Με τη νύχτα, η χειρονομία: Για την ποίηση του Τσέζαρε Παβέζε

*

του TOMMASO DI DIO

~.~

Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου: ο πρώτος στίχος ενός από τα διασημότερα έργα του 20ού αιώνα, έργου δίχως απογόνους, του οποίου –όπως για όλα τα αριστουργήματα– μόνο η παρωδία είναι δυνατή. Με την αυθαιρεσία ενός διπλού μέλλοντος, ο τίτλος μοιάζει εντούτοις ως επιβεβαίωση μιας αναμφισβήτητης πεποίθησης. Προσφέρεται κάτι το αποδεικτικό, χωρίς δυνατότητα απάντησης, και θεμελιώνει την προφάνειά του σε μια λογική όχι συμπερασματική, αλλά μετωνυμική, μέσα από μια διαδικασία που τη ζωογονεί μια σκοτεινή δύναμη, η οποία εποπτεύει τα πρώτα και τα τελευταία πράγματα: το βλέμμα, τον θάνατο. Τα εν λόγω ποιήματα γράφτηκαν στα μισά του εικοστού αιώνα: έρχονται από το μέσο ενός αιώνα, τα φαντάσματα του οποίου δεν μπορούμε ακόμη να ξεχάσουμε και που εδώ, σε τούτο το λεπτότατο βιβλίο με μόλις δεκαεννέα κείμενα, εμφανίζονται σε μιαν αφηρημένη, απόλυτη επιτομή. Πάνω από εβδομήντα χρόνια από την πρώτη, μεταθανάτια έκδοσή τους, τα ποιήματα αυτά, αυστηρά οριοθετημένα στο σύντομο μέγεθος ενός υπνωτιστικού στίχου, σαν ψαλμού, μας υποχρεώνουν στη σύγκριση με κάτι που σήμερα φαντάζει αναπότρεπτο. Κοιτώντας τα στιγμιαία, έτσι όπως ξεχωρίζουν στη λευκή σελίδα, τόσο μικρά, μοιάζουν με παραίνεση˙ λες και όποιος τα έγραψε δεν κατάφερε ποτέ να ξεκολλήσει από τη σκέψη ότι η ύπαρξη –το να είμαστε πλήρως ο εαυτός μας– είναι αδύνατον να αποσπαστεί από μια τρομερή, εκτυφλωτική εμπειρία: «Θα είσαι συ – ακίνητη και διάφανη».

Σε όποιον συναντήσει για πρώτη φορά αυτούς τους στίχους, θα ήθελα να πω: να είστε προσεκτικοί, να τους διαβάσετε σαν να λαμβάνατε ένα μυστικό ως δώρο. Το μυστικό δεν είναι το ίδιο το όνομα που φανερώνεται, πότε πότε, πίσω από την αντωνυμία δευτέρου προσώπου. Γνωρίζουμε πως τα ποιήματα γεννήθηκαν από τη συνάντηση με δύο γυναίκες (Η γη και ο θάνατος του 1947 περιέχει τα κείμενα για τη συγγραφέα και ψυχαναλύτρια Μπιάνκα Γκαρούφι, τα υπόλοιπα του 1950 είναι για την Αμερικανίδα ηθοποιό Κόνστανς Ντόουλινγκ), όλα όμως μοιάζουν το ίδιο ποίημα, μια επαναλαμβανόμενη ατελείωτη απόπειρα να γραφτεί το μοναδικό ποίημα που αξίζει τον κόπο να γραφτεί. Πίσω από το καθένα και από όλα είναι αντιληπτή η ίδια επιμονή: λες και πέρα από το παραπέτασμα, από τη φαινομενικά οδυνηρή και συγκινητική περίσταση –ερωτικά ποιήματα για άτυχους έρωτες–, επίκειται μια παλλόμενη, χθόνια διάσταση, την οποία μόνο η ενέργεια ενός αποτυχημένου έρωτα αφύπνισε και οδήγησε στην επιφάνεια της λέξης. Έτσι, πίσω από το «εσύ» που διαρκώς επιστρέφει, που απαντάει εμμονικά σχεδόν σε κάθε ποίημα, κρύβεται κάτι που δεν έχει και δεν μπορεί να έχει δικό του όνομα, το οποίο μπορούμε μόνο να επικαλεστούμε από τη μεριά του λόγου που, κατεξοχήν, αντικαθιστά και παραπέμπει πέρα από τη γλώσσα, στον κόσμο των πραγμάτων και των γεγονότων, των χειρονομιών. Αν υπάρχει κάποιο μυστικό σε αυτά τα ποιήματα, βρίσκεται αποκλειστικά εδώ: στη χρήση της αντωνυμίας δευτέρου προσώπου.

