ΝΠ5 – Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Χατζηαντωνίου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Κα­τὰ τοὺς δύ­ο αἰ­ῶ­νες ἐ­λεύ­θε­ρου ὑ­πὸ τὴν τυ­πι­κὴ ἔν­νοι­α πο­λι­τι­κοῦ βί­ου, ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­κό­μι­σε ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εὔ­λο­γα γεν­νοῦ­σαν ἄλ­λο­τε ὑ­πε­ρή­φα­νες δι­α­κη­ρύ­ξεις καὶ ἄλ­λο­τε θρη­νη­τι­κὲς εἰ­κα­σί­ες. Πα­ρὰ ὡ­στό­σο τὴ δι­αρ­κῆ  ἀν­τι­μα­χί­α πα­ρά­δο­σης καὶ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ σφρα­γί­ζει τὸν νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ βί­ο ἐν συ­νό­λῳ, ἡ πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ ὁ πο­λι­τι­σμός μας ἐ­ξε­λίσ­σον­ταν καὶ ἡ χώ­ρα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, ἔ­στω μὲ βρα­δύ­τη­τα καὶ μὲ τρό­πο στρε­βλό, τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πὸ τὰ χρό­νι­α της Ἐ­πα­νά­στα­σης οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι. Αἴφ­νης, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ μο­να­δι­κὴ στὴν ἱ­στο­ρί­α μας πε­ρί­ο­δο ὁ­μα­λοῦ πο­λι­τι­κοῦ βί­ου τεσ­σά­ρων δε­κα­ε­τι­ῶν, ξέ­σπα­σε ἡ κα­ται­γί­δα. Κρί­ση, πα­ρακ­μὴ ἢ κα­τάρ­ρευ­ση, ὅ­πως καὶ νὰ ὁ­ρί­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει στὶς ἡ­μέ­ρες μας, τὸ βέ­βαι­ον εἶ­ναι ὅ­τι γί­νε­ται πλέ­ον πα­σι­φα­νὴς ἡ πλή­ρης δι­ά­βρω­ση θε­σμῶν καὶ ἠ­θῶν κι ἡ γε­νι­κευ­μέ­νη ἀ­νο­μί­α ποὺ κα­θι­στᾶ τὴν ὅ­ποια ἐλ­πί­δα ἀ­νά­τα­ξης νὰ μοιά­ζει ἀ­δύ­να­τη. Τὸ φά­σμα τῆς κα­τα­στρο­φῆς ὑ­ψώ­νε­ται πιὰ γύ­ρω μας. (περισσότερα…)

Δευτέρα 26/7 | Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Νύχτες του Ιουλίου, Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση 

ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ (1933-2008)


Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές, Κίχλη 2021, μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος. Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.
~.~
Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.
~.~

Για την ελληνική οικονομία μικρό σχόλιο

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η ελληνική οικονομία στα 200 χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους έχει πραγματοποιήσει διαχρονικά σημαντική πρόοδο ώστε σήμερα να βρίσκεται, παρά την υπερδεκάχρονη βαθιά κρίση, στις 30 πρώτες αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη.

Η ιστορική πορεία της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε σε ένα ιδιόμορφο παραγωγικό υπόδειγμα το οποία ποτέ δεν κατάφερε να ενσωματώσει ουσιαστικά τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις που εμφανίστηκαν από την ύπαρξη του ελληνικού κράτους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επί της ουσίας «έχασε» τις δύο βιομηχανικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, και την ηλεκτρονική επανάσταση του τέλους του 20ου αιώνα. Στο παραγωγικό της υπόδειγμα ενσωμάτωσε πάντοτε μια μέση και χαμηλή τεχνολογία με ελάχιστες ίσως, κατά καιρούς, νησίδες υψηλότερης τεχνολογίας. Σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με την επανάσταση της ψηφιακής-τεχνικής νοημοσύνης η οποία ειρήσθω εν παρόδω ήδη έχει ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στις προηγμένες οικονομίες. Σημειώνω ότι η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε καταναλωτής τεχνολογίας και παραγωγός.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με αφορμή τους πόρους που θα εισαχθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης επαναφέρει πάλι σε πρώτο πλάνο την αλλαγή του υφιστάμενου παραγωγικού υποδείγματος κυρίως με την ενσωμάτωση της νέας ψηφιακής τεχνολογίας. Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας είναι μια παλιά συζήτηση η οποία διαρκεί στην χώρα τουλάχιστον από τις αρχές της μετεμφυλιακής περιόδου. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν αυτό που συνέβη ήταν ένας «ποσοτικός εκσυγχρονισμός» της οικονομίας που δεν ήταν πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ως παράδειγμα αναφέρω την υπέρμετρη διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών (με ενσωμάτωση χαμηλής τεχνολογίας, π.χ. τουρισμό και εμπόριο), αλλά και την ουσιαστική εγκατάλειψη του μεταποιητικού τομέα. Είναι τουλάχιστον άξιον απορίας από που απορρέει η υπέρμετρη αισιοδοξία της κυβέρνησης ότι μπορεί να δρομολογήσει τέτοιες αλλαγές που θα θίξουν τα δομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας που ανιχνεύονται σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το ότι ομιλεί για αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος το 2021 και όχι για εκσυγχρονιστική προσαρμογή σε επιμέρους τομείς και σημεία δείχνει το μέγεθος του εγχειρήματος στο οποίο ενυπάρχουν εξ αρχής όλα τα σπέρματα της αποτυχίας. Τι είναι αυτό που κάνει την κυβέρνηση να πιστεύει ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν τα πράγματα να είναι διαφορετικά;

Αν θεωρεί η κυβέρνηση ότι είναι ο όγκος των πόρων που θα έχει στη διάθεσή της θα πρέπει να γνωρίζει ότι και στα τελευταία εβδομήντα χρόνια έχουν υπάρξει ανάλογες περιπτώσεις, το Σχέδιο Μάρσαλ, τα Μεσογειακά Προγράμματα, τα Πακέτα Ντελόρ και γενικά τα Κοινοτικά Προγράμματα Στήριξης. Με τα προγράμματα αυτά εισέρευσαν στην ελληνική οικονομία μεγάλα χρηματικά ποσά για να χρηματοδοτήσουν διάφορα εμβληματικά έργα που θα οδηγούσαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος και την χώρα σε νέες επιτυχίες. Γνωρίζουμε, εκ του αποτελέσματος, ότι τα μεγάλα αυτά ποσά δεν οδήγησαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, τα ονομαζόμενα «δομικά προβλήματα» της ελληνικής οικονομίας δεν ξεπεράστηκαν αλλά, ως εκ θαύματος, η ελληνική οικονομία έκανε σημαντικά βήματα προόδου και πήρε θέση στις πλέον αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Οι φοβεροί σχεδιασμοί, τα αλλεπάλληλα μεγαλεπήβολα σχέδια επί χάρτου παρέμειναν στα γραφεία όσων τα σχεδίασαν και οι ανάλογες φιλοδοξίες των κυβερνήσεων που παρέμειναν να αιωρούνται στον αέρα της ανυπαρξίας στοιχειώνουν και τη σημερινή κυβέρνηση.

Αν ακόμη θεωρεί η κυβέρνηση ότι η οικονομική της ιδεολογία της παρέχει την δυνατότητα να διαβάζει σωστά την πραγματικότητα και να επεμβαίνει σε αυτή, όλη η τελευταία περίοδος της κρίσης, σε παγκόσμιο περίοδο, έχει δείξει περίτρανα τις αποτυχίες της και μάλιστα σιγά σιγά έχουν αρχίσει να αναθεωρούνται βασικά της θεωρητικά δόγματα.

