Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, Πέρα απ’ τον τρούλο

*

Πέρα απ’ τον τρούλο

Να την πάλι ‒ τυλιγμένη με την αρκτική γούνα της, παρατηρεί απ’ το πλατάνι της πλατείας, απέναντι, τα κενά παράθυρα του Αϊ-Δημήτρη να αλυχτούν σαν μαύρες κουκουβάγιες. Δεκέμβρης και φυσά με έναν αέρα όλο υπόνοιες. Κι όπως βλέπει κάποια στιγμή, τον παπά-Ζήση μαζί με τους δυο ψάλτες, τον κυρ-Θόδωρο και τον Γιάννη τον Μάκα, να φεύγουν παραπαίοντας απ’ τον ναό, νιώθει μέσα της, ενστικτωδώς, να τη βαραίνει ο προαιώνιος φόρτος: ότι οφείλει να κουβαλά τη μοναξιά σαν ευθύνη. Ενώ τους είχε πάρει στο κατόπι προηγουμένως, καθώς φεύγανε από το σπίτι του παπά-Ζήση, όπου συνήθιζαν οι τρεις τους να κοινωνούν με τσίπουρο κι έντερα γουρουνιού, γεμιστά με συκωτάκια, τη λεγόμενη μπαμπόρα.

Βιάζονταν, οι αθεόφοβοι, να πάνε στον ναό και να τελειώνουνε· λαχταρούσαν να επιστρέψουν στο γλεντοκόπι τους —έτσι κι αλλιώς, μόνοι τους, χωρίς πιστούς, θα λειτουργούσαν, λόγω της καραντίνας, αλλά και εξαιτίας των παρατεταμένων επισκευών της εκκλησίας— και ήτανε ήδη τραβηγμένοι άσχημα, δεν έβλεπαν μπροστά τους.

Με το που τους βλέπει, λοιπόν, να απομακρύνονται, γλιστράει, πέφτει κάτω στο έδαφος κι αρχίζει να σέρνεται με την κοιλιά, σαν κινούμενη πανσέληνος, αργά, ύπουλα, μέσα στις βατσινιές κατά μήκος του ναoύ. Και φτάνοντας πίσω, στην ανατολική πλευρά, πηδάει και γαντζώνεται με τα νύχια πάνω στο νάιλον της Κόγχης. Έπειτα, βουτά και την καταπίνει το μονόλοβο παράθυρο – προσγειώνεται όλη μέσα, στο σκότος, πάνω στην Αγία Τράπεζα. Προσπερνά με αριστοκρατική αδιαφορία τους παράξενους όγκους δεξιά κι αριστερά (το Αρτοφόριο, το Μυροδοχείο, τον Σταυρό της ευλογίας) και κοντοστέκεται πάνω σε μια τραχιά, παγωμένη επιφάνεια —το λειτουργικό Ευαγγέλιο— συγκρίνοντας τις αλλόκοτες μυρωδιές που καταφτάνουν στα ρουθούνια της, με δικές της, οικίες εικόνες και παρελθοντικά θηράματα.

Της έρχεται τότε, θαρρείς γατόπνευστα, μια άλλη, κάπως παράταιρη μυρωδιά, εντούτοις λαχταριστή, που την ήξερε καλά – η μυρωδιά του τηγανισμένου κρέατος. Τα μουστάκια της σπινθηροβολούν. Μ’ ένα σάλτο, πηδά, περνά κάτω απ’ το βηλόθυρο της Ωραίας Πύλης κι ακολουθώντας την οσμή, το κόβει διαγώνια κι ανεβαίνει στο στασίδι του δεξιού ψάλτη. Και μένει ακίνητη για δευτερόλεπτα. Σαν λείψανο. Να παρατηρεί επίμονα, ένα σημείο πάνω στην περιστρεφόμενη βάση του αναλογίου – ήταν ένα κομμάτι μπαμπόρα μέσα σε αλουμινόχαρτο, που θα την ξέχασε απ’ τη βιασύνη του ο κυρ-Θόδωρος. Κατόπιν τινάζεται, αλλά μην έχοντας υπολογίσει καλά την απόσταση λόγω του σκότους, χτυπά και γαντζώνεται στην άκρη της περιστρεφόμενης βάσης, διαγράφοντας ξαφνικά, έναν κύκλο, μαζί με τη βάση, μπλέκοντας στα καλώδια του μικροφώνου και ταρακουνώντας ταυτόχρονα ολόκληρο το αναλόγιο, που παρασέρνοντας το ζώο, πέφτει, γκρεμίζεται θορυβωδώς κάτω στο πάτωμα.

