Day: 28.08.2026

Παναγία η Δακρυρροούσα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στην Όλγα Φωτακοπούλου

Είχε φτιάξει ένα εκκλησάκι στην Παναγία ο πατέρας του Παναγιώτη κι έβγαλε και τον γιο του με τ’ όνομά της –τάμα στην χάρη της– γιατί η γυναίκα του δεν έκανε παιδιά και η Κυρά τον άκουσε και του έδωσε. Μα ο Παναγιώτης δεν έμοιασε του πατέρα του στην ευσέβεια και στον χαρακτήρα και πήρε την κάτω βόλτα. Κι όταν ο γέρος του πήγε να συναντήσει την συχωρεμένη την μάνα του, έμεινε ολομόναχος στην ζωή κι είπε να παντρευτεί μια κληρονόμα της γειτονιάς, θραψερή και μουρτζούφλω, για να τα βολέψει. Ξεπέταξε κι ένα κουτσούβελο κι είναι τώρα πατέρας κι ο ίδιος – να τον κάνει ο Θεός.

Τα λεφτά της γυναίκας του τέλειωσαν γρήγορα κι έβαλε χέρι και στα χωράφια. Τα σκότωσε κοψοχρονιά και τα ’φαγε στις πρέφες και στα μπαρμπούτια. Θέλησε να πουλήσει και το κονάκι, μα η μουρτζούφλω δεν το ’δινε. Δεν θα ’μενε και στον δρόμο για τον ακαμάτη τον άντρα της. Να πήγαινε να δουλέψει, όπως όλος ο κόσμος, αν ήθελε λεφτά – λες κι έκανε τίποτα αυτός όπως όλος ο κόσμος. Μόνο να πίνει και να καπνίζει ήξερε και ν’ απειλεί και να δέρνει εκεί που τον έπαιρνε.

Καθόντανε στον καφενέ με το τακίμι του και τα λέγανε:

«Κάτι πρέπει να γίνει, ρε Χρήστο! Δεν υπάρχει σάλιο, σου λέω!»

«Το σπίτι; Δεν πουλιέται το σπίτι;»

«Και να την σφάξω στο γόνατο, δεν το δίνει!»

«Υποθήκη το βάνει; Να κάμουμε καμιά δουλειά…»

«Ούτε ν’ ακούσει!»

«Ε, τότε…»

«Ε, τότε βράστα!»

Μουγκάθηκαν οι κολλητοί. Κατέβασαν το ούζο δίχως να τσουγκρίσουν τα ποτήρια –σαν σε πένθος– και μοιράστηκαν το τελευταίο τσιγάρο, όπως πριν την εκτέλεση. Οι καπνοί τούς τύλιξαν ολόκληρους. Κι έμοιαζαν με μπατίρηδες άγιους που έκλαιγαν την μοίρα τους, γιατί δεν τους πήγαινε τάματα κανείς.

Ξάφνου ο Παναγιώτης τινάχτηκε πάνω.

«Ρε, συ, το βρήκα! Το βρήκα, ρε μάγκα!»

Ο άλλος τον κοίταξε ανόρεχτα. Από ιδέες έπασχαν τώρα ή από μπαγιόκο – απ’ τον καταραμένο τον παρά;

Ο Παναγιώτης έσυρε την καρέκλα του κοντά στον Χρήστο, όπως ο κατάδικος την αλυσίδα του.

«Μιλάμε για χοντρό κονόμι, λεφτά με την σέσουλα! Ξεκούραστα, ούτε το δαχτυλάκι μας δεν θα κουνήσουμε…»

«Δηλαδή τι θα κάνουμε, να πούμε;»

«Τίποτα σου λέω, τίποτα!» (περισσότερα…)