Επιπλέον η ανακήρυξη συλλήβδην του προηγούμενου αναπτυξιακού υποδείγματος ως «αντιπαραγωγικού», που αξίζει να καεί στις φωτιές της κόλασης, αποτελεί πράξη εθελοτυφλίας και αποπροσανατολισμού για την ιστορική παραγωγική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι, στην παρούσα συγκυρία και υπό τις παρούσες συνθήκες, θα επιτευχθεί η πολυπόθητη δραστική αλλαγή στο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Όλοι όσοι σκέπτονται με τον τρόπο αυτό λοιδορούν πρωταρχικά τον εαυτό τους και μετά όλους τους υπολοίπους. Αν τα παραγωγικά υποδείγματα των διαφόρων χωρών μπορούσαν να μεταβληθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα με βάση τα προτάγματα της ατελέσφορης οικονομικής discipline1, θα ζούσαμε σε άλλον κόσμο, πιθανά ιδανικό, όπως τα απαγωγικά οικονομικά υποδείγματα τα οποία παράγουν λύσεις μόνο στον πίνακα των αιθουσών διδασκαλίας. Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει κάποιον άχρονο οικονομικό συμβολισμό, όπως ακριβώς δεν μπορεί να επινοήσει άχρονο, οικουμενικό τρόπο ζωής τον οποίο κάποια «ορθολογική ύπαρξη» θα ακολουθεί όπου και όποτε συμβαίνει να ζει. Είναι ο καθένας ό,τι είναι, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τις ιδιαίτερες κατηγορίες, κοινωνικές και ψυχολογικές, πνευματικές και συγκινησιακές που επικρατούν σε δεδομένο χώρο και χρόνο.

Οι μεταβολές είναι μακρόσυρτες και μακροχρόνιες, απαιτούν μεγάλη προσπάθεια για να ενσωματωθούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι πολυδιάστατες και πολυεπίπεδες, δεν είναι επ’ ουδενί γραμμικές, οι κινήσεις τους παρουσιάζουν άλματα προς τα εμπρός και μεγάλα πισωγυρίσματα η ιστορία είναι ανοικτή και οι σκοποί της διέπονται από ετερογένεια.

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η πραγματικότητα. Οι αναλύσεις τέτοιου είδους, στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θάπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί»2

Η έλλειψη ιστορικής παιδείας επιτρέπει τον υπέρμετρο κομπασμό των οικονομολόγων (εκτός των φιλοσόφων όπως σημειώνει ο Π. Κονδύλης).

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

1 Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Εκδόσεις Ευρασία, 2013.
2 N. Machiavelli, «Ο Ηγεμόνας», στο: N. Machiavelli, Έργα, Τόμος Ι, μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1984, σελ. 266-267.

~.~

Ο Γιάννης

*
~.~

Στους «δεξιούς» ξινίζει επειδή είναι μαύρος και, άκουσον-άκουσον, υπερήφανος και για τις αφρικανικές του ρίζες. Στους «αριστερούς» βρωμάει επειδή η ζωή του όλη είναι ένας ύμνος στο τρίπτυχο πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια. Οι νάρκισσοι του ατομικισμού απορούν που δεν κομπάζει για τα προσωπικά του επιτεύγματα και κάθε φορά μιλάει μόνο για την ομάδα του, για την πόλη του, για την πατρίδα του. Οι τραπεζορρήτορες του δικαιωματισμού σκυλιάζουν που δεν αναλώνεται σε καταγγελίες αλλά κάνει σιωπηρά ό,τι μπορεί: χτίζει γήπεδα για τα παιδιά, μοιράζει τρόφιμα, βοηθά όσους έχουν ανάγκη.

Τί άνθρωπος είναι αυτός που αρνείται να σπιλώσει την ελληνική σημαία κοτσάροντας πάνω την τζίφρα του, την ώρα που τόσοι και τόσοι «συμπατριώτες» του αυτή τη σημαία ζητούν να την κάψουν; Πού ακούστηκε ο αδελφός του ο Θανάσης να πληρώνει από την τσέπη του για να μπάσει χίλιους ομογενείς στο γήπεδο σ’ εκείνο το κρίσιμο ματς με τους Νετς;

Ο Γιάννης είναι ο εαυτός μας που απαρνηθήκαμε, αυτός που τιμά εκείνα που εμείς περιφρονήσαμε. Από την Ελλάδα είχε την τύχη να πάρει το καλύτερο. Χωρίς τους ιερείς και τους πνευματικούς του εκεί στα Σεπόλια, χωρίς τους σκάουτερ και τους προπονητές της εφηβείας του, χωρίς κάποιους γείτονες, χωρίς όλους αυτούς που στήριξαν την οικογένεια σε δύσκολες στιγμές, δεν θα ’πιανε ποτέ την πορτοκαλιά μπάλα στα χέρια του.

Και αυτή την μπάλα την έφτασε ψηλά. Η παραμυθένια ιστορία της οικογένειας Αντετοκούνμπο είναι η ζωντανή απόδειξη του πόσο δύσκολη είναι η ενσωμάτωση του ξενοφερμένου. Γιατί πρέπει να συντρέχουν και τα δύο αυτά: και η νέα πατρίδα να θέλει να εγκολπωθεί και να ενσωματώσει, και οι νέοι πολίτες της να αγωνιστούν συνειδητά να ενταχθούν και να προσφέρουν. Όταν λείπει η μια απ’ αυτές τις προϋποθέσεις, το τίμημα είναι τα γκέττο και η διάλυση.

Ο Γιάννης είναι περισσότερο Έλληνας απ’ όλους εμάς, για τον απλό, απλούστατο λόγο ότι την Ελλάδα εκείνος την ανέβασε ένα σκαλί ψηλότερα ενώ εμείς την κατακρημνίζουμε καθημερινά. Επειδή δηλαδή την είδε ως ιδεώδες αγαπητικό όχι ως νάυλον σύνθημα. Οι πολιτικάντηδες που μπαίνουν τώρα στην ουρά για να τον συγχαρούν ας μη μας εμποδίσουν να δούμε, να συναισθανθούμε αυτή την πελώρια διαφορά.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*

*

~.~

ΝΠ5 – Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ Υπεροψία

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Γιάννη Κιουρτσάκη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Ὅ­ποιος ἐ­πι­χει­ρεῖ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ἕ­ξι χρό­νων κα­τα­στρο­φῆς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ θαυ­μά­σει τὴ δι­ο­ρα­τι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90: πὼς κά­ποια μέ­ρα οἱ ἑ­ταῖ­ροι μας στὴν Ε.Ε. θὰ ἀρ­νοῦν­ταν «νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν […] τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμὸ ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α [μας] αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της».[i] Μπρο­στὰ στὴν ἀ­μεί­λι­κτη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση αὐ­τοῦ τοῦ λό­γου, τί βα­ρύ­τη­τα μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν οἱ δι­αι­ω­νι­ζό­με­νοι δῆ­θεν ἰ­δε­ο­λο­γι­κοὶ κα­βγά­δες μας γιὰ τὸν κα­τα­με­ρι­σμὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν; Ἀλ­λὰ ἂν ὁ Κον­δύ­λης ἔ­βλε­πε τό­σο κα­θα­ρὰ τὸ μέλ­λον, ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πε βα­θι­ὰ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ δο­μι­κὰ αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς: τὴν ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στε­ρι­ώ­σει στὴ νε­ό­τε­ρη Ἑλ­λά­δα ἀ­στι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς ἱ­κα­νὸς νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει εὔ­ρω­στη κοι­νω­νί­α τῶν πο­λι­τῶν καὶ σύγ­χρο­νο κρά­τος. Ἐ­ξοῦ μιὰ μό­νι­μη πνευ­μα­τι­κὴ κα­χε­ξί­α ποὺ δὲν ἄ­φη­σε νὰ ρι­ζώ­σουν στὸ συλ­λο­γι­κὸ σῶ­μα οἱ μεί­ζο­νες νε­ω­τε­ρι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ―φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, συν­τη­ρη­τι­σμός, σο­σι­α­λι­σμό­ς― πα­ρὰ μό­νο ὡς κομ­μα­τι­κὰ κα­κέ­κτυ­πα στὸ πλαί­σι­ο τῆς ἐγ­χώ­ρι­ας πε­λα­τει­ο­κρα­τί­ας. Ἄλ­λω­στε, πῶς θὰ ρί­ζω­ναν, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Κον­δύ­λης δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἀ­παρ­χαι­ώ­νον­ταν στὴν ἴ­δια τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κοι­τί­δα τους, χά­νον­τας προ­ο­δευ­τι­κὰ τὸ ἱ­στο­ρι­κό τους πε­ρι­ε­χό­με­νο;[ii]

