Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Το Νέο Πλανόδιον σας εύχεται ανέμελες γιορτινές μέρες με τρία χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Γράφουν η Νατάσα Ζαχαροπούλου, η Ζωή Κατσιαμπούρα και η Αλεξία Κατσικογιάννη.

 

~.~

 

Νατάσα Ζαχαροπούλου

Χριστούγεννα ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπα

Τὰ ὡραιότερα δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ ἦσαν τὸ σαλόνι κι ἡ κουζίνα. Καθένα της ἕνα καὶ μοναδικό, ἐνῶ τραπεζαρίες εἴχαμε δύο, τὴν πρόχειρη καὶ τὴν καλή, κι ὑπνοδωμάτια μπόλικα. Ὅμως τὸ σαλόνι τὸ κάτι ἄλλο! Τεράστιο, δηλαδὴ μεγαλύτερο τῶν ὑπολοίπων, ποὺ ὅλα της ψηλοτάβανα κι εὐρύχωρα, αὐτὸ ὅμως μονάχο του ἕνα σπίτι ὁλόκληρο. Καὶ φωτεινό. Ἐκεῖ ὅπου τὸ φῶς ἀπὸ τὰ παντζούρια καὶ τὶς μπαλκονόπορτες τῶν μπροστινῶν δωματίων δὲν ἔφτανε, ἕνας ψηλὸς πυραμιδοειδὴς φεγγίτης ἐπέτρεπε στὸν ἥλιο νὰ μᾶς ἐπισκέπτεται καθημερινὰ, νὰ ξαπλώνεται στὸν φαρδὺ καναπέ, τὶς μεγάλες πολυθρόνες, κάποιες φορὲς τὰ σύννεφα ποὺ τὸν συνόδευαν σκέπαζαν τὰ παχιὰ μαξιλάρια, λὲς αὔξαιναν μὲ τὸ πάχος τους τὸν ἀνάερό τους ὄγκο. 

Ἀπὸ τὰ μέσα Δεκεμβρίου, κάθε χρόνο, στὴ μιὰν ἄκρη τοῦ σαλονιοῦ, δεξιότερα ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς καλῆς τραπεζαρίας, κι ἐκεῖ ὅπου πρῶτα-πρῶτα ἔπεφταν οἱ ματιὲς ὅσων ἀνέβαιναν τὴν ξύλινη σκάλα τῆς εἰσόδου, ἦταν ἡ θέση τοῦ χριστουγεννιάτικου δέντρου. Μεγάλο κι αὐτό. Ὡστόσο, στὸ τέλος ἔμεναν πάντοτε στολίδια ἀχρησιμοποίητα, στὰ ὁποῖα γι’ ἄλλη μιὰ χρονιὰ δὲν εἶχε λάμψει πάνω της τὸ βλέμμα της ἐνθουσιαστικό.

Ἐκείνη τὴ φορά, ἀπὸ τὸ ὑπόγειο, ποὺ συνήθως ἦταν τόπος ἐγκλεισμοῦ καὶ τιμωρίας, ἀνέβαιναν κοῦτες, κουτάκια, ὅλα της τυλιγμένα σὲ νάϋλον ἢ σὲ χαρτιὰ περιτυλίγματος, ποὺ ἀνοίγονταν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, ὁρισμένων τὸ περιεχόμενο στρωνόταν πάνω στὸ ξύλινο πάτωμα μὲ τὶς μεγάλες τάβλες, ἀστραφτερὸ ἀπὸ τὴν παρκετίνη καὶ τὸ συνεχές περπάτημα – πλὴν τοῦ πατέρα–  μὲ τὰ παρκετόπανα! Μαῦρο φίδι ποὺ μ’ ἔτρωγε, κάθε ποὺ τολμοῦσα νὰ κάνω βῆμα χωρὶς νὰ βάλω τὶς παντόφλες… Μὲ περίμεναν στὴν εἴσοδο, πάνω σ’ ἕνα ζευγάρι μάλλινα πανάκια στὸ μέγεθός της!

