Ουκρανία

Στη «σωστή πλευρά της ιστορίας»; Η υποδοχή ενός κειμένου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την περασμένη Παρασκευή, το Νέο Πλανόδιον δημοσίευσε ένα κείμενό μου με τίτλο «Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου». Διατύπωσα την –εδώ που τα λέμε, όχι και τόσο πρωτότυπη– άποψη ότι ο πόλεμος αυτός θα μπορούσε να έχει αποτραπεί εάν η δυτική πολιτική είχε χειριστεί το ζήτημα διαφορετικά και ιδίως εάν κατανοούσε τα κόκκινα καμπανάκια που χτυπούσε ο αντίπαλος. Το συμπέρασμα αυτό μου φαινόταν (και εξακολουθεί να μου φαίνεται) ολωσδιόλου αυτονόητο. Στη διπλωματία, όπως και στη ζωή γενικότερα, είναι σημαντικό να κατανοείς την οπτική του αντιπάλου. Στην περίπτωση της Ρωσίας, όχι μόνον δεν έγινε αυτό, αλλά η Δύση (πρωτίστως οι ΗΠΑ) παρασύρθηκε σε απανωτά σφάλματα κρίσης που είχαν τραγικά αποτελέσματα για την Ουκρανία.

Εν πάση περιπτώσει, κατόπιν της δημοσίευσης είχα την τιμή να ανταλλάξω απόψεις με σοβαρότατους φιλελεύθερους πανεπιστημιακούς ή ανεξάρτητους αναλυτές, οι οποίοι, ευγενικά, αναγνώρισαν προτερήματα στην ανάλυσή μου, φροντίζοντας ωστόσο, όπως ήταν λογικό και αναμενόμενο, να τονίσουν και τη διαφωνία τους σε επιμέρους σημεία ή στα γενικότερα συμπεράσματα. Αυτή ήταν η θετική πλευρά.

Διότι κατά τα άλλα, η ιδιωτική μου αλληλογραφία κατακλύστηκε και συνεχίζει να κατακλύζεται από χυδαιότητες και απειλές που ντρέπομαι και να επαναλάβω, προερχόμενες, κυρίως, από απρόσκλητους συνομιλητές. Χαρακτηριστικά, και αυτό εξηγεί τον συναισθηματισμό της ανάρτησης, ένας έφθασε να μου γράψει ότι δεν θα έλεγα τις ίδιες «αφηρημένες ηλιθιότητες» εάν «σε ένα από τα σεντόνια βρισκόταν καλυμμένο το παιδί μου»! Η επωδός όλων: Υποστηρίζω ουσιαστικά τον Πούτιν και δικαιολογώ τον πόλεμό του… Δικαιολογώ τα εγκλήματα πολέμου, τις φρικωδίες κατά των αμάχων και τα εκατομμύρια των προσφύγων…

Ξύνω πραγματικά το κεφάλι μου για να καταλάβω από πού κι ώς πού μου επιφυλάχθηκε αυτή η τόσο ξεχωριστή θέση στην κόλαση. Διότι μόνον ιεροεξεταστική λογική μπορεί να διέπει την ακατανίκητη προσπάθεια των «φίλων» μου, παρά τις μύριες διαβεβαιώσεις μου περί του αντιθέτου, να σκάψουν βαθιά στην ψυχή μου και να αποσπάσουν την ομολογία μου, την αληθινή απάντηση που ως αιρετικός φρόντισα να συγκαλύψω, στο ένα και μοναδικό ερώτημα: είμαι με τον Πούτιν ή είμαι με τους Ουκρανούς;

Το ερώτημα πώς φθάσαμε ώς εδώ και τι μπορεί να γίνει τώρα, είναι, φαντάζομαι, αδιάφορο. Για το δικαίωμα να ασκήσω κριτική στη Δύση, όχι ως εχθρός, αλλά ως φιλελεύθερο τέκνο της (γιατί αν τρέφω οποιαδήποτε ελπίδα για λύση έρχεται από εκεί), δεν μπορεί να γίνει ούτε λόγος.