(περισσότερα…)

Καλό και κακό μυθιστόρημα

 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Αν μέχρι πριν λίγα χρόνια θέταμε το ερώτημα «υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία;», ο καθένας μας, από τον απλοϊκότερο αναγνώστη μέχρι τον εμβριθέστερο θεωρητικό, θα μπορούσε να δώσει πολύ συγκεκριμένη απάντηση. Οι περισσότεροι μάλιστα θα έτειναν στο ότι φυσικά και υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε καλή και κακή λογοτεχνία.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως τείνει να ξεθωριάσει αυτή η βεβαιότητα. Ο Ουμπέρτο Έκο στο Περί λογοτεχνίας ειρωνεύεται τέτοιου είδους διαχωρισμούς και επισημαίνει ότι λογοτεχνικά είδη που για πολύ καιρό είχαν υποστεί τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας (όπως το αστυνομικό μυθιστόρημα π.χ.), μπορούν πλέον να εισχωρήσουν – πανηγυρικά – στον Κανόνα. Ξαφνικά ένα μυθιστόρημα που πουλάει πολύ (κραυγαλέο κριτήριο έλλειψης ποιότητας κάποτε…) μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και καλό μυθιστόρημα.

Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στο μυθιστόρημα και ας δούμε αν τελικά νομιμοποιούμαστε να κάνουμε αξιολογικές κρίσεις. Ας ελέγξουμε επίσης ποια εργαλεία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για έναν τέτοιο σκοπό.

Άλλοτε, ένα βασικό κριτήριο για τον διαχωρισμό του καλού και του κακού μυθιστορήματος ήταν η δυσκολία που προέβαλλε το κείμενο κατά την πρόσληψή του. Ένα δύστροπο κείμενο, ένα δυσνόητο, απροσπέλαστο, κουραστικό εν πολλοίς έργο, κρινόταν αυτομάτως καλό, ποιοτικό και βαθύ. Ακολούθως όσο πιο εύκολο, εύπεπτο, «απολαυστικό» το κείμενο, τόσο πιο χαμηλά μπορούσαμε να το κατατάξουμε στην αξιακή κλίμακα. Το παμπάλαιο ζητούμενο της αριστοτελικής «απόλαυσης» είχε εξοβελιστεί στο πυρ το εξώτερον.

Φτάσαμε σε σημείο να πιστεύουμε, για ένα έργο που δεν έχει καθόλου πλοκή ή χαρακτήρες, ότι είναι ποιοτικό για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Η πλοκή και οι χαρακτήρες θεωρήθηκαν παραπλανητικά στοιχεία. Αποσπούν τη προσοχή μας από την ουσία του κειμένου. Και εάν η έλλειψή τους ή ο αχνός σχεδιασμός τους προκαλούν δυσκαμψία στην αφήγηση, αυτό, για τους θιασώτες της plotless πεζογραφίας, αποτελεί αψευδές σημάδι ποιότητας.

Παρ’ όλα αυτά ένα μεγαλο έργο μπορεί να είναι δύσληπτο, αλλά μπορεί να καταπίνεται και σαν νεράκι. Μπορεί να έχει ολοκληρωμένους χαρακτήρες ή ανδρείκελα που μιλάνε χωρίς προφανή λόγο και αιτία. Μπορεί να έχει συμπαγή μύθο ή να συντίθεται από σκόρπια επεισόδια. Η πρόσληψη και η ανανοηματοδότησή του έχει να κάνει με την πνευματική σκευή, τις δυνατότητες, τις προδιαθέσεις, το γνωστικό υπόβαθρο και την ψυχολογική κατάσταση του αναγνώση. Κάτι που είναι «δύσκολο» για τον έναν, αποδεικνύεται πολύ «εύκολο» για κάποιον άλλο.

Το πόσο δύσκολο ή εύκολο φαίνεται ένα έργο εξαρτάται ακόμα από την τεχνοτροπία του και τις κατασκευαστικές του προδιαγραφές. Για παράδειγμα, η εκτεταμένη χρήση του εσωτερικού μονολόγου μπορεί να παίζει διαλυτικό ρόλο στην προσοχή του αναγνώστη και να κρύβει ή να αφανίζει την όποια δράση. Οι μακροσκελείς περιγραφές πιθανόν να έχουν ανάλογο αποτέλεσμα. Ενώ για άλλους αναγνώστες μπορεί να είναι η ξερή δράση που αποδεικνύεται απωθητική. Η αξία και η αποτελεσματικότητα των αφηγηματικών τρόπων έχουν να κάνουν με το είδος, τον ρυθμό, την πυκνότητα, τη δοσολογία, τη χρήση τους σε μια ιστορία και τις λειτουργίες που επιτελούν.

Το μυθιστόρημα φτιάχνεται πάνω σε τρεις πυλώνες: την τεχνική, το ύφος και την ιδεολογία. Τα δύο πρώτα, τεχνική και ύφος, είναι στοιχεία που συχνά – όχι πάντα – φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Η ιδεολογία για να ανιχνευτεί θέλει κάποιες φορές να σκάψουμε κάτω από το ύφος και το περιεχόμενο. Η ιδεολογία συνιστά τα θεμέλια του μυθιστορήματος και ενδεχομένως το σημαντικότερο κομμάτι του.

Ιδεολογία είναι το σύνολο των ιδεών που εκφράζονται σε ένα μυθιστόρημα, ρητά ή άρρητα, και δημιουργούν το ιδεολογικό του υπόβαθρο. Η ιδεολογία έχει στενή σχέση με αυτό που λέμε το «νόημα» του κειμένου, αλλά θα την περιορίζαμε αισθητά αν τη συναρτούσαμε μόνο με αυτό. Ουσιαστικά, νόημα και ιδεολογία έχουν σχέση αμφίδρομη. Το νόημα προκύπτει από την ιδεολογία και η ιδεολογία περικλείει – σαν ωκεανός – το νόημα.

Κατά τον Μπαρτ ιδεολογία είναι γενικότερα το «σύνολο της πολιτισμικής γνώσης που ενεργοποιείται από την αφήγηση». Ενώ έναν πιο σαφή ορισμό δίνει ο Ζενέτ, σύμφωνα με τον οποίο η ιδεολογία μιας αφήγησης μπορεί να ανευρεθεί στα αξιώματα και στις προκαταλήψεις που σχηματίζουν από κοινού μια κοσμοθεωρία και ένα σύστημα αξιών και που – αυτό είναι το σημαντικό – ωθεί τον αναγνώστη να δεχθεί αυτόν τον μυθοπλαστικό κόσμο ως πιθανό και εφικτό. Η ιδεολογία σε αυτή την προσέγγιση υπάρχει στο κείμενο για να ενισχύσει την αληθοφάνειά του. Εδραιώνει την αληθοφάνεια του κειμένου. Χτίζει την πειστικότητά του.

