σύγχρονη ελληνική ποίηση

Μετά το Άουσβιτς

*

Εδώ και μήνες
ο θάνατος
συμμάχησε για τα καλά
με το παράλογο.
Γι’ αυτό
ο Αύγουστος του καρπουζιού
δεν έχει σημασία πια.
Τι σημασία έχει η ιστορική παιδεία
κι η καλή καρδιά
όταν μετά το γαμημένο Άουσβιτς
στα μάτια
κάποιου χορτασμένου εβραιόπουλου
μπορείς να δεις
τα πληγωμένα μάτια
κάποιου πεινασμένου κοριτσιού
που ζει
μες στα φριχτά ερείπια
στην ισοπεδωμένη  Γάζα. (περισσότερα…)

Μικρή εισαγωγή στην ποίηση του Βαγγέλη Τασιόπουλου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ο ποιητής Βαγγέλης Τασιόπουλος, με εννιά ποιητικές συλλογές και μια πρόσφατη συλλογή διηγημάτων στο ενεργητικό του, αποτελεί έναν διακριτό ποιητή της Γενιάς του 1980 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος,[1] ο οποίος, ενώ στην αρχή της ποιητικής του πορείας παραμένει ως επί το πλείστον περίκλειστος ποιητικά εντός του ιδιωτικού λυρισμού, εξελικτικά και κλιμακωτά αποκλίνει από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-όραμα και ανοίγεται στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, προσφέροντας μιαν ευρύτερη θέαση του συλλογικού. Στο παρόν κείμενο, επομένως, θα εστιάσουμε (όσο αυτό είναι δυνατόν στο πλαίσιο ενός μικρού  κειμένου) αφενός στην προαναφερθείσα εξελικτική πορεία της ποιητικής του Τασιόπουλου, η οποία προϋποθέτει παράλληλα και μια σημαίνουσα μορφολογική μετατόπιση από το λυρικό-ποιητικό προς το αφηγηματικό-πεζοποίημα, και αφετέρου στην ανάδειξη κεντρικών θεμάτων της ποίησής του που επανέρχονται βασανιστικά και επίμονα με τρόπο που μας επιτρέπει να μιλήσουμε, κατά την άποψή μου, για ένα ποιητικό έργο εν προόδω. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. (περισσότερα…)

Η «στιχοσύνη» ως «βαλβίδα του ποιήματος»

*

του ΚΩΣΤΗ ΠΑΥΛΟΥ

Παναγιώτης Νικολαΐδης
Πόλη που ράγισε
Σμίλη, 2024

 Η συλλογή Πόλη που ράγισε του Παναγιώτη Νικολαΐδη κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες του 2024 από τις εκδόσεις Σμίλη[1]. Αποτελεί την όγδοη ποιητική συλλογή του σημαντικού αυτού Κύπριου δημιουργού σε ένα σύνολο εννιά ποιητικών καταθέσεών του σε μορφή βιβλίου, αν στο σύνολο αυτό συνυπολογιστεί αφενός η ποιητική σύνθεση Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο. Σονάτα για την αφαίρεση (2017), που συνέθεσε σε συνεργασία με τον ποιητή Μιχάλη Παπαδόπουλο, και αφετέρου η συλλογή Γράμματα στην αγαπημένη που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2025. Φανερό είναι επίσης ότι τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην Πόλη που ράγισε παρουσιάζουν μια εσωτερική ενότητα με τα ποιήματα τόσο των δύο προηγούμενων συλλογών του ποιητή, Η Νύφη του Ιούλη (2019) και Ριμαχό (2022), όσο και της πρόσφατης συλλογής του Γράμματα στην αγαπημένη. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν άτοπο να ισχυριστεί κανείς ότι οι τέσσερις συλλογές συνιστούν κατά βάση μια τετραλογία, με πολλές τις ορατές και αδιόρατες διαλεκτικές σχέσεις ανάμεσα σε αρκετά από τα ποιήματα που συγκεντρώνουν. Θα ήταν βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια ευσύνοπτη συζήτηση που θα αποσκοπούσε στη μερική έστω διαλεύκανση των σχέσεων αυτών, ωστόσο το απαιτητικό αυτό εγχείρημα θα απαιτούσε μια αυτοτελή, συνθετικότερη εργασία. Σε ό,τι ακολουθεί λοιπόν επικεντρώνομαι αποκλειστικά και μόνο στην Πόλη που ράγισε, επιχειρώντας την ανάδειξη βασικών συνισταμένων του ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου του περιεχομένου και της μορφής των ποιημάτων της συλλογής. (περισσότερα…)