Στολίζοντας, ἔφτανε μεσημέρι· στὸ τέλος ἡ μάνα ἀνέβαινε στὴ σκάλα νὰ βάλει  μπάλες στὰ ψηλότερα κλαριὰ, τὸ ἀστέρι στὴ λεπτὴ μακριὰ κορφή, ποὺ συνήθως ἔγερνε. Ἡ περιπέτεια ξεκινοῦσε ὅταν ἔπρεπε νὰ πλεχτοῦν γύρω-γύρω οἱ σειρὲς μὲ τὰ φωτάκια-μαργαρίτες, ἄλλες κόκκινες, ἄλλες πράσινες, ἄλλες λευκὲς καὶ κίτρινες ὅπως οἱ λάμψεις τῶν ἀπόμακρων ἄστρων ποὺ κοσμοῦσαν κάθε νύχτα τὸ σαλόνι της μὲς ἀπὸ τὸν φεγγίτη· τρεῖς-τέσσερις σειρὲς πολύχρωμα φωσάκια, τὶς ὁποῖες ἡ μάνα μου εἶχε ἑνώσει σὲ μία, ἐπειδὴ μία ἦταν καὶ ἡ πρίζα.

Ἔβαζε τὸ φὶς καὶ περιμέναμε νὰ ζεσταθεῖ ἡ ἀντίσταση γιὰ ν’ ἀνάψουν. Ὅταν ἀργοῦσαν, καταλαβαίναμε ὅτι κάποιο εἶχε καεῖ δίχως προειδοποιητικὸ τσάφ, καὶ τότε ὁ διάβολος ἔκανε πάρτυ! Ἡ μάνα ἔπρεπε νὰ τὰ ξεπλέξει, νὰ τὰ κατεβάσει, νὰ τ’ ἁπλώσει πάνω στὸ τραπέζι τῆς καλῆς τραπεζαρίας, κυνηγώντας με κάθε φορὰ ποὺ μὲ τσάκωνε τὸ μάτι της στὸ ἄψε-σβῆσε σκαρφαλωμένη στὴν καρέκλα μὲ τὶς παντόφλες γιὰ νὰ φτάσω καὶ νὰ τὴ βοηθήσω – τί βοήθεια μὲ τὸν Ἔξω ἀπὸ ‘Δῶ νὰ βάζει συνέχεια φιτιλιές; – νὰ τ’ ἀντικαθιστᾶ ἤ, ὁρισμένες φορές, τὶς περισσότερες συνήθως, νὰ ἐξαντλοῦνται τ’ ἀποθέματα καὶ νὰ πρέπει νὰ περιμένει ὣς τ’ ἀπόγευμα ν’ ἀνοίξουν τὰ μαγαζιὰ γιὰ νὰ προμηθευτεῖ καινούργια… Ἐκεῖνα τὰ μεσημέρια τουλάχιστον γλύτωνα τὸν ὕπνο.

Ὅταν τελικὰ ὅλα ἦσαν στὴν ἐντέλεια, τὸ σαλόνι πεντακάθαρο καὶ τακτοποιημένο κι ἄναβαν, ξαναμμένη κι ἐγὼ ἀπὸ ἐνθουσιασμό, πεταγόμουν στὸν ἀέρα καὶ, ἀφοῦ τὰ φωτάκια εἶχαν προλάβει ἴσα νὰ κάνουν ἕνα-δυό, τὸ πολύ τρία ἀνάμματα-ξανάσβηναν. Της εἶδε τὸν Θεὸ καὶ δὲν τὸν φοβήθηκε; Γιὰ πότε εὕρισκε τὴν τινάχτρα, γιὰ πότε μ’ ἔκανε τ’ ἁλατιοῦ! Κι ὕστερα… ἄντε ἀπὸ τὴν ἀρχή τὰ ἴδια: τὸ ξεστόλισμα, ὁ ἐντοπισμὸς τοῦ ἢ τῶν καμμένων λαμπιονιῶν, τὸ νέο στόλισμα…

