Η Ευρώπη σαστισμένη και πάλι

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Οι ιδέες είναι η παρηγοριά των αδυνάμων και η πρόφαση των ισχυρών.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζοντας την απειλή και στη συνέχεια την εισβολή και τον γενικευμένο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία βρέθηκε, για ακόμη μια φορά, σε απορία. Αμηχανία, έκπληξη, ρητορείες ηθικού περιεχομένου και άλλα παρόμοια αποτέλεσαν τις πρώτες αντιδράσεις. Αναμενόμενες αντιδράσεις από ένα μόρφωμα που από τη γέννησή του, πεντακάθαρα και συνειδητά, έχει εγκαταλειφθεί στις αγκάλες ενός ανιστόρητου ηθικού οικουμενισμού. Ας δούμε περισσότερο συγκεκριμένα πως έχουν τεθεί ορισμένα ζητήματα.

Οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου»[1]. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών[2]. Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου[3] «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία.

Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ σχηματοποιείται σιγά-σιγά σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.[4] Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού και τη θεωρία της νεωτερικότητας, παρουσιάζεται ως πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά ηθικές και νομικοκανονιστικές[5]. Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να διαμορφώσουν το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος, αποκλειομένης της στρατιωτικής ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα που, μόνο ως τέτοιο[6], θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα – αποτελεί αποτυχία της πολιτικής.

Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους μεταμοντέρνο σύστημα ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος, στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτοεπιβαλλόμενη συμπεριφορά». Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασικού raison d’état από την εποχή του Μακιαβέλλι, δηλαδή της αποτελεσματικής –άρα, εν πολλοίς, και μη ηθικής– λειτουργίας του κράτους, και στην αντικατάστασή του από μια συγχορδία, όσο και να φαντάζει αντιφατικό, οικουμενικής και σχετικιστικής ηθικής στις διεθνείς υποθέσεις.[7]

Ο αποκλεισμός της χρήσης στρατιωτικής ισχύος προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της διπλωματίας, όχι ενός οποιουδήποτε είδους διπλωματίας, αλλά συγκεκριμένα της «κοσμοπολίτικης διπλωματίας», η οποία προκύπτει από έναν νέο τρόπο «μετακρατικής»[8] συγκρότησης. Η «κοσμοπολίτικη διπλωματία»[9] δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στο επίπεδο της εμφάνισής τους (π.χ. τρομοκρατία), αλλά και στο επίπεδο της πρωταρχικής δημιουργίας τους. Δηλαδή επιχειρεί να τα απαλείψει στο επίπεδο παραγωγής τους. Αυτό πιστεύεται ότι μπορεί να επιτευχθεί με την πειθώ, τη συνεργασία, το διάλογο και την επικοινωνία μέσω της επίκλησης οικουμενικών αξιών και γενικών συμφερόντων. Οι προσπάθειες των οικουμενιστών κατατείνουν στην απόδειξη ύπαρξης πανανθρώπινων καταβολών ή νοητικών ικανοτήτων και προδιαθέσεων, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό διαπιστώνονται κοινές αξίες, κοινοί τρόποι σκέψης και συνεπώς χώρος για καθολική συνεννόηση.[10]

Αν τα παγκόσμια προβλήματα είναι δυσεπίλυτα στο επίπεδο του εθνικού κράτους, η κοινή συμπόρευση κρατικών οντοτήτων πολλαπλασιάζει και ανανεώνει τη δύναμη της πολιτικής να πείθει πολλαπλά ακροατήρια και να διαμορφώνει νέες διεθνείς καταστάσεις.[11] Είτε στο επίπεδο των κρατών-μελών είτε στο επίπεδο της ΕΕ, η συναινετική πολιτική κάνει τη διάκριση μεταξύ «εχθρού» και «φίλου» εξαιρετικά δυσχερή.[12] Σε γενικές γραμμές, η ΕΕ πιστεύει ότι διαμορφώνεται σε μια «δημοκρατική κοινότητα χωρίς εχθρούς».[13]