Το χιόνι που τραγουδά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ

Ηλίας Κεφάλας,
Μισοφέγγαρα,
Θράκα 2024

Το ποιητικό έργο Μισοφέγγαρα του Ηλία Κεφάλα, μια συλλογή από 225 επιγράμματα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Θράκα το 2024, αποτελεί ένα λεπταίσθητο ποιητικό σύμπαν, όπου το ελάχιστο αποδεικνύεται επαρκές και το καθημερινό ανυψώνεται σε ποιητικό στοχασμό.

Ο Ηλίας Κεφάλας, γεννημένος το 1951 στον Μέλιγο Τρικάλων, μας ταξιδεύει μέσα από τους στίχους του σε έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, συναισθήματα και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Στα διακόσια επιγράμματα που απαρτίζουν τη συλλογή, ο ποιητής καταγράφει με τρυφερότητα, χιούμορ, ειρωνεία και υπαρξιακό βάθος τα συμβάντα και τα συναισθήματα που διαπερνούν την καθημερινή ζωή. Τα ποιήματα, αφοπλιστικά λιτά και πάντα με έναν ή δύο στίχους, θυμίζουν χάικου όχι ως προς την αυστηρή συλλαβική δομή, αλλά ως προς την πρόθεση: τη σύλληψη και απόδοση μιας στιγμής με ακρίβεια και πνευματικότητα, όπως αυτό:

«Ἀπ᾿ τὰ χαράματα τὸ χιόνι τραγουδῶ – μόνος κατάμονος» (αρ. 1).

Πρόκειται για ένα επίγραμμα που είναι η εναρκτήρια χειρονομία της συλλογής και λειτουργεί ως προγραμματική δήλωση, ως ένα εισαγωγικό μότο του ποιητικού κόσμου του ποιητή. Σε δύο μόνο στίχους, ο Ηλίας Κεφάλας συμπυκνώνει έναν ολόκληρο υπαρξιακό ορίζοντα.

Η εικόνα του χιονιού λειτουργεί σε αρκετά επιγράμματα διττά: είναι και η φύση που παρατηρείται και ο καθρέφτης του εσωτερικού τοπίου. Το χιόνι «τραγουδά» — μια ποιητική προσωποποίηση που ενώνει τον φυσικό κόσμο με τον άνθρωπο. Η φωνή του ποιητή χρωματίζει τον ήχο της φύσης, τον μετουσιώνει σε τραγούδι. Ή μήπως το τραγούδι αυτό είναι δικό του, και το αποδίδει στο χιόνι για να μην ομολογήσει το δικό του κλάμα;

Η δεύτερη φράση του πρώτου επιγράμματος, «μόνος κατάμονος», επαναλαμβάνει την έννοια της μοναξιάς με έμφαση σχεδόν εκκωφαντική. Δεν πρόκειται για την απλή μοναξιά, αλλά για την απόλυτη απομόνωση – το κατάμονος εντείνει τη σιωπή, την παγωμένη ακινησία της ύπαρξης. Ο ποιητής στέκει μόνος μπροστά στη λευκή απεραντοσύνη του χιονιού, όπως ο στοχαστής μπροστά στο άγραφο χαρτί ή η ύπαρξη μπροστά στο κενό. Ο στίχος δεν αναζητά λύτρωση, αλλά αποδοχή: ο ποιητής τραγουδά, ακόμα κι αν είναι μόνος. Είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι στον παγερό κόσμο. Εδώ διαφαίνεται η ηθική της λιτότητας που διατρέχει όλη τη συλλογή – να λέγεις το λίγο με τρόπο πλήρη, να τραγουδάς έστω και μέσα στη σιωπή. (περισσότερα…)