Ἐν τέλει κάθε χρόνο, ἀνεπίδεκτες κι οἱ δυὸ στὸ μάθημα κάθε προηγούμενου, καταλήγαμε στὴν ἔσχατη λύση: πρὶν τὸ φὶς μπεῖ στὴν πρίζα, νἄχει ἡ μάνα μου κλείσει τὴ δίφυλλη πόρτα ποὺ ἕνωνε πρόχειρη τραπεζαρία καὶ σαλόνι, νἄχει βάλει τὸ ψάθινο σκαμνί ὥστε νὰ φτάνω τὴν κλειδαρότρυπα, νἄχω ἀνέβει, κι ἐκείνη (ἀφοῦ μὲ μέγιστη προσοχὴ ἔβαζε τὸ φίς, ὥσπου νὰ ζεσταθεῖ ἡ ἀντίσταση), ἐρχόταν νυχοπατώντας δίπλα μου, κλείνοντας μαλακὰ τὴν πόρτα. Κοιτούσαμε ἐναλλάξ ἀπὸ τὴν κλειδωνιά, κοιτιόμασταν μεταξύ της μὲ ἀπορία γιὰ τὴν χρονοκαθυστέρηση, μ’ ἐλπίδα ὅτι θ’ ἀνάψουν τελικῶς, καὶ μόλις ἄναβαν-κοβόταν ἡ ἀναπνοή της! Ὁ ἐνθουσιασμὸς φούσκωνε τὶς κόγχες τῶν ματιῶν, ἡ μάνα σταυροκοπιόταν κι ἐπιτέλους τὰ Χριστούγεννα ἔμπαιναν σπίτι της.

Μισὴ ὥρα μέναν ἀναμμένα. Κι ἐκεῖνο τὸ μισάωρο δὲν κουνιότανε καμιά. Ἦσαν οἱ σπάνιες στιγμὲς μὲς στὸν χρόνο ποὺ σ’ ἐκεῖνο τὸ τεράστιο σπίτι, ὅπου ἡ σόμπα πετρελαίου καὶ τὰ μπουριά της, ἂν καὶ πέρναγαν ἀπ’ ὅλα τὰ δωμάτια, ἂν καὶ δὲν ἔσβηνε βράδυ-πρωί, κολλημένη στὸ σῶμα τῆς μάνας μου ζεσταινόμουν ἐπιτέλους. Ἐναλλάξ παρακολουθούσαμε τὰ λαμπιόνια μὲς ἀπὸ τὴν κλειδαριά. Τὸ πάτωμα δὲν ἐπέτρεπε ὑπερβολικά ἐνθουσιώδεις κινήσεις ἢ σκιρτήματα· τὸ πάτωμα καὶ οἱ τοῖχοι ποὺ τὰ καλώδια τοῦ ρεύματος πέρναγαν ἀνάμεσά της. Κάθε βῆμα πὰνω ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο ἀλλὰ ὁρισμένο βάρος, ἕνας κραδασμὸς ἀπροσδόκητος ἔμοιαζε ν’ ἀνατρέπει κανόνες καὶ νόρμες οἰκογενειακῆς συμπεριφορᾶς ποὺ ἴσχυαν τὸ ’30, ὅταν εἶχε κτιστεῖ, ἐπαναφέροντάς της μ’ ἕνα δάγκωμα στὴν καρδιὰ στὴν τάξη. Ἔτσι, τὰ φωτάκια ἔσβηναν καὶ θὰ ξανάναβαν τὴν Παραμονὴ κι ἀφοῦ ὅλοι ἤμασταν στὰ κρεβάτια, καὶ μόνο ὁ Ἅη-Βασίλης θ’ ἀλαφροπατοῦσε γιὰ νὰ μοῦ ἀφήσει τὰ παιγνίδια.

