Μία ἀνώτερη γλώσσα

ΜΙΑ ΑΝΩΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ
—ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους—

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ χάνει τὴν ἀξία του σὲ μία κοινωνία ἡ ὁποία ἄγεται καὶ φέρεται ἀπ’ τὶς ἑκάστοτε περιστάσεις, ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται στερρῶς ἀπὸ κάποιον ἐθνικὸ σχεδιασμό, μία κοινωνία ποὺ ζῆ χωρὶς κανένα ἀπολύτως ὅραμα ―ἢ ἀκόμη χειρότερα σιτίζει τὸ σαρκίον της μὲ εὐτελῆ junk food ἰδεολογήματα― εἶναι δυστυχῶς ἡ γλώσσα. Ὅταν οἱ λέξεις παύουν νὰ βγάζουν νόημα καὶ κοῦφοι νεολογισμοὶ ἀναδύονται ὅλο καὶ πυκνότερα γιὰ νὰ προσδώσουν περιεχόμενο σὲ ἀντίστοιχες κοῦφες θεωρητικὲς πομφόλυγες (φαινομενικὰ μεγάλες ἀλλὰ πλήρεις κενοῦ), τότε ὁπωσδήποτε κάτι συμβαίνει[1]. Ἡ γλώσσα ἀρχίζει νὰ μεταμορφώνεται σὲ κάτι δύσκαμπτο, ἐχθρικό, ξένο. Καὶ ἂν δεχτοῦμε τὴν (αὐθαίρετη) ἀρχὴ ὅτι ἡ γλώσσα διαρκῶς ἐξελίσσεται[2], τότε σίγουρα μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει ἀγγίξει ἀνώτερα ἐπίπεδα ἐκφραστικῆς ἱκανότητας ἀπόδοσης τῶν πιὸ λεπτεπίλεπτων νοηματικῶν ἀποχρώσεων ― ἐπίπεδα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς οἱ κοινοὶ θνητοὶ σπανίως δυνάμεθα νὰ συλλάβουμε.