Το «εσύ» είναι παράξενη αντωνυμία: είναι το σημάδι μιας ετερότητας που όμως, σε αντίθεση με το τρίτο πρόσωπο, φέρει μέσα του το προαίσθημα και την επιθυμία μιας μέγιστης οικειότητας. Με αυτή τη λέξη απευθυνόμαστε σε όποιον αισθανόμαστε κοντινό, τόσο κοντινό που γίνεται αντικείμενο οργής, στοργής ή του πιο σαρκικού έρωτα˙ ωστόσο, για τον ίδιο λόγο, είναι μια αντωνυμία παραισθητική, φάντασμα του απόντος και όποιου επικαλούμαστε. Το «εσύ» είναι μια παράδοξη αντωνυμία: βρίσκεται στη λογική της μεταφυσικής όσο βρίσκεται και σε εκείνη της ενσάρκωσης. Είναι αντωνυμία μιας αναμονής και μιας ελπίδας που δεν κατοικεί στις αφηρημένες αποστάσεις των θεολογικών στοχασμών, αλλά στα σπλάχνα και στο αίμα, γιατί στο «εσύ» εμπλέκεται πάντα ένα πρόσωπο, ένας δεσμός, η τρομερή ελπίδα ότι όποιος λείπει μπορεί να εμφανιστεί μπροστά μας, είτε δίπλα μας, είτε ως χώρος μέσα μας. Ο Παβέζε –που ειρωνικά έγραφε για τον εαυτό του «Εσύ είσαι άγαμος – δεν πιστεύεις στον Θεό»–[1] ήξερε καλά ότι για τον ίδιο η χρήση αυτής της αντωνυμίας μπορούσε να ανοίξει τις πύλες μιας ατελείωτης αβύσσου. Το ήξερε και ήταν η ανακάλυψη της ζωής του, την οποία κατέθεσε σε αυτά τα κείμενα των ύστατων χρόνων του. Έλεγε ότι το μυστικό της ποίησης βρίσκεται στην ικανότητα να ανακαλεί τη ζωή για «δεύτερη φορά»:[2] η γνώση είναι ανάμνηση, ενώ παραμύθια, μύθοι, προφητείες και προσευχές διαπλέκονται στην ποίηση, που τελικά το μόνο που θέλει είναι να ξανασυμβεί ό,τι ονομάζεται. Γράφει στο έργο Η τέχνη του ζην: «Ιδού η ποίηση, που είναι μαγεία και τελετουργία – θρησκεία».[3] Η ποίηση γράφεται σαν να συνθέτεις μια πράξη στον τελετουργικό χώρο της σελίδας˙ και γράφεται το «εσύ» γιατί το «εσύ» φτάνει, γιατί το «εσύ» συμβαίνει και επανεμφανίζεται, φυσικά όχι σε μια υποτιθέμενη πραγματικότητα, κάπου εκεί έξω, αλλά για να γίνει επαναλαμβανόμενη παρουσία στη γλώσσα κι έτσι, απούσα, ζωντανεύει μέσα μας, είναι αίμα στο αίμα μας: «εσύ σκληρή και γλυκύτατη/ λέξη, αρχαία λόγω του αίματος/ που μαζεύεται στα μάτια». Ο Παβέζε ήταν πεπεισμένος ότι ανάμεσα σε τελετουργία, μύθο και δόγμα παρεμβαλλόταν η ίδια ένταση που υπάρχει ανάμεσα σε ζωή, ποίηση και φιλοσοφία.[4] Η βουβή ζωή των χειρονομιών βρίσκεται λοιπόν στην τελετουργία όπως ο μύθος στις λέξεις της ποίησης, και η στιγμή της «εκστατικής συγκίνησης» –της οποίας η ποίηση αποτελεί οδυνηρή μαρτυρία– δεν είναι ποτέ αλογική και αρχέγονη επαφή, αλλά ανάμνηση ενός σημείου που αποδείχθηκε «παραμορφωμένο», τρομερό «παραμύθι». Για τον Παβέζε, η παιδική ηλικία δεν είναι απλώς το όνομα που δίνουμε στη χωρίς γλώσσα περιοχή της ζωής μας, αλλά το τρομερό «φυτώριο ανεπανόρθωτων χειρονομιών και λέξεων», όπου καθρεφτίζεται «η ενήλικη φρίκη»˙[5] εκεί μάθαμε «να γνωρίζουμε τον κόσμο όχι –όπως θα νομίζαμε– με άμεση και πρωταρχική επαφή με τα πράγματα, αλλά διαμέσου των σημείων των πραγμάτων»˙ και «αν προκύψει οποιαδήποτε στιγμή εκστατικής συγκίνησης μπροστά σε κάτι από τον κόσμο, ανακαλύπτουμε ότι συγκινούμαστε γιατί είμαστε ήδη συγκινημένοι».[6] Πίσω λοιπόν από το «εσύ» δεν υπάρχει τίποτα; Το τίποτα μιας τυφλής, κενής επιστροφής; Ένας απών Θεός; Μονάχα γλώσσα που θορυβεί, ενθυμούμενη τον εαυτό της;

