ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Μιχαήλ Άγγελος, Ποιήματα

*

Πρήστηκαν απ’ τα πάθη τα λαιμά μου,
όπως απ’ το πολύ νερό οι γάτες
που σεργιανούν στης Λομβαρδίας τις στράτες,
κι έφτασε το πηγούνι ώς την κοιλιά μου.

Κρεμιέται Άρπυια φτερωτή το σώμα,
τα γένια ανάστροφα, στο σβέρκο ο νους μου,
και στάζοντας βροχή στους οφθαλμούς μου
απλώνει το πινέλο μου το χρώμα.

Άγγιξαν οι γοφοί μου το στομάχι,
καπούλι αλόγου μού ’χει γίνει η ράχη,
με βήμα αβέβαιο σαν τυφλός τρεκλίζω.

Η σάρκα εμπρός μου πέφτει και σουφρώνει,
και πίσω μου, όπως τρούλος που τεντώνει,
λες κι είμαι αψίδα της Συρίας λυγίζω.

Κι έτσι απ’ τη σκέψη η κρίση
αλλόκοτη και σφαλερή αναβλύζει –
κάννη στραβή το βόλι χαραμίζει.

Νά πού ’χω καταντήσει,
για φούντο πάει της τέχνης μου το σκάφος…
Τι θέλω εδώ; Δεν κάνω για ζωγράφος!

Rime 5, 1509 ή 1510· o Μ.Α. ελεεινολογεί τις συνθήκες εργασίας κατά την εικονογράφηση της οροφής της Καπέλλα Σιστίνα.

(περισσότερα…)

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Πέντε ποιήματα

*

Μετάφραση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

~.~

Θραύσμα θανάτου

Προέρχομαι από σένα και σε σένα επιστρέφω
συναίσθημα με το φως γεννημένο, με το κρύο
βαφτισμένο όταν το κλάμα ήταν χαρά
απ’ τον Πιέρ Πάολο αναγνωρισμένο
στην αρχή μιας φρενήρους εποποιίας
περπάτησα στο φως της ιστορίας
μα ανέκαθεν ήταν ηρωική η ύπαρξή μου
σκέψη βαθιά, κάτω από την υπεροχή σου.
Έπηξε στο αυλάκι του αφρού που άφηνε το φως σου
στις άγριες εκμυστηρεύσεις
της φλόγας σου, κάθε πράξη αληθινή
του κόσμου, της ιστορίας
εκείνης. Και μέσα της επαληθευόταν ολόκληρη
χανόταν η ζωή για να ξαναβρεθεί:
και ήταν η ζωή αληθινή μόνο αν ήταν όμορφη… (περισσότερα…)

Βισλάβα Συμπόρσκα, Τό Κρόμμυον

*

Tό Κρόμμυον

Τό κρόμμυον, τώρα εἶναι τό κάτι ἄλλο.
Σωθικά ἀνύπαρκτα.
Μόνον ἁγνή κρομμυωσύνη.
γιά χόρταση τοῦ ἀφοσιωμένου κρομμυολάτρη.
Κρομμυότητα ἐντός
Κρομμυομοιότητα στήν ὄψη ἐκτός.
Ἀκολουθεῖ δικό του κρεμμυδοδαιμόνιον
δίχως ἀνθρωποδάκρυα δικά μας.

Τό δέρμα μας περικάλυμμα μονάχα
γιά κείνη κεῖ τή γῆ ὅπου κανένας δέν τολμᾶ νά πάει,
κολαστήριο ἐσωτερικό
τῆς ἀνατομίας τό ἀνάθεμα. (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Διάλογος εαυτού και ψυχής

*

Του Ηλία Μαλεβίτη, ευχετήριο
Ο μεταφραστής

I

Η ψυχή μου. Στη γυριστή φωνάζω, την παμπάλαια σκάλα·
εδώ, στο απόκρημνο το ανέβασμα εστιάσου,
απ’ τα σαθρά, ετοιμόρροπά σου μέλη πιάσου,
απ’ της απανεμιάς τα φωτεινά σινιάλα,
απ’ τ’ άστρο που τον μυστικό πόλο σού δείχνει·
άσε τις σκέψεις σου που σ’ έχουνε πλανέψει
κι έλα εδώ που ’χει τελειώσει κάθε σκέψη:
ποιος ξέρει σκότος και ψυχή να διακρίνει;