Στὸν βωμὸ αὐτῆς τῆς ἀνωτερότητας παρατηροῦμε, ἐδῶ καὶ μερικὲς ἑβδομάδες, νὰ θύουν οὐκ ὀλίγοι τηλεοπτικοὶ ἱερεῖς προκειμένου νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ ἀνεπίτρεπτο μέτρο περὶ διαχωρισμοῦ τῶν πολιτῶν σὲ ἐμβολιασθέντες καὶ μη-ἐμβολιασθέντες (μὲ τὴ δαιμονοποίηση τῶν δευτέρων). Ἡ προσέγγισή μου (καὶ ἔνσταση) δὲν εἶναι νομικοῦ χαρακτῆρος. Ἂς ὑπερασπιστοῦν οἱ νομικοὶ τὴν ἐπιστήμη τους. Εἶναι καθαρῶς γλωσσική. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὡς μαθηματικὸς ποὺ ἔχει μάθει νὰ λέει τὰ πράγματα ἁπλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα[3] ἀπαιτῶ κατ’ ἐλάχιστον σαφήνεια στὸν προφορικό (ἀλλὰ καὶ γραπτό) λόγο ποὺ χρησιμοποιεῖται ὅταν εἶναι νὰ πεισθοῦν οἱ πολίτες γιὰ πολιτικὲς ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται. Νομίζω δὲν ζητάω πολλά. Πῶς ὅμως νὰ μὴν δυσφορεῖ κανεὶς ὅταν ἔρχεται ἀντιμέτωπος καθημερινῶς μ’ ἕναν μετα-γλωσσικὸ μηχανισμό, ὁ ὁποῖος μετέρχεται γλωσσικὰ τρὺκ προκειμένου νὰ βαπτίσει, τεχνηέντως, τὸ παράλογο ὡς λογικό, ἄρα καὶ σωστό, ἄρα καὶ ἠθικό! «Δὲν ὑπάρχει ζήτημα προνομίων. Ὑπάρχει ζήτημα λογικῆς», μᾶς ἐξηγεῖ σοβαρῶς ἕνας ὑπουργὸς ἀπὸ κάποιο τηλεοπτικὸ παράθυρο. Καὶ γιὰ νὰ θέσει ἔτι περαιτέρω τὸ θέμα στὴ σωστή του βάση, σὲ ἄλλη του συνέντευξη, μᾶς ἐνημερώνει (καὶ καθησυχάζει) ὅτι ὅποιες ἀποφάσεις παρθοῦν καθόλου δὲν θὰ ἀφοροῦν στὸν περιορισμὸ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν μη-ἐμβολιασθέντων ἀλλὰ θὰ εἶναι «περισσότερο βαθμοὶ ἐλευθερίας τῶν ἐμβολιασμένων σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνεμβολίαστους» ― οἱ ὁποῖοι (ἐμβολιασμένοι) «θὰ μποροῦν νὰ κινοῦνται πιὸ ἐλεύθερα σὲ περισσότερους χώρους», σύμφωνα πάντοτε μὲ τὸν ὑπουργό.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ. Κόβω ὅμως τὸ κεφάλι μου ὅτι ἀνάλογα λογικὰ ἐπιχειρήματα θ’ ἀκούγονταν καὶ στὴ Γερμανία, τὶς παραμονὲς τοῦ 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ὅταν ξεφύτρωναν πινακίδες στὰ καταστήματα τοῦ Βερολίνου ἀπαγορεύοντας τὴν εἴσοδο στοὺς Ἑβραίους. Στὴν Τσεχία, μετὰ τὸν Νοέμβριο τοῦ ’40, οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπισκέπτονται θέατρα, κινηματογράφους, καφετέριες, βιβλιοθῆκες ἐνῶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ κάθονται στὸ τελευταῖο βαγόνι τῶν ἀστικῶν συγκοινωνιῶν[4]. Στὸν κακόβουλο ἀναγνώστη ποὺ θὰ σπεύσει νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι αὐτὸ συνιστοῦσε παράφορη καταπάτηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μποροῦμε πλέον ν’ ἀπαντήσουμε ―μετὰ ἀπὸ χρόνια κερδισμένης σοφίας!― πὼς ἀσφαλῶς καὶ ὄχι. Ἁπλῶς ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ γενναία ἀπόδοση τινῶν βαθμῶν ἐλευθερίας στοὺς μη-ἑβραίους πολίτες· τίποτε περισσότερο. Οἱ δὲ Ἑβραῖοι (γιὰ δικό τους καλό) θὰ ἔπρεπε νὰ φέρουν σὲ εὐκρινὲς σημεῖο τὸ ἀστέρι τοῦ Δαυίδ. Σήμερα, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, αὐτὸ ἀντικαθίσταται ἀπ’ τὶς μάσκες καὶ τὰ rapid test (γιὰ τοὺς μη-ἐμβολιασμένους μόνο). Διότι, ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ προαναφερθεὶς ὑπουργός, «ἐφόσον ἐσὺ ἔχεις ἀποφασίσει νὰ κινδυνεύεις περισσότερο (=νὰ μὴν ἐμβολιάζεσαι) ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε μέτρα ποὺ θὰ σὲ προστατεύσουν ἀπὸ τὴν ἐπιλογή σου». Γιὰ τὸ καλό σου, θὰ συμπληρώναμε ἐμεῖς.[5]