Ο μέχρι σήμερα συναινετικός τρόπος λήψης αποφάσεων[14] στην ΕΕ παράγει διακριτά αποτελέσματα, που επηρεάζουν τις εθνικές ταυτότητες και ιδέες, κυρίως αν αυτές οι αποφάσεις σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας. Πρόκειται για διαδικασίες διαμόρφωσης συλλογικής αντίληψης βασισμένες σε συμβολισμούς και ιδεολογίες που ενώ παρουσιάζονται ως νέοι είναι παλαιότατη και επικεντρώνονται με το τι πρέπει να κάνει, από εδώ και εμπρός η Ευρώπη στον κόσμο. Το παρελθόν, δηλαδή το τι έκανε στον κόσμο η Ευρώπη, χρησιμοποιείται μόνο σαν αφανές υπόβαθρο, σαν μια συνιστώσα της συλλογικής μνήμης που αδυνατίζει με το πέρασμα των χρόνων. Εδώ πρωταρχικό ρόλο κατέχει το επιχειρούμενο ξαναγράψιμο της ιστορίας[15] από μια πλήρως αναθεωρητική οπτική η οποία κυρίως εξυπηρετεί αυτό το ιδεολογικό πρόταγμα που απορρέει από την κυρίαρχη αντίληψη των πολιτικών ευρωπαϊκών ελίτ. Σιγά -σιγά επιχειρείται η απαξίωση των εθνικών ταυτοτήτων.[16]

Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις την πιθανότητα κινητοποίησης της κοινής γνώμης για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ακόμα περισσότερο στον βαθμό που οι τελευταίες ταυτίζονται με τη συνήθη και επαναλαμβανόμενη πρακτική των ΗΠΑ, η οποία σφραγίζει την ταυτότητά τους – κάτι που δεν ταιριάζει με την αναδυόμενη, οικουμενικά ηθική και μεταμοντέρνα σχετικιστική, ταυτότητα της ΕΕ.

Το ευρωπαϊκό εγχείρημα εδράζεται σε μια νέα αρχή που προϋποθέτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας εξασφαλίζεται από τις ΗΠΑ. Με αυτά τα δεδομένα, η έννοια της αλληλεξάρτησης (δηλαδή οι δεσμοί δια των οποίων η Ευρώπη συνδέεται με τον γεωοικονομικό της περίγυρο μέσα από συμφωνίες, καθεστώτα εμπορικών προτιμήσεων και τη διαδικασία συμμετοχής στην ΕΕ) αποτελεί καθαυτή μια επεκτατική τάση, που σπρώχνει τα σύνορα της Ευρώπης προς την Ανατολή, τη Ρωσία, την Ουκρανία, τα Βαλκάνια και τις παρυφές της Ευρασίας.

«Σε κάθε περίπτωση η λογική που διέπει την ΕΕ ως μετανεωτερικό μόρφωμα με τον τρόπο που το ορίσαμε παραπάνω, εγείρει πλήθος ερωτημάτων. Υπάρχουν κατ’ αρχάς, ορισμένα βασικά ερωτήματα που χρειάζεται να τεθούν αναφορικά με την δικαιολογητική επιχειρηματολογία που προβάλλεται για τον επιλεχθέντα τρόπο κτισίματος της του μορφώματος που ονομάζεται ΕΕ. Η μελέτη του ιστορικού χώρου Ευρώπη μας επιτρέπει να συνάγουμε στοιχεία ιστορικής ενότητας που να τα χρησιμοποιήσουμε ως συγκολλητικούς παράγοντες τις παρούσης ενωσιακής διαδικασίας; Είναι πράγματι αληθές ότι η επιχειρούμενη ενοποίηση αποτελεί αποτέλεσμα της κοινής συνείδησης των ευρωπαϊκών λαών; Του κοινού της αξιακού συστήματος; Ότι οφείλεται στη συνείδηση, μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, η ανάγκη κατάργησης του πολέμου ως μέσου επίλυσης των διακρατικών διαφορών; Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ισχύουν όλα αυτά γιατί δεν είναι ικανά να προκαλέσουν την πολυπόθητη υπέρβαση και να οδηγήσουν στη δημιουργία της ΕυρωπαϊκήςΠολιτείας;»[17]

