Με απλά λόγια δεν γίνεται!

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Απόπειρα απάντησης στο κείμενο ενός φίλου με τον οποίο διαφωνώ απόλυτα σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το κείμενό του έχει τίτλο «Με απλά λόγια» και αναρτήθηκε στις 23.3.2022 στη σελίδα του στο Facebook. Όσο απόλυτη όμως και αν είναι η διαφωνία μου με το μήνυμα του εν λόγω κειμένου, έγραψα την απάντησή μου με την ελπίδα ότι ακόμη υπάρχει στη χώρα μας, και ευρύτερα στη Δύση, κάποιο περιθώριο να εκφράζουμε τη διαφωνία μας πολιτισμένα – όσο φορτισμένες και αν είναι οι στιγμές.

Α. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

«Τη στιγμή που ο βιαστής ορμάει στην γυναίκα, αν είμαστε εκεί γύρω … προσπαθούμε να προστατέψουμε την γυναίκα και να σταματήσουμε τον βιαστή … Την στιγμή του βιασμού, είμαστε με το θύμα του βιασμού. Την στιγμή που ο διαρρήκτης σπάει την πόρτα του σπιτιού … προσπαθούμε να τον σταματήσουμε … και να προστατεύσουμε τα άτομα που μένουν στο σπίτι … Την στιγμή της διάρρηξης, είμαστε με τα θύματα της διάρρηξης. Έτσι και την στιγμή της εισβολής … είμαστε με το θύμα της εισβολής …».

Όμως ένας πόλεμος δεν είναι «στιγμή» – είναι μια «οργανωμένη ένοπλη σύγκρουση, συνήθως μεγάλης χρονικής διάρκειας και έκτασης, μεταξύ κρατών». Η διάρκειά του δίνει την ευκαιρία και τις αφορμές στο άτομο να επεξεργαστεί την πρώτη του αντίδραση και να ενημερωθεί. Όταν δε το άτομο τείνει στην υιοθέτηση μιας απόλυτης, μανιχαϊστικής στάσης που εκφράζεται με τη χρήση απόλυτων ηθικών δίπολων ως κριτηρίων, ίσως αυτή η ευκαιρία για ενημέρωση και έρευνα να γίνεται πιο εμφατικά και ηθική υποχρέωση.

Στην εναρκτήρια παράγραφο του κειμένου, η περιγραφή της «στιγμής» ενός βιασμού και της αυθόρμητης αντίδρασης υπεράσπισης του θύματος απέναντι στον κίνδυνο που διατρέχει στήνει αμέσως μπροστά μας ένα συγκεκριμένο σενάριο με ορισμένα χαρακτηριστικά, αυτά που απορρέουν από την έννοια του βιασμού: «Ο εξαναγκασμός άλλου σε συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, με την άσκηση ή την απειλή σωματικής βίας». Σε ένα τέτοιο σενάριο, μας λέει το κείμενο, υπάρχουν νοητικές δραστηριότητες που είναι άτοπες: «Την στιγμή του βιασμού … δεν καθόμαστε γύρω από το αισχρό σύμπλεγμα βιαστή και γυναίκας, να αναλύουμε το ψυχολογικό ιστορικό του βιαστή ή τα πολιτισμικά συμφραζόμενα που καθιστούν δυνατό και ενίοτε κοινωνικώς ανεκτό τον βιασμό. Την στιγμή του βιασμού, δεν υπερασπιζόμαστε τον βιαστή, δεν προσπαθούμε να εντοπίσουμε ελαφρυντικά, δεν εκφράζουμε αμφιβολίες ως προς την εγκληματική του πρόθεση». Όμως η «ανάλυση», η εξέταση των «πολιτισμικών συμφραζομένων», η «υπεράσπιση», η «έκφραση αμφιβολιών», όλα είναι χρονοβόρες λειτουργίες της κριτικής σκέψης, οι οποίες βεβαίως σε μια στιγμή κινδύνου είναι άτοπες. Σε μια στιγμή κινδύνου, ο άνθρωπος λειτουργεί (και καλά κάνει) ενστικτωδώς, μέσα του αναλαμβάνει δράση ο λεγόμενος «ερπετικός», «κάτω» εγκέφαλος. Ωστόσο, η αντίδρασή μας απέναντι σε έναν πόλεμο, δηλαδή σε μια οργανωμένη σύγκρουση μεταξύ κρατών, ανήκει σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο. Ανήκει στο πλαίσιο της παρατήρησης και κρίσης ιστορικών, γεωπολιτικών φαινομένων, τα οποία, με τη σειρά τους, ανήκουν στη σφαίρα της διεθνούς πολιτικής. Αποτελούν προϊόντα όχι μιας κακής «στιγμής», αλλά συνδυασμών και συγκρούσεων διαφορετικών συμφερόντων. Με άλλα λόγια, το κείμενο κρίνει ως εσφαλμένη μια αντίδραση, την οποία όμως αποσπά από το οικείο της πλαίσιο και την τοποθετεί σε ένα άλλο, που είναι ούτως ή άλλως ασύμβατο με αυτήν. Το ένα πλαίσιο –αυτό της κρίσης ιστορικών, γεωπολιτικών φαινομένων όπως ο πόλεμος– απαιτεί την κριτική σκέψη, το άλλο πλαίσιο –αυτό της αντίδρασης σε μια στιγμή κινδύνου, π.χ. βιασμού ή διάρρηξης– απαιτεί τη γρήγορη αντίδραση του ενστίκτου μας. Και ναι, η κριτική σκέψη σε μια στιγμή κινδύνου θα ήταν απολύτως λάθος αντίδραση και ίσως και πολύ επικίνδυνη, αλλά εξίσου λάθος, και ίσως και πολύ επικίνδυνη, είναι η αυθόρμητη, ενστικτώδης αντίδραση κατά την κρίση ιστορικών, γεωπολιτικών φαινομένων, καθώς και η επίκληση του αυτοματισμού των ενστικτωδών μας αντιδράσεων για να υποστηριχτεί η ανάγκη αυτοματισμού κατά τη λειτουργία της κριτικής μας σκέψης.