Ἴσως ν’ ἀκούγονται ἐκτὸς πραγματικότητας τὰ παραπάνω· ἱστορίες ἀπὸ κάποιο παράλληλο σύμπαν. Ὁπωσδήποτε πρόκειται γιὰ μιὰ μικρὴ δόση ὑπερρεαλισμοῦ στὴν καθημερινότητά μας. Ὅπως στὴν ταινία Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία τοῦ Ρομπέρτο Μπενίνι ὅπου τὸ παιδὶ ρωτάει τὸν πατέρα του γιατί στὸν φοῦρνο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Ἑβραίους καὶ στὰ σκυλιά (σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή). Καὶ ὁ πατέρας, προσπαθώντας ν’ ἀπαλύνει τὸ παιδικὸ τραῦμα, τοῦ λέει μὲ ἀπόλυτη φυσικότητα ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ἕνας καταστηματάρχης παρακάτω δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἴσοδο στοὺς Ἱσπανοὺς καὶ στ’ ἄλογα· ἢ στὸ φαρμακεῖο τῆς γειτονιᾶς, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Κινέζους καὶ στὰ καγκουρώ. Καὶ ὅτι στὸ ἑξῆς, στὸ δικό τους βιβλιοπωλεῖο, καλὸ θὰ ἦταν ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀπαγορεύουν τὴν εἴσοδο στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους.[6]

ΝΑΙ, Η ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ κρύβει ἐνίοτε ἀρκετὴ δόση ἱλαρότητας. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι γιὰ ὅσα ἀναφέραμε ὑπάρχει τουλάχιστον ἕνας «συνταγματολόγος» ποὺ θὰ μιλήσει μὲ περισσὸ σθένος καὶ θὰ ὑπερασπιστεῖ (μὲ σοβαρότητα καὶ πάθος) τὴ συνταγματικότητα τοῦ ἐν λόγῳ πρὸς ψήφιση νόμου. Ἄλλωστε, αὐτὸς εἶναι ὁ ρόλος τῶν εἰδικῶν ― καὶ ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θὰ θέλαμε νὰ χάσει κάποιος τὴ δουλειά του· νὰ πείσουν τὸ μη-εἰδικὸ κοινό (ὅπως ὁ βιβλιοπώλης πατέρας τὸ ἀνυποψίαστο παιδί του) ὅτι ὁ ἥλιος ἔχει δύσει μέρα-μεσημέρι ἢ ὅτι ἔχει ἀνατείλει τὰ μεσάνυχτα. Τὰ ἐπιχειρήματα ὅμως, ὅσο καλὰ καὶ νὰ φαίνεται πὼς εἶναι δομημένα, ὅσο καὶ νὰ ἐκστομίζονται ἀπὸ ἄψογα καλοχτενισμένους καὶ καλοντυμένους τηλε-ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ὀμνύουν εἰς τὸ ὄνομα τῆς λογικῆς, δὲν πείθουν. Ἀντιθέτως. Μᾶλλον προκαλοῦν θυμηδία καὶ φέρουν στὸν νοῦ ξυπόλητα παιδιὰ ποὺ γεμίζουν τὴν ἀγκάλη τους μὲ παιχνίδια χωρὶς ὅμως νὰ κρατοῦν κανένα[7]. Μικρὴ σημασία ἔχουν αὐτά, θὰ πεῖ κανείς, σὲ μιὰ κοινωνία ὅπου δὲν ὑπάρχει ὅραμα, ἐθνικὸς προορισμός. Μιὰ κοινωνία ποὺ θυσιάζει τὴ γλωσσική της ταυτότητα μεταξὺ τῆς Σκύλλας τῶν θερινῶν rooms to let καὶ τῶν ξενόγλωσσων πινακίδων, καὶ τῆς Χάρυβδης μιᾶς στρεβλωμένης οἰκονομικῆς casino-ἀνάπτυξης ὥστε νὰ μπορεῖ ν’ ἀπολαμβάνει τὸν φραπέ της ἀπ’ τὰ ὑψηλὰ δώματα τῶν πολυπόθητων (καὶ ὁσονούπω ὑπὸ κατασκευήν) οὐρανοξυστῶν. Μιὰ κοινωνία ὅπου ἡ γλώσσα μετουσιώνεται μέρα τὴ μέρα σὲ κάτι διαφορετικό, ξένο, ἀνώτερο, κάτω ἀπ’ τὴ μύτη τῶν πολιτῶν της. Μιὰ γλώσσα στὴν ὁποίαν ὁ ἥλιος μπορεῖ ν’ ἀνατέλλει καὶ νὰ δύει ὅποτε θέλει. [8]