Παιδιά στα καλαμπόκια

*

Φωνὴ ἐν Ραμᾷ(λα) ἠκούσθη, θρῆνος
καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Παιδιὰ στὰ καλαμπόκια συναντιοῦνται
κάθε αὐγή, στῆς προσευχῆς τὴν ὥρα
καὶ σὲ καινὰ εὐαγγέλια μυοῦνται
καπνίζοντας λουλούδια ὑπνοφόρα.

Ἀλλάζοντας φορὰ στὴν ἐξουσία
μὲ τὰ δρεπάνια καὶ πυρσοὺς στὰ χέρια
μοιράζουνε ξανὰ τὴν περιουσία
τοῦ γένους τους μὲ δίκαια μαχαίρια.

Κι’ ὁρμοῦνε στοῦ ναοῦ τὸν ἀχυρώνα
τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς σοδειὰ γυρεύει
μὲ δέηση στοῦ Κύριου τὴν κορώνα.

Τὸ αἷμα τῶν μεγάλων πλέον ὑδρεύει
τὰ καλαμπόκια ἐκτὸς θερμοκηπίων·
μιὰ ἐκδίκηση σφαγῆς ἀθώων νηπίων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

*

*

 

Άνθη που σκάλισε ο ουρανός

*

( Αποσπάσματα )

Δ΄
Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ

Το υγρό φιλί σου σαν την άμπωτη πήρε κάτι από εμένα
ένα μυστήριο κρυμμένο
μες στους κολπίσκους και τις προεξοχές των βράχων
εκεί που το κύμα ερωτεύεται τον θάνατο.

Ξεφλούδισε το σώμα μου απ’ το γλυκό όνειρο
και γυμνός σαν την πείνα του άγριου ζώου
αφουγκράζομαι τη θαλασσινή βοή
την πανάρχαια μάνα της εφηβείας.

Κ’ είναι ο άνεμος ένα κοχύλι στο αυτί μου
το επικίνδυνο κάλεσμα των χορικών τραγουδά
κι ευθύς τα χέρια μου λερώνονται με το πατρικό αίμα.

Είναι το σπίτι μου κοντά
μια καλύβα παραδομένη στους τρόπους της θάλασσας
μα φοβάμαι να μπω.
Έρχονται από μέσα φωνές ακρωτηριασμένες
του γδικιωμού το τραύλισμα
φωνές σκουριασμένες σαν παλιό μαχαίρι.

Είναι το σπίτι μου ένα ρημοκλήσι
με το ταγκό σκοτάδι των αγίων
τη μαύρη κάπα που καλύπτει τους ώμους των ενοχών μου
σαν δηλητηριασμένο πουκάμισο.

Φοβάμαι να μπω
φοβάμαι ν’ ασπαστώ τα μάγουλα του νεκρού πατέρα.
Φοβάμαι να φιλήσω αυτό που θα με σωπάσει.

~.~ (περισσότερα…)