Τώρα βέβαια ποὺ τὸ σκέπτομαι, ἴσως ὁ παππούς ποὺ πρόλαβε κι ἔφαγε ὣς τὰ σαράντα του τὴ ζωὴ μὲ τὸ κουτάλι, ποὺ δυὸ φορὲς ἔφτασε ἡ χάρη του στὴν Ἀμερική, ζώντας τὴν πανδημία τῆς ἰσπανικῆς γρίπης τὸ ’18 ἐκεῖ, κτίζοντας τὸ σπίτι αὐτὸ μὲ τὴν ἐπιστροφή του, ἐναπέθετε καὶ κατέθετε τὶς ἐμπειρίες του σὲ κάθε πέτρα, σὲ κάθε γωνιά, κι ἀκόμα μᾶς διαπαιδαγωγεῖ: διαρκὴς πρόσκληση γιὰ λάβε με φάγε με ἡ ζωή… Κι ἂν σοῦ φυλάει τὸ προνόμιο στὸ σῶμα της νὰ πολυχρονίσεις, μπορεῖ νὰ σοῦ ἐπιφυλάσσει καὶ τὸ προνόμιο νὰ ζεσταθεῖς ἐπιτέλους στὴν ἀγκαλιά της.

 

~.~

 

Ζωή Κατσιαμπούρα

Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι

Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, ανακαλύψαμε εμείς νιόπαντροι, η κουμπάρα μας προσφάτως χωρισμένη και ένας καινούργιος φίλος, αλλοδαπός, πώς δεν είχαμε κανονίσει τίποτα για τις μέρες της γιορτής, οπότε ή με τους γονείς ή μεταξύ μας, οι τέσσερις, στο δυάρι της Κυψέλης… Μα γιατί όχι μια εκδρομούλα, τώρα που έχουμε όλοι άδεια; Ναι, ναι! Ήταν οι δουλειές, αβελτηρία, η νεότης ίσως! Πάντως η απόφαση να πάμε στην Καστοριά και η έρευνα στις Διακοπές για ξενοδοχείο συνέβησαν στις 22 του μήνα, όταν τελείωσε η δουλειά! Στις 23, λοιπόν, με κλεισμένα τηλεφωνικώς δωμάτια σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης (μού έκανε και εξαιρετική εντύπωση ο λιγομίλητος ρεσεψιονίστας: «μάλιστα, έγινε, όχι δεν χρειάζεται προκαταβολή…»), ξεκινήσαμε αχάραγα και διασχίσαμε την Ελλάδα με τη χαρούμενη διάθεση σχολικής εκδρομής (σχολικής εκδρομής των δικών μας σχολικών χρόνων, σήμερα τα παιδιά είναι χορτάτα από τέτοια και cool…).

Απομεσήμερο φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Ξινός ο ρεσεψιονίστας «όχι, δεν έχετε κλείσει! Και είμαστε πλήρεις». Δεν μας εύρισκε στο κιτάπι του (που κοίταζε μόνο ο ίδιος). Μαύρισε η ψυχή μας. Μα τι στο καλό έγινε; Να πήρα λάθος νούμερο και να μου έκανε πλάκα ο αποδέκτης; Μπορεί. Να νοίκιασαν τα δωμάτια σε πιο πρωινούς πελάτες; Δεν ήταν απίθανο κι αυτό. Σημασία είχε που ήμασταν άστεγοι και κουρασμένοι…

Τι να κάνουμε; Τον βρίσαμε βέβαια, μας έβρισε και αυτός και πήραμε τον δρόμο με τα αυτιά κατεβασμένα να βρούμε στέγη, παραμονιάτικα, σε αυτή την υπέροχη πόλη, αλλά άντε να δεις την υπεροχή της μετά από τόση κούραση και με άγχος. Δεν βρήκαμε δωμάτιο στα άλλα ξενοδοχεία της Καστοριάς, αλλά κάποιος ρεσεψιονίστας, καλός άνθρωπος, τηλεφώνησε σε ένα καλοκαιρινό κατάλυμα, στις όχθες της λίμνης , αρκετά μακριά από την πόλη και μας έστειλε εκεί, είχαν χώρο!