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς
1η Ἰουλίου 2021

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1]  Ὅτι οἱ μισθοὶ κατεβαίνουν ἀντικαθίσταται ἀπὸ τ’ ὅτι γινόμαστε πιὸ ἀνταγωνιστικοί. Ἡ μείωση ὡραρίου μετατρέπεται σὲ εὐέλικτο ὡράριο. Ὁ φόνος ἐκπίπτει σὲ θανάσιμο τραυματισμό κττ. Ἐπίσης, ἐνδιαφέρον ἔχει ὅτι ἐπίσημες ὑπηρεσίες καὶ ἔγγραφα τοῦ Κράτους φέρουν ξενικὰ ὀνόματα/τίτλους (Freedom Pass*, TaxisNet, myData = my Digital Accounting and Tax Application). Τέλος, ἀξίζει ν’ ἀναφέρουμε κάτι ποὺ διαφημίστηκε δεόντως ἀπ’ τὰ ἠλεκτρονικὰ καὶ τηλεοπτικὰ μέσα περιγράφοντας ἐναργῶς τὴν ἀντίστροφη μεταμόρφωση (ἀπὸ χρυσαλλίδα σὲ κάμπια) τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας: CocaCola Τρία Ἔψιλον καὶ ἡ CocaCola Hellas […] δημιούργησαν […] μιὰ ὁλιστικὴ κοινωνικὴ πλατφόρμα ποὺ προσφέρει σήμερα πρόσβαση στὶς δεξιότητες τοῦ αὔριο […] (ὅ,τι καὶ νὰ σημαίνει αὐτό…).
(*) Σχῆμα βεβαίως ὀξύμωρο. Διότι ἂν ἦταν ὄντως freedom τότε δὲν θὰ ἀπαιτεῖτο pass.
[2] Δηλαδὴ ἡ γλώσσα τῶν Κλασικῶν χρόνων εἶναι κατώτερη τῆς σημερινῆς;
[3] Ἡ ἔκφραση εἶναι τοῦ Γρ. Ξενόπουλου: «Δὲν ἀγαπῶ τὰ σύννεφα καὶ τὰ σκοτάδια. Ἐσπούδασα μαθηματικὰ στὰ νιάτα μου, κι ἐσυνήθισα νὰ λέγω τὰ πράγματα ἁπλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα».
[4] Προτεκτοράτο τῆς Βοημίας καὶ Μοραβίας – https://www.holocaust.cz/en/history/final-solution/the-final-solution-of-the-jewish-question-in-the-bohemian-lands/ghetto-without-walls/
[5] Ἐπίκαιρο τὸ τραγούδι τοῦ Γιάννη Μηλιώκα: https://www.youtube.com/watch?v=J317DUqkYVU 
[6] La Vita è Bella (1997) – https://www.youtube.com/watch?v=IXUB4S1AmmQ
[7] Ἀποτέλεσμα τῆς υἱοθέτησης/χρήσης αὐτῆς τῆς ἀνώτερης γλώσσας εἶναι νὰ παραποιεῖται ἡ ἀλήθεια ― ἡ ὁποία φυσικὰ καὶ ὑπάρχει στὸ σημαντικὸ ζήτημα τῆς πανδημίας. Ἡ ἀλήθεια χάνεται μέσα στὸ (γλωσσικό) ψέμα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ ὀμορφιὰ χάνεται μέσα στὸ πάχος.
[8] Σχετικὰ μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἐννοιολογικοῦ φορτίου τῶν λέξεων χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀλλαγὴ τοῦ συναισθηματικοῦ τους φορτίου, δὲς “Persuasive definitions” ἀπ’ τὸν Charles Leslie Stevenson.