Το μοναδικό θέμα είναι λοιπόν η καταδίκη της εισβολής. Ας εξηγήσω, για άλλη μια φορά. Δεν μπορώ να συμφωνήσω σε αυτό, όχι βέβαια επειδή θεωρώ την εισβολή δίκαιη/επιτρεπτή/ηθική, αλλά, αρχικά, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξέρω αν υπάρχει έστω ένας πόλεμος που σταμάτησε, ως δια μαγείας, επειδή καταδικάστηκε ως άδικος. Ο συμβολισμός της καταδίκης σπάνια είναι τόσο ισχυρός ώστε να αφοπλίζει έναν αντίπαλο ο οποίος θεωρεί ότι διεξάγει δίκαιο πόλεμο. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί πόλεμοι οι οποίοι αποφεύχθηκαν επειδή οι δυνητικοί αντίπαλοι κατέληξαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, αφού κατανόησαν την κανονιστική οπτική της άλλης πλευράς.

Κυρίως όμως δεν συμφωνώ επειδή βλέπω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι της ηθικής μας στράτευσης κινδυνεύουν να φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκουμε. Παρακαλώ αναλογιστείτε τι κάνουμε τώρα. Έχοντας το «ηθικό πλεονέκτημα» (συγγνώμη για τον προφανή συνειρμό, αλλά περί αυτού πρόκειται) που μας δίνει η ταύτιση με τον δίκαιο αγώνα των Ουκρανών, και καθώς δεν θέλουμε να αφήσουμε τους αμυνόμενους ανυπεράσπιστους αλλά θέλουμε να τους δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας, τους εξοπλίζουμε και τους παροτρύνουμε σε μάχη μέχρις εσχάτων απέναντι σε έναν εχθρό με σαφή υπεροπλία, χωρίς να βλέπουμε ουσιαστική προοπτική στον αγώνα τους και χωρίς την παραμικρή δέσμευση ότι θα πολεμήσουμε στο πλευρό τους.

Και καλά όλα αυτά στην αρχή του πολέμου. Τώρα που μάλλον θα βλέπουμε τον ρωσικό στρατό να καταφεύγει ολοένα και περισσότερο σε μεθόδους δοκιμασμένες σε προηγούμενες συγκρούσεις, να ακολουθεί δηλαδή το εξαιρετικά βάναυσο, αλλά δυστυχώς πολύ επιτυχημένο, στρατηγικό σχέδιο που εφάρμοσε στη Συρία και το Γκρόζνι, ποιο πρακτικό νόημα θα έχει η καταδίκη του Πούτιν και η «αλληλεγγύη» με τους Ουκρανούς; Δεν αξίζει να αναρωτηθούμε ποιο είναι τελικά το μέγεθος της καταστροφής που είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε (και να εκλογικεύσουμε) προκειμένου να υπακούσουμε στο περί δικαίου αίσθημά μας, αντί να σκεφθούμε πολύ πιο απλά τι ωφελεί πραγματικά τον αδύνατο, ποιοι πρέπει να κάτσουν στο τραπέζι και τι πρέπει να συζητήσουν; Διότι, όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν, ο ιός της χιλιετίας φαίνεται να μην διέγραψε τη μνήμη και τη λογική βάσει της οποίας δρουν οι μεγάλες δυνάμεις. Και είναι βέβαιο ότι ο πόλεμος μπορεί να σταματήσει, νωρίτερα και πρωτίστως, μέσω της συνεννόησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας.

Τώρα που οι βαναυσότητες θα διαδέχονται η μία την άλλη, θα μείνουμε λοιπόν με την ελπίδα ότι ο εχθρός, κάπου, στο βάθος-βάθος, ίσως και ηττηθεί; Φαντάζομαι ότι το αποτέλεσμα θα αξίζει, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι να είμαστε στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», στραγγαλίζοντας κάθε φωνή που τολμήσει να πει κάτι διαφορετικό. Όσο για εμένα, ας πάρω τη θέση που μου αξίζει στην κόλαση.

ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

*

Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ας διακρίνουμε την προσπάθεια εξήγησης από την προσπάθεια δικαιολόγησης ενός πολέμου. «Εξηγώ» πώς προκύπτει ένας (ας πούμε εδώ: διακρατικός) πόλεμος αξιοποιώντας, συνήθως, γενικές παρατηρήσεις για τη φύση των διεθνών σχέσεων, μαζί με ιστορικά ακριβείς περιγραφές των συνθηκών που οδηγούν στο ξέσπασμά του. Όταν η συζήτηση αφορά τη «δικαιολόγηση» ενός πολέμου, καλούμαι κατά κανόνα να λάβω θέση ανάμεσα σε δύο αδρώς διακριτές ηθικές στάσεις: α) τον πασιφισμό, ο οποίος, μέσες-άκρες, τονίζει ότι κανένας πόλεμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ηθικά (υπάρχει πάντα κάποια ανώτερη, μη-βίαιη, εναλλακτική) ή β) την υποστήριξη του «δίκαιου πολέμου», της ιδέας, δηλαδή, ότι, μερικές φορές, είναι ηθικά επιτρεπτό ένα κράτος να διεξαγάγει πόλεμο με κάποιο άλλο. Χωρίς κανένα σχόλιο, θα προχωρήσω παραβλέποντας την πασιφιστική θέση.

Η εξήγηση και η δικαιολόγηση αποτελούν, οπωσδήποτε, διαφορετικά αντικείμενα εργασίας. Στην πρώτη περίπτωση, ασκώ το δικαίωμα του παρατηρητή των εμπολέμων, στη δεύτερη περίπτωση, εκείνο του θιασώτη. Από τη θέση του παρατηρητή, προσωπικά, αναγνωρίζω την υπεροχή της «ρεαλιστικής» κατανόησης των διεθνών σχέσεων. Σύμφωνα με τη ρεαλιστική σχολή: α) ο πόλεμος και η ηθική δεν έχουν καμία εγγενή σχέση μεταξύ τους και β) το διεθνές περιβάλλον είναι υπό μια έννοια «άναρχο», αφού απουσιάζει μία αξιόπιστη ή αποτελεσματική διεθνής κανονιστική αρχή ικανή (τουλάχιστον επί του παρόντος) να ρυθμίσει τα «αντικειμενικά» δικαιώματα των μεμονωμένων κρατών της γης. Με άλλα λόγια, τα κράτη είναι στην ουσία μόνα τους και σμιλεύουν συμμαχίες ή διεξάγουν πόλεμο με βασικό γνώμονα τα δικά τους λελογισμένα συμφέροντα. Η περιγραφική δύναμη της ρεαλιστικής παράδοσης συνδέεται με τη σταθερή επιτυχία της θεωρητικής θέσης (β) να παρέχει πειστικές εξηγήσεις για το ξέσπασμα ενός πολέμου. Βρίσκω λιγότερο πειστική τη θεωρητική θέση (α). Αυτό αξίζει, ίσως, έναν σύντομο σχολιασμό. (περισσότερα…)

Ποιοι κυβερνούν αυτόν τον κόσμο;

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Βρισκόμαστε σήμερα στο σημείο όπου ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την αντίληψη του ανθρώπου-καταναλωτή, του ανθρώπου-παραγωγού και του ανθρώπου-επιχειρηματία κι έτσι παραμερίζει αν δεν μηδενίζει τον άνθρωπο-πρόσωπο και τον άνθρωπο-υπεύθυνο πολίτη που συνυπάρχει με τον συνάνθρωπο. Καλλιεργείται έτσι ένας ολοκληρωτισμός και κάτι σαν θρησκεία που εγκαθιδρύει λυσσαλέα ανταγωνιστικότητα και μόνιμη μέριμνα για μεγιστοποίηση κερδών.

Εν μέσω μιας τέτοιας πραγματικότητας που είναι αμφίβολο πόσο την παρακολουθούν οι λαοί, ακούσαμε το πρώτο διάγγελμα του Πούτιν που απευθυνόταν προς όλο τον κόσμο και βεβαίως προς τη Δύση.