Ο εαυτός μου. Η αγιασμένη λάμα αυτή στα γόνατά μου
είναι η ίδια η αρχαία του Σάτο, πάντα αστράφτει
σαν τον καφρέφτη, πάντα κόβει σαν ξυράφι,
απ’ τους αιώνες άσπιλη στέκει μπροστά μου·
κι αυτό το ελάχιστο ανθοκέντητο μετάξι
που ’ναι στο ξύλινο θηκάρι τυλιγμένο,
απ’ την εσθήτα κάποιας αυλικής κομμένο
να την κοσμεί, να τη φρουρεί δεν έχει πάψει. (περισσότερα…)

Κέβιν Τζών Χάρτ, Ἡ Λέξη

*
Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Λέξη

Πές δάσος καί κάθετι εἶναι ξεκάθαρο ξανά.
Τό δάσος εἶναι ὁλόγυρά σου, σάν τήν νύχτα,
Ἀκατόρθωτο νά τό συλλάβεις. Τό στόμα σου σκοτεινό.

Μιά σκλήθρα γρήγορα βρίσκει τόν δρόμο της στό τρυφερό σου δάχτυλο.
Ἐκεῖνο τό γέρικο δέντρο σκισμένο ἀπό τόν κεραυνό δέν θά μετακινηθεῖ.
Ἡ ψιλή βροχή τῆς περασμένης χρονιᾶς στό βάθος τοῦ κορμοῦ κρυστάλλωσε

Καί τώρα μιά μελένια σάρκα λάμπει ἀνάμεσα στόν ραγισμένο φλοιό.
Τό στόμα σου εἶναι σκοτεινό. Προχώρησε βαθιά μέσα στόν ἑαυτό σου,
Ἄσε τήν ἡσυχία νά συγκεντρωθεῖ ἐκεῖ, μετά πές τή λέξη.

KEVIN JOHN HART

*

*

Ντέρεκ Ουώλκοτ, Ποιήματα

*

Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑΣ

Από το «Ο Τυχερός Ταξιδευτής» (1982)

Εποχή Φασματικής Ειρήνης

Και τότε όλα των πουλιών τα έθνη σήκωσαν μαζί
το δίχτυ το πελώριο των σκιών τούτης της γης
μέσα σε διάλεκτους πολυπληθείς, γλώσσες που τιτιβίζανε
γαζί-γαζί, ραφή-ραφή συρράπτοντάς το. Εξάγνισαν
απάτητες πλαγιές από σκιές θεόρατων πεύκων
οδούς εσπερινές από σκιές γυάλινων πύργων
και κάποιο του αστέως περβάζι που το εύθραυστο φυτό του
να ριγώνει επέμενε – με το δίχτυ ν’ ανυψώνεται βουβό, βουβά και των πουλιών
τα ξεφωνήματα εωσότου
σούρουπο πια ή εποχή, κακοκαιρία ή παρακμή δεν κυβερνούσε
μονάχα η πάροδος φωτός φασματικού,
που ούτε κι η πιο ακονισμένη σκιά να κόψει δεν τολμούσε. (περισσότερα…)

Jane Kenyon, Ἄς πέσει τό σούρουπο

*

Μετάφραση ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη
ἀφιερωμένη στήν προσφιλῆ μνήμη
τοῦ Βασίλη Ἠ. Κεφάλα (1979 – 18. 4. 2022)

*

Ἄς πέσει τό σούρουπο

Ἄς ἔρθει τό στερνό φῶς τοῦ δειλινοῦ
ἄς περάσει ἀπό τίς χαραμάδες τοῦ ἀχυρώνα
στίς μπάλες πάνω, ἀνυψώνοντάς τις καθώς ὁ ἥλιος γέρνει.