Η ποίηση ως φιλοσοφία της γλώσσας

της ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΓΙΩΤΗ

Κ. Χ. Λουκόπουλος
Δεκαεννιά βινιέτες για τη γλώσσα και τη σιωπή,
ΑΩ, 2024

Η συλλογή δομείται σε δύο μέρη που ονομάζονται έκαστο «Η γλώσσα και οι λέξεις» και «Η γλώσσα και η σιωπή». Σε σχέση με τον γενικό τίτλο θα περίμενε κανείς το θέμα της «σιωπής» να αναπτυχθεί στο δεύτερο μέρος, όμως ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος δεν διαχωρίζει ισομερώς και έχει τους λόγους του: η φιλοσοφία της γλώσσας, η ανάγκη για αποσαφήνιση, επιμερίζεται για να ορίσει από τη μια τις «λέξεις» και από την άλλη τη «σιωπή». Γιατί και σιωπή χωρίς λόγο δεν μπορεί να υπάρξει. Η σιωπή προηγείται, η σιωπή έπεται, είναι το Α και το Ω της γλώσσας. Άλλωστε, το πρώτο μέρος είναι φανερά πιο μεγάλο σε έκταση από το δεύτερο, πράγμα που καθιστά τον διαχωρισμό εκ των πραγμάτων ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Ως καταρχάς ταυτίζον το περιεχομενικό και φαινομενικό τι της συλλογής, διατείνεται μεταξύ αντίθετων πόλων ώσπου με την αναζήτηση του ιδεατού δια τη φθοράς αποκτά υπόσταση. Στο πρώτο μέρος:

«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ που ορίζουν, οι ίδιες αναιρούν»
«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ που έγραψα και οι λέξεις που πίνω»

Ενώ, στο δεύτερο μέρος:

«Η ΣΙΩΠΗ προηγείται επειδή είναι πηγή»
«Η ΣΙΩΠΗ είναι μια στάση κινδύνου (ψυχική) ή μία επικίνδυνη στάση (σωματική)»

Ο Λουκόπουλος έχει επιλέξει τον τρόπο των Γενόσημων (ΑΩ, 2021): έχουμε εδώ πεζά ποιήματα για το σύνολο των βινιετών, των αριθμημένων κατά τον τίτλο και χωρισμένων με τη σειρά τους σε μικρότερα μέρη, όσα χρειάζονται προκειμένου το νόημα να αποκτήσει έκταση και χρόνο. Διαβάζω την τρίτη βινιέτα (IIIème vignette) που τιτλοφορείται ΔΕΛΤΑ, όπου ένας αστερισμός με οδηγεί στον εκφρασμένο για το σώμα πόθο, όχι μέσω του ρομάντζου που παραδοσιακά τους συνδέει, αλλά μέσω της συμπτώσεως, του χρονικού άλματος, της επιστήμης. Διαβάζω την πέμπτη βινιέτα (Vème vignette) όπου τα χιλιάδες καρέ ενός ταξιδιού με ηλεκτρικό τρένο αποτυπώνουν μια θεατρική σκηνή Ναπολέοντος που θρύπτεται αλλεπάλληλα εις Βατερλό. Συνήθως η αποσαφήνιση με ενοχλεί, εδώ όμως, καθώς υπάρχει ο λεκτικός πλούτος να την υποστηρίξει, με ικανοποιεί: «Κι ο χρόνος που γίνεται ανοικτίρμων». Διαβάζω την έκτη βινιέτα (VΙème vignette) όπου ο Έρωτας βαφτίζεται Διάρρηξη, εδώ όμως η αποσαφήνιση περισσεύει στον βαθμό που η ποιητικότητα υπονομεύεται εκ προθέσεως να εναρμονιστεί –υποψιάζομαιππ με το σήμερα: «Και να μην το κοιτάζει στο φύλο του για να αποφασίσει αν θα το ερασθεί (παρά στα μάτια)». Διαβάζω τη δέκατη βινιέτα (Χème vignette) όπου «ΣΑΡ δίχως πόδια, αλλά τον πεθαίνουν οι πόνοι στα γόνατα» κι έχω πιστέψει στη μακρά αδυσώπητη διάρκεια του «κακού». Στη δέκατη τρίτη βινιέτα (ΧΙΙΙème vignette) τα «ΤΟΞΑ συντέμνονται, στον χρόνο που μας αδειάζει, οι στιγμές μας μαζί»  και ο χρόνος ο μυθοπλαστικός και ο χρόνος ο αληθινός, όλες οι χρονικές βαθμίδες πώς μπερδεύονται (θαυμαστικό): (περισσότερα…)

Το δικό μου Πιστεύω

*

λευκὸς ἀφρὸς ἀπ᾽ ἀθανάτου χροὸς ὤρνυτο

Ποτέ δεν πίστεψα σ’ έναν Θεό πατέρα
που όλους μάς έπλασε δήθεν απ’ το μηδέν
και μας μεγάλωσε με «μη» στυφά και «δεν»
για να μας δείχνουν λέει τον δρόμο νύχτα-μέρα.

