το διονυσιακό, το ιερό, το υπερβατικό και το εμπράγματο καλούνται να συνδράμουν στην υπαρξιακή κρίση του αφηγητή-ποιητή. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Έλεγοι από τη Ρεματιά

*

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Οι ελέφαντες τούς αγαπούν τους ευκαλύπτους.
Αφού πρώτα συλλέξουν με την προβοσκίδα τους
από τα χαμηλά κλαδιά τα φύλλα,
ύστερα μ’ όλο τους το βάρος
πέφτουν επάνω στον κορμό
και αποτρών το δέντρο αφού το ρίξουν καταγής.

Όταν δεν μείνει άλλο όρθιο γύρω
η αγέλη πλέον τραβάει αλλού,
προς νέους ευκαλύπτους.
Η μνήμη ωστόσο (ελέφαντα…)
χαρτογραφεί τον τόπο.
Σε καμιά εικοσαριά χρόνια
όταν από τους σκόρπιους σπόρους
το άλσος θα έχει εκ νέου φυτρώσει,
η αγέλη θα επιστρέψει
και το μοτέρ της αποψίλωσης θα ξαναπάρει εμπρός.

Ζω πάει να πει σκοτώνω διαρκώς.
Όλοι σκοτώνουν για να ζήσουν,
τσαλαπατούν, ξηλώνουν, κατακρεουργούν
χορτάρια, θάμνους, δάση ολόκληρα,
ζώα εκτροφής, θηράματα, κοπάδια,
κήπος χωρίς ζιζάνια δεν υπάρχει,
το δέντρο με τις ρίζες του πνίγει τα διπλανά του,
ακόμη κι ο συλλέκτης των καρπών
την Eποχή του Λίθου
ήταν προ πάντων κυνηγός,
η αμιγής φρουτοφαγία είναι αδύνατη,
άσε που κάθε σύκο ή μούσμουλο
είν’ από μόνο του ολόκληρο οικοσύστημα
– προνύμφες, έντομα, μικροοργανισμοί,
κάθε μπουκιά ολοκαύτωμα στα οξέα του στομάχου.
Όσο για τον βεγκανισμό, τι απάτη!
Του αρότρου πάντοτε έπεται η σφαγή,
κάθε ξεχέρσωμα είναι και μια γενοκτονία,
οι καλλιέργειες μετριούνται σ’ εκατόμβες –
«Για ν’ ανοιχτεί ένας λάκκος, πόσα κρίνα
γύρω ξεριζωτά και πατημένα…» (Παλαμάς)

Οι άνθρωποι ωστόσο είν’ ευσυγκίνητοι
κι είναι κι οκνοί κι υποκριτές και τόσα ακόμη,
μιλούν για τη ζωή όπως τους βολεύει,
όταν τους πάνε όλα δεξιά
την επαινούν σαν έκπαγλο ιδανικό,
κι όταν ζορίζονται της κάνουν κριτική,
ότι επιδέχεται τάχα βελτίωση
κι αυτή καθυστερεί άνευ λόγου,
την καταριούνται ή την υμνολογούν,
την ιστορούν σε ξόανα ή βιβλία σοφά,
μα δεν τολμούν καν να προφέρουν τ’ όνομά της.

18.6.2023

(περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

*

ΕΠΟΨ

Σ’ είπαμε τσαλαπετεινό, σ’ είπαμε έποψ, όμως τίποτε.
Σ’ είπαμ’ αγριοκόκκορα, μα πάλι
όντας του Θέρους, έφυγες, να ’σαι παντού μαζί του.

Αχ να ’μενες και να ’σουνα στολίδι της αυλής μας,
να ’σουν ο άγριος βασιλιάς, έμβλημα της φυλής μας.

~.~

ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑΤΑ ΛΕΥΚΑΔΟΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ, 2023:

(«Ερμηνεύοντας για πολλοστή φορά τον εαυτό μου είτε το αγαπημένο χαρτί της Τράπουλας του Ταρώ* που ονομάζεται «Ο Τρελός»)

Είμαι αυτός που περπατεί μη ξέροντας για πού γοητευμένος από τ’ άστρα.
Μια πεταλούδα διαρκώς με συντροφεύει πότε μπρος πετώντας πότε πίσω, δεξιά κι αριστερά.
Μες στο σακούλι που κρεμάω στο ραβδί το περασμένο από τον ώμο
δεν έχω πλέον τίποτε αφού
τα σύκα, το θυμάρι μου, τα σκόρδα, το ψωμί **
που είχε μέσα μού τ’ αρπάξανε ληστές.
(Δεν ξέραν πως μ’ απάλασσαν κι απ’ το στερνό μου βάρος).