Όχι, ασφαλώς όχι. Για τον Παβέζε η ποίηση ήταν κάτι άλλο: ριψοκίνδυνη ορμή, σχέση, βαθιά μορφολογική αναζήτηση, «φιλόπονο βάσανο».[7] Πριν από χρόνια, το 1936, ο νεαρός συγγραφέας του Η εργασία κουράζει,[8] απαντώντας στην αρνητική κριτική ενός λόγιου Πιεμοντέζου,[9] αφού δήλωσε ότι συμφωνούσε απολύτως ως προς την αποτυχία του ταλαιπωρημένου πρώτου βιβλίου του, υποστήριξε ότι ο αισθητικός σκοπός εκείνων των ποιημάτων ήταν «να αναπαραστήσω έναν κόσμο», «έναν κόσμο νέων που ζουν χαρούμενοι και κατάκπληκτοι με τα αληθινά πράγματα»˙ ο Παβέζε διευκρινίζει, εντός παρενθέσεων, ότι ο συγγραφέας σε εκείνον τον κόσμο θα έπρεπε να μπει «ως απλός χαρακτήρας και όχι με την αυθαίρετη οίηση του λυρικού ποιητή που τραγουδάει τον εαυτό του». Τι απομένει από αυτή την αξίωση δέκα χρόνια μετά; Για να περιγράψει «έναν κόσμο», ήταν αρκετό να κάνει τον εαυτό του έναν χαρακτήρα ανάμεσα στους τόσους άλλους; Στη συλλογή Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου, η νεανική αξίωση του “ρεαλισμού” θα επιδιωχθεί με την ίδια ένταση, μα πέρα από την απλοϊκή ισοδυναμία μεταξύ κόσμου και «αληθινών πραγμάτων». Από αυτή την άποψη, ο Παβέζε προχωράει αποφασιστικά πέρα από τη νεορεαλιστική θέση, σε τέτοιο βαθμό που η προσπάθειά του –όπως στους Διαλόγους με τη Λευκοθέα,[10] που αντιπαραβάλλονται με αυτά τα ποιήματα– υπήρξε σχεδόν ακατανόητη για την εποχή της, μέχρι και ύποπτη ως αντιδραστική. Ο ρεαλισμός του έργου Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου καταλήγει στην αναπαράσταση ενός συναισθήματος και, παραδόξως, δεν υπάρχει τίποτε λιγότερο υποκειμενικό από το συναίσθημα. Το συναίσθημα, που μια ψευδορομαντική εκλαΐκευση θα ήθελε αδιάρρηκτα δεμένο με την έκφραση μιας αυστηρής υποκειμενικότητας, είναι πάντα επίδραση εκείνου που επιβάλλεται απέξω, είναι το σημάδι του “έξω” μέσα μας˙ το συναίσθημα ανοίγει και διευρύνει το μονολογικό τέρας του εγώ, το φανερώνει στην αλήθεια του διαλόγου που το συνιστά, κατοικημένο όπως είναι από το κοινωνικό «εμείς» και από το «εσύ» ενός ανήκειν. Σε αυτό το ακραίο έργο, το παραδοσιακό υποκείμενο της λυρικής ποίησης, το εγώ, παύει να είναι ένας χαρακτήρας ανάμεσα στους άλλους, όπως είχε συμβεί στο Η εργασία κουράζει, σχεδόν εξαφανίζεται τελείως, αφήνοντας στη σελίδα μόνο μια σκηνή: από ποίημα σε ποίημα παρακολουθούμε τη διαρθρωτική σύνθεση ενός αντικειμενικού τοπίου συμβόλων. Το ξαναβρίσκουμε σε κάθε στίχο: «Ακόμη κι εσύ είσαι λόφος/ και πέτρινο μονοπάτι/ και θρόισμα στους καλαμιώνες,/ και γνωρίζεις το αμπέλι/ που σιωπά τη νύχτα». Πριν από χρόνια ο Παβέζε το είχε ήδη γράψει, πλησιάζοντας τον όρο “περιγραφή” με το “συναίσθημα”: «θεωρώ πάντως σωστό ότι συναίσθημα είναι η ακριβής περιγραφή», ενώ προσθέτει ότι «να χρησιμοποιείς τις συγκινήσεις για να ανακαλύψεις σχέσεις είναι όντως να επεξεργάζεσαι λογικά αυτές τις εμπειρίες».[11] Αν συνεπώς το συναίσθημα είναι μια αντικειμενική διάσταση όπως εκείνη μιας ακριβούς περιγραφής, εξίσου είναι το σύμβολο, που για τον Παβέζε δεν είναι παρά «η εκστατική στιγμή», στιγμή διαφυγής από τον εαυτό μας, σε μια διάσταση που είναι «υπερχρονική», μα εμπλουτίζεται από την ιστορική διαδοχή των χειρονομιών μας, η οποία έχει συσσωρευτεί στη μνήμη.[12] Γι’ αυτό μιλούν τούτα τα ποιήματα, που είναι εξολοκλήρου κατασκευασμένα πάνω στην αμοιβαία επικλητική σχέση ανάμεσα σε συναίσθημα και τοπίο. Εκείνο που ο Παβέζε αποκαλεί «το απόλυτο μιμητικό στοιχείο», το συναίσθημα, δεν είναι παρά η συμφωνία ανάμεσα σε ένα «εσύ» που, χάνοντας οριστικά το όνομά του, γίνεται σύμβολο, εκδηλώνεται στη γλώσσα μέσω μεταφοράς και μετωνυμίας˙ ό,τι απομένει είναι το εγώ ή ο χώρος αυτού του συμβάντος. Να γιατί μεγάλο μέρος των ποιημάτων έχει κατασκευαστεί πάνω στην επανάληψη μιας ίδιας δομής που βλέπει την αντωνυμία δευτέρου προσώπου, υποδηλούμενη ή ρητή, να στέκεται εμμονικά πλάι σε ένα συνδετικό ρήμα με το οποίο ενώνεται, στη θέση του κατηγορουμένου, ένα συμβολικό στοιχείο του τοπίου. Είναι η τέλεια επανάληψη αυτής της ρητορικής μηχανής που καθιστά τη συλλογή Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου ένα βιβλίο τόσο υποβλητικό, δυνατό, ανησυχητικό. Από τη μια, δίνει φωνή στην αίσθηση αποστέρησης που προκαλεί το ερωτικό συναίσθημα˙ από την άλλη, σε τούτη την απώλεια δίνει ένα ακριβές όνομα: το όνομά της είναι θάνατος.