Αυτό μας δίνει μια ευκαιρία να κάνουμε έναν διαφορετικό αξιολογικό διαχωρισμό ανάμεσα στην καλή και κακή λογοτεχνία. Το καλό μυθιστόρημα, που έχει πλούσιο ιδεολογικό υπέδαφος και περιμένει από εμάς να το ανακαλύψουμε, είναι πιο πειστικό, πιο αληθοφανές, πιο στέρεο σε σχέση με το λεγόμενο κακό μυθιστόρημα, που είναι φτωχό σε ιδεολογικά κοιτάσματα και, όσο και να σκάψουμε, δεν θα βρούμε τίποτα μέσα του. Δεν θα συναντήσουμε δηλαδή τίποτα πέρα από ένα πλέγμα από στερεότυπα, ρηχές και κλισέ ιδέες, επιφανειακούς στοχασμούς, έλλειψη βάθους, πρωτοτυπίας και πλουραλισμού. Συνήθως ενεδρεύουν εκεί μανιχαϊστικές και απλοϊκές αντιλήψεις για τον κόσμο. Και είναι ευδιάκριτη η ροπή προς έναν στείρο συντηρητισμό που αποσκοπεί στο να εκβιάσει τη συναίνεση των πιο αργόστροφων αναγνωστικών αντανακλαστικών· είναι εκεί για να αποκοιμίζει το κοινό, όχι να το ξυπνάει, να το προβληματίζει ή να του γεννά ερωτήματα. Ενισχύει εκείνες τις πνευματικές και πολιτισμικές βεβαιότητες των αναγνωστών που αποκτήθηκαν με τον πιο ράθυμο τρόπο. Εν τέλει δεν πείθει για την αλήθεια του.

Η καλή λογοτεχνία πρέπει να φέρει πάντα έναν αέρα αμφισβήτησης. Αυτό φυσικά μπορεί να ανευρεθεί στο κομμάτι της τεχνικής ή στην αισθητική του ύφους, αλλά κυρίως πρέπει να το δούμε στο πεδίο της ιδεολογίας.

Ένα κακό, ένα εμπορικό μυθιστόρημα (και εμπορικό λέμε με την έννοια ότι είναι φτιαγμένο για να κολακέψει το κοινό του, να μην το αναστατώσει, να μην του προκαλέσει μετατόπιση ιδεολογικών τευτονικών πλακών) μπορεί να είναι άψογο στην τεχνική του. Είναι δυνατόν η ιστορία να ρέει, να ταυτιζόμαστε με τους ήρωες, να συγκινούμαστε με όσα γίνονται κτλ. Μπορεί το ύφος να είναι ιδιαίτερα φροντισμένο και να του δίνει μια φινέτσα. Εκεί που χωλαίνει όμως ήταν, είναι και θα είναι το ιδεολογικό κομμάτι. Η ιδεολογική ένδεια, όσο και αν φτιασιδωθεί, δεν κρύβεται.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν πάει ένα βήμα παραπέρα όταν συνδέει την τεχνική του μυθιστορήματος με τον κοινωνικό και οικονομικό παράγοντα και, κατά συνέπεια, με ιδεολογικά πεδία. Σύμφωνα με αυτή την προοπτική οι παραδοσιακές τεχνικές (ο παντογνώστης αφηγητής ας πούμε) αναπαράγουν την αστική νοοτροπία, την αστική κοσμοθεωρία, ενώ νέες και ρηξικέλευθες τεχνικές (για την εποχή τους), όπως ο εσωτερικός μονόλογος, παρεμβαίνουν στο ιδεολογικό συνεχές, το αναδιαμορφώνουν, φέρνουν ανατροπές και αναδεικνύουν καινούργιες οπτικές. «Η τεχνική εξέλιξη είναι για τον συγγραφέα η βάση για την πολιτική του εξέλιξη» λέει ο Μπένγιαμιν[1]. Υπό αυτό το πρίσμα η τεχνική δεν είναι ουδέτερη, ούτε αποφορτισμένη ιδεολογικά.

~.~

Το ύφος ήταν και είναι άλλο ένα πεδίο διάκρισης ανάμεσα στο καλό και κακό μυθιστόρημα. Ένα κακό μυθιστόρημα έχει συνήθως επιτηδευμένο ύφος. Ή, αντίθετα, η γλώσσα του βρίσκεται αγκυλωμένη στην επικράτεια του κλισέ. Η χρήση του λόγου είναι συντηρητική, μονοσήμαντη και απηχεί το πενιχρό ιδεολογικό του φορτίο. Οι λέξεις χάνουν το νεύρο τους. Τα λεκτικά και ρητορικά σχήματα είναι χιλιοακουσμένα. Καμία αίσθηση ρίσκου δεν διαφαίνεται στη γλώσσα.

Το κακό μυθιστόρημα αγαπά την ευρυθμία και είναι υφολογικά ακίνητο, γιατί αποστρέφεται και φοβάται την ειρωνεία. Η ειρωνεία σίγουρα θάλλει σε μια περιοχή νοηματικής αμφισημίας, σε μια περιοχή όπου η σημασία μετεωρίζεται ανάμεσα σε δύο αντίθετους πόλους. Και αυτός ο μετεωρισμός δεν έχει να κάνει με την τυχαιότητα, δεν είναι αυθαίρετος, αλλά ξεκινά από μια παιγνιώδη διάθεση να παίξει με την αίσθηση της ισορροπίας και στη ουσία να διασαλεύσει αυτή την ισορροπία.

Στην πεζογραφία επιτελεί ακόμα μία λειτουργία: η ειρωνεία είναι ένας παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επικύρωση της εξουσίας και της αυθεντίας του αφηγητή. Αυτός ξέρει πλευρές της αλήθειας που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε. Με την ειρωνεία ανοίγουν χώροι αφηγηματικής ευρυχωρίας και μπορούμε να δούμε πράγματα που δεν ήταν ορατά πριν. Η ειρωνεία δεν δείχνει, αλλά σημαίνει. Όπως όλα τα στοιχεία του ύφους, έχει και αυτή επίδραση στο συναίσθημα και αποτελεί πάντα ένα κλείσιμο του ματιού του αφηγητή προς τον φανταστικό αναγνώστη, μια πρόσκληση για συμμετοχή.

Κάποιες φορές η ειρωνεία κλονίζει την αληθοφάνεια του κειμένου (μιας και μας υπενθυμίζει τόσο έντονα την παρουσία του αφηγητή που μπορεί να ξεχάσουμε την ίδια την ιστορία). Έτσι λειτουργεί αντιθετικά σε σχέση με την ιδεολογία η οποία αποσκοπεί, όπως είπαμε, στο εντελώς αντίθετο: επιχειρεί να ενισχύσει την αληθοφάνεια. Ό,τι δημιουργεί σύγκρουση και ένταση μέσα σε ένα μυθιστόρημα, είναι καλό. Η δυναμική των σχέσεων ανάμεσα στην τεχνική, το ύφος και την ιδεολογία δημιουργεί συχνά κατάλληλες συνθήκες για αφηγηματική υπέρβαση. Όταν τα τρία τεκτονικά στοιχεία βρίσκονται σε κατάσταση αγαστής συμφωνίας και απόλυτης σύμπνοιας, η φλόγα του μυθιστορήματος κινδυνεύει να σβήσει.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

[1] Για όλες αυτές τις αναφορές και συνοπτικά για τη σχέση Ιδεολογίας και λογοτεχνικού κειμένου βλ. Luc Herman και Bart Vervaeck, “Ideology and Narrative Fiction”στο The Living Handbook of Narratology, https://www.lhn.uni-hamburg.de/node/99.html

 

Κυριακή 18/7 | «Το Στέμμα των Αυγών» – Με τον Κώστα Χατζηαντωνίου

 

Νύχτες του Ιουλίου, Κυριακή 18/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Στέμμα των Αυγών: Ένα Βυζαντινό Χειρόγραφο», του Κώστα Χατζηαντωνίου

1258: Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το πρόσφατο παρελθόν από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του, περιγράφει τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανασυγκροτήσει την ελληνική του ταυτότητα, και προφητεύει το μέλλον. Σε όλα τα βιβλία του Κώστα Χατζηαντωνίου, λογοτεχνικά ή δοκιμιακά, η Ιστορία είναι μονίμως παρούσα. Για το πρόσφατο μυθιστόρημά του (Καστανιώτης, 2020), συζητά μαζί του ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν η Ντία Κοσκινά και ο Αιμίλιος Καλογερής.