Βέβαια είχαν. Ήμασταν οι μόνοι πελάτες. Πέσαμε για ύπνο ξεροί.

Και βέβαια είχε νυχτώσει προ πολλού όταν ξυπνήσαμε πεινασμένοι. Να πάμε στην πόλη; Ο θυμός μας με τον ξενοδόχο είχε γίνει γενικώς γινάτι για όλους τους Καστοριανούς, οπότε η εναλλακτική που μας πρότεινε ο τωρινός μας πάροχος στέγης και συμβουλών ήταν να πάμε μαζί του στο κοντινό χωριό, σε μια ωραία ψησταριά. Δίπλα από την ψησταριά είχε μαζευτεί ένα πλήθος γύρω από ένα τεράστιο παλούκι, έναν ξερό κορμό κυπαρισσιού με στοιβαγμένα γύρω του ξύλα, κλαδιά και προσανάμματα. Σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν φαινόταν, πρώτη φορά βλέπαμε όλοι κάτι τέτοιο. Πριν περάσει η απορία μας περί της ταυτότητας του φαλλικού αντικειμένου, το είδαμε να παίρνει φωτιά, να γίνεται ένας πελώριος δαυλός , να καίγεται κριτσανιστά και να καταυγάζει το περιβάλλον και τα πρόσωπα των συγκεντρωμένων που κραύγαζαν χαρούμενοι και (υπήρχαν και μερικές, όχι πολλές) χαρούμενες. Κολλήσαμε κι εμείς την ομαδική ευδιαθεσία, καθισμένοι στα άχυρα, στο έδαφος, απολαύσαμε το κέφι, τα πειράγματα («σιγά βρε που μπορείς εσύ σε τέτοια ηλικία να ανάψεις φωτιά»), τα πονηρά στιχάκια που τραγουδούσαν δίπλα στη φρυκτωρία αυτή των Χριστουγέννων, έθιμο παμπάλαιο μας είπαν, και, όταν η φωτιά καρβούνιασε πια τον κορμό, κατευθυνθήκαμε, μαζί με αρκετούς από τους συγκεντρωμένους και με τους μουσικούς που είχαν αρχίσει με τα κάλαντα και συνεχίσει κατά το κέφι των παρευρισκομένων, στην ψησταριά για τηγανιά πικάντικη και κόκκινο κρασί. Οδοιπόροι για, δεν μας παρεξηγούσαν, μας βεβαίωσε ο ταβερνιάρης. Έτρωγαν και άλλοι τηγανιά (προφανώς ασθενείς, ε;), αλλά οι πιο πολλοί καλαμαράκια.

Είχε και τη μουσική με τα μακεδονικά νταούλια. Ήταν ένα χάρμα και ξενυχτήσαμε τραγουδώντας και χορεύοντας ευτυχείς, εκστατικοί, όλοι μια αγαπημένη παρέα πλέον.

Την άλλη μέρα πήγαμε στις Πρέσπες.

Τα Χριστούγεννα ανήμερα θα βλέπαμε τις ωραίες εκκλησιές της Καστοριάς.