Εδώ αντικρίζουμε κάτι που θα αποκαλούσαμε “θεμελιώδες παράδοξο”: η πραγματική κινητήρια δύναμη αυτής της καταπληκτικής συλλογής. Ο έρωτας είναι ένα ξύπνημα στη ζωή («είσαι η ζωή, το ξύπνημα»), γιατί επιτρέπει στις αισθήσεις και στα αντικειμενικά συναισθήματα του συμβολικού τοπίου («Έχεις αίμα, ανάσα», ή «Η γη και τα φυτά,/ ο μαρτιάτικος ουρανός, το φως,/ πάλλονται και σου μοιάζουν») να εισβάλλουν στον περιορισμένο, ασφυκτικό χώρο του μονολογικού εγώ˙ αλλά συγχρόνως προαναγγέλλει αυτό που όλοι θα είμαστε όταν «βουβοί θα κατεβούμε στην άβυσσο», όταν θα αποστερηθούμε τα πάντα, αμετάκλητα, όταν θα είμαστε μονάχα μια σκηνή για τους άλλους, όραμα ενός νεκρού σώματος στα μάτια τρίτων. Η έκφραση Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου –όπως όλες οι αληθινές ποιητικές εκφράσεις– πρέπει να εννοηθεί κυριολεκτικά: όταν θα πεθάνουμε, όταν θα έρθει ο θάνατος, θα είναι το «εσύ» που θα με κοιτάει, διότι το εγώ, όντας νεκρό, δεν θα υπάρχει πια. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της ακραίας επίγνωσης, ο Παβέζε συγκεντρώνει στο «εσύ» τις πιο οξύμωρες ιδιότητες που –μακράν του να είναι σκέτη επίδειξη παραλογισμού– κορυφώνονται στην τόσο λογική όσο και συνταρακτική αντίθεση, η οποία αιωρείται σαν ρεφρέν παντού στα κείμενα, παίρνοντας τελικά μορφή στην έκφραση: «Είσαι η ζωή και ο θάνατος». Πράγματι, όταν θα πεθάνουμε –όπως όταν μας κατακλύζει το συναίσθημα του έρωτα και είμαστε ολοκληρωτικά βλέμμα τρίτων–, θα αναλωθούμε τελείως, όντας ζωντανοί στο μέγιστο, γιατί θα είμαστε μονάχα τοπίο συμβόλων, τόπος διαλόγου, σε τελευταία ανάλυση: μύθος. Ιδού το “θεμελιώδες παράδοξο” στο οποίο η γραφή του Παβέζε εμβαθύνει στίχο τον στίχο, γι’ αυτό με το «εσύ» συνδυάζονται οι πιο ζωτικές εκφράσεις («γλυκέ καρπέ που ζεις»), καθώς και οι πιο τρομερές («εσύ όμως, εσύ είσαι γη./ Είσαι άγρια ρίζα»), σε μια εξωφρενική και τόσο φοβερή εναλλαγή, ενώ συνυπάρχει με μια γλωσσική διαύγεια που οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ξεκάθαρο και μονοσήμαντο όραμα του συμβόλου που ανακαλείται κάθε φορά.