Η γάτα εγκλωβίζεται. Σφηνώνει. Κι ενώ παλεύει άτακτα, με πανικό, να κουνηθεί, να ξεγλιστρήσει κάτω απ’ όλο αυτό το βάρος που την πλάκωσε —ενδεχομένως να της έχει σπάσει και κάποιο κόκκαλο— αρχίζει έντρομη να κλαψουρίζει, να μοιρολογεί με ένα νιαούρισμα μακρόσυρτο, όλο παράπονο – δίπλα στο μικρόφωνο, που είχε πέσει ακριβώς μπροστά της, ξεχασμένο ανοιχτό, εκτεθειμένο κι αυτό, στο έλεος των δυνάμεων. Αμέσως, η φωνή της πολλαπλασιάζεται κι αρχίζει να αντιλαλεί ενισχυμένη, σε υπερκόσμιο τονικό ύψος, μυστήρια, θεοειδής, έξω στη νύχτα και σ’ όλο το χωριό, σαν κλάμα τιτάνιας, χειρουβικής γκάιντας. Τα σκυλιά τριγύρω, στις αυλές, τρελαίνονται, αφηνιάζουν. Ακούγονται μουρμουρητά, φασαρία, εξώπορτες να ανοιγοκλείνουν, ενώ εδώ κι εκεί, στον δρόμο και στα κατώφλια, βγαίνουν σιγά-σιγά και κοντοστέκονται, μετά από καιρό, οι κάτοικοι απορημένοι· μαύροι, σκοτεινοί απ’ την κλεισούρα και το νυχτόφως, μην ξέροντας τι να σκεφτούν, πώς να αντιδράσουν.

Εντωμεταξύ, η γάτα, ακούγοντας κάποια στιγμή τα παραπόρτια του τέμπλου να τρίζουν καθώς δυνάμωνε ο άνεμος, αρχίζει να ωρύεται, σχεδόν να τσιρίζει, θαρρείς στους δυο ζωγραφιστούς αρχάγγελους· επιτακτικά, αγριεμένα, με απελπισία – σου λέει, μα καλά, γιατί δεν έρχεστε. Και την ακούνε ώς πέρα, στα διπλανά χωριά, πάνω στο ύψωμα, στον Λόφο και την Ράχη, τα ζωντανά μέσα στις στάνες κι αναστατώνονται, κατατρομάζουν και ξεκινούν κι αυτά, κουνώντας τα κυπριά τους, να βελάζουν, να οδύρονται αλυσιδωτά, μαζί με τα τσομπανόσκυλα, κατά μήκος όλης της πλαγιάς – σηκώνονται οι βοσκοί στο πόδι, ανάβουνε φώτα, κλεφτοφάναρα, γίνεται ο απόλυτος χαμός. Πανωλεθρία.

Ενώ κάτω στον ναό του Αϊ-Δημήτρη, ξεπροβάλλει ξαφνικά, μέσα απ’ τα σκοτάδια, μια μικρή αλλόκοτη στρατιά – μία, μία, όλες σχεδόν οι γάτες του χωριού. Δειλά, καχύποπτα, αδέσποτες και μη, άλλες δασύμαλλες κι άλλες κοντόμαλλλες, κάποιες βηματίζοντας βαριά, νωχελικά και κάποιες αγέρωχα σαν βαβυλώνιες αυτοκρατόρισσες, εντούτοις όλες άσπρες, κέρινες κάτω από την ευλογία της πανσελήνου, σαν φάσματα νεκρών. Ψυχούλες. Έρχονται και στέκονται παρατεταγμένες κυκλικά γύρω από τον ναό, σαν σε προσκύνημα, ακούγοντας ακίνητες, με απορία, σχεδόν με κατάνυξη, τον αινιγματικό αυτόν ήχο και ταυτόχρονα παρατηρώντας τα καμπαναριά, τον τρούλο, τα ντουβάρια και τα τοξωτά παράθυρα του ναού, που μοιάζουν αίφνης όλα να τρεμοσαλεύουν. Να μεταμορφώνονται. Σαν σε κάποιο θεόρατο κι αρχέγονο πλάσμα, προερχόμενο από ένα δικό τους, μυθικό παρελθόν, που μόλις απόψε, τώρα, έχουν αρχίσει κάπως θολά, να διαισθάνονται.

Το άλλο πρωί, ο παπά-Ζήσης, μπαίνοντας στον ναό, βλέπει το αναλόγιο γκρεμισμένο κάτω στο πάτωμα και τον ζώνουνε τα μαύρα φίδια: μην μπήκαν τίποτα κλέφτες κι αρπάξανε τα ιερά κειμήλια. Εντούτοις, νιώθει μέσα του να θεριεύει και μιαν ανεξήγητη λαχτάρα – το βλέμμα του φεύγει ψηλά, προς τον τρούλο και τον πιάνει τρόμος, παγώνει ολόκληρος. Βουρλαίνεται. Και πέφτοντας στα γόνατα, υψώνει το χέρι του ψηλά, ικετευτικά, προς τον τρούλο, χουφτώνοντας με το άλλο το πρόσωπο του. Αλλά το τι ακριβώς είδε εκείνη την ώρα, είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Έτσι κι αλλιώς, λόγω της ανακαίνισης, ο τρούλος εντέλει ασβεστώθηκε, οπότε το θέμα βάλτωσε, ξεχάστηκε κατόπιν σιωπηλής συνεννοήσεως.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ-ΔΟΜΗΝΙΚ ΠΙΠΙΛΗΣ

 

*