~.~

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε στη Ρόδο το 1965. Ιστορικός, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Κοράλλι». Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει αφηγήματα, ιστορικές μελέτες και βιογραφίες, δοκίμια στοχασμού, θεωρίας και κριτικής και τρία μυθιστορήματα, εκ των οποίων «Το στέμμα των αυγών» (Καστανιώτης, 2020) είναι το πιο πρόσφατο (2020). Προηγήθηκαν το «Αγκριτζέντο» (2009) που τιμήθηκε το 2011 με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) και έχει μεταφραστεί σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες και «Ο κύκλος του χώματος» (2017).

~.~

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ, Μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2020

***

Σελ. 27-28

«Η γη της Ιωνίας είναι τόπος φωτεινός. Σκληρό να διαπεραιωθεί κανείς απ’ αυτήν την πανδαισία χρωμάτων στο σκοτεινό βασίλειο του χρόνου, εκεί όπου τέλος δεν υπάρχει• καθώς ιδρώνουμε κωπηλατώντας από το επιμέρους προς το μυστήριο του καθόλου, για να περάσουμε δηλαδή από την στιγμή –το νησάκι μας στον ωκεανό του χρόνου– στο άπειρο, εκεί όπου οι ψυχές περπατούν στους δρόμους του αιωνίου που πολλοί ονομάζουν θάνατο, ξέρω πως εκεί θα βρούμε όλες τις απαντήσεις. Γιατί λοιπόν κάποιοι που έζησαν κάποτε εδώ, πατρίκιοι και πληβείοι, ιερείς ή στρατιώτες, κάπηλοι και ξωμάχοι, πηγαινοέρχονται πλάι μας; Γιατί δεν ησυχάζουν; Τους βλέπω όποτε εισέρχομαι στην κάμαρα του άλλου χρόνου, στην κηροφώτιστη βιβλιοθήκη, ενόσω έξω η απόκοσμη πλαγιά γεμίζει με ψιθύρους που γίνονται φωνές κι ύστερα ξεψυχούν σαν αεράκι, τους βλέπω την ώρα που γύρω από τις πέτρες των βωμών αντηχούν οι θρήνοι των αιματοχαρισμένων ενώ στα βάθη μιας αόρατης σπηλιάς, με τρόμο βαριανασαίνουν κρυμμένοι πρόσφυγες που έρχονται από το κοντινό χτες, από το μακρινό μέλλον. Το πρωί η μέρα με τον πέπλο της όλα τα κάνει πάλι ένα τοπίο ωραιότητας και γαλήνης.

Έτσι ξεκίνησε κι αυτή η αυγή. Μα γρήγορα συννέφιασε ο τρυφερός ουρανός κι ο μέγας κόκκινος έγινε βυσσινής, ντροπιασμένος θαρρείς από κάποιο επερχόμενο βάρος, όπως αυτό που εγώ, σε μιαν απόμερη κόγχη με σώμα ασθενικό σαν εκείνου, με την ίδια εμμονή γραφής, παλεύω να αποσείσω. Δύσμοιρος, ξαναλέω, βασιλέας ο Θεόδωρος ήταν, τον χτύπησε νωρίς η αρρώστια. Καθώς αντίκριζα σήμερα τα κεριά να καίγουν γύρω από το σκήνωμά του και την βασιλική οικογένεια λευκοντυμένη να σιγοκλαίει στα τριήμερά του, ενώ σπιθίζανε τυφλώνοντας τα μάτια οι πολύτιμοι λίθοι, σκεπτόμουν φοβισμένος αυτό που υφορμά και υποτρέχει. Για τούτο επείγει να φωτίσω όσα τρεμοσβήνουν, λησμονημένα όνειρα, αγαπημένα πρόσωπα, χαμένα τοπία, όλα όσα αναπαύονται στο χθες, εικόνες που σώζονται ακόμη στο μυαλό μου, μέχρι ν’ αφανιστούν μαζί του. Έτσι γίνεται πάντοτε, από Κτίσεως, μα επιμένω πως η θλίψη είναι προτιμότερη της λήθης, να νιώθεις σημαίνει να ζεις. Να γιατί κάνω στον χρόνο νεύμα, μια στιγμή ακόμη ζητώντας, μια στιγμή, σαν ανοιγόκλειμα των ματιών κι όλη μου η ζωή μα εγώ λίγες ημέρες μόνο ζητιανεύω, ίσα για να προλάβω να κρύψω όσα είδα, μήπως τα βρούνε εκείνοι που θα έρθουν. Και αυτοί ας κρίνουν».

***

Σελ. 63-64

«Μέσα στην γραφή διδάσκομαι, δεν διδάσκω. Γυρίζω στην παιδική μου άγνοια ξέροντας πως η θνητότητα δεν επιτρέπει καμιά αληθινή γνώση. Δεν έχω κάτι μεγάλο να με βαραίνει, πολλές μικρές αμαρτίες μόνο, ούτε ένα μυστικό άξιο αποκάλυψης για να συναρπάσει τον αναγνώστη. Κι όμως φοβάμαι την Κρίση για τα μικρά μου πάθη. Όχι το βλοσυρό Του βλέμμα μα το βλέμμα απογοήτευσης• σαν να λέει, “Μόνο αυτά;” Μα ευελπιστώ πως θα κάμψω τις αντιστάσεις Του, όπως έκαμπτα τις αντιστάσεις του Νήφωνος, που ανεχόταν την οκνηρία και τις παραξενιές μου και με άφηνε να αλωνίζω στους δρόμους της Νικαίας, να σκαρώνω με την φαντασία μυθιστορίες, βασίλεια, πολέμους και πειράματα με χώματα που τα βάφτιζα αλχημιστικές ουσίες ή σκόνες μαγικές που άλλαζαν χρώμα με το νερό ή το κρασί που υπέκλεπτα, να ανεβαίνω τα καλοκαίρια στις σπηλιές και να βλέπω αλλόκοτα πλάσματα ασάλευτα στις σκοτεινές γωνιές. Το καλοκαίρι, είναι αλήθεια, η Νίκαια γινότανε ανυπόφορη, μα ποιος ήταν προφήτης για να δει πως και το έλος θα νοσταλγούμε όταν απομείνουν απ’ αυτήν μονάχα ρέπια των σπιτιών και πέτρες από παρεκκλήσια πύργων, όταν αχνές γενούν των αγίων πολεμιστών οι τοιχογραφίες, σαθρές των οχυρών οι συστοιχίες, οι πύλες ξεχαρβαλωμένες, καμένα τα παραπόρτια, οι βασιλικές ρημαγμένες και καταχωμένα τα βαπτιστήρια, όταν χαθούν τα πολύχρωμα ψηφιδωτά και το χρυσό φόντο στους τρούλους και στις αψίδες, όταν κάτω απ’ τον ασβέστη κρυφτούν οι επενδύσεις των τοίχων και οι επιστρώσεις των δαπέδων, όταν σκορπίσουν στις τέσσερις άκριες της γης οι ιερές εικόνες και τα λειτουργικά βιβλία, όταν μείνουν θραύσματα κεραμικά μόνο, κιονόκρανα και μολυβδόβουλα, χαράγματα σε χρυσά ή αργυρά νομίσματα και στήλες που θα ξεθάβουν οι γεωργοί όποτε οργώνουν, ενώ φαντάσματα στο πλάι τους θα γλιστράνε σιωπηλά σαν νυχτώσει, για να περάσουν πάλι από τις καμάρες της τριπλής πύλης της Κωνσταντινουπόλεως, ψυχές που τα πέτρινα αχνάρια τους κάποιοι ελάχιστοι θα βλέπουν και ή θα κλαίνε ή θα τα καταστρέφουν φωνάζοντας “αφήστε μας να ζήσουμε κι εμείς επιτέλους”».