Σε αυτά χρειάζεται να δοθούν ορισμένες απαντήσεις με στόχο την αποκατάσταση της αλήθειας. Από τις πολλές απαντήσεις που μπορούν να δοθούν μπορώ συνοπτικά να δώσω δύο: Η πρώτη αφορά στην άρνηση του πολέμου ως συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα που με στόμφο και βαρύγδουπα, έχει διακηρυχθεί ως κύριος στόχος του ενωσιακού μορφώματος. Της άρνησης, τρόπο τινά, της φυσικής κατάστασης της ανθρωπότητας η οποία ως τέτοια δεν πρόκειται να εξαλειφθεί, τουλάχιστον σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, όταν δηλαδή η αυτοσυντήρηση τίθεται σε κίνδυνο. Είναι αδύνατον να γίνει κατανοητή η ανθρώπινη ιστορία αν λάβουμε υπόψη τις περιόδους, σε κάθε εποχή, «κανονικότητας». Πρόκειται για αυταπάτη των ευρωπαϊκών αρχηγεσιών; Η για αυταπάτη που σκοπό έχει την εξαπάτηση των ευρωπαϊκών λαών; Νομίζω ότι εν κατακλείδι είναι το ίδιο: η αυταπάτη του εαυτού μας διευκολύνει την εξαπάτηση των άλλων[18].

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ευρωπαϊκές δυνάμεις υποβιβάστηκαν σχεδόν σε δευτερευούσης σημασίας δυνάμεις. Η αδυναμία τους να διαδραματίσουν ρόλο παγκόσμιας δύναμης και η ανάδειξη των ΗΠΑ σε ηγεμονεύουσα δύναμη του δυτικού κόσμου τις οδήγησε να αποδεχθούν την ομπρέλα ασφαλείας που τους προσέφεραν οι ΗΠΑ να ενταχθούν στο άρμα τους να διαφοροποιήσουν και να μεταλλάξουν την έννοια του Πολιτικού αποδεχόμενες τις αρχές ενός ανιστόρητου Ηθικού Οικουμενισμού, μετατρέποντας τον Πολιτικό Εχθρό σε Πολιτικό Ανταγωνιστή και τον Πόλεμο μεταξύ των κρατών σε Συνεργασία και Οικονομική Αλληλεξάρτηση. Ουσιαστικά εγκατέλειψαν την Πολιτική και στράφηκαν στη διαχείριση της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού. Το παζάρι μεταξύ «εταίρων» προήχθη σε βασική «πολιτική» πρακτική. Το Πολιτικόν φαινομενικά αποπυκνώνεται και προβάλει παντοδύναμο το Οικονομικόν. Η πολιτική αγορά γίνεται με αυτό τον τρόπο οικονομική αγορά. Ο Εχθρός μεταμορφώνεται σε οικονομικό ανταγωνιστή. Η ΕΕ λόγω της έλλειψης ισχύος αποποιείται τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης και την ανάγκη ποιούμενη φιλοτιμία, θεωρητικοποιεί την αδυναμία της προφασιζόμενη την εγγενή ειρηνικότητα της[19], την απόφασή της να μην εμπλακεί ποτέ πλέον σε πόλεμο[20], άλλωστε δεν αναγνωρίζει κανέναν ως Εχθρό, και την εμμονή της στον οικονομικό ανταγωνισμό αλλά και τη συνεργασία συγχρόνως μεταξύ όλων των κρατών στο πεδίο του ελεύθερου εμπορίου και γενικά των αρχών της φιλελεύθερης οικονομίας και μιας πρόσφατα αναγεννημένης οικουμενιστικής ηθικής. Η τελευταία στηριζόμενη στον ηθικό σχετικισμό, αναλυτικό ή μεταμοντέρνο, προβάλλει ως νομιμοποιητική βάση την άποψη «..ότι μονάχα αν όλες οι πλευρές κατανοήσουν τη σχετικότητα και την προοπτική των απόψεων και των αξιών μπορεί να δημιουργηθεί το ιδεατό θεμέλιο της ανοχής και της ειρηνικής συμβίωσης»[21] ενώ παράλληλα προβάλλει ως αξιακή βάση εθνικών και διεθνών θεσμών, τουλάχιστον ονομαστικά, ηθικές αρχές με οικουμενική ισχύ.

