ξενομανία

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους.

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους

Η παλέτα της ετεροφοβίας έχει μόνο δύο χρώματα το άσπρο και το μαύρο – η ενδιάμεση χρωματική γκάμα έχει αποκλειστεί προγραμματικά και ο καθένας εγγράφεται υποχρεωτικά στα αρχεία του φίλου ή του εχθρού. Για να είσαι φίλος του ετεροφοβικού απαιτείται πλήρης ταύτιση με κάποια εξ αποκαλύψεως απρόσβλητη, παντός καιρού και αδυσώπητη αλήθεια, την οποία ο ίδιος μονοπωλεί και οι πάντες οφείλουν να γονατίσουν μπροστά της. Η στοχαστική αμφιλογία, ο σκεπτικισμός και η ελλοχεύουσα αμφιβολία προξενούν πανικό στον ετεροφοβικό. Ο σύμμαχος υπό προϋποθέσεις ή ο κατ’ αρχήν συνοδοιπόρος, είναι ύποπτοι λιποταξίας και επισύρουν, εκ προοιμίου, την χλεύη του. Η ενδιάμεση περιοχή μίας συμφωνίας μετ’ επιφυλάξεων αποδοκιμάζεται ενώ ακόμα και οι ελάχιστες ενστάσεις στην ατζέντα του, διεγείρουν υπόνοιες προδοσίας. Ο παράλληλος βηματισμός, έστω και προς την ίδια κατεύθυνση, καταγγέλλεται ως επικίνδυνη λοξοβασία, γιατί η φωτεινή λεωφόρος είναι δική του και προς όσους ψάχνουν περιφερειακές ατραπούς εκτοξεύεται η κραυγή: έλα πίσω μου ή γκρεμοτσακίσου! Ο ετεροφοβικός μισεί ανεξαιρέτως όσους δεν στοιχίζονται στρατιωτικά με το πιστεύω του για την χορτοφαγία ή την κρεοφαγία, τον ιμπεσιονισμό ή τον εξπρεσιονισμό, τη λόγια ή τη δημώδη μας παράδοση. Λειτουργεί μέσω δογματικών αποκλεισμών: με τον Τολστόι ή με τον Ντοστογιέφκι, με τον Ελύτη ή με τον Καβάφη, με τον Βάγκνερ ή με τον Βέρντι – και καταδικάζει την μερική τους συναποδοχή ως διπροσωπία. Ο ίδιος κραδαίνει το χρίσμα της ιερατικώς υπερέχουσας κατακεφαλιάς, δεν αποζητά καθεστώς ισοτιμίας για τις πεποιθήσεις του –όπως ψευδέστατα διατείνεται– αλλά μεθοδεύει τη βάναυση επιβολή της φωνής του έναντι όλων των υπολοίπων. Ο ηθικοπλαστικός ζηλωτισμός του ετεροφοβικού δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά τόνου ανάμεσα στην ήπια εναντίωση και στη σφοδρή κριτική, την αποκλίνουσα δυναμική ή τη διαφορότροπη αιχμή οποιασδήποτε ιδέας δεν είναι ολοσχερώς εμβαπτισμένη στη μισαλλοδοξία του. Συνεπώς ο αντίπαλος ανάγεται αυτομάτως σε εχθρό, η αμαύρωση και ο στιγματισμός του οποίου εμπίπτει στη συνοπτική διαδικασία του ακυρωτικού εξοστρακισμού. Εννοείται πως ο ετεροφοβικός μισεί πρωτίστως τον εαυτό του, τόσο βαθιά ώστε του είναι αναγκαίο να παροχετεύει την επιθετικότητά στον –όποιο– έχθρό.