***

Σελ. 263-264

«Κόμπιασε στη μέση μιας βλαστήμιας ο Γεννάδιος, πέταξε την γραφή, δεν την ξεστόμισε ολόκληρη. Τον τελευταίο καιρό δεν μάγκωνε η γλώσσα όταν τον κυρίευε η οργή – ή ο δαίμονας, δεν ξέρω. Μετά κάπως μούδιαζε. Ήταν το δέος του ιερού που πρόσβαλλε, ήταν το φαρμάκι που κι αυτόν φαρμάκωνε, ήταν η λύπη για έναν ιδανικό εαυτό που όλο δεν έφτανε απ’ τον καιρό που τον λέγανε Ούγο, μήπως αυτό που του δόθηκε; Μα η λέξη άμα φύγει, πάει, δεν ξεχνιέται, πικραίνει, κακοφορμίζει. Ποιος ξέρει τι ήρθε στον νου του ξαφνικά με την βουή της θάλασσας από της Ουτρεμέρ και της Κύπρου τα μέρη, με το σκοτείνιασμα και το μαύρισμα του ήλιου ως το Αιγαίο, με την μεταμόρφωση του φεγγαριού σε αίμα, με τις μετακινήσεις των αστεριών, με όλα όσα, με χίλιους τρόπους προμηνούνε τις συμφορές. Ποιες άλλες λέξεις μνημειώδεις ζητούσε να εφεύρει, από ποια τρομαγμένη οικειότητα ήθελε να ξεφύγει, να προλάβει μια μακραίωνη αναισθησία, έναν ύπνο βαθύ, μαρμαρωμένο, σπρωγμένος από μια περιέργεια που έψαχνε με αγωνία μέσα στην περιπέτεια της ψυχής του, ορατής και αόρατης, να βρει επιτέλους την απόκριση πριν είναι αργά. Και ποιες λέξεις τελικά τον άρπαξαν, μπήκαν στο στόμα του και γίνανε απελπισία, γνώση ενός μυστικού που αποκαλύφθηκε τώρα, μόνο σ’ αυτόν, ενώ υπήρχε προ αιώνων; Αυτό δεν μπόρεσε ν’ αντέξει;

Έφυγε χωρίς να πάρει ευλογία και δεν ήξερε κανείς αν πήγαινε να βρει την ζωή ή τον θάνατο. Μάθαμε μόνο πως έφυγε απ’ την θάλασσα. Δροσερό προσευχηθήκαμε να είναι το αγέρι του Αιγαίου, να του φουσκώνει τα πανιά, τα κύματα ανάλαφρα να γλείφουν τα ξύλινα πλευρά του πλεούμενού του και να στρέφουνε πίσω χαδιάρικα στο πέλαγος, κουρσάρους να μην ανταμώσει, την μαύρη αγκαλιά του βυθού ποτέ να μη γνωρίσει, στα ιστία μονάχα το μονόγραμμα του Χριστού να βλέπει έως συντελείας του αιώνος και γλυκόπικρα τραγούδια τροβαδούρων που ιστορούν την άπειρη αγάπη και την ατέλειωτη μάχη ν’ ακούει, ή και δικά μας, αν το θέλει, ακριτικά του Διγενή ή ιστορίες αρχαίες για τον Αχιλλέα και τον Αλέξανδρο.

Πάει, χάθηκε. Και η διήγηση αυτή, που ίσως φτάσει στα χέρια σου αναγνώστη, δεν ξέρει να σου πει αν ήταν για κακό ή για καλό του, ή αν οι αλυσίδες του αγίου Λουδοβίκου ήτανε στο μυαλό του τόσο βαριές, που ήθελε κι αυτός να τις φορέσει».

***

Σελ. 348-349

«Χάραξε το πρώτο φως, ώρα να κινήσω για το καθολικό της μονής, πριν αρχίσουν να καταφθάνουν οι άρχοντες. Κλείνοντας για μια στιγμή τα μάτια, γίνομαι πάλι εννιά χρονών, στην παιδική μου κάμαρη στην Πόλη κι ακούω τη φωνή του πατέρα, «πρέπει να φύγετε αμέσως για τη Νίκαια», η μάνα μου δακρύζει, εγώ βλέπω το ίδιο όνειρο ξανά, περνάμε από το κοιμητήριο της Νικαίας, τα πρώτα φώτα ζωγραφίζουν αχνά την πόλη, τα τείχη, την λίμνη πίσω απ’ τους ατμούς. Με τον πατέρα που είναι ακόμη νέος περπατούμε ως την αυλή ενός ναού, εκεί με αφήνει και συνεχίζω μόνος. Με τα πρώτα βήματα νιώθω τα πόδια όλο και πιο βαριά, σαν να σηκώνω όγκους λάσπης. Πέφτω στα γόνατα μήπως προχωρήσω πιο γρήγορα μα δεν ξανασηκώνομαι παρά με κόπο μεγάλο. Με βαραίνουν όλα, ενδύματα, σώμα, ύπαρξη, πίσω μου η καστροπολιτεία μοιάζει να αιωρείται, οι άνθρωποι έχουν παγώσει, μόνο δυο πουλιά φτεροκοπούν, τα νερά της Ασκανίας λαμπυρίζουν με φόντο το κενό. Σέρνοντας ένα φορτίο που είναι αδύνατον να δω, φτάνω εξαντλημένος στην πόρτα του ναού και χτυπώ το ρόπτρο. Δεν απαντά κανείς, δεν έρχεται κανείς ν’ ανοίξει. Βλέπω κάτω ένα κλειδί και αναθαρρώ, μα είναι σκουριασμένο, δεν γυρνά. Σπρώχνω την βαριά ξύλινη πόρτα, κι αυτή, τι χαρά, τρίζοντας υποχωρεί. Εισέρχομαι. Η εκκλησία γεμάτη μα το εκκλησίασμα σιωπηλό, μαρμαρωμένο, σαν έξω από τον χρόνο. Ιερείς, πιστοί και νεωκόροι, πεσμένοι στα γόνατα αγνοούν την παρουσία μου και τον ξαφνικό θόρυβο. Πέφτω κι εγώ ξέπνοος. Σε λίγο καπνός νιώθω να μου καίει τα μάτια, φλόγες τυλίγουν τον ναό, οι γονυπετείς γυρίζουν προς εμένα αμίλητοι εκλιπαρώντας. Ξυπνάω με τρόμο.