«Όμως και αυτή η στενή αντίληψη που διακατέχει τους ιθύνοντες της ΕΕ, σύμφωνα με όσα προηγουμένως υποστηρίξαμε αποτελεί μια τεράστια φενάκη δεδομένου ότι στηρίζεται σε μια ηθική φιλοσοφία που παραγνωρίζει τους εμπειρικούς παράγοντες, τόσο τους ανθρωπολογικούς όσο και τους ιστορικούς. Συρρικνώνει τους πρώτους στη ικανότητα του ανθρώπου να διαλέγεται ή να στοχάζεται έλλογα, δηλαδή θεοποιεί τη Λογικότητα. Υπ’ αυτήν την έννοια, όλοι οι άνθρωποι, ως όντα λογικά και μόνον λογικά, συμπεριφέρονται κατά τον ίδιο ή παρόμοιο (λογικό) τρόπο δεδομένου ότι όλοι είναι όμοιοι.» [22]

Η δεύτερη αναφέρεται στο ότι μόνο η ιστορική εμπειρία αποτελεί το μοναδικό κριτήριο των θεωριών ή των αντιλήψεων που επιχειρούν να ερμηνεύσουν τις ανθρώπινες καταστάσεις. Για το λόγο αυτό η ιστορία αποτελεί τον τρόμο των φιλοσόφων και των ηθικολόγων.

Η σημερινή στάση των χωρών της Δύσης, και κυρίως των Ευρωπαϊκών, σε σχέση με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, με έκανε να θυμηθώ τα παρακάτω λόγια του Μπωντλαίρ.[23]

Όλοι οι ηλίθιοι της αστικής τάξης, που προφέρουν ασταμάτητα τις λέξεις: «ανήθικο, ανηθικότητα, ηθικότητα, ηθικότητα στην τέχνη» και άλλες βλακείες, με κάνουν να σκέφτομαι τη Λουίζα Βιλεντιέ, πουτάνα του πεντόφραγκου, η οποία, συνοδεύοντάς με μια φορά στο Λούβρο, όπου δεν είχε ξαναπάει, κοκκίνιζε, σκέπαζε το πρόσωπό της και τραβώντας με κάθε στιγμή από το μανίκι με ρωτούσε μπροστά στα αγάλματα και τους αθάνατους πίνακες, πως είναι δυνατόν να εκτίθενται δημοσίως τέτοιες αδιαντροπιές».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

