Day: 07.08.2026

Δάνειο

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Είναι που έχουμε πάρει οριστικά την κατηφόρα ή είμαστε πια τόσο κάτω που δεν βλέπουμε την ανηφόρα; Δηλαδή, που δεν την βλέπουμε ως ανηφόρα.

Ο θείος ο Μήτσος ήταν θείος της μητέρας μας. Η γυναίκα του, η θεία η Δήμητρα, αδερφή της γιαγιάς. Βλέποντας μακριά, είχε φτιάξει στη δεκαετία του ’60 μια καλή μάντρα οικοδομών στην Λεωφόρο Κηφησίας και με τη συνεχή ανοικοδόμηση της Πρωτεύουσας έκανε χρυσές δουλειές. Παιδί ακόμα είχε βγει στη βιοπάλη. Τον έστελνε ο πατέρας του να πουλά παστέλια στην προπολεμική Αθήνα. Για να ξεγελάει την παιδική του πείνα, έριχνε μια δαγκωνιά, κόνταινε το παστέλι. Το τραβούσε κατόπιν να έρθει στο προηγούμενο μήκος του. Εκτατό γαρ! Πεπειραμένος επιχειρηματίας πλέον, είχε μείνει ένα μεγάλο καλοκάγαθο παιδί.

Πάνω από το γραφείο του είχε τη γνωστή εικόνα του «πωλούντος επί πιστώσει και του πωλούντος τοις μετρητοίς». Όταν πήγαινα μικρός τα Χριστούγεννα να πω τα κάλαντα, τον ρωτούσα τι σημαίνει «τοις μετρητοίς» και τι «επί πιστώσει». Μου εξηγούσε αλλά δεν κατάλαβα ποτέ. Και τώρα ακόμα το παλεύω… Έπαιρνα το αργυρούν εικοσάδραχμον κι έφευγα χαρούμενος.

Με το τζιπ του γυρίζαμε στις εξοχές της Αττικής. Κούρσα δεν καταδέχτηκε να πάρει ποτέ. Το τζιπ με το διπλό διαφορικό μας ανέβαζε σ’ όλες τις ανηφοριές. Δεν κολλούσε στους αμμόλοφους του Σχινιά και μας έβγαζε στο Πικέρμι να μαζέψουμε χόρτα. Ζωχούς, ραδίκια, καρύδες, από τότε τα γνωρίζω· όσο υπάρχει άγρια φύση δε θα πεινάσω. Άφηνε μετά το τζιπ να κυλήσει χωρίς ταχύτητα στην κατηφόρα προς τον Σταυρό της Ραφήνας, όχι για οικονομία όπως σήμερα, τσιγκούνης δεν ήταν, έτσι από πεποίθηση. Περνώντας από τις ταβέρνες της Αγίας Μαρίνας, έκοβε ταχύτητα να πάρει μια μυρουδιά απ’ τα κοψίδια. Κάποτε σταματούσαμε. Του φώναζαν στον γυρισμό οι γυναίκες, να προσέχει έτσι πιωμένος που ήταν, κόκκινος από το κοκκινέλι. Οι ταχύτητες όμως τότε ήσαν μικρές, όπως και η βιασύνη. Η θεία η Δήμητρα ήταν ευτυχισμένη. Το μόνο της παράπονο ήταν που ο θείος Μήτσος την ταλαιπωρούσε… όντας ενεργός σε μεγάλη ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι πάνω της ετελεύτησε όταν τον πρόδωσε η καρδιά του, λίγο μετά τα εβδομήντα. Μάκαρ, αυτός.

Ήταν η γεννιά που το χρήμα ερχόταν ως μέσον αυτονόητα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Για να ξοδευτεί προς τέρψιν. (Για ποια ανάπτυξη, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).

Γράφαμε τότε κάθε χρόνο στο Δημοτικό την ημέρα της Αποταμιεύσεως –τῃ εντολῄ της Εθνικής Τραπέζης, του Ταμιευτηρίου;– μια έκθεση: Ποιο το νόημα της αποταμίευσης. Ακούγαμε εμείς ότι «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι» και προσπαθούσαμε να στίψουμε το μυαλό μας τι να σημαίνουν όλα αυτά. Η αποτυχία μου πρέπει να ήταν πλήρης, αφού ποτέ δεν διαβάστηκε η έκθεσή μου στην τάξη. Και ο πήλινος κουμπαράς μου δεν μακροημέρευε. Όπως και τώρα που είναι πια κομμάτια.  Άλλαξε ποτέ η ελεημοσύνη προς το καλύτερο τον κόσμο; Ως ασπιρίνη στην ημικρανία, ανακουφίζει προσωρινά το σύμπτωμα, δεν θεραπεύει την αιτία.

Δεν δείχνει ο χαρακτήρας από τα μικράτα μας; Σπάταλος, γαλαντόμος, συντηρητικός, επαναστάτης, σπαγκοραμμένος, φιλάργυρος. Καλή καρδιά;

Εκείνοι, φίλοι κι οι τρεις μαζί από το Δημοτικό. Βιολογική, ανθρωπολογική πολυποικιλότητα κάτω απ’ το ίδιο όνομα: Ελευθέριος.

—Έλα, πάμε ως την πλατεία να σε κεράσω ένα σουβλάκι, λέει ο Ελευθέριος Α΄ (ο πρώτος) στον Ελευθέριο Β (τον δεύτερο).

—Ευχαριστώ, αλλά να μη σε ξοδέψω.

Το πρώτο σουβλατζίδικο δεν είχε καλά σουβλάκια, το δεύτερο ήταν ακριβό, το τρίτο μακριά. Μετά από κάποιους γύρους (όχι της σούβλας) και άσκοπο περπάτημα, λέει ο Α΄:

—Μωρέ, ξέρεις κάτι, μου έφυγε η όρεξη· δεν το αφήνουμε γι’ απόψε;

Ο Ελευθέριος Γ΄ (ο τρίτος) φιλοξένησε τον Α΄ στο σπίτι του. Ο Α΄ για να του το ανταποδώσει, θέλησε να τον προσκαλέσει στο γνωστό ιταλικό εστιατόριο. Είδε ο Γ΄ (ο καλεσθείς) ότι μαζί με μια συγκεκριμένη πίτσα, προσφερόταν η σαλάτα δωρεάν. Δεν πρόσεξε ότι η προσφορά ήταν για το μεσημέρι και όχι το βράδυ. Όταν ήρθε ο λογαριασμός, ο Α΄ (ο προσκαλών) άλλαξε δέκα χρώματα.

—Τα ίδια μου κάνει και η Καλλιόπη (η συμβία του), λέει συγχυσμένος. (περισσότερα…)