Ἄς πιάσει τό τραγούδι τό τριζόνι καθώς τρίβεται
ὅπως γυναίκα πιάνει τίς βελόνες
καί τό νῆμα της. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς μαζευτοῦν δροσοστάλες στήν τσάπα
ἀφημένη πάνω στό ψηλό γρασίδι. Τ’ἀστέρια ἄς ἐμφανιστοῦν
καί τό φεγγάρι ἄς ἀποκαλύψει τό ἀργυρό του κόρνο.

Ἄς ἐπιστρέψει ἡ ἀλεπού στήν ἀμμoυδερή φωλιά της.
Ἄς ξεψυχήσει ὁ ἄνεμος. Ἄς γίνει ἡ ἀποθηκούλα
στό ἐσωτερικό της ὁλοσκότεινη. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Μέχρι τή μποτίλια στό χαντάκι, τή σέσουλα
στή βρώμη, τόν ἀέρα στά πνευμόνια
ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς ἔρθει, ὅπως θέλει, καί μή φοβᾶστε.
Ὁ Θεός δέν μᾶς ἀφήνει
ἀπαρηγόρητους, λοιπόν ἀφῆστε τό σούρουπο νά πέσει.

ΤΖΕΗΝ ΚΕΝΥΟΝ

*

*

Ύμνος στον Νείλο

*

Απόδοση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Ο Ύμνος στον Νείλο είναι σύνθεση της εποχής του Μέσου Βασιλείου και γράφτηκε γύρω στο 2100 π.Χ. από τον Χέτυ, έναν άνδρα ταπεινής καταγωγής. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές του έργου. Για την απόδοση αυτή στα ελληνικά βασίστηκα σε μια ιταλική και μια αγγλική μετάφραση. ΛΣ

~ . ~

Χαίρε, ω Νείλε, προέρχεσαι απ’ τη γη
Έρχεσαι να χαρίσεις στην Αίγυπτο ζωή!
Εκ φύσεως μυστηριώδης, ερεβώδης
σε υμνούν οι ακόλουθοί σου
τους κάμπους ποτίζεις, από τον Ρα έχεις πλαστεί
για να δίνεις στα ζωντανά τροφή
εσύ την έρημο ξεδιψάς, εσύ ανεξάντλητη πηγή
Μοιάζεις μονοπάτι που από τον ουρανό έχει κατεβεί
Τον άρτο του Σεμπ αγαπάς και του Νέπρα τους πρώτους καρπούς,
ευημερία φέρνεις στα εργαστήρια του Πτα.*

~ . ~ (περισσότερα…)

Ουίλλιαμ Σ. Μέργουιν (Σεπτ. 1927 – Μάρτ. 2019), Ἀπό τίς σκιές μας

*

Μετάφραση-Επιλόγισμα ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἀπό τίς σκιές μας

Ὑπῆρξαν τόσες πολλές λέξεις γιά τή λύπη
καί τόσο λίγες γιά τή χαρά
ἴσως καμία
πού νά μπορεῖ νά διακρίνει
τόν ἦχο ἐκείνης τῆς μυστικῆς ἄνοιξης
ν’ ἀναβλύζει πρίν ἀπό τίς λέξεις
ἄν καί τότε πού ἡ φωνή του ἀναδύεται
ἐντός μας
θέλουμε νά μπορέσουμε νά τό ποῦμε
σέ κάποιους
ἄν μείνουν νά μᾶς ἀκούσουν
νά μιλᾶμε γιά ἐκεῖνο
τό πέρα ἀπό λέξεις
ἡ λύπη μπορεῖ νά ὑψωθεῖ ἐντός μας
μέσα στήν εὐτυχία
καί ἡ χαρά μπορεῖ νά μᾶς ξαφνιάσει
ἐν μέσῳ ἀνείπωτης λύπης
καί οἱ δύο μᾶς γνωρίζουν
ἀπό τήν ἀρχή πρίν τήν παρουσία μας ἐδῶ
ἀλλά ἄν τούς ἀπευθυνθοῦμε
μόνον ἡ λύπη καθυστερώντας στέκει
νά μᾶς ἀκούσει ὥς τό τέλος
ἡ χαρά ἐξαφανίζεται
γιά νά μᾶς ἀναμένει ἴσως
ἐκεῖ πού πού καθόλου δέν τό ἐλπίζουμε

Ἀπό τήν συλλογή Garden Time, Copper Canyon Press, 2016.

Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2020 ἐπανεκδόθηκε ἡ συλλογή Garden Time, δηλαδή ἕνα χρόνο μετά την τελευτή τοῦ W. S. Merwin, καί παρουσιάζεται μέ τό ἑξῆς σημείωμα: «Τοῦτο τό τελευταῖο του θαυμάσιο βιβλίο, γραμμένο τόν καιρό πού ὁ ποιητής ἔχανε την ὅρασή του, κατακλύζεται ἀπό ἐπιθυμία, αἴσθηση ἀπώλειας καί ἀναπάντητα ἐρωτήματα. Τό λαμπερό του πνεῦμα, ἡ αἰθέρια πνευματικότητα τῆς φωνῆς του μέ λεπτότητα ἀνακρίνει τήν θνητότητα, μέ εὐγένεια διερωτᾶται γι’αὐτήν· ἀκριβῶς στά τέλη τῆς ζωῆς του κελαηδεῖ ἀγαπητικά σ’ ἕναν ἀκούραστο κόσμο, ἄν καί ὄχι δίχως τρόμο καί δέος. Ὅταν πιά δέν μποροῦσε νά βλέπει καθόλου γιά νά γράφει, ὑπαγόρευε τά ποιήματά του στήν σύζυγό του, Πώλα. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα βιβλίο ἐπίγνωσης καί ἐπαγρύπνησης, μεγάλης εὐαισθησίας, τρυφερό καί μελαγχολικό, ὅπου ὁ μείζων ποιητής μας καταφάσκει στήν ζωή ἀντλώντας δυνάμεις ἀπό τίς μνῆμες του καί τήν βαθιά του σύνδεση μέ τόν κόσμο· μᾶς ὑπενθυμίζει ἔτσι πώς “Ἡ μόνη μας ἐλπίδα εἶναι νά εἴμαστε τό φῶς τῆς μέρας.”»

Ὁ W. S. Merwin, γιά πάνω ἀπό σαράντα χρόνια μαζί μέ τήν γυναίκα του φύτεψαν περισσότερα ἀπό 2.740 φοινικόδεντρα, στήν προσπάθεια νά σώσουν τίς φοινικιές ἀπό τήν ἐξαφάνιση πού τίς ἀπειλεῖ. Ἡ δεντροφύτευσή τους περιλάμβανε 400 εἴδη, καί ἄλλες, περίπου 900, ποικιλίες. Ἄς προσθέσουμε καί τά χιλιάδες πού φύτεψαν ἀνεπιτυχῶς, καθώς αὐτά δέν κατάφεραν να ἐπιζήσουν. Σέ ἕνα χαρακτηριστικό του μικρό ποίημα τοῦ 1988 ἔγραψε:

Μαρτυρία

Θέλω νά διηγηθῶ πῶς
ἦσαν τά δάση

Θά πρέπει νά μιλήσω
μέ μιά λησμονημένη λαλιά

*

Desmond O’Grady, «Νίκος Γκάτσος»

*

Μετάφραση-Επίμετρο
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~ 

 

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
1914-1992 *

Φθάνω, πάω στο ξενοδοχείο,
πάντα τηλεφωνώ στο 815069.
Πάντα απαντά η αδελφή σου, που ποτέ
δεν συνάντησα. Συναντιόμαστε εσύ κι εγώ
πάντα στου Φλόκα, στη γωνία, στις δύο μ.μ.