Το ίδιο συμβαίνει στη συνέχεια του κειμένου και με την περιγραφή της στιγμής της διάρρηξης. Το πρώτο μέρος της παραγράφου εκθέτει ένα πλαίσιο όπου το άτομο οφείλει να αντιδράσει με ετοιμότητα και ενστικτωδώς (όταν μπαίνει ο διαρρήκτης στο σπίτι του), και συνεχίζει δηλώνοντας ότι σε ένα τέτοιο πλαίσιο η κριτική σκέψη (η ανάλυση με «κοινωνικο-πολιτικούς όρους») θα ήταν λάθος.

Στη συνέχεια, η «στιγμή» για την οποία το κείμενο ζητά να μην ασκούμε την κριτική μας σκέψη προσδιορίζεται πιο αναλυτικά: «για όσο συνεχίζονται οι φόνοι και οι τραυματισμοί αμάχων, οι υλικές καταστροφές, και γενικώς η επίθεση του εισβολέα με όλες τις πολεμικές συνέπειές της». Εδώ η περιγραφή του τι συμβαίνει σήμερα στην Ουκρανία εστιάζει σε μία μόνο πτυχή, την ανθρωπιστική τραγωδία που συνοδεύει κάθε πόλεμο, εκφράζοντας έτσι, με αυτή την έμφαση, την απαίτηση για τον τερματισμό της. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα οποιουδήποτε πολέμου είναι πολύ ευρύτερη και πολύ πιο περίπλοκη, ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα γεωπολιτικό φαινόμενο με διάρκεια, και αντικειμενικά ο τερματισμός του δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν ληφθούν υπόψη τα αίτιά του και τα συμφέροντα που εμπλέκονται σε αυτόν. Με άλλα λόγια, στην εντελώς φανταστική περίπτωση που τα ρωσικά τανκ και οι Τσετσένοι μαχητές ως διά μαγείας εξαϋλώνονταν από την ουκρανική γη ή πάγωναν διά παντός επάνω της, θα επερχόταν ξάφνου κάποια βιώσιμη ειρήνη; Όχι. Πρώτον, στις ρωσόφωνες ανατολικές περιοχές θα συνεχιζόταν ο εμφύλιος που ξέσπασε στις αρχές του 2014 πιθανότατα με μεγαλύτερο μένος. Δεύτερον, τα νεοναζιστικά τάγματα, ηθικά ενδυναμωμένα στα μάτια μεγάλου μέρους των Ουκρανών κυρίως αριστερά του Δνείπερου ως υπερασπιστές της Ουκρανίας και πρακτικά πολύ καλύτερα εξοπλισμένα με τα όπλα της Δύσης, θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο το όποιο φιλοδυτικό καθεστώς του Κιέβου, κίνδυνος που έχει επισημανθεί ήδη από την αρχή του πολέμου του Ντονμπάς [βλ. «Azov fighters are Ukraine’s greatest weapon and may be its greatest threat», Guardian 10/9/2014] και επαναλαμβάνεται και σήμερα [βλ. «The truth about Ukraine’s far-Right militias», Unherd, 15.3.2022]. Τρίτον, αυτή τη στιγμή στην Ουκρανία εξοπλίζονται ως υπερασπιστές της δύο κατηγορίες δρώντων που, όταν πάψει ο πόλεμος, η δράση τους ασφαλώς θα είναι ανεξέλεγκτη και θα θέσουν την όποια ειρήνη επιτευχθεί σε σοβαρό κίνδυνο: Πρόκειται αφενός για τους χιλιάδες ξένους μαχητές-«εθελοντές» –είτε αγνώστου ταυτότητας είτε διακηρυγμένα μέλη νεοναζιστικών οργανώσεων που έχουν βρει στο έδαφος της Ουκρανίας μια πρόσφορη γη για την πραγματοποίηση του ονείρου τους για ένα «καθαρό έθνος» [ό.π., «The truth about Ukraine’s far-Right militias», Unherd, 15/3/2022]– και αφετέρου για κοινούς εγκληματίες που έχουν βρεθεί με καλάσνικοφ και αντιαρματικά στα χέρια. Η ανθρωπιστική τραγωδία δεν θα έπαυε αν εξαφανίζονταν ξάφνου οι Ρώσοι από την Ουκρανία. Αντιθέτως, αυτός ο πόλεμος έχει δημιουργήσει ακόμα χειρότερες συνθήκες από αυτές που υπήρχαν πριν, και καθώς έχουν εμπλακεί κι άλλοι παράγοντες ή έχει αλλάξει η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των παλαιών, η χώρα εν καιρώ ειρήνης κινδυνεύει να μην προσφέρει καμία εγγύηση για την