Όχι όσες θέλαμε, γιατί δεν μπορέσαμε, ήταν κλειστές οι πιο πολλές. Αλλά αυτή η πόλη είναι μαγική (όταν σου περάσει το γινάτι…). Περιδιαβάσαμε στα θεωρούμενα από τις Διακοπές αξιοθέατα, φωτογραφήσαμε, ανταλλάξαμε ευχές με τους περιπατητές. Αλλά οι περιπατητές πήγαιναν όλοι κάπου, με πακέτα στα χέρια, για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Εμείς; Για το γεύμα δεν είχαμε κανονίσει τίποτα, μεγάλη πόλη η Καστοριά, κάπου θα βρούμε. Είχαμε αρνηθεί και την πρόσκληση του προέδρου του χωριού, συμπότη και συνδιασκεδάζοντα στη φωτιά να φάμε σπίτι του, ε, να μην παίρνουμε και στα σοβαρά τα λόγια του μεθυσιού. Οπότε, με ακονισμένη από το περπάτημα και το κρύο την όρεξη αρχίσαμε να ψάχνουμε στη θεόκλειστη πόλη. Τίποτα ανοιχτό, όλα τα εστιατόρια με κατεβασμένα ρολά. Και τα περίπτερα και οι φούρνοι, εννοείται. Γυρνούσαμε και ξαναγυρνούσαμε στο κέντρο και στα παραλιακά, ώσπου είδαμε ανοιχτή την πόρτα ενός ουζερί. Μπήκαμε να ρωτήσουμε δειλά-δειλά αν μπορούσε να μας σερβίρει και μπορούσε! Γιορτή! Χριστός γεννάται, δοξάσατε!

Ήμασταν οι μόνοι πελάτες, νομίσαμε, αλλά δεν ήταν έτσι. Το γκαρσόνι άνοιγε κάπου-κάπου μια πόρτα στο πίσω μέρος του μαγαζιού και βλέπαμε στρωμένο το χαρτοπαικτικό τραπέζι με παίκτες φασαριόζους. Μας έζωνε κι ο φόβος μη μπουκάρει καμιά αστυνομία, καθώς, μετά που μπήκαμε, ο ιδιοκτήτης του ουζερί έκλεισε τις κουρτίνες, άρα παράνομα δούλευε αυτός και τρώγαμε εμείς. Τρώγαμε σε πιατάκια του μεζέ καλαμαράκια κονσέρβας, πατατοσαλάτα, πιπεριές Φλωρίνης, σαλάμι και κασέρι σε μπαστουνάκια! Αυτά είχε για τους συνήθεις θαμώνες του.

Εν πάση περιπτώσει, φάγαμε και ήπιαμε και φύγαμε μεθυσμένοι και πέσαμε για ύπνο ως την άλλη μέρα το πρωί!

Καλά πήγε η εκδρομή, μια χαρά, είδαμε πράγματα και απολαύσαμε την παρέα, ώστε να μην κλαίμε για την απώλεια του χριστουγεννιάτικου γεύματος. Αλλά κανείς μας δεν ξαναπήγε εκδρομή χριστουγεννιάτικη έτσι, ανοργάνωτα. Είχαμε και τα παιδιά μετά, πού να τα τρέχεις σε ουζερί… Καλύτερα με τους γονείς, τα κάλαντα και τη γεμιστή γαλοπούλα…

 

~.~

 

