*
του ΑΡΗ ΜΕΝΤΗ
~.~
Κάθε πόρτα κλειδωνόταν δύο φορές. Μία για τους κλέφτες, μία για τους γείτονες.
Έμεινα έναν χρόνο σε μια μικρή πόλη για σπουδές, και χρειάστηκαν λίγες εβδομάδες για να καταλάβω ότι δεν είχα μετακομίσει απλώς σε άλλο γεωγραφικό σημείο. Είχα μπει σε άλλο σύστημα επιβίωσης, με δικούς του κανόνες, δική του λογική, και μια συνοχή που δεν την είχα υποψιαστεί ζώντας από πάντα στην Αθήνα.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει κανείς είναι ότι εκεί δεν υπάρχει μυστικό. Όποιος φαντάζεται ότι η ομοφυλοφιλία στην ύπαιθρο παραμένει «κρυφή», με την αστική έννοια της λέξης, δεν έχει καταλάβει τη μηχανική του τόπου. Όλοι ξέρουν ποιος πάει πού, ποιος γύρισε αργά, ποιανού το αυτοκίνητο στάθμευσε έξω από ποια αυλή και για πόση ώρα. Η πληροφορία κυκλοφορεί καθημερινά και ελεύθερα.
Απλώς κυκλοφορεί πάντα σε τρίτο πρόσωπο.
Αυτό είναι όλο το σύστημα σε μία πρόταση. Η κοινότητα κατέχει την πληροφορία και αρνείται πεισματικά να την επικυρώσει σε δεύτερο πρόσωπο. Κανείς δεν θα σε ρωτήσει ευθέως αλλά όλοι θα συζητούν για σένα. Το queer σώμα υπάρχει εκεί ως διαρκές αντικείμενο ομιλίας και ποτέ ως συνομιλητής.
Κι επειδή είσαι μόνο αντικείμενο, η ιστορία σου δεν μένει ποτέ στο μέγεθός της. Το χωριό δεν αρκείται στο γεγονός, το κάνει σήριαλ. Και δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτα, γιατί δεν σου το λέει ποτέ κανείς κατάμουτρα. Γίνεσαι ο μόνος άνθρωπος που δεν έχει δικαίωμα απάντησης στη δική του ιστορία.
Δεν είναι σιωπή αυτό. Είναι κάτι πολύ πιο βίαιο: το να ακούς τον εαυτό σου να συζητιέται σε ένα καφενείο όπου κάθεσαι. Σε ένα αστικό οικογενειακό τραπέζι η ερώτηση για την προσωπική σου ζωή λείπει επειδή δεν θέλουν να ξέρουν. Στην επαρχία λείπει επειδή ξέρουν.
Και πίσω από αυτή τη λειτουργία δεν κρύβεται ατομική υποκρισία, κρύβεται κάτι παλαιότερο. Ο Κώστας Γιαννακόπουλος, ύστερα από χρόνια εθνογραφικής και αρχειακής έρευνας για τις ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, περιγράφει μια μετάβαση: από μια διάχυτη ομοσεξουαλικότητα, όπου η πράξη δεν παρήγαγε ταυτότητα, προς τη σύγχρονη δυτική διάκριση ομοφυλοφιλίας και ετεροφυλοφιλίας. Στην επαρχία, το παλιό σύστημα δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Επιβιώνει, δίπλα στο καινούριο, και ρυθμίζει ακόμα ποιος είναι τι.
Σε αυτό το σύστημα, ο άντρας που διεισδύει δεν είναι ομοφυλόφιλος. Ομοφυλόφιλος είναι πάντα εκείνος που δέχεται.
Θέλει προσοχή εδώ, γιατί είναι εύκολο να διαβαστεί λάθος. Ο άντρας που γυρίζει το πρωί στην οικογένειά του δεν λέει ψέματα στον εαυτό του με τη σύγχρονη έννοια της άρνησης. Υπακούει σε μια συνθήκη που έχει τη δική της ιστορική συνοχή και προηγείται της γενιάς του. Είναι κι αυτός γρανάζι σε έναν μηχανισμό που του επιτρέπει να υπάρχει στην κοινότητα μόνο αν κρατήσει ένα κομμάτι του εαυτού του αυστηρά στο σκοτάδι.
Το είδα να δουλεύει μπροστά μου, κάθε μέρα, για έναν χρόνο. Άνοιξα τις εφαρμογές την πρώτη εβδομάδα και μέσα σε λίγες μέρες είχα γίνει ένα από τα καινούρια θέματα της πόλης. Ο φοιτητής από την Αθήνα, που ήρθε για λίγο. Η ποικιλία ήταν πρωτοφανής: άσπρα κολάρα και κτηνοτρόφοι, φοιτητές, στρατιωτικοί, άντρες με τα διπλά μου χρόνια. Και πάνω απ’ όλα οικογενειάρχες. Οικογενειάρχες που έξω, στο καφενείο και στην πλατεία, ήταν η ίδια η επικύρωση του κώδικα — παντρεμένοι, με παιδιά, με την αρρενωπότητά τους άθικτη και μη διαπραγματεύσιμη. Και που έρχονταν σε μένα ζητώντας ακριβώς τη θέση που ο κώδικας καταδικάζει. Τη θέση εκείνου που δέχεται. Δηλαδή, τη θέση που στην ίδια τους την πόλη σημαίνει ότι είσαι πούστης. (περισσότερα…)