Ζώντας στην ημεδαπή εξορία, αποτεταγμένος του κόσμου και της βασιλείας, την νύχτα μεταξύ ελπίδων και φόβων, την ημέρα μεταξύ απόγνωσης και αναθάρρυνσης, ανάμεσα σε απαίσια προμαντέματα του μέλλοντος που αναγγέλλουν συμφορές και σε χρησμούς που μέσα στα ερείπια φωτίζουν την σωτηρία, γράφω νύχτες τώρα για τους φοβερούς καιρούς μας ή για τα δεινότερα που θα ’ρθουν; Όταν η ζωή και ο λόγος δεν προσφέρουν καμία εγγύηση στους ανθρώπους, γεννιέται ο πόθος για υποσχέσεις που παρέχουν άγνωστες τίμιες δυνάμεις. Κάτω από το ψυχρό μάρμαρο της δουλείας αδιάκοπη μαρτυρία ταραχής και προσδοκίας. Μήπως όλα είναι ματαιολογίες; Όταν φωνάζανε όσοι βλέπανε τι ερχόταν “Μη καυχιέσαι, Βυζαντίς πόλις, δεν είσαι αιωνία”, δεν άκουγε κανείς. Γιατί θ’ ακούσουν εμένα τον ασήμαντο αν μιλούσα για την φωνή, “δύο έτη εισέτι και τω τρίτω ελευθερωθήσεται πλην πάλιν δουλωθήσεται”;»

***

Σελ. 355-356

«Αναθαρρώ. Μα δεν με αφήνει η λύπη για όσα δεινά επέρχονται, για όσους θα ζήσουν και άδικα θα πεθάνουν πριν έρθει ξανά. Για όσους θα τους θυμίζουν μονάχα οι εκκλησιές, όσες μείνουν, τα κάστρα, τα ερείπια, τα τραγούδια, οι χρονογραφίες, σαν τούτη εδώ ελπίζω. Στην σπηλιά κάτω από το κελί μου, θα την φυλάξω, πλάι στο στέμμα των αυγών και ή μαζί να σωθούν ή μαζί να χαθούνε. Στα μάτια μου βλέπω κιόλας φλόγες. Ερείπια η μονή, σιωπή, φωνές περιηγητών. Ποιος ξέρει; Κάποτε από τον αιώνιο ύπνο μας ίσως κάποιος βρεθεί να ξυπνήσει κι εμάς, να μας δώσει σάρκα και οστά, για να μιλήσουμε με το στόμα του, να στοχαστούμε με τον νου του, να αισθανθούμε με την καρδιά του. Να αναστηθούμε με τις αρετές και τα εγκλήματα, με τις αλήθειες και τις υποκρισίες μας, τους πόθους και τα μίση μας. Συχωρεμένοι και αμνήμονες, άρχοντες και λαός που υπέμενε την μοίρα του μέχρι να ξεχειλίσει το ποτήρι και να γκρεμίσει όσα λάτρευε εχθές κι ανέβαζε στα ύψη. Από την επευφημία στο ανάθεμα, ένα βήμα. Άξεστοι και σοφοί, γύναια και αγίες, δόξες και ευτέλειες, χέρια βαμμένα στο αίμα και πορφύρες καθαρότατες, άντρα συνωμοσίας και σπήλαια προσευχής. Χρυσοστόλιστες αίθουσες που φρύαξαν με το βογγητό της προδοσίας και την κραυγή του τυφλωμένου, το τσιριχτό του ευνούχου, του άντρα την οργή, του δείλαιου τον φθόνο. Ιστορίες δολερών αιμάτων και άδολων ερώτων, καταφύγιο όσων θα έρχονται περιπλανώμενοι έως εδώ, στο μεταίχμιο άλλων καιρών, μια νέα γέννηση ποθώντας, προσκυνητές λειψάνων που θα ζητούν μάταια να ξυπνήσουν τους νεκρούς, “και πάλιν έξεις, Επτάλοφε, το κράτος” με πίστη ψιθυρίζοντας, εδώ, που αμετακίνητος ερειπιογράφος εγώ, να κρατήσω ζωντανές στο κρύο χώμα, ψυχές καταδικασμένες στο παρελθόν αμετάκλητα, ζήτησα».

***

Σελ. 365-366

«Οστών αποθέσεις λευκαίνουν το πεδίο της Μαγνησίας, τις όχθες του Έρμου, τις πλαγιές του Σιπύλου. Η Νιόβη, απολιθωμένη επί του βράχου μορφή, θρηνεί εσαεί, αδιάφορη προς το διάφορο των νέων κατοίκων, αφού γνωρίζει το απαράλλακτο της φύσεως. Δεν έμειναν παρά οι σκιές της νυκτός με δέος και θάμβος να χαιρετούνε του βασιλέως το φάσμα, ώστε να παίρνουν φωτιά οι λέξεις εκ νέου, να πυροδοτούνται με αίσθημα και να εκρήγνυνται στο άπειρον τις αυγές, ενθυμούμενες τον ελεήμονα που έζησε εξήντα ένα χρόνια, χρόνια αιμορραγίας αλλά και ευφορίας, φρικτού πόνου μα και χαράς, χρόνια επιληψίας και αντιλήψεως που αντιστέκονται στην μυθοπλασία διότι δεν πρόκειται περί μύθου. Στην πραγματικότητα αυτός είναι η αρχή και το τέλος του βιβλίου, ο ην και ο ερχόμενος, ο πραγματικός και συμβολικός, το πρωτογενές παιδί του αυθορμήτου αλλά και του παιδιού εντός μας που το φωνάζουμε και μας φωνάζει κι ονειρεύεται με γρατζουνισμένα γόνατα βασιλείες, μεταμφιεζόμενες σε μυθιστορία, βιβλία απρόσκλητα, χωρίς μέλλον, αποσυνάγωγα της συντεχνίας, με λέξεις που έχουν χωριστεί από ψεύτικα είδωλα που παριστάνουν τους βασιλείς και κακές συνειδήσεις που παριστάνουν τους ιερείς.

Στο χειρόγραφο αυτό, ο συγγραφέας περιγράφει ό,τι είδε, ελευθερώνεται και φεύγει. Μαζί του πάει και η ψυχή μου, εκεί που αυτός κοιμάται, στο μοναστήρι των Σωσάνδρων, την σιωπηλή διαφάνεια ζητώντας, την γαληνεμένη ράχη του Σιπύλου κι ένα ωάτον στέμμα. Γιατί ακόμη κι αν δεν βρίσκουμε πια στην ζωή κανένα νόημα, με το στέμμα αυτό θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε ποιο ήταν το μυστικό ενός ανθρώπου που έζησε εκεί πριν από μας, μιλώντας με την ρίζα και το σύννεφο πριν τελειωθεί εν ειρήνη. Τώρα χωρίς όνομα, θα παραδώσω κι εγώ με τον τρόπο που μου δόθηκε αυτές τις λέξεις εκεί όπου ανήκουν, πριν πλάι στις πέτρες και στα κυπαρίσσια, κάτω από την βροχή, κοιμηθώ κι εγώ σαν έρθει η ώρα, βέβαιος πως ο ήλιος θα απλώσει πάλι στα ερείπια τα δαμασκηνά του υφάσματα».

~.~

 

 

 

Σάββατο 17/7 | Ο Νίκος Ξυδάκης στα Χανιά

 

Σάββατο 17/7 | Τιμητική εκδήλωση και μουσική συναυλία

«Στην Αρχή των Τραγουδιών»: Ο Νίκος Ξυδάκης στα Χανιά

 

Αυτό το Σάββατο, οι «Νύχτες του Ιουλίου» στα Χανιά είναι αφιερωμένες στο τραγούδι. Η πορεία του Νίκου Ξυδάκη στην ελληνική μουσική μετράει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει καρπούς που ανήκουν πλέον στην κοινή μας περιουσία: σημαδιακούς δίσκους, πασίγνωστους κύκλους τραγουδιών, συνεργασίες με κορυφαίους στιχουργούς, ποιητές, μουσικούς και ερμηνευτές. Σε μια ατμοσφαιρική βραδιά, ο συνθέτης ανατρέχει σ’ αυτή του τη διαδρομή και ξαναστέκεται σε μερικούς από τους σημαντικότερούς της σταθμούς. Μαζί του οι μουσικοί Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα, φωνή) και Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι)

Τον τιμώμενο συνθέτη θα προλογίσει ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Μετά τη συναυλία ο Νίκος Ξυδάκης θα συνομιλήσει με το κοινό.

Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, Γενική είσοδος 15 €

On-line προπώληση εισιτηρίων: www.ticketservices.gr καθώς και στα καταστήματα Public.

 

 

 

 

Θανάσης Παπαθανασόπουλος (1937-2021)

Γεννημένος στὴν Περίστα Ναυπακτίας στὶς 20 Ὀκτωβρίου 1937, ὁ Θανάσης Παπαθανασόπουλος σπούδασε στὴ Νομικὴ Ἀθηνῶν καὶ θήτευσε στὸν δικαστικὸ κλάδο ὡς ἐφέτης ἀπὸ τὸ 1969. Ἤδη ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια ἔδειξε τὴν κλίση του στὰ γράμματα διατηρῶντας στενὴ σχέση μὲ τοὺς Γεώργιο Ἀθάνα καὶ Γ. Θ. Βαφόπουλο. Παράλληλα, τίμησε τὸν τόπο του ὑπογράφοντας ποικίλες συλλογὲς καὶ ἀπανθίσματα δημοτικῶν τραγουδιῶν, λαογραφικῶν καταγραφῶν καὶ μελετῶν, διατηρῶντας προσωπικὸ ἀρχεῖο κειμηλίων τῆς γενέτειράς του.

Ὁ λογοτέχνης Παπαθανασόπουλος ἄφησε πίσω του ἕνα ὀγκώδες καὶ πολυποίκιλο ἔργο. Τὸ ἔργο του ἀποτελεῖται ἀπὸ περισσότερους ἀπὸ δέκα τόμους ποιημάτων, πεζογραφήματα, δράματα, μελέτες, νομικοῦ, λαογραφικοῦ, λογοτεχνικοῦ καὶ εὐρύτερα πολιτιστικοῦ περιεχομένου δοκίμια, μεταφράσεις καὶ ὑβριδικὰ κείμενα ‒ ἀκόμα κι’ ἕνα ἔπος (Διγενῆς Ἀκρίτης, 25.000 δεκαπεντασύλλαβοι) γιὰ τὸ ὁποῖο τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Στὰ μελετήματά του ἀσχολήθηκε μὲ τὸν Καζαντζάκη, τὸν Ἀθάνα, τὸν Βαφόπουλο, τὸν Πάουντ, καθὼς ἐπίσης ἀνέδειξε ζητήματα σχετικὰ μὲ τὴ γλώσσα, τὸν δημοτικισμό, τὴ λαϊκὴ παράδοση καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ ποίηση τοῦ Παπαθανασόπουλου ὑπῆρξε κατὰ κύριο λόγο ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰ δημοτικὰ τραγούδια καὶ τὸν Μεσοπόλεμο, ὡστόσο ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου του ὑπακούει τόσο τεχνοτροπικὰ ὅσο καὶ περιεχομενολογικὰ στὰ νεωτερικὰ προτάγματα τῆς ποίησης τοῦ καιροῦ του.

Παρὰ τὴν εὐρεία ἀναγνώριση τοῦ ἔργου του, ὁ Παπαθανασόπουλος οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν προβολή του, ἐπιλέγοντας νὰ δημοσιεύει τὰ ἔργα του κατὰ μόνας κυρίως μέσῳ τῶν ἐκδόσεων Μελέαγρος. Ἂν καὶ ἡ στάση του αὐτὴ ὁδήγησε τὸ ἔργο του μοιραῖα καὶ σταδιακὰ στὴ σκιά, τὸ φαινόμενο-Παπαθανασόπουλος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ τραβᾶ τὰ βλέμματα, ὄχι μόνο γιὰ τὸν ὄγκο του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πολύχρωμο περιεχόμενό του ποὺ συνιστᾶ —ἂν τὸ ἐξερευνήσει κανεὶς ἐνδελεχῶς— ἕναν διαρκῆ πειραματισμὸ πάνω σὲ ὅλες τὶς πιθανὲς δυνατότητες τοῦ λόγου. Δολιχοδρομῶντας ἀπὸ τὴν παράδοση, τὰ θέματα καὶ τὶς μορφές της, στὸ μοντέρνο καὶ τὶς ἔκκεντρες ἐξακτινώσεις του, ὁ Παπαθανασόπουλος ἄφησε πίσω του ἕνα ἔργο ποὺ —ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ὀρυχεῖο— ἀναμένει ἐκείνους ποὺ θὰ σκάψουν ἐπίμοχθα γιὰ νὰ φέρουν στὸ φῶς τὰ πολύτιμα πετρώματα ποὺ κρύβει στὸν πυρήνα του.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Παρασκευή 16/7 | Αλέξης Πολίτης: Ο Φιλόλογος, ο Ερευνητής, ο Δάσκαλος

~.~

Αλέξης Πολίτης: Ο Φιλόλογος, ο Ερευνητής, ο Δάσκαλος

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη, οι «Νύχτες του Ιουλίου ’21» τιμούν τον κορυφαίο φιλόλογο, τον ακαταπόνητο αναδιφητή της γραμματείας μας, τον γοητευτικό ομιλητή και συγγραφέα. Για τον άνθρωπο και το έργο του θα μιλήσουν οι
Δημήτρης Πολυχρονάκης, Αν. Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης:
«Ο Αλέξης Πολίτης ως μελετητής του 19ου αιώνα»
Γιάννης Δημητρακάκης, Επ. Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης:
«Οι προσεγγίσεις του Αλέξη Πολίτη στην ποίηση»
Έμμυ Παπαβασιλείου, πολιτικός μηχανικός, σκηνοθέτις:
«4+1 συναντήσεις με τον Αλέξη Πολίτη και το έργο του»
Χαιρετισμό θα απευθύνουν ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και ο Κώστας Κουτσουρέλης.
~ . ~

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 3. Οι αποδόσεις του Κυριάκου Χαραλαμπίδη (2/2)

 

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

(περισσότερα…)

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»: σχόλια στο συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια (Αραχτή Άρκτος, Λευκωσία 2021).

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία της γέννησης, και δη της γέννησης των εγγονιών, που όπως εύγλωττα αποτυπώνει η λαϊκή σοφία «είναι δκυο φορές παιδκιά μας», είναι κυρίως μια αμφίσημη και ταυτόχρονα αναγεννητική εμπειρία, αφού συντίθεται από την εναλλαγή ή τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων και καταστάσεων. Της χαρμόσυνης γέννησης των παιδιών-εγγονιών από τη μια, η οποία διασφαλίζει την αδιάκοπη συνέχεια της γραμμής αίματός μας μέσα στον χρόνο, κι από την άλλη της τραγικής επίτασης της αναπόφευκτης εγγύτητάς μας στο τέρμα και στον θάνατο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το σημαίνον από πολλές απόψεις συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια αναπηδά από τα βαθύτερα εσωτερικά —αναζωογονητικά και αναγεννητικά— του βιώματα και προβάλλει ως εσωτερική αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού του εαυτού μπροστά στο θαύμα της ζωής και της γέννησης, αποτυπώνοντας όχι μόνο την ωρίμανση του ποιητή, αλλά και μια καίρια ιστορικοκοινωνική θέαση του πραγματικού.[1]

(περισσότερα…)