Αλεξία Κατσικογιάννη

Μαλλιά γδυτά

Βαλσαμωμένες πυγολαμπίδες κρέμονται από το μπαλκόνι. Ήρθαν Χριστούγεννα, λένε. Κι εγώ, που κρατάω ακόμα στα χέρια κομφετί, απορώ με τον χρόνο, που έχει παγώσει μόνο για μένα, κάποιους μήνες πριν, ενώ σ’ όλον τον υπόλοιπο κόσμο τα χαρτάκια από το ημερολόγιο εξακολουθούν να φυλλορροούν ατάραχα, λες και δε συμβαίνει τίποτα, αν και ‒μεταξύ μας‒ όντως δε συμβαίνει. Δε συμβαίνει τίποτα που να αφορά και τους άλλους. Φερειπείν, δεν αφορά κανέναν το ότι χθες σε ονειρεύτηκα. Να στέκεσαι στο πάρκο, δίπλα από τους κάδους. Φορούσες το. Ήσουν όμορφος, τα μαλλιά ίσως ήταν λίγο παραπάνω γδυτά απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Ήταν όμως και βράδυ και δε σ’ έβλεπα καλά∙ ο δήμος τσιγκουνεύεται τις λάμπες. Έχω την εντύπωση πως δεν ήσουν μόνος. Πρέπει να μιλούσες με κάποιον, αλλά δε σ’ άκουγα, γιατί εκείνη την ώρα το σκουπιδιάρικο άδειαζε τον τελευταίο κάδο και ο οδηγός συνομιλούσε μ’ ένα φωτισμένο παράθυρο για το ματς. 0-1, έβαλαν γκολ στο ενενήντα. Ήξερα ότι κάποια στιγμή θα ξεχάσω τη φωνή σου, απλώς δεν περίμενα ότι αυτό θα γίνει τόσο σύντομα, δεδομένου ότι ο δήμος μας είχε πάντα πρόβλημα με τα απορριμματοφόρα ‒έρχονταν μόνο κάθε Πέμπτη‒ και δες καιρό που διάλεξε να αγοράσει είκοσι νέα οχήματα, ξεκάθαρα για κάποια μίζα, αν και αυτό δεν είναι επί του παρόντος. Εσύ δεν πρέπει να κατάλαβες ότι ήμουν εκεί και δεν ξέρω αν γι’ αυτό φταίει περισσότερο το σκοτάδι ή το γεγονός ότι δε με παρατήρησες ποτέ.

Μιας και το όνειρό μου διαδραματιζόταν δίπλα από τους κάδους, σκέφτηκα επ’ ευκαιρία να πάω να πετάξω τα σκουπίδια, μην πάει και τζάμπα το όνειρο. Φόρτωσα στον ώμο τη σακούλα με τα αποφάγια, αλλά τη δεύτερη, τη βαρύτερη, την κλώτσαγα με τα πόδια, σαν μπάλα. Οι καπνοί από το θυμιατό παραλίγο να προδώσουν το περιεχόμενό της. Ειλικρινά, δεν κατάλαβα γιατί ανέβλυζαν επιχείλιες αναθυμιάσεις από μια σακούλα με εικόνες, που δεν τις ασπάστηκε ποτέ κανείς. Περίμενα πάρα πολύ σε μια ουρά τραπέζης, ενώ ήξερα ότι δε δικαιούμαι ούτε ένα σεντ για την αναπαλαίωση των εικόνων. Θα περίμενα άλλο τόσο, αλλά ο ταμίας με πληροφόρησε ότι όλο αυτό το όνειρο θα ’πρεπε να μοιάζει με παραμύθι, κι εγώ έχω ήδη γεράσει μέσα του. Αμφιβάλλω αν, μέσα από τις αυτόματες πόρτες ασφαλείας των σύγχρονων τραπεζικών καταστημάτων, χωράει να περάσει ένα φέρετρο.

Ακόμα όμως κι αν η κόκκινη επιγραφή ζωγραφίσει το όνομά μου ‒νούμερο 255, συγγνώμη για την καθυστέρηση, μη σπρώχνετε, κυρία μου, όλοι θα εξυπηρετηθείτε‒, γνωρίζω πλέον καλά ότι το επίδομα ελεημοσύνης που θα μου χορηγηθεί δε θα είναι αρκετό για να σ’ αγοράσω. Καλύτερα λοιπόν να δωρίσω τα χείλη μου, όσο ακόμα είναι ζωντανά και μεταμοσχεύονται. Να μη φτάνουν εκεί τα κλάματα και η κόκκινη σάλτσα από τα μακαρόνια και αυτή η γεύση του εμετού που μου προκαλούν τα ίδια αναμασημένα συναισθήματα, σαν μια κουταλιά φακές, που χυλώνει στο στόμα, όταν τη μασάς για ώρα και δυσκολεύεσαι να την καταπιείς.