~ . ~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Η σχετική βιβλιογραφία είναι πολυάριθμη και πολυσχιδής. Θα περιοριστούμε να αναφέρουμε τα εξής: P. Anderson, The Origins of Postmodernity, Paperback, 1998, F. Jameson, Το μεταμοντέρνο, Νεφέλη, 1999, T. Eagleton, Οι αυταπάτες της μετανεωτερικότητας, Καστανιώτης, 2003, T. Eagleton, Μετά τη θεωρία, Μεταίχμιο 2007, Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Θεμέλιο, 1991, Ζ. Φ.Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Γνώση, 1984.
[2] Για τις έννοιες αυτές και τον τρόπο που χρησιμοποιούνται στο σημείο αυτό του κειμένου δες R.Cooper, Η Διάσπαση των Εθνών, Κέδρος, 2005.
[3] Ο.π.
[4] Για μια συνοπτική παρουσίαση όλων αυτών των απόψεων, βλ. Δ.Ν. Χρυσοχόου, Δοκίμιο για τη διεθνή θεωρία, Παπαζήσης, 2006, ειδικά τα κεφάλαια 3 και 5.
[5] Δες: J. Habermas, α) Il discorso filosofico della modernita, Laterza, 1988· β) Η ηθική της επικοινωνίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1997· γ) Ο μεταεθνικός αστερισμός, Πόλις, 2003· δ) Η διάσπαση της Δύσης, Καστανιώτης, 2007. Ο Χάμπερμας αναζητά την πολιτική δυνατότητα μιας μεταεθνικής δημοκρατίας, η οποία αποδίδει ειδική σημασία στην έννοια «λαός», απαλλαγμένη από κάθε μορφής υπαγωγή σε μια «προπολιτική κοινότητα πεπρωμένου και δημιουργίας δεσμών και προκαταβολικής εμπιστοσύνης». Δηλαδή ψάχνει να βρει μια άλλη μορφή συλλογικής ταυτότητας για να αντικαταστήσει τους φαντασιακούς δεσμούς του έθνους, ως συνεκτικούς και οργανικούς δεσμούς συγκρότησης της έννοιας του «λαού». Η συνεκτική αυτή ύλη, κατά τον Habermas πρέπει να αναζητηθεί στην αξιακή θεμελίωση του ευρωπαϊκού ηθικού και πολιτικού πολιτισμού.
[6] Η πρόσφατη ιστορική εμπειρία έδειξε ότι τα εθνικά κράτη που συμμετέχουν στο ιδιαίτερο αυτό μόρφωμα υπερασπίζονται τα «εθνικά τους συμφέροντα» μέσω πολέμων (περίπτωση Νήσων Φώκλαντ)
[7] Β. Χωραφάς- Κ. Μελάς, «Ποια είναι τα όρια επέκτασης της ΕΕ και ποιες οι δυνάμεις που καθορίζουν αυτή τη διαδικασία;» Monthly Review, τχ. 42, Ιούνιος 2008.
[8] Ο προσδιορισμός «μετά» εδώ χρησιμοποιείται μόνον ως χρονικός προσδιορισμός και καθόλου δεν έχει αξιολογικό περιεχόμενο.
[9] Ο σημαντικότερος εκφραστής του κοσμοπολιτισμού ως διεθνούς πολιτικής και ηθικής φιλοσοφίας είναι ο Καντ. Στο έργο του Για την Αιώνια Ειρήνη, Αλεξάνδρεια, 1992, ο Γερμανός φιλόσοφος και στοχαστής επιχειρεί να διατυπώσει μια ηθική διεθνή θεωρία γύρο από το βασικό, κυρίαρχο και ζωτικό ζήτημα του πολέμου. Μέσα από τη φιλοσοφική του θεώρηση και τη λογική ενός κώδικα συμπεριφοράς καταλήγει ότι υπάρχει ανάγκη δημιουργίας έννομων σχέσεων μεταξύ κυρίαρχων κρατών. Η πρότασή του συνίσταται στην ανάγκη ύπαρξης ενός «κοσμοπολιτικού δικαίου» (ius cosmopoliticum) ως μια νέα κατηγορία δικαίου ( παράλληλα και πέρα από το συνταγματικό και το διεθνές δίκαιο) με βάση το οποίο οι λαοί και τα έχοντα συνταγματική τάξη κράτη να αναδείξουν το σύστημα της «κοσμοπολιτικής δικαιοσύνης». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό που επιδιώκει ο Καντ δεν είναι η δημιουργία ενός «παγκόσμιου –οικουμενικού– δημοκρατικού κράτους» αλλά το κτίσιμο ενός διεθνοδικαϊκού πλαισίου εντός του οποίου τα κράτη θα συμπεριφέρονται ηθικά, δεδομένου ότι η ηθική συμπεριφορά είναι απόρροια της υιοθέτησης ηθικών αρχών. Φυσικά οι πρώτοι που υποστήριξαν τον κοσμοπολιτισμό ήταν οι αρχαίοι στωικοί φιλόσοφοι. Ένας από τους πρώτους γνωστούς «κοσμοπολίτες» ήταν (ο Ρωμαίος αυτοκράτορας) Μάρκος Αυρήλιος (Τα Εις Εαυτόν, Εκδόσεις Δαίδαλος, Αθήνα) ο οποίος πίστευε ότι ο Κόσμος μοιάζει με μια μεγάλη πόλη-κράτος, μια κοινότητα στην οποία όλοι οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους με βάση την ισότητα.