Όπως ήταν η χλόη για τον Πετράρχη στις όχθες του Σοργκ, και η ποίηση του Παβέζε είναι διάσπαρτη από «μοναδικούς τόπους»,[13] κατάφορτους από αναμνήσεις, που επανέρχονται στον νου κάθε φορά που προβάλλουν στο κατώφλι της γλώσσας. Από μια πλευρά, θα λέγαμε ότι ελάχιστα βιβλία όπως αυτό είναι βιογραφικά, τόσο βαθιά προσωπικά, αποτελούμενα από αγαπημένα πρόσωπα, τοπία της παιδικής ηλικίας, χειρονομίες που είδαμε, βιωμένα θραύσματα μνήμης˙ και όμως, τίποτε από αυτή την έκδηλη βιογραφία εδώ δεν γίνεται ποτέ ιστοριούλα, αφήγηση: το στοιχείο της ανάμνησης έχει πλήρως εξανεμιστεί, έχει ξεραθεί από τη φωτιά της δημιουργικής έντασης, με μια διαδικασία που αφήνει στη σελίδα μόνο τον συμβολικό σκελετό, το «σχήμα». Αν «η ποίηση είναι επανάληψη», όπως ο Παβέζε σημειώνει στον ύστατο χρόνο της ζωής του, τούτη δεν είναι παρά «εκτέλεση ενός μυθικού σχήματος». Έτσι μέσω «ρυθμών, επιστροφών, πεπρωμένων», δηλαδή μέσω της γλώσσας της τέχνης, ο Παβέζε προσπαθεί να επαναλάβει τη μηχανική φύση του τοπίου ώστε να το καταστήσει εντελώς «σχήμα» και να συνίσταται στο εξής:[14] «Η βούληση ασκείται πάνω στους μύθους και τους μετατρέπει σε ιστορία. Πεπρωμένα που γίνονται ελευθερία».[15] Βούληση, μύθος, ιστορία, πεπρωμένο, ελευθερία: στους καλύτερους στίχους του βιβλίου, ο αναγνώστης μπορεί να πλησιάσει αυτή την αλυσίδα, να αντιληφθεί πώς οδηγεί σε ένα συναίσθημα διάψευσης, παραίτησης και, συνεπώς, βασανιστικής απελευθέρωσης. Κατά βάθος, ο χρόνος της ζωής –μοιάζει να μας λέει ο Παβέζε, πικρά και ειρωνικά μαζί– «’T was only a flirt».