///

Η επέλαση της αγγλοφρένειας

Βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια μου (συγγνώμη, τα my eyes!). Πολλές ακτιβιστικές οργανώσεις δίνουν τραχύ και επαινετέο αγώνα για τη διάσωση των παραδοσιακών οικισμών και την υπεράσπιση της ακτογραμμής  από την εργολαβική ασυδοσία, για την προστασία των δασών και των καταφυγίων της άγριας πανίδας, για τα θαλάσσια ή ορεινά οικοσυστήματα που απειλούνται από την –τάχα μου επενδυτική– αδηφαγία της κερδοσκοπικής φρενίτιδας. Διαφεύγει της προσοχής τους όμως ότι εξίσου απειλούμενο είναι το, αυτονόητα καθοριστικό, πρωτογενές περιβάλλον του ανθρώπου: το οικοσύστημα της μητρικής μας γλώσσας. Παραβλέπουν λοιπόν ότι η βιοποικιλότητα την οποία υπερασπίζονται αφορά επίσης δεκάδες διαλέκτους που αφανίζονται κάθε χρόνο και γλωσσικές εκτάσεις ερημοποιούμενες από την εξάλειψη των φυσικών τους ομιλητών ή συρρικνούμενες με επιταχυνόμενο ρυθμό από τον ψηφιακό αποκλεισμό. Φαίνεται πως δεν αντιλαμβάνονται ότι ο νεοαποικιακός επεκτατισμός, τον οποίο καταγγέλλουν με κάθε ευκαιρία, βρίσκει την πιο ύπουλη μορφή του στην επέλαση των ισχυρών γλωσσών και πρωτίστως της αγγλοφρένειας. (περισσότερα…)

Χριστουγεννιάτικα μαθήματα

*

Τέσσερα πράγματα που έμαθα από τη χθεσινή χριστουγεννιάτικη παράσταση στο σχολείο της 7χρονης κόρης μου:

Ότι η ελληνική παιδεία, όποιο περιεχόμενο κι αν δώσει κανείς στη λέξη, όποια ιδεολογική φόρτιση, είναι πασσέ, τελειωμένη υπόθεση. Σαράντα λέπτα στη σκηνή και δεν ακούστηκε ένα τραγούδι, ένα στίχος, μια μελωδία γηγενής, κοσμική ή εκκλησιαστική, δημοτική ή επώνυμη. Αλλά, αυτό είναι το ωραίο, ούτε και ευρωπαϊκή, η Άγια Νύχτα έστω της παλιάς Μεσευρώπης. Σαν να μη γιορτάσαμε ποτέ Χριστούγεννα σ’ αυτόν τον τόπο, σ’ αυτήν την ήπειρο… Όλα, απ΄ την αρχή ώς το τέλος ήταν αγγλόφωνα και αμερικάνικα, πολλά χωρίς καν σχέση με τα Χριστούγεννα – από τα γλυκερά χολλυγουντιανά χιτάκια της δεκαετίας του 1940 ώς κάτι ροκ και ποπ ακκόρντα, αναμνήσεις εφηβικές προφανώς της δασκάλας-σκηνοθέτιδος-συγγραφέως.

Ότι τα Χριστούγεννα δεν έχουν την παραμικρή πια σχέση με Χριστούς και φάτνες και Ηρώδηδες και θρησκείες και άλλα τέτοια παρωχημένα και αδιάφορα, ότι δεν έχουν σε τίποτε να κάνουν με τη διδαχή της αγάπης, της θυσίας, της προσφοράς, ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για την ειλικρίνεια των διδάχων. Ακόμη και η υπόθεση του «έργου» ήταν κι αυτή κλεμμένη κι αγύριστη αμερικανιά. Κι αν κόπιαρε, ας πούμε, το «Μια υπέροχη ζωή» του σπουδαίου Φρανκ Κάπρα, αριστούργημα που τιμά και το σινεμά και τον χριστιανισμό και την αμερικανική τέχνη, ποιος θα είχε αντίρρηση; Όχι! Κάποιος κακός θέλει να καταργήσει τα Χριστούγεννα και τα παιδιά κινδυνεύουν να χάσουν τα ρεγάλα, αυτό ήταν το στόρυ. Έννοείται ότι η τρομερή απειλή απεφεύχθη: κανείς δεν θα στερηθεί τα ψώνια του, τα πολυκαταστήματα δεν θα χάσουν πελάτη. (περισσότερα…)