Και ενώ από το πρωί ως το άλλο πρωί τα ΜΜΕ ανά τον κόσμο καταγγέλλουν οποιαδήποτε ενέργεια των Ρώσων ως εχθρική και αντίθετη με το διεθνές Δίκαιο, ελάχιστα συζητείται η επιθετικότητα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Οι εξαγγελίες του νεοεκλεγέντος αμερικανού προέδρου Μπάιντεν από καιρό στοχεύουν τον Πούτιν και τη χώρα του και δημιουργούν κλίμα ψυχροπολεμικό, λες και δεν έφτανε αυτό που είχε επικρατήσει τόσα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οπωσδήποτε μια αναπτυσσόμενη (ξανά) Ρωσία και μάλιστα μετασοβιετική, δυσχεραίνει την περαιτέρω εδραίωση της παντοδυναμίας των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο και την εξακολούθηση της κυριαρχίας τους σ’ αυτόν. Παρ’ όλο που θα έπρεπε να είναι πασιχαρείς αφού ο εξ αυτών ή αν θέλετε, γενικότερα, ο εκ δυσμών πηγάζων καπιταλισμός και το σύστημά του εισέδυσε λάβρος σε όλο τον κόσμο, κομμουνιστικό και μη, και μάλιστα όχι μονάχα στη Ρωσία αλλά και στην Κίνα που από μια άποψη παρουσιαζόταν πιο επαναστατική από την «μητέρα» της.

Μα φαίνεται πως το παιχνίδι δεν είναι μονάχα οικονομικό (κατά βάσιν οικονομίστικο) αλλά και στρατιωτικό και πολιτικό και πλουτοπαραγωγικό. Αποβαίνει μάλιστα σκληρότερο όσο η αληθινή πνευματική-πολιτιστική πραγματικότητα ανθρώπων και λαών περιθωριοποιείται ή συρρικνώνεται (αν όχι παραμορφώνεται) αφήνοντας τα ανθρώπινα όντα έρμαια ενός αδηφάγου υλισμού, και καταναλωτισμού που βοηθούμενος από την προέλαση της τεχνοκρατίας ζητά να συνοψίσει στον άξονα παραγωγή-κατανάλωση το Νόημα της ζωής. (περισσότερα…)

Τρεις Εβραίοι της Ουκρανίας

*

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την παραμικρή ιδέα δεν είχα κατά πούθε πέφτει το Ρόβνο, όταν το πρωτοαντίκρισα στο Κόκκινο ιππικό του Ισαάκ Μπάμπελ. Εκείνος έγινε η αφορμή να το αναζητήσω στον χάρτη της τότε Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, μα και ταυτόχρονα να το τοποθετήσω και σ’ έναν άλλο χάρτη, νοητό, της πολωνο-ουκρανικής εβραίϊκης ανθρωπομυρμηγκιάς, που αιώνες ζούσε κατά κείνα τα μέρη με την ιδιαίτερη γλώσσα της, τα γίντις, τις παραδόσεις και τις Γραφές της, τις συναγωγές και τους ραβίνους της, την ευσέβεια και τις αμαρτίες της. Ένας μικρός κρίκος ανάμεσα σε αρίφνητους άλλους, γνωστούς ή άσημους, της μεγάλης και μακριάς πολυάνθρωπης αρμαθιάς των ζωντανών και κεκοιμημένων Εβραίων της ανατολικής Ευρώπης, σαν το Γκόραϋ του άλλου ξακουστού Ισαάκ (Μπάσεβις Σίνγκερ), το Τερνοπόλ, και το γενέθλιο Οκόπυ του Μπάαλ Σεμ Τοβ –του γεννήτορα του χασιδισμού ραβίνου Ισραέλ μπεν Ελιέζερ–, το Μπουσάτς του Σμουέλ Αγκνόν· το Ρόβνο της μάνας του Αμός Οζ (Ιστορία αγάπης και σκότους) που δεν ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω εκεί, μα ούτε και να νοσταλγήσει ή να πενθήσει («όχι, όχι, δεν πενθώ γι’ αυτό που υπήρχε και χάθηκε αλλά γι’ αυτό που ποτέ δεν υπήρχε»)· κι ακόμα τις πολύβουες μεγαλουπόλεις, σαν το Λβίου (Λβουόφ), το Κίεβο και το Χάρκοβο, την Οντέσσα, την κοσμοπολίτικη και πολύεθνη.

Και, παρ’ όλο που η γραφή ξεκόρμισε και θέλει επίμονα να ξεστρατίσει προς τα κει, δεν θα λοξοδρομήσω απ’ όσα η μνήμη τραγικά ανακάλεσε με αφορμή την βίαιη επικαιρότητα της ρώσικης εισβολής στην Ουκρανία και μ’ έσπρωξε να γράψω. Για τρεις Εβραίους από της Ουκρανίας τα μέρη, που από πολύ νωρίς, άμεσα και παθιασμένα, αδιάρρηκτα μα και καταλυτικά συνέδεσαν την ζωή και τις τύχες τους με την γέννηση και το θεμέλιωμα της νέας σοβιετικής τους πατρίδας· καθείς όμως με τον δικό του τρόπο και την δική του στάση, μα και καθείς λαβαίνοντας διάφορα τα επίχειρα ή τις αμοιβές από την ίδια σοβιετική πατρίδα.