Οι άνθρωποι μου φέρθηκαν σαν άνθρωποι. Στις δόξες μου
αναμερίζαν προσκυνώντας με παντού για να περάσω. Στις μη δόξες μου
έστελναν τα σκυλιά τους να τραβήξουνε το ρούχο μου
για να φανεί ο κώλος μου και οι έρμοι να γελάσουν.

Κι έφτασα εντέλει στο ποτάμι αυτό του Γαλαξία
όπου οι έξυπνοι άνθρωποι αδυνατούν να φτάσουν.

Ντυμένος μπήκα μέσα του και διάβηκαꞏ
γυμνός και ολοκάθαρος βγήκα στην άλλη όχθη.
Κι άγνωστος πια σε μένανε προς τ’ άγνωστο τραβάω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

__________________

* Για τα χαρτιά της Τράπουλας του Ταρώ μιλώ στο βιβλίο μου Αθανάτου Μνήμης Σημεία, 4η έκδοση, Οδός Πανός, 2023.
**Είναι οι τροφές που περιείχε η πήρα (το σακούλι) των αγαπημένων μου Κυνικών.

*

Θεώνη Κοτίνη, «Από ψηλά» και άλλα ποιήματα

*

Από ψηλά

Κάτω η θάλασσα
θηλάζει
βρέφη κυμάτων,
μόλις έναρθρα
μικρές στην άπνοια συλλαβές,
εγκάρδια όλη.

Και ρίχνεσαι
σε μια αρχαία συμμαχία
βουτώντας
άφωνο στήθος στο νερό
βαθύ κορμί ρωτώντας

Τι να ’ναι αυτό το βάπτισμα,
ετούτος ο καθρέφτης τι βαστά;

~·~

Λέξεις

Αγραπιδιές στο λόγγο
γκορτσιές και θεριστάπιδα
γλυκές καμπάνες κίτρινου
βαθύλαλες στη γεύση.

Μια χούφτα λέξεις η παιδική σου ηλικία
ένα ιδίωμα εύοσμο που εκρήγνυται
όταν ανοίγεις τα παράθυρα
σ’ εκείνο το παλιό σου σπίτι και ακούς
βραχνό το γέλιο του πατέρα
με τη μαγκούρα φτάνοντας στο θρόισμα του δάσους
σεβάσμιες ελιές να τον πηγαίνουν
σ’ αυγούλα αρχαγγελική
με νοτισμένο πέρα το χορτάρι ν’ αναπνέει
βρεγμένο βέλασμα αμνού,
ξεκούρδιστο της μνήμης κουδουνάκι.

~·~ (περισσότερα…)

Ο Ριμαχό στον Εικοστό Πρώτο αιώνα

*

της ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο κύριος με το παράξενο όνομα Ριμαχό είναι ποιητής, φιλόλογος και κριτικός. Γεννιέται μέσα στο ποίημα, γέννημα-θρέμμα του άδολου έρωτα για τις λέξεις. Πρόσωπο πρωτεϊκό, με έκδηλη τη φιλοσοφική διάθεση, έχει το χάρισμα να μεταμορφώνεται, να κινείται στον χώρο και στον χρόνο, να παρατηρεί και να σχολιάζει τα ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα, άλλοτε αθέατος κι άλλοτε να παίρνει τη μορφή γνωστών ποιητών της Κύπρου, να ζει στιγμές του βίου τους και να συνομιλεί με τους οικείους και τους φίλους τους. Ο Ριμαχό λατρεύει την πατρίδα του, την Κύπρο, αναστοχάζεται την ιστορία της,  ταυτίζεται και βιώνει μαζί της όλες τις επώδυνες περιπέτειες του βίου της, εκφράζει ελεύθερα και με θάρρος τη γνώμη του, αναλαμβάνει την ευθύνη και τις συνέπειες των λόγων του. Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, μετά από έξι ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές στο βιογραφικό του, από το 2009 μέχρι σήμερα και ένα ήδη διακριτό κριτικό έργο, στο νέο του ποιητικό βιβλίο μπαίνει στο ρόλο του επιμελητή έκδοσης και μας συστήνει τον Ριμαχό, μεριμνώντας, όπως ισχυρίζεται, να γίνει γνωστό στο αναγνωστικό κοινό αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, που περιλαμβάνει ημερολογιακές καταγραφές, μαρτυρίες, αδημοσίευτα ποιήματα και επιστολές του Ριμαχό. Ο ποιητής αυτός, παλαιός γνώριμος δημοφιλών ομοτέχνων του, όπως ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο Παντελής Μηχανικός και ο Κώστας Βασιλείου φαίνεται πως υπήρξε μια προσωπικότητα με σημαντικό αλλά όχι προβεβλημένο έργο και μελετητές, όπως ο ποιητής και φιλόλογος Σάββας Παύλου, έγραψαν ότι ο Ριμαχό «αποδείχτηκε persona grata στη λογοτεχνία του νησιού». (περισσότερα…)