αποφυγή νέων ανθρωπιστικών τραγωδιών. Έτσι, η καταγγελία της ανθρωπιστικής τραγωδίας που εκφέρει κάποιος και η απαίτησή του για τον τερματισμό της σημαίνει ότι αυτός ο κάποιος δεν θα διακινδύνευε να υποστηρίξει ανθρώπους ή καταστάσεις που εξασφαλίζουν ή καθιστούν πολύ πιθανή ακριβώς τη συνέχιση αυτής της τραγωδίας. Όμως για να μην κάνει αυτό το λάθος, οφείλει να δεχτεί να ερευνήσει και να αναλύσει την περίπλοκη πραγματικότητα του συγκεκριμένου γεωπολιτικού φαινομένου που είναι ο συγκεκριμένος πόλεμος.

Στην ίδια παράγραφο, δηλώνεται: «Είμαστε με την Ουκρανία και με όσες άλλες οντότητες (π.χ. άλλες χώρες) και άτομα (π.χ. τις γενναίες Ρωσσίδες και Ρώσσους) επίσης αντιτίθενται στην εισβολή». Η δήλωση αυτή μοιάζει με αντιστροφή του επικίνδυνου αφορισμού με τον οποίο κήρυξε ο Μπους τον Σεπτέμβριο του 2001 τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας». Ο αφορισμός του κειμένου που εξετάζουμε ουσιαστικά λέει: «όποιος είναι εναντίον του εχθρού μου είναι φίλος μου». Ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους είναι εναντίον του εχθρού σου; Ακόμα κι αν είναι τυχοδιωκτικά εναντίον του εχθρού σου, όχι επειδή νοιάζεται για τους Ουκρανούς αλλά επειδή τους χρησιμοποιεί για να εξαντλήσει αυτό τον εχθρό [βλ. Hilary Clinton, MSNBC 1.3.2022]; Και τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο; Στο πολεμικό μέτωπο, θα σήμαινε ότι διατηρεί όρθιο, τροφοδοτώντας τον ανεξέλεγκτα με όπλα, έναν υπερασπιστή –τον οποίο δεν έχει κανέναν σκοπό να συνδράμει αποφασιστικά–, πολύ υποδεέστερο αντικειμενικά από τον εισβολέα [ό.π., Hilary Clinton, «Now, let`s be clear that Russia has overwhelming military force»], και στο προπαγανδιστικό μέτωπο θα σήμαινε φθορά της εικόνας του εισβολέα με την απόδοση ευθύνης σε αυτόν για τον θάνατο αμάχων και για κάθε είδους ανθρωπιστική τραγωδία. Ο θάνατος αμάχων στην Ουκρανία είναι εξαιρετικά χρήσιμος τόσο για τη φθορά της εικόνας της Ρωσίας, στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, όσο και για την υπονόμευση του όποιου φιλορωσικού καθεστώτος φιλοδοξεί να εγκαταστήσει η Ρωσία στην Ουκρανία. Εντούτοις, από όλους όσοι εκφράζουν με τέτοιο τρόπο τον αποτροπιασμό τους για τις θηριωδίες εναντίον αμάχων, σχεδόν κανείς δεν έχει εκφράσει αποτροπιασμό ούτε έχει καταδεχτεί έστω να ερευνήσει τις άφθονες μαρτυρίες για τις βιαιότητες του ίδιου του ουκρανικού στρατού και κυρίως των νεοναζιστικών ταγμάτων, μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες οι Ουκρανοί χρησιμοποιούν τους αμάχους ως ασπίδα ή ως false flag [βλ. «Civilians evacuate Mariupol and reveal the fighting methods of the Azov regime’s Neo-Nazis», MR Online 21.3.2022  και «“Σκηνοθετημένος από Ουκρανούς του Αζόφ ο βομβαρδισμός του θεάτρου της Μαριούπολης”, υποστηρίζει ο αμερικανός δημοσιογράφος Μ. Μπλούμενταλ», tvxs 22.3.2022]. Κι όμως, αυτός ο αποτροπιασμός για την ανθρωπιστική τραγωδία θα περίμενε κανείς πως θα συνοδευόταν και από μια ειλικρινή μέριμνα για την αποκάλυψη όλων όσοι τη διαπράττουν, αν μη τι άλλο γιατί από ό,τι φαίνεται δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ανήκουν στους «φίλους», σε εκείνους στους οποίους χαρίζει ο εκάστοτε καταγγέλλων τόσο απόλυτα την υποστήριξή του και οι οποίοι ίσως έχουν συμφέρον να τη διαιωνίζουν.