Στην –λανθασμένα αρχαιοελληνοπρεπώς αποκληθείσα– Οδησσό λοιπόν (μιας κι η ομώνυμη ελληνική αποικία βρισκόταν χαμηλότερα, στην Βάρνα, ενώ ετούτος ο συνοικισμός γειτόνευε με την Όλβια στον Βορυσθένη/Δνείπερο) γεννήθηκε ο Ισαάκ Μπάμπελ, ο νεώτερος μα κι ο πρώτος από τους Εβραίους Ουκρανούς που ανέσυρε η θύμηση. Κι ίσως ο βαθύτερος λόγος για την πρωτιά αυτή να σχετίζεται με την συχνή –κι ολόσυχνα ολοτρύφερη– μνημόνευση της εβραϊκής ταυτότητας, δικής του και του τόπου όπου ξετυλίγεται κι η δράση του πιο γνωστού στην Δύση βιβλίου του (Το κόκκινο ιππικό)[1].

«Νεκροταφείο σ’ ένα μικρό εβραιότοπο! Η Ασσυρία και το γεμάτο μυστήριο αργοσάπισμα της Ανατολής, στους σκεπασμένους με αγριάδες κάμπους της Βολίν!… (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Ρέκβιεμ για την Ουκρανία

*

δίπλα εκεί στου Κρεμλίνου τους πύργους
θα ουρλιάζω κι εγώ

Και κάπως έτσι
Ιούλιο μήνα –για Φεβράρη–
ακούσαμε να πέφτει
μια μεγάλη ριπή
σαν χαλασμένο φρούτο
έξω από την Ιστορία.

Ο μεγάλος χρόνος
καθήμενος στους ώμους των γερόντων
βούτηξε ξανά ολόγυμνος στη θάλασσα
ο ίδιος χρόνος
που κάθισε κάποτε
στα γόνατα της Παναγίας
στο Βόλγκογκραντ
γεννώντας ονόματα κραταιών μεγάλων πόλεων
αφήνοντας ένα γέλιο γοερό
στις καστανιές
θρόισμα
πριν απ’ το φύλλο. (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Οι Γύροι

Κίεβο, 1943

*

Οι Γύροι! οι Γύροι! Πέτρινη Όψη γηραλέα, δες·
οι στοχασμοί τόσων ετών τώρα σε τι ωφελούν;
σβήσαν των προπατόρων μας οι αρχαίες γραμμές,
από αμετρία η ομορφιά κι η αξία αυτοκτονούν.
Τη γη χείμαρρος άλογος έχει αιματοκυλήσει·
κουφάρι ο Έκτορας, αποκαΐδια η Τροία·
στο βάραθρ’ όλα ο Εμπεδοκλής τά ’χει γκρεμίσει·
κι εμείς εμπρός τους θεατές με τραγική ευθυμία.

Tι κι αν η λάβα του εφιάλτη πια παφλάζει,
τι κι αν στη λάσπη πέφτει το τρωτό κορμί;
Στόμα κανένα για όλα τούτα ας μη στενάζει,
η εποχή μας τέλειωσε η αρχοντική·
κι άλλοτε σε ψιμύθια κι είδωλα μπροστά
τάφων αρχαίων θρήνησα, όχι όμως πάλι.
Και τι μ’ αυτό; Μια λέξη, «αγάλλου!», μοναχά
αντιλαλεί η σπηλιά η βαθιά – καμμία άλλη.

Τραχαίνουν τα έργα μας, το φέρσιμο, οι ψυχές.
Και τι μ’ αυτό; Όσα, Όψη Πέτρινη, λατρέψαν
τα μάτια σου, και τ’ άλογα κι οι καλλονές
που οι εραστές τους σε κτερίσματα σμιλέψαν,
και το σκοτάδι μεταξύ γλαύκας και κουναβιού,
και τ’ άραχλο πολυτελές τίποτε που θα βρούν
αύριο τα χέρια ενός σκαφτιά αγαθού –
όλα στον αμετάλλακτο τον Γύρο αυτόν γυρνούν.