Πνίγομαι στην ιδέα ότι δε θα σε ξαναδώ, καθότι. Τρώω λίγη ψίχα, μήπως με βοηθήσει να καταπιώ τα σκληρά σου κόκαλα∙ τζίφος. Και να σ’ έβλεπα, δε θα με άφηνες να. Μόλις με ειδοποίησαν ότι το νερό έκαψε. Μπορείς να περάσεις. Δε θα σου πρότεινα να μπεις με το μαλλί δεμένο. Κανένας δεν αισθάνεται, όπως. Και, αν αισθάνεται, τότε το νερό δεν έκαψε όσο θα ’πρεπε. Σε. Αυτό και άλλα. Είναι τρελλό που δε θα μάθεις ποτέ πόσο.

(Μάλλον παρωχημένο το διπλό λάμδα. Συγγνώμη που αναγκάστηκες να ακούσεις άλλο ένα περιττό γράμμα από το στόμα μου.)

Έλεγες «ήτοι» και εγώ άκουγα Οίτη. Όλα είναι ανάποδα πάνω μου. Μου έδειχνες ότι με αποστρέφεσαι και εγώ συλλογιζόμουν αν τα μάτια σου αραιώνουν με το υψόμετρο ή συγχωνεύονται με τον αέρα. Η ώρα πήγε μία. Ο σκουπιδιάρης μαζεύει μια καμένη κερασιά από τον καφέ κάδο, μαζί με άλλα υλικά, από μια μάντρα που τελικά ο Πέτρος δεν έχτισε ποτέ. Την κα(η)μένη την κερασιά. Αναρωτιέμαι αν ήταν επιθυμία της θανούσης να αποτεφρωθεί. Αν μου την έδινε, θα κόλλαγα τις στάχτες της με σελοτέηπ και θα έφτιαχνα από την αρχή ένα βιβλίο για κάτι εντελώς βαρετό, λόγου χάρη για την οικονομική πολιτική στις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και πώς αυτή συνδέεται με τα χέρια σου.

(Ηθικό δίδαγμα: Ακόμα και όταν εσύ θα λείπεις, γυμναστράγαλα σύννεφα θα μου δανείζουν τα πόδια σου.)

Ο πράσινος κάδος κλαίει μαζί μου και μια πράσινη γραμμή χαράσσεται στον δρόμο. Ακολούθησέ την. Εύχομαι να μυρίζει περισσότερο ειρήνη απ’ ό,τι πόλεμο. Ο δρόμος εδώ είναι αδιάφορα ομαλός, αφού δεν τον πατάς εσύ. Αν καμιά φορά όμως περπατήσεις σε μια λεωφόρο, παλιά κοινή μας γνωστή, να έχεις υπόψη σου ότι οι λακκούβες που θα δεις ίσως κρύβουν, πέρα από τεθνεώτα αστέρια ή μια δημοτική χρεοκοπία, δυο πυρακτωμένα μάγουλα, που τρέχουν να φύγουν από τη χωρά που τα εξόρισες.

Αν με ρωτάς, το βρίσκω λίγο άκαρδο που ο ποιητής δεν την αποχαιρέτισε ποτέ.

Κάπου εδώ θα σταματήσω, γιατί σε κούρασα πολύ. Ήθελα μονάχα, ως γριά που είμαι, να σου δώσω μια συμβουλή. Αν τύχει και βρεθείς ποτέ να συζητάς με μιαν άγνωστη έξω από ένα . . . . . . . . της Αττικής, την προτελευταία Παρασκευή του Δεκέμβρη, βάλε ένα μπουφάν, μην πλευριτώσεις και μπλαβίσεις ολόκληρος.

Εγώ δεν έχω χείλη, για σένα το λέω.

(Αυτό εδώ δεν είναι ένα επετειακό αφιέρωμα αγάπης. Είναι μια ιστορία επαιτείας που μου διηγήθηκε κάποτε η *, μια μέρα που έπινε καφέ στο μπαλκόνι, όσο ακόμα είχε στόμα∙ με ή χωρίς χείλη, αυτό δεν αφορά κανέναν.)

 

~.~