Ακολουθεί ένα αποκαλυπτικό, από θεωρητική άποψη, σημείο. Το κείμενο συνεχίζει: «Με ακόμη πιο απλά λόγια: δεν μπορούμε να είμαστε με τον Παύλο Φύσσα και με τον/την Ζακ/Ζάκι … και να μην είμαστε με την Ουκρανία. Την στιγμή του εγκλήματος, τασσόμεθα με το θύμα και όχι με τον θύτη». Η εξομοίωση α) της δολοφονίας ενός ατόμου την οποία διέπραξε μια αποδεδειγμένα εγκληματική, νεοναζιστική οργάνωση, β) της δολοφονίας ενός ατόμου την οποία διέπραξαν δύο άλλα άτομα που έδρασαν ως άτομα, και γ) ενός γεωπολιτικού φαινομένου όπως είναι ο πόλεμος αποκαλύπτει έντονα και το «θεωρητικό» υπόστρωμα του κειμένου: Και στις τρεις περιπτώσεις υπάρχει θύμα και θύτης, και οι «αρχές μας», λέει το κείμενο, επιτάσσουν να είμαστε πάντα, σε όλες τις περιπτώσεις, με την πλευρά του θύματος. Δηλαδή το κείμενο θεωρεί δεδομένο ότι διεπόμαστε από ηθικές αρχές ορισμένου χαρακτήρα: είναι απόλυτες, επιβάλλονται σε οποιαδήποτε κατάσταση, σε κάθε περιβάλλον, σε κάθε ιστορική συγκυρία, και έχουν μανιχαϊστικό χαρακτήρα, δηλαδή συνίστανται σε ηθικά δίπολα δίχως ενδιάμεσες αποχρώσεις. Πρόκειται για την υιοθέτηση της ηθικής απολυτότητας (moral absolutism), και εδώ, συμπληρωματικά με τη σύμφυρση ενός πολέμου και ενός βιασμού, γίνεται πλέον πασιφανές ότι αυτό είναι το φιλοσοφικό υπόστρωμα αυτής της στάσης. Πράγματι, στην αμέσως επόμενη παράγραφο διαβάζουμε: «Αφενός γιατί δεν θα θέλαμε να υποστούμε κι εμείς παρόμοιο έγκλημα και αν, ο μη γένοιτο, το υποστούμε, θα θέλαμε όλον τον κόσμο να συνταχθεί μαζί μας και όχι με τον θύτη μας». Το μείζον επιχείρημα κατά της ηθικής απολυτότητας είναι ότι διαφορετικοί άνθρωποι και διαφορετικοί πολιτισμοί δεν θα συμφωνούσαν μεταξύ τους ως προς το ποιες ηθικές αρχές είναι «καλές» και ποιες «κακές» – παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί κάποια συμφωνία, και είναι αυτό ακριβώς που αναφέρει το κείμενο, θαρρείς και απαντά σε μια τέτοια αμφισβήτηση: Σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε ότι πρέπει να συμπεριφερόμαστε στους άλλους όπως θέλουμε να συμπεριφέρονται οι άλλοι σε εμάς. Αλλά στη συνέχεια του κειμένου, η ηθική απολυτότητά του μένει αστήρικτη απέναντι στην αμφισβήτησή της: «Αφετέρου, γιατί αυτό επιτάσσουν οι αρχές μας». Εδώ αμέσως θα αντιτάξει κανείς ότι διαφορετικοί άνθρωποι και διαφορετικοί πολιτισμοί, για παράδειγμα μουσουλμάνοι Ταλιμπάν του Αφγανιστάν που ακολουθούν μια ορισμένη μορφή της σαρίας, θα έλεγαν πως φυσικά όχι, η απόλυτη αρχή «πάντα με το θύμα, εναντίον του θύτη» τούς είναι ξένη – εξαρτάται ποιος είναι ο θύτης και ποιο είναι το θύμα και γιατί έχουν περιέλθει σε αυτή τη σχέση. Και οπωσδήποτε μπορούμε να φανταστούμε άπειρες συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου το «θύμα» δεν «μας» ξυπνά καμία συμπόνια και δεν του αναγνωρίζουμε κανένα δίκιο. Ένα άλλο παράδειγμα, που ενδεχομένως να φέρει τους υποστηρικτές της αδιαπραγμάτευτης υπεράσπισης του θύματος σε αμηχανία: Γιατί δεν υπερασπίζονται τα δεμένα σε στύλους θύματα, ενίοτε παιδιά (παιδιά!), που κάτοικοι με πολιτικά ή ένστολοι σε διάφορες πόλεις της Ουκρανίας δένουν με ταινίες σε στύλους, αφήνοντάς τους ολόκληρα εικοσιτετράωρα στο κρύο, και τους χτυπούν με ζώνες σε μέρη του σώματός τους που ξεγυμνώνουν, κατηγορώντας τους για κλοπή και πλιάτσικο [βλ. «Ukrainian civilians stripped, tied up and beaten by vigilantes in shocking videos», news.com.au 23.3.2022]; Μήπως υπάρχουν περιπτώσεις όπου, κατά την κρίση των απόλυτων υπερασπιστών του «θύματος» έναντι του «θύτη», το «θύμα» αξίζει να είναι «θύμα» και δεν τους ξυπνά την «αυθόρμητη» αντίδραση της υπεράσπισής του; Και πότε συμβαίνει αυτό; Υπάρχει χώρος στην ηθική απολυτότητα για την αυτοδικία; Εάν ναι, τότε δεν πρόκειται για ηθική απολυτότητα – αντίθετα, δεν μπορεί παρά να πρόκειται για μια στάση που επιτρέπει την ανά περίπτωση τοποθέτηση έναντι του δίπολου «θύτης-θύμα».

Το κείμενο συνεχίζει αποκαλύπτοντας ποιες συγκεκριμένα είναι οι απόλυτες ηθικές αξίες τις οποίες, αν δέχεται κανείς, δεν μπορεί παρά να υιοθετεί τα απόλυτα ηθικά του κριτήρια: «Υπό την προϋπόθεση, φυσικά, πως όντως δεχόμαστε την ελευθερία ως υπέρτατη αξία, πως πιστεύουμε στην αυτοδιάθεση και στο αυτεξούσιον ατόμων και λαών, και πως θεωρούμε την δημοκρατία ως το καλύτερο περιβάλλον για την πραγμάτωση της ελευθερίας στον σύγχρονο κόσμο». Μα, κατ’ αρχήν, από την ίδια την τοποθέτηση του κειμένου φαίνεται ότι η ελευθερία δεν αντιμετωπίζεται ως «υπέρτατη αξία». Διαφορετικά, δεν μπορεί παρά να γινόταν η διάκριση μεταξύ των δυτικών Ουκρανών και ενός πολύ μεγάλου αριθμού ρωσόφωνων της ανατολικής Ουκρανίας, οι οποίοι σφαγιάστηκαν στην Οδησσό τον Μάιο του 2014 [βλ.«Burnt alive in Odessa. Documentary] και έκτοτε η ζωή τους έχει γίνει ζωή αρουραίων στα καταφύγια και διαρκώς απειλούμενη από τον ουκρανικό στρατό (κυρίως τα νεοναζιστικά του τμήματα) [βλ. «Donbass (film of Anne-Laure Bonnel – English subtitles»]. Για πολλούς από αυτούς, οι Ρώσοι προφανώς είναι απελευθερωτές και η κυβέρνηση Ζελένσκι, η οποία συνέχισε τον πόλεμο εναντίον τους, ήταν ο δυνάστης τους. Όσον αφορά την αυτοδιάθεση και το αυτεξούσιο λαών, και εδώ είναι φανερό ότι στο κείμενο δεν θεωρούνται απόλυτες αξίες. Διαφορετικά δεν μπορεί παρά και πάλι να γινόταν η διάκριση ανάμεσα σε έναν λαό του οποίου τα συμφέροντα αντιπροσωπεύονται από την κυβέρνησή του και σε έναν λαό του οποίου η κυβέρνηση δεν τον αντιπροσωπεύει (π.χ. βλ. και πάλι τους ρωσόφωνους, οι οποίοι αν και σε μεγάλο βαθμό ψήφισαν τον Ζελένσκι με την ελπίδα ότι θα σταματούσε τον πόλεμο εναντίον τους και θα αναγνώριζε τα δικαιώματά τους, τον είδαν να συνεχίζει τον πόλεμο και να διατηρεί τον νόμο του προκατόχου του με τον οποίο η ρωσική γλώσσα εξοβελίστηκε από τα ΜΜΕ, την εκπαίδευση και γενικότερα τη δημόσια διοίκηση [10 – «Language policy in Ukraine»]. Επίσης, βλ. τη λογοκρισία [βλ. «In risky move, Ukraine’s president bans pro-Russian media»] και τον κατ’ οίκον περιορισμό που επιφύλαξε η κυβέρνηση Ζελένσκι στους πολιτικούς του αντιπάλους ή τη βαθιά σχέση του με τη διαφθορά, την οποία πριν από τον πόλεμο κατέγραφαν μέχρι και οι New York Times κτλ. [βλ. «Just Like All the Others: The End of the Zelensky Alternative?», Wilson Center 2.11.2021 και «Two Blows Are Dealt to Ukrainian Leader’s Clean-Government Image», ΝΥΤ 27.9.2019]. Τα παραπάνω συνδέονται άμεσα και με την απόλυτη πίστη στη δημοκρατία που δηλώνει το κείμενο «Με απλά λόγια». Αν κάποιος έχει τόσο απόλυτη πίστη στην «υπέρτατη» αξία της δημοκρατίας και την καθιστά απόλυτο κριτήριο για την τοποθέτησή του στη μία ή στην άλλη πλευρά της ιστορίας, φροντίζει να ελέγξει τι είδους είναι όντως το καθεστώς που αποκαλεί «δημοκρατικό» πριν του χαρίσει αδιαπραγμάτευτα το μυαλό και την ψυχή του.

Στην τελευταία παράγραφο, το κείμενο δείχνει προς μια αντίθεση μεταξύ ηθικής και λογικής η οποία μοιάζει εντελώς ανυπόστατη – κυρίως γιατί η στάση που περιγράφει ως λογική δεν είναι όντως λογική, είναι δεδηλωμένα συναισθηματική. Το ίδιο το κείμενο λέει: «Μπορεί όμως, αίφνης, να διαπιστώσουμε, να αισθανόμαστε, ότι μα ναι, βεβαίως και είμαστε υπέρμαχοι της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και της δημοκρατίας, αλλά –τούτη την φορά– δεν μας κάνει καρδιά να δηλώσουμε ότι είμαστε με το θύμα και όχι με τον θύτη … Αντιμέτωποι με μια τέτοια αντίθεση μεταξύ της ηθικής και της λογικής μας…». Όμως σύμφωνα με το ίδιο το κείμενο, πουθενά δεν έχει εμπλακεί η λογική σε αυτή την επιλογή στάσης. Είναι ζήτημα ενός «Δεν μας κάνει καρδιά» και ενός «αισθανόμαστε», κι έτσι προφανώς η αντίθεση που δημιουργεί είναι ανύπαρκτη – πρόκειται για μια άλλη αντίθεση, μεταξύ της «ηθικής» και μιας συναισθηματικής, όχι λογικής, αντίδρασης. Ανεξάρτητα, όμως, από το τι είδους είναι οι δύο πόλοι της αντίθεσης, το κείμενο προτείνει να την επιλύσουμε αφενός υποβάλλοντας στον έλεγχο των «αρχών και των αξιών μας» κάθε πολιτική μας προτίμηση, ιδεολογία, ιστορικό υπόβαθρο που ίσως επηρεάζει τη στάση μας και αφετέρου «επιστρέφοντας» στις «θεμελιώδεις αρχές μας». Ωστόσο, όπως φάνηκε παραπάνω, οι αρχές αυτές δεν είναι στ’ αλήθεια απόλυτες, ούτε καν για το ίδιο το κείμενο, και οπωσδήποτε δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κριτήρια όταν κάποιος επιδιώκει να κατανοήσει ένα γεωπολιτικό φαινόμενο προκειμένου να τοποθετηθεί κατά ή υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς.

Θα μπορούσα, τέλος, να σταθώ στη δεύτερη υποσημείωση του κειμένου, όπου δίνεται το αποτέλεσμα των ουκρανικών εκλογών του 2019, όταν οι νεοναζιστικές οργανώσεις συγκέντρωσαν λιγότερο από το 2% των ψήφων, και γίνεται ένας ανιστόρητος παραλληλισμός μεταξύ της Ουκρανίας και της Ελλάδας, μεταξύ του Τάγματος του Αζόφ κ.ά. και της Χρυσής Αυγής, προκειμένου να διατυπωθεί το ερώτημα γιατί η Ρωσία έχει μεγαλύτερο δικαίωμα να εισβάλει στη «ναζιστική» Ουκρανία από ό,τι θα είχε η Τουρκία να εισβάλει στη «νεοναζιστική» Ελλάδα όταν η Χ.Α. συγκέντρωνε το 7% του εκλογικού σώματος και είχε παρουσία στη Βουλή. Μου φαίνονται τόσο αυτονόητες οι απαντήσεις, τόσο εξωφρενική η σύγκριση και το ερώτημα, ώστε απλώς παραπέμπω και πάλι στο διαφωτιστικό podcast του Unherd «The truth about Ukraine’s far-Right militias», για μια επαφή με τον θεσμικό και επικίνδυνο για το μέλλον ρόλο των νεοναζιστικών ταγμάτων στην πραγματικότητα της Ουκρανίας – στον σύνδεσμο υπάρχει και το κείμενο, το οποίο υποστηρίζει τις πληροφορίες που δίνει με άλλους, σημαντικούς συνδέσμους, οι οποίοι σίγουρα αξίζουν την προσοχή μας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Στο κείμενο «Με απλά λόγια», απέναντι σε ένα ιστορικό, γεωπολιτικό φαινόμενο η κριτική σκέψη απορρίπτεται και στη θέση της προκρίνεται μια αδιαπραγμάτευτη, α-ιστορική ηθική τοποθέτηση. Ωστόσο, προκειμένου να υποστηρίξει αυτή τη θέση, το κείμενο δεν χρησιμοποιεί παραδείγματα άλλων ιστορικών, γεωπολιτικών φαινομένων που λαμβάνουν χώρα μεταξύ κρατών, αλλά παραδείγματα άμεσου κινδύνου που βιώνουν άτομα σε κάποια ατυχή «στιγμή». Η εξομοίωση αυτών των δύο διαφορετικών πραγματολογικών πλαισίων οφείλεται στην υιοθέτηση, εκ μέρους του κειμένου, της ηθικής απολυτότητας ως εργαλείο κατανόησης του πολέμου και τοποθέτησης απέναντι στα εμπλεκόμενα μέρη. Ωστόσο, τα απόλυτα ηθικά δίπολα και οι απόλυτες ηθικές αρχές χάνουν την απολυτότητά τους και σχετικοποιούνται, αμέσως μόλις έρθουν σε επαφή με την πραγματικότητα της σύνθετης ιστορικής στιγμής που είναι ο συγκεκριμένος πόλεμος στην Ουκρανία. Συνεπώς, φαίνεται ότι ο πόλεμος ως γεωπολιτικό, ιστορικό φαινόμενο είναι αδύνατον να κατανοηθεί χρησιμοποιώντας ως εργαλεία απόλυτα ηθικά δίπολα και ότι η τοποθέτησή μας απέναντι σε αυτόν οφείλει να στηριχτεί στην αναλυτική, κριτική σκέψη.

~.~

Β – ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ (DISCOURSE) TOY KEIMENOY «ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ» ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟ

Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνοδεύεται από έναν δημόσιο λόγο του οποίου τα μηνύματα διαφοροποιούνται ανάλογα με την τοποθέτηση του ομιλούντα ή του γράφοντα. Έτσι, μεταξύ άλλων έχουμε τον λόγο της ουκρανικής κυβέρνησης, τον λόγο της ρωσικής κυβέρνησης, τον λόγο των συνασπισμένων εναντίον της Ρωσίας δυτικών κυβερνήσεων και των κυρίαρχων δυτικών ΜΜΕ. Ο λόγος της ουκρανικής κυβέρνησης περιστρέφεται, ως επί το πλείστον, γύρω από τον «λόγο του αμυνόμενου». Ο λόγος της ρωσικής κυβέρνησης γύρω από τον λόγο μιας μεγάλης παγκόσμιας δύναμης που αντιμετωπίζει «υπαρξιακή απειλή». Λόγο παρόμοιο με του κειμένου «Με απλά λόγια» διαβάζουμε ή ακούμε κυρίως από τα κυρίαρχα δυτικά ΜΜΕ και τις δυτικές κυβερνήσεις που έχουν συνασπιστεί εναντίον της Ρωσίας: η επαναλαμβανόμενη επωδός για την «αδικαιολόγητη» εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αντιμετωπίζει τον πόλεμο, όπως κάνει και το κείμενο «Με απλά λόγια», ως «στιγμή», χωρίς παρελθόν, η οποία οφείλει να κριθεί με βάση την ανθρωπιστική καταστροφή που προκαλεί. (Ο Φώτης Παγαγεωργίου, στο κείμενό του με τίτλο «Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου» (δημοσιεύθηκε στο Νέο Πλανόδιον στις 18.3), ερμηνεύει τον συγκεκριμένο τρόπο παρουσίασης του πολέμου ως συμπύκνωση των όρων της συζήτησης σε έναν διαστρεβλωτικό συλλογισμό με αρχική προκείμενη «Οποιαδήποτε χώρα εισβάλλει σε κυρίαρχο (δημοκρατικό) κράτος είναι απολύτως καταδικαστέα». Τούτος ο συλλογισμός είναι διαστρεβλωτικός επειδή συγκαλύπτει τον «λανθάνοντα και πραγματικό», του οποίου η αρχική προκείμενη στην πραγματικότητα είναι ότι «Οποιαδήποτε χώρα εισβάλλει σε κυρίαρχο (δημοκρατικό) κράτος φέρει την αποκλειστική υπαιτιότητα». Όμως η προκείμενη αυτή «σε υποχρεώνει να αναλύσεις και τη διαχρονία, την “ιστορία” της. Και η απόδοση ρήτρας ενοχής με βάση [αυτήν] είναι απονενοημένη». Επίσης, τόσο ο λόγος των συγκεκριμένων δυτικών κυβερνήσεων και των δυτικών ΜΜΕ όσο και ο λόγος του κειμένου «Με απλά λόγια» εστιάζονται στην ανθρωπιστική τραγωδία προκειμένου να αναδείξουν τους ρόλους του «θύματος» και του «θύτη» και να αποσπάσουν από τον αναγνώστη/ακροατή/θεατή –εντέλει, από τον πολίτη– την ενστικτώδη τοποθέτηση εναντίον του «θύτη» που προκαλούν στιγμές άμεσου κινδύνου εκτυλισσόμενες μεταξύ ατόμων (δίχως να ενδιαφέρονται να ερευνήσουν αιτιάσεις και μαρτυρίες για το ότι «θύτης» πολλών από αυτές τις τραγωδίες ενδεχομένως να μην είναι ο εισβολέας αλλά ο αμυνόμενος). Ωστόσο, οι κυβερνήσεις δεν δρουν με βάση απόλυτες ηθικές αξίες ούτε αντιδρούν ενστικτωδώς, αλλά με βάση τα συμφέροντά τους, τις συμμαχίες και τις εξαρτήσεις τους.

~.~

Γ. ΜΕ ΛΟΓΙΑ ΗΘΙΚΗΣ ΑΠΟΛΥΤΟΤΗΤΑΣ

Όπως φαίνεται όταν σκύψουμε πάνω από τις λέξεις και τις σκέψεις του κειμένου «Με απλά λόγια», ο συντάκτης του με τη φράση «απλά λόγια» εννοεί «με όρους ηθικής απολυτότητας». Αλλά με μανιχαϊστικές ηθικές κρίσεις, που βασίζονται σε αμετάβλητα, δίχως αποχρώσεις, απόλυτα ηθικά δίπολα, είναι αδύνατον να εξηγηθούν και να γίνουν κατανοητά ιστορικά γεωπολιτικά φαινόμενα. Ακόμα και εάν από τη θέση του παρατηρητή θέλει να περάσει κάποιος στη θέση του υποστηρικτή (να διαλέξει «πλευρά της ιστορίας»), πώς μπορεί να το κάνει χωρίς πρώτα να έχει κατανοήσει το συγκεκριμένο γεωπολιτικό φαινόμενο και να του έχει δώσει μια εξήγηση; Κι αυτό, με «απλά» λόγια ΔΕΝ γίνεται.

ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

*