Ούτε στη Φύση είδα ποτέ μου τη μητέρα
που τάχα κόπτεται για μας ανέκαθεν·
«θεία μας» την έλεγε ο Καρούζος, «σκαιά» ο Βερλαίν,
κι ας παίρνει πόζα στο Ιερό σαν Πλατυτέρα.

Σε μια πιστεύω Δύναμη, μια Εξουσία:
στου ευνουχισμένου τ’ Ουρανού τη θεία σπορά
που ενώνει μέσα της σφιχτά ηδονή και βία.
Ξέρει Εκείνη τι ποθούμε· μας υψώνει,
κι ακριβοδίκαιη και φιλάνθρωπη μετά
δίχως καθόλου να διστάσει μας σαρώνει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*

*

 

Κέρινη ομοιότητα

***

ΚΕΡΙΝΗ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ

Αν μιμούμαι κάτι, αυτό δεν είναι η ζωή, είναι τα πράγματα.
Αυτό που είμαι ο ίδιος, είναι διαφορά από τη ζωή
–πράγμα ασήμαντο γιατί ζωή είναι όλα εκτός από μένα–
κι ένα ανάθεμα στον ανθρώπινο πόνο.

Τα πράγματα προσπαθώ να τα μιμούμαι γιατί μοιάζουνε.
Μία προθήκη με (τα) κέρινα πρόσωπα (τους ο κόσμος).
Το λέω έτσι γιατί κάθε πρόταση είναι παρένθεση σε κάτι που σιωπά.

Τα αντικατοπτρίζω κι ύστερα επιτρέπω το αποτύπωμά τους πάνω μου
γιατί η βούληση είναι μια δικαιολογία για την απουσία του πρωτοτύπου
που ενθαρρύνει τη μοίρα να με υποβιβάζει σε αδιάκοπο ενεργούμενό τους.

Η ομοιότητα δεν είναι μόνο το πράγμα που είναι
αλλά και εκείνο που του απομένει.
Ένα υπόλοιπο.
Κάθε πράγμα είναι και εκείνο που του απομένει.
Που αξίζει να το μιμηθώ όταν είναι πιο δύσκολο σε χαρτί.
Και πολύ πιο δύσκολο σε χάρτινη φιγούρα
σαν αυτές που φυσάνε γύρω μου πριν λιώσουν στην ανακύκλωση.

Το υπόλοιπο της ομοιότητας είναι πρωτίστως μια αντίστιξη
ανάμεσα στην ύπαρξη και στον έρωτα.
Γιατί όλα υπάρχουν ώστε να ερωτεύονται ώστε να υπάρχουν.
Το υπόλοιπο είναι το ένα του άλλου –
μια μίμηση της μίμησης που είναι ο κόσμος.
Και ο Θεός μια μίμηση του κόσμου μέσα μου,
που απέχει από το πράγμα όσο ο χώρος που του απομένει. (περισσότερα…)

Του Βορρά (Στον Θοδωρή Καλλιφατίδη)

*

Γη των Γότθων – Gotland

Χτυπούσαν τα κατάρτια
τό ’να με τ’ άλλο
έξω απ’ την Τροία προσμένοντας
μες στον ιδρώτα ενός ονείρου
μιας αρπαγής, χτυπούσαν
οι χορδές – μια λύρα, ένα σαντούρι;

Κι απάνω, βορειότερα
σε θάλασσες μουντές, φουρτουνιασμένες
παλεύαν γίγαντες, υφάλμυροι
και θάβαν τους νεκρούς τους
σε πέτρινα καράβια του γρανίτη.
Κι εκεί κι εδώ και πάντα
για ένα δέρας χρυσόμαλλο
μια λάμψη αιμάτινη, έναν οίστρο.