Ακριβώς λόγω αυτής της διφορούμενης φύσης, σε μια οριακή συμφωνία μεταξύ αισθηματικού και τραγικού, μεταξύ υποκειμενικής ανάμνησης και αντικειμενικής ενέργειας του ανακαλούμενου συναισθήματος, η συλλογή Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου μοιάζει ένα απαράμιλλο έργο. Διαβάζοντάς το, νομίζουμε ότι όλοι οι στίχοι κουβαλούν το φορτίο μιας προφητείας που δεν απευθύνεται απλώς στον Παβέζε, μα απευθύνεται στην ίδια τη γη, προκειμένου να καεί, να γίνει «εστία μαγκαλιού»˙ προκειμένου να εμφανιστεί ως «φλογερή σιωπή» που τελικά «θα κάψει τον κάμπο/ όπως οι φωτιές το βράδυ». Είναι λες και όλη η γη πρέπει να εξατμιστεί, να τη ρουφήξει η τρομερή οπτασία του απεριόριστου «εσύ». Υπάρχει μια λαχτάρα για τις φλόγες, μια ολοφάνερη επιθυμία να βρεθεί στο σημείο «πέρα απ’ τη φλογερή παιδική ηλικία», όπου «θα ’ναι γλυκό να σιωπάς». Σε όλες τις στιγμές είναι αισθητή η επιθυμία να γίνει τόπος εκείνου του αλλού, να ενωθεί με «τη γη που περιμένει». Σχεδόν με βασανιστική ανακούφιση φτάνουμε στους στίχους: «Ω λατρεμένη ελπίδα,/ κείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς/ ότι είσαι η ζωή και το τίποτα». Στίχοι που φτάνουν με μια γλυκόπικρη γεύση, εκείνου που δεν έχει πια ψευδαισθήσεις γιατί ξέρει ότι «θα υπάρξουν άλλες μέρες,/ θα υπάρξουν άλλες φωνές», ότι κανένας πόνος δεν ξεπερνάει τους άλλους και όλοι είναι εκεί, σε ένα κατώφλι, ανάμεσα στη στείρα μοναξιά και μια ορφανή χαρά: «είναι το θλιμμένο χαμόγελο/ που χαμογελάς μόνη σου».

Εδώ έρχεται στον νου ένα απόσπασμα που ο Παβέζε έγραψε νεαρός. Βρισκόμαστε στο 1927, είναι δεκαννέα ετών. Περιέχεται σε ένα γράμμα προς έναν αγαπημένο φίλο από το λύκειο, στον οποίο εξομολογείται: «Ίσως είναι γιατί δεν έχω την ψυχή ποιητή που θα ήθελα, αλλά σου λέω ότι ένα ποίημα, προτού αρχίσω να το γράφω, μου κοστίζει ολόκληρους μήνες ζωής και βασάνων».[16] Ακολουθούν μερικοί αδέξιοι στίχοι που ο Παβέζε ζητάει από τον φίλο του να διαβάσει. Μιλούν για ένα βράδυ του Δεκεμβρίου όταν χάνