*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ
~.~
Είναι που έχουμε πάρει οριστικά την κατηφόρα ή είμαστε πια τόσο κάτω που δεν βλέπουμε την ανηφόρα; Δηλαδή, που δεν την βλέπουμε ως ανηφόρα.
Ο θείος ο Μήτσος ήταν θείος της μητέρας μας. Η γυναίκα του, η θεία η Δήμητρα, αδερφή της γιαγιάς. Βλέποντας μακριά, είχε φτιάξει στη δεκαετία του ’60 μια καλή μάντρα οικοδομών στην Λεωφόρο Κηφησίας και με τη συνεχή ανοικοδόμηση της Πρωτεύουσας έκανε χρυσές δουλειές. Παιδί ακόμα είχε βγει στη βιοπάλη. Τον έστελνε ο πατέρας του να πουλά παστέλια στην προπολεμική Αθήνα. Για να ξεγελάει την παιδική του πείνα, έριχνε μια δαγκωνιά, κόνταινε το παστέλι. Το τραβούσε κατόπιν να έρθει στο προηγούμενο μήκος του. Εκτατό γαρ! Πεπειραμένος επιχειρηματίας πλέον, είχε μείνει ένα μεγάλο καλοκάγαθο παιδί.
Πάνω από το γραφείο του είχε τη γνωστή εικόνα του «πωλούντος επί πιστώσει και του πωλούντος τοις μετρητοίς». Όταν πήγαινα μικρός τα Χριστούγεννα να πω τα κάλαντα, τον ρωτούσα τι σημαίνει «τοις μετρητοίς» και τι «επί πιστώσει». Μου εξηγούσε αλλά δεν κατάλαβα ποτέ. Και τώρα ακόμα το παλεύω… Έπαιρνα το αργυρούν εικοσάδραχμον κι έφευγα χαρούμενος.
Με το τζιπ του γυρίζαμε στις εξοχές της Αττικής. Κούρσα δεν καταδέχτηκε να πάρει ποτέ. Το τζιπ με το διπλό διαφορικό μας ανέβαζε σ’ όλες τις ανηφοριές. Δεν κολλούσε στους αμμόλοφους του Σχινιά και μας έβγαζε στο Πικέρμι να μαζέψουμε χόρτα. Ζωχούς, ραδίκια, καρύδες, από τότε τα γνωρίζω· όσο υπάρχει άγρια φύση δε θα πεινάσω. Άφηνε μετά το τζιπ να κυλήσει χωρίς ταχύτητα στην κατηφόρα προς τον Σταυρό της Ραφήνας, όχι για οικονομία όπως σήμερα, τσιγκούνης δεν ήταν, έτσι από πεποίθηση. Περνώντας από τις ταβέρνες της Αγίας Μαρίνας, έκοβε ταχύτητα να πάρει μια μυρουδιά απ’ τα κοψίδια. Κάποτε σταματούσαμε. Του φώναζαν στον γυρισμό οι γυναίκες, να προσέχει έτσι πιωμένος που ήταν, κόκκινος από το κοκκινέλι. Οι ταχύτητες όμως τότε ήσαν μικρές, όπως και η βιασύνη. Η θεία η Δήμητρα ήταν ευτυχισμένη. Το μόνο της παράπονο ήταν που ο θείος Μήτσος την ταλαιπωρούσε… όντας ενεργός σε μεγάλη ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι πάνω της ετελεύτησε όταν τον πρόδωσε η καρδιά του, λίγο μετά τα εβδομήντα. Μάκαρ, αυτός.
Ήταν η γεννιά που το χρήμα ερχόταν ως μέσον αυτονόητα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Για να ξοδευτεί προς τέρψιν. (Για ποια ανάπτυξη, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).
Γράφαμε τότε κάθε χρόνο στο Δημοτικό την ημέρα της Αποταμιεύσεως –τῃ εντολῄ της Εθνικής Τραπέζης, του Ταμιευτηρίου;– μια έκθεση: Ποιο το νόημα της αποταμίευσης. Ακούγαμε εμείς ότι «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι» και προσπαθούσαμε να στίψουμε το μυαλό μας τι να σημαίνουν όλα αυτά. Η αποτυχία μου πρέπει να ήταν πλήρης, αφού ποτέ δεν διαβάστηκε η έκθεσή μου στην τάξη. Και ο πήλινος κουμπαράς μου δεν μακροημέρευε. Όπως και τώρα που είναι πια κομμάτια. Άλλαξε ποτέ η ελεημοσύνη προς το καλύτερο τον κόσμο; Ως ασπιρίνη στην ημικρανία, ανακουφίζει προσωρινά το σύμπτωμα, δεν θεραπεύει την αιτία.
Δεν δείχνει ο χαρακτήρας από τα μικράτα μας; Σπάταλος, γαλαντόμος, συντηρητικός, επαναστάτης, σπαγκοραμμένος, φιλάργυρος. Καλή καρδιά;
Εκείνοι, φίλοι κι οι τρεις μαζί από το Δημοτικό. Βιολογική, ανθρωπολογική πολυποικιλότητα κάτω απ’ το ίδιο όνομα: Ελευθέριος.
—Έλα, πάμε ως την πλατεία να σε κεράσω ένα σουβλάκι, λέει ο Ελευθέριος Α΄ (ο πρώτος) στον Ελευθέριο Β (τον δεύτερο).
—Ευχαριστώ, αλλά να μη σε ξοδέψω.
Το πρώτο σουβλατζίδικο δεν είχε καλά σουβλάκια, το δεύτερο ήταν ακριβό, το τρίτο μακριά. Μετά από κάποιους γύρους (όχι της σούβλας) και άσκοπο περπάτημα, λέει ο Α΄:
—Μωρέ, ξέρεις κάτι, μου έφυγε η όρεξη· δεν το αφήνουμε γι’ απόψε;
Ο Ελευθέριος Γ΄ (ο τρίτος) φιλοξένησε τον Α΄ στο σπίτι του. Ο Α΄ για να του το ανταποδώσει, θέλησε να τον προσκαλέσει στο γνωστό ιταλικό εστιατόριο. Είδε ο Γ΄ (ο καλεσθείς) ότι μαζί με μια συγκεκριμένη πίτσα, προσφερόταν η σαλάτα δωρεάν. Δεν πρόσεξε ότι η προσφορά ήταν για το μεσημέρι και όχι το βράδυ. Όταν ήρθε ο λογαριασμός, ο Α΄ (ο προσκαλών) άλλαξε δέκα χρώματα.
—Τα ίδια μου κάνει και η Καλλιόπη (η συμβία του), λέει συγχυσμένος.
Ποια γη να τον καταπιεί και πώς ν’ αντιδράσει στον παιδικό, αδερφικό του φίλο; Τον οικονομολόγο –φυσικά!– τον πρώην τραπεζικό διευθυντή. Έκλαψε ο «άμοιρος» κοντά δέκα χρόνια, τις απώλειές του στο Χρηματιστήριο. Παίρνει πάντα τον μέσα δρόμο από το Κορωπί. Η Αττική Οδός στοιχίζει περισσότερο (με ποιες τιμές βενζίνης;). Οι ενοικιαστές του του αφήνουν σε φάκελο κάτω από την πόρτα τα επιπλέον αδήλωτα χρήματα, χωρίς να του χτυπήσουν την πόρτα. Δεν καταλαβαίνει γιατί το κάνουν. Έπρεπε «να τους αυξήσει το ενοίκιο στα χίλια πεντακόσια», του είπε ο γιος του – επανάληψη αυτό από πέρυσι, για να το εντυπωθεί ο ακούων.
—Όταν του εξόφλησα το δάνειο για το σπίτι μου, ένιωσα να φεύγει ένα βάρος από επάνω μου, ομολόγησε ο Ελευθέριος Β΄.
Στο πρώτο μικρό δάνειο στον Γ΄, είχε κάνει ιδιωτικό συμφωνητικό με την προσυπογραφή-μαρτυρία, εγγύηση του υιού του – κι ελπίζει να το έχει σκίσει, άμα τῃ πληρωμή, πάνε πάνω από δέκα χρόνια. Στο δεύτερο, το τελευταίο, το ξέχασε… Πόσα ακριβώς του χρωστά; Έπιασε να κατεβάζει τα τραπεζικά του δεδομένα και τα ηλεκτρονικά μηνύματά του. Γράφει στον γιό του, προωθεί… στον Γ΄ το μέηλ:
—Εδώ βλέπω 85 ευρώ από το 2022. Τα έχει ξεπληρώσει;
Του είχε ζητήσει τότε ο Γ΄ να πληρώσει ένα παράβολο για το διαβατήριο – και του τα επέστρεψε αμέσως. Να μη σε φέρνει ποτέ η ανάγκη!
—Πας ν’ αγοράσεις κι άλλο βιβλίο τώρα; Δεν μπορείς να ξαναδιαβάσεις κάποιο από αυτά που έχεις; Τι άλλο βρίσκεις; (Λες και θα το πλήρωνε εκείνος – άσε που πιο πριν χρεώθηκε δυό βυσινάδες).
(Τον βοήθησε κατά καιρούς – όχι αχαριστίες· όμως τα τόσα ψυχικά μαρτύρια! Άλλωστε δεχόμαστε ή έστω ανεχόμαστε τους φίλους μας και με τα ελαττώματά τους. Ποιος θα βρεθεί να γράψει και για τα κουσούρια του γράφοντος;)
Έχει ο φιλάργυρος καλή καρδιά; Κι αν δεν υπάρχει αντίφαση, αυτό αλλάζει κάτι; Ως ένας «κόφτης» λειτουργεί η φιλαργυρία· ένα μάγκωμα υλικό, του θανάτου προοίμιο.
Έπειτα, πώς διαμορφώνεται ο χαρακτήρας μας, ποιος ο ρόλος της κληρονομικότητας; Με ποιο δάνειο, δάνεια ερχόμαστε στη ζωή; Πώς ο Ελευθέριος ο Α΄ μάζεψε τόσα «φασούλια» κι ο Β΄ τα κατάφερε συντηρητικώς ψηφίζων, ζων –ως καλός τελώνης– και θάλλων; Γιατί ο Γ΄ πιάνεται ξανά και ξανά επάνω σε φτερούγες και πετά – αυτός και τα λεφτά του; Φαίνεται πως εντείνονται τα χαρακτηριστικά μας όσο μεγαλώνουμε. Τα αρνητικά περισσότερο από τα θετικά. Φουσκώνει και το «εγώ» μας – φόβος θανάτου.
Γεναιοδωρία, απλοχεριά έναντι φιλαργυρίας – πώς λειτουργεί; Η Καταρίνα λέει ότι το χρήμα δεν στέκεται για πολύ στα χέρια μου. Απλοχέρης –κυρίως για τα παιδιά μου– ναι, σπάταλος όχι. Δεν δυστύχησα, πορεύομαι. Μολιερικός εξηνταβελόνης – προς Θεού, μακράν εμού!
Όπως έλεγε ο Απόστολος Παύλος: «…ἐγώ ἔμαθον ἐν οἷς εἰμι αὐτάρκης εἶναι. Οἶδα καί ταπεινοῦσθαι οἶδα καί περισσεύειν· ἐν παντί καί ἐν πᾶσι μεμύημαι καί χορτάζεσθαι καί πεινᾶν, καί περισσεύειν καί ὑστερεῖσθαι» (Φιλιπ. 4, 11-13).
Στο σπίτι του Ελευθερίου Α΄, έκοβε η μητέρα του την χαρτοπετσέτα στα δύο. Αρνητικό κατ’ αρχήν όχι. Ειδικά τώρα που το 80% του «χαρτιού» είναι πλαστικό, πολυπροπυλένιο. Όμως, ποια γονίδια κρύβονταν πίσω από αυτό; Το να είσαι κυμινοπρίστης, χαρτοπετσετοκόφτης, τσιγαροκόπτης, δείχνει ανάγκη ή τσιφουτιά; Ελευθέρια, φιλελεύθερα δεσμά ή μήπως δεσμώτες;
Ο φιλάργυρος δανειστής είναι δυστυχής· το ίδιο όπως κι ο εξ ανάγκης δανειζόμενος. Όμως αλλιώς. Ο δεύτερος έχει πιθανότητες να θεραπευτεί -ο πρώτος αμφιβάλλω. Ανακάλυψα εξάλλου ότι η λέξη punga που σημαίνει «πουγκί» είναι παλαιά γερμανική! Μήπως την έφερε μαζί του ο Όθων κι έμεινε σε κάποιους ως ταιριαστό επίθετο;
Στο Δημοτικό πάλι, έρχονταν τα παιδιά και μου έλεγαν: «Επανάλαβε το όνομά σου πολλές φορές». Αθώος στην αρχή, το έκανα: «τοσκατοσκατο…». Άντε μετά να προκόψεις με τέτοιο επίθετο… και μυαλά! Εκτός κι αν με σώσουν οι ευχές της καλής μου της θείας της Δήμητρας· όταν άρρωστη εκείνη, της πήγαινα με τα πόδια το φαγητό από την μητέρα. Πάντως «το σκατό μου παξιμάδι» δεν το έκανα.
Μια ζωή βέβαια, «επί πιστώσει». Ευρεσιτεχνίες, δημοσιεύσεις, γνώσεις να παρέχονται αφειδώς και να πωλούνται κατόπιν από τον πάροχο μετρητοίς. Σιγά μη «σ’ αγαπήσω, ώ εταιρεία, για όσα προθύμως μου παρέσχες…», δηλαδή μου έχεις κλέψει. Σπάταλος στο δόσιμο ναι, μαλάκας όχι!
Πρώτα λένε, βγαίνει το χούγι και μετά η ψυχή. Ελπίζω να πέσει το χούι μου απ’ τα φτερά του Έρωτα, πριν αυτός με παραδώσει στις σίγουρες φτερούγες του Αρχάγγελου Μιχαήλ – μην αρχίσω κι εκεί πάνω τα ίδια. Κι ελπίζω πάλι, εκεί στην αλλαγή να μην πέσω και σπάσω τα παΐδια της ψυχής μου.
Τέλος, σκέφτηκα να εφεύρω ένα αξιακό «χρηματιστήριο» λέξεων, το wordcoin, κάτι σαν το bitcoin, το κρυπτονόμισμα. Όμως τι θα γίνει με την Τεχνητή Νοημοσύνη; Και ποιος θα είναι ο απόλυτος κριτής των κρυπτολέξεών μας; Πώς θα κυμαίνεται η αξία τους;
Τα punga-kia (die Enkel pungas) θα κληρονομήσουν –ας είναι καλά!– αρκετή περιουσία. Στα παιδιά μου θ’ αφήσω, ως φαίνεται, αυτές τις λέξεις – τις άνευ αξίας κρυπτολέξεις. Ως μόνη κληρονομιά.
Ένα συνεχές δάνειο λέξεων, αχρεωστήτως καταβληθέντων στον τοις μετρητοίς πωλούντα.
Μια λέξη έχει ίσως, κάποια αξία για εκείνα – και για σας: Συγγνώμη!* Οἶδα καί ταπεινοῦσθαι.
Μήπως όμως είμαι τελικά ευτυχής, καλότυχος σαν τον Χανς των αδελφών Γκριμ; Απελευθερωμένος, χωρίς τον λίθο χρυσού ίσα μ’ ένα κεφάλι –αμοιβή μιας ολόκληρης ζωής–, με δυο πέτρες όλες κι όλες· η μία ακονίστρα, που κινδυνεύω να τις χάσω κι αυτές στο βάθος της πηγής· μιας καθάριας πηγής όπου σταμάτησα να δροσιστώ. Έτοιμος να ξαναβρώ τη μητέρα μου–γη.
* (Αυτή δεν έλεγε και ο Όσιος Ιάκωβος ο Τσαλίκης, που βάπτισε και τον ομογενή, πρώην πρόεδρο του πρώην ριζο-σπαστικού κόμματος; «Να με συγχωρείτε»!)
///
*
**