Όμως, εδώ στων Γότθων το νησί
η θάλασσα το ρούφηξε το αίμα
μεσ’ απ’ τον ασβεστόλιθο
και γίνανε από τότε
μαύρες οι προβιές
και μείναν οι λαβύρινθοι
– ποιος, πού τους είδε; Στου Μίνωα το παλάτι; –
με όρια τις πέτρες,
για να γυρνάνε οι ψυχές
και να γλυκοχαράζουν.

Η Γκότλαντ είναι ένα σουηδικό νησί με μακρά ιστορία κατακτητών και αίματος, θέατρο των επιδρομών των Βίκινγκς, των Δανών και των κατοίκων της χανσεατικής πόλης Βίσμπυ εναντίον των αγροτών. Κατέχει θέση στρατηγική στη Βαλτική όπως η Κρήτη και η Κύπρος στην Μεσόγειο, με όλα τα παρεπόμενά της. Αλλά είναι και το νησί με την εξαίρετη φύση, τα σπάνια είδη πουλιών, τα πρόβατα με το λαμπερό μαύρο, κοντό στριφτό μαλλί:  το νησί του Μπέργκμαν και του δικού μας αγαπημένου συγγραφέα, του 80χρονου πια Θοδωρή Καλλιφατίδη.

(περισσότερα…)

Ονειροκρίτης

*

Στην παγερή σκιά της νύχτας
εσύ γυμνή, μέσα του Μάρτη
Να σε τυλίγει μια Τετάρτη
το φλογερό φιλί της νύστας

Η οθόνη σβήνει σε μιαν άκρη
και δίνεις στ’ όνειρο τα σκήπτρα
μα αυτό ξηλώνει όλα τα πλήκτρα
για να συνθέσει μια απάτη

Ήτανε, λέει, μια χαρτορίχτρα
που ορμηνεύει όπως ορίζεις
κι όσο φωνάζεις και δακρύζεις
κρατάς στο χέρι σφουγγαρίστρα

Σου τάζει μέλλον που ξορκίζεις
και όχι Ωραίας Κοιμωμένης
πλύστρα σε σκάλες της Κυψέλης
τη φτώχεια ν’ αναθεματίζεις

Μιας τράπουλας σημαδεμένης
η μάγισσα δείχνει τ’ αστέρι
κι αναρωτιέσαι αν θα φέρει
αυτό που δεν το περιμένεις (περισσότερα…)

Μια μακάβρια χορογραφία

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Γιάννης Πάσχος, Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του
να κατέβει απ’ τον σταυρό, Αθήνα, Περισπωμένη, 2024
///

Προλογικοί χοροί διαλόγων [1]

— Το παρατράβηξες
Μια γυναίκα σε περιμένει στο σπίτι να σε πλύνει
Κατέβα επιτέλους νυχτώνει
Δεν αξίζει να πεθάνεις στον σταυρό
Φόβοι ανθρώπων σε οδηγούν.
Με ξέχασες και χώρια αποφασίζεις;

—  Ο πόνος που ζω ξεπερνά κάθε μαρτύριο
που θα μπορούσε καρδιά να σκεφτεί
ή θα ήξερε γλώσσα να πει,
χωρίς παρηγοριά ούτε αντίδοτο,
όσο διαρκεί όλο αυτό τόσο πληγώνει:
δεν υπάρχει χειρότερο κακό.

— Αλίμονο, αλίμονο, άθλιο κορμί,
κάνεις ό,τι σου αρέσει,
ό,τι θέλεις με τις ψεύτικες επιθυμίες σου,
και δεν σε νοιάζει τι απομένει.

—  Τώρα, θέλω να πεθάνω.
Φύγε αν θέλεις! Φύγε, διάλεξε άλλο σώμα!
Φοβερό του θανάτου το ποδοβολητό.
Μην με αφήνεις μόνο μου.
Σε ικετεύω μη με αφήνεις

— Επίδειξη θανάτου κάνεις!

(περισσότερα…)