W. B. Yeats, The Gyres
Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

 

*

Απορίες ενός Πεμπτοφαλαγγίτη

*

«Δυστυχώς για τους έρμους τους Ουκρανούς», έγραφα στο fb στις 20 Ιανουαρίου, πολύ προτού εκδηλωθεί η εισβολή δηλαδή, «αυτή τη στιγμή και οι Ρώσσοι και οι Αμερικανοί μοιάζει να βολεύονται με την προοπτική ενός πολέμου στη χώρα τους. Οι μεν Ρώσσοι για να δείξουν τη δύναμή τους (πότε θα ξαναβρούν έναν Μπάιντεν στην Ουάσιγκτον;) και να κατοχυρώσουν τα κέρδη τους. Οι δε Αμερικάνοι για να κρύψουν την αδυναμία τους πίσω από ένα ακόμη πυροτέχνημα αντιρωσσικών κυρώσεων, που όσο κι αν οι ίδιοι οι Ρώσσοι τις έχουν προϋπολογίσει, θα εξαναγκάσει τουλάχιστον τις φυγόκεντρες δυνάμεις στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ (Γαλλία, Γερμανία, Τουρκία), έστω για λίγο, να ευθυγραμμιστούν.»

Νομίζω ότι η πρόβλεψη επιβεβαιώθηκε και με το παραπάνω. Οι μεν Ρώσσοι, με κόστος ασφαλώς σημαντικό, θα περιχαρακώσουν τη μετασοβιετική ζώνη ασφαλείας που (πιστεύουν ότι) τους χρειάζεται. Οι δε Αμερικανοί θα κρύψουν την κατάρρευση του παγκοσμιοποιητικού τους οράματος, τη φαντασίωσή τους για μια όλο και πιο ελεύθερη οικουμενική αγορά, για όλο και λιγότερα σύνορα, πίσω από μια, κι αυτή πρόσκαιρη ενδεχομένως (βλ. Γερμανία…), περιτείχιση των «πολυτίμων υπηρετών» τους, όπως θα έλεγε ο Αλεξανδρινός.

Όμως για τη μοίρα των Ουκρανών δεν έχουμε μιλήσει αρκετά. Τι «ανύπαρκτο έθνος» τούς έχουν πει, τι «έθνος με χιλιόχρονη ιστορία», πράγματα εξίσου έωλα… Χώρα πολυεθνική, πολύθρησκη και πολύγλωσση, χώρα εκ προοιμίου καταδικασμένη να κοιτάει η μισή κατά την Ανατολή και η άλλη μισή κατά τη Δύση, χώρα τοποθετημένη στην οριογραμμή δύο κόσμων (αυτό σημαίνει άλλωστε και το όνομά της) είναι δημιούργημα σοβιετικό. Ήταν ο διεθνιστικός, στις απαρχές του τουλάχιστον, κομμουνισμός των Σοβιέτ που της προσέδωσε πρώτος κρατική, ομόσπονδης πολιτείας, υπόσταση.

Για τους μπολσεβίκους η αποδυνάμωση του ρωσσικού εθνικισμού, που ήταν συνδεδεμένος στο συλλογικό φαντασιακό με την Αγία Ρωσσία των Τσάρων, ήταν βήμα αναγκαίο για να ελέγξουν καλύτερα την αχανή τους αυτοκρατορία. Γι’ αυτό έδωσαν τόση σημασία στην Ουκρανία, γι’ αυτό την έκαναν μάλιστα (όπως και τη Λευκορρωσία, διπλωματική παραδοξότητα μοναδική!) απευθείας μέλος των Ηνωμένων Εθνών με δικαίωμα αυτοτελούς ψήφου («κι εμείς έχουμε πενήντα Πολιτείες, αλλά μόνο μία ψήφο!» γκρίνιαζε ένας Αμερικανός πρόεδρος…), γι’ αυτό την προίκισαν με την Κριμαία επί Χρουστσώφ, περιοχή βεβαίως εθνοτικά ρωσσικότατη.

Φυσικά, κάτω από την επιφάνεια, το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των συνιστώντων την Ουκρανία εθνών παρέμενε. Φάνηκε στον Εμφύλιο, φάνηκε και αργότερα στην εισβολή των Ναζί, γνωστά πράγματα να μη τα επαναλαμβάνω. Όπως και στην τέως Γιουγκοσλαβία, οι δυσδιάκριτες διαφορές των συνοίκων λαών, η ανάμειξή τους, το γεγονός ότι εύκολα ένας Ουκρανός μπορεί να περάσει από τη μία ταυτότητα στην άλλη ή και να τις συνδυάσει υπερηφάνως (οι μεγαλύτεροι Ουκρανοί συγγραφείς είναι ρωσσόφωνοι!), δεν συνήργησαν συγκολλητικά, όπως θα το φαντάζονταν οι ρομαντικοί, αλλά επέτειναν την υποβόσκουσα ένταση, υποδαύλισαν το εκατέρωθεν μίσος. Η πυρίτιδα είχε σωρευθεί, έλειπε η θρυαλλίδα. (περισσότερα…)

Η Ευρώπη σαστισμένη και πάλι

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Οι ιδέες είναι η παρηγοριά των αδυνάμων και η πρόφαση των ισχυρών.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζοντας την απειλή και στη συνέχεια την εισβολή και τον γενικευμένο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία βρέθηκε, για ακόμη μια φορά, σε απορία. Αμηχανία, έκπληξη, ρητορείες ηθικού περιεχομένου και άλλα παρόμοια αποτέλεσαν τις πρώτες αντιδράσεις. Αναμενόμενες αντιδράσεις από ένα μόρφωμα που από τη γέννησή του, πεντακάθαρα και συνειδητά, έχει εγκαταλειφθεί στις αγκάλες ενός ανιστόρητου ηθικού οικουμενισμού. Ας δούμε περισσότερο συγκεκριμένα πως έχουν τεθεί ορισμένα ζητήματα.

Οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου»[1]. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών[2]. Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου[3] «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία.

Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ σχηματοποιείται σιγά-σιγά σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.[4] Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού και τη θεωρία της νεωτερικότητας, παρουσιάζεται ως πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά ηθικές και νομικοκανονιστικές[5]. Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να διαμορφώσουν το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος, αποκλειομένης της στρατιωτικής ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα που, μόνο ως τέτοιο[6], θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα – αποτελεί αποτυχία της πολιτικής. (περισσότερα…)

Επιστροφή στον Ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Πόσο μακριά είμαστε, τελικά, από την εποχή που ο Φράνσις Φουκουγιάμα και το «Τέλος της Ιστορίας» του, έδιναν τον ιδεολογικό τόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του Ανατολικού Στρατοπέδου. Οι γνωστές προβλέψεις του

ότι μετά τις γιγάντιες συγκρούσεις του εικοστού αιώνα, … η ακαταμάχητη νίκη του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού – πάνω σε όλους τους ανταγωνιστές του σημαίνει όχι μόνο- το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή την παρέλευση μιας συγκεκριμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά αυτό τούτο το τέλος της ίδιας της ιστορίας, δηλαδή το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρωπίνου γένους και την οικουμενοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης.[1]

έχουν τεθεί κυριολεκτικά στις ελληνικές καλένδες, προφανώς λόγω της αστοχίας τους. Δεν είναι στις προθέσεις μας να προβούμε σε συνολική κριτική των απόψεων του Φ. Φουκουγιάμα. Όμως ένα σημείο χρειάζεται να αναδειχθεί: αυτό που αναφέρεται στον πόλεμο. Πρόκειται για το πιο σημαντικό σημείο της άποψης του:

Συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας πρέπει να εμπλέκουν μεγάλα κράτη που αναγνωρίζονται (ως τέτοια) στον ρου της ιστορίας, και τα οποία φαίνεται ότι τώρα έχουν φύγει από τη σκηνή […] Συνεπώς δεν θα υπάρξει Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ούτε επιστροφή σε Συγκρούσεις Μεγάλων Δυνάμεων που χαρακτήρισαν τον 18ο και 19ο αιώνα.

Μάλιστα στο κλείσιμο του άρθρου χαρακτήριζε τους επερχόμενους (sic!!!) αιώνες της μετά-ιστορίας ως βαρετούς (“Perhaps this very prospect of centuries[!] of boredom at the end of history will serve to get history started once again.”) (περισσότερα…)