[10] Κύριος εκπρόσωπος, στην εποχή μας, αυτής της αντίληψης σε φιλοσοφικό επίπεδο είναι ο Γ. Χάμπερμας. Για μια καταλυτική κριτική αυτής της αντίληψης δες Π. Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα, Θεμέλιο, 1998· Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος και Πολιτική, Α. Α. Λιβάνης, 2005, κεφάλαιο ΙΙ. Επίσης: Β΄ Μέρος, κεφάλαια 2-3· C. Preve, Καιροί Αναζήτησης. Στάχυ, 1998.
[11] Η πολυμερής συνεργασία ισοδυνάμων δυνάμεων φαντάζει ως το ιδανικό σκηνικό μιας τέτοιας αντίληψης. Η ιστορική πραγματικότητα και στο σημείο αυτό παραβλέπεται και δεν λαμβάνεται υπόψη.
[12] Για την αντίληψη αυτή δες C. Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού, Κριτική, 1988· Π. Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση, Στιγμή, 1991· Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος και Πολιτική, Α. Α. Λιβάνης, 2005.
[13] Οι οπαδοί της θεωρίας για τη δημοκρατική ειρήνη εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο στο επίπεδο των εθνικών κρατών να κινητοποιηθεί ο λαϊκός παράγοντας υπέρ οποιασδήποτε πολεμικής λύσης. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τις ευρωπαϊκές «μεταεθνικές» κοινωνίες, που εμφανίζουν αποδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία στις αντιδράσεις της παγκόσμιας κοινής γνώμης.
[14] Ο τρόπος λήψης των αποφάσεων θα μεταβληθεί μετά την επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και από ομόφωνος θα γίνει πλειοψηφικός. Θα διατηρηθεί η ομοφωνία μόνο στην περίπτωση περαιτέρω διεύρυνσης και εισδοχής νέων μελών. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συγχέουμε την ομοφωνία με τη συναίνεση. Η τελευταία μπορεί να επιτευχθεί άνετα μέσω της ισχύος του δυνατότερου και με την κατασκευή τυπικής ομοφωνίας.
[15] Στην Ελλάδα είμαστε μάρτυρες ενός τέτοιου γεγονότος πρόσφατα με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού.
[16] Στην πραγματικότητα πρόκειται για ψευδαίσθηση, στο βαθμό που εθνικές διαφοροποιήσεις στα κράτη-μέλη εξακολουθούν να υπάρχουν (π.χ. Βάσκοι, Ιρλανδοί κ.λπ.), ενώ δεν υφίσταται κανένας μηχανισμός που να μπορέσει να αποτρέψει αυτές τις αντιθέσεις από το να γίνουν ανταγωνιστικές. Πολύ περισσότερο, η κατάσταση στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει τεταμένη, εφόσον τα εθνικά προβλήματα μεταξύ των κρατών δεν μπορούν να διευθετηθούν.
[17] Απόσπασμα από το βιβλίο μου, Η σαστισμένη Ευρώπη, Εξάντας, 2008.
[18] Κ. Μελάς, «Κάθε εξαπάτηση των άλλων είναι και παραμένει αυταπάτη», https://www.kostasmelas.gr/2017/08/blog-post_20-5/
[19] Όπως σημειώνει εύστοχα ο Π. Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα, Θεμέλιο, 1998, σ. 101: «ο μύθος τούτος είναι αυτάρεσκος, γιατί προϋποθέτει την ικανότητα των δρώντων υποκειμένων (ή πάντως των ρητόρων) να διδάσκονται από το παρελθόν και να ενεργούν με βάση ηθικά και ορθολογικά κίνητρα».
[20] Σύμφωνα με την υπόθεση της «Δημοκρατικής Ειρήνης» οι Δημοκρατίες δεν πολεμούν μεταξύ τους.
[21] Π. Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Θεμέλιο, 1992, σ. 118.
[22] Απόσπασμα από το βιβλίο μου, Η σαστισμένη Ευρώπη, Εξάντας, 2008.
[23] Κάρολος Μπωντλαίρ, Επιλογή από τα Journaux Intimes, Στιγμή, 1993, σ. 112.

*