Κομψός και περιποιημένος εσύ, άψογος,
φοράς γραβάτα, πάντα, όση
ζέστη κι αν έχει έξω. Εγώ στην αρχή
έμοιαζα με Ιρλανδό
που τράβαγε ανατολικά, αργότερα,
ύστερα απ’ την Πάρο, τον ήλιο,
τη θάλασσα, τα καράβια, μοιάζω
με Κέλτη που τραβάει δυτικά.

«Αγαπητέ μου Ντέσμοντ», χαιρετάς.
«Πώς είσαι Νίκο;»
Παραγγέλνουμε κρασί, νερό.
«Πήρες το γράμμα μου;» Εγώ. Παύση. (περισσότερα…)

Μαίρη Όλιβερ, Γεθσημανή

*

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ

Τό γρασίδι ποτέ δέν κοιμᾶται.
Οὔτε τά ρόδα.
Τό νερόκρινο δέν ἔχει κάποιο κρυφό βλέφαρο κλειστό ὥς τό ξημέρωμα.

Ὁ Ἰησοῦς εἶπε, περιμένετε μαζί μου. Ἀλλά οἱ μαθητές κοιμήθηκαν.

Ὁ γρύλος ἔχει μιά τόσο λαμπερή οὔγια στά πόδια του,
καί, τό παρατηρήσατε, τραγουδάει μέ ὅλο του τό σῶμα,
κι ἕνας θεός ξέρει ἄν ποτέ κοιμᾶται.

Ὁ Ἰησοῦς εἶπε, περιμένετε μαζί μου. Κι ἴσως τ’ ἀστέρια περίμεναν, ἴσως
ὁ ἄνεμος τυλιγμένος τόν ἑαυτό του σάν ἀσημένιο δέντρο, δίχως νά σαλεύει,
ἴσως
ἡ λίμνη μακριά, ἐκεῖ ὅπου κάποτε περπάτησε λές πάνω σέ
γαλάζιο ὁδόστρωμα,
ἔμεινε ἀκίνητη καί περίμενε, ὁλότελα ἀφυπνισμένη.

Ὤ τ’ ἀγαπημένα σώματα, καμπουριασμένα, καί μέ μάτια κλειστά, ἀνίκανα
νά φρουρήσουν τήν ἐπαγρύπνηση, πόσους λυγμούς θά εἶχαν κλάψει,
τόσο ἀνθρώπινα, γνωρίζοντας πώς κι αὐτό
πρέπει ν’ ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἱστορίας.

MARY OLIVER
Ἀπό τήν ποιητική συλλογή Δίψα, 2006
Πίνακες: Ὀρέστη Κανέλλη (1910, Σμύρνη-1979, Ἀθήνα), Ἐλιές

*

*

Γκέοργκ Τρακλ, Ποιήματα

*

GRODEK

Το βράδυ αντηχούν στου φθινοπώρου τα δάση κλαγγές
από όπλα θανάτου, στις γαλάζιες τις λίμνες,
στις χρυσές πεδιάδες, ο ήλιος επάνω τους
κυλάει σκοτεινός· σφίγγει η νύχτα στον κόλπο της
μαχητές που πεθαίνουν, τον άγριο θρήνο
των σπασμένων χειλιών τους.
Νέφος κόκκινο αμίλητο βρέχει το χώμα
το χυμένο το αίμα, φεγγάρι ψυχρό ―
μέσα του οικεί ένας οργίλος Θεός·
όλοι οι δρόμοι εκβάλλουν στο μελάνι της σήψης.
Κάτω απ’ της νύχτας τα χρυσά κλαδιά και τ’ αστέρια
της νοσοκόμας ο ίσκιος σαλεύει σ’ ένα άλσος βουβό
χαιρετώντας πνεύματα ηρώων, κεφαλές ματωμένες·
στην καλαμιά ηχούν σιγανά του φθινοπώρου οι μαύροι αυλοί.
Ω υπερήφανο πένθος! εσείς σιδερένιοι βωμοί,
την καυτή φλόγα του πνεύματος τρέφει απόψε ένας
πόνος βαθύς,
τ’ αγέννητα εγγόνια.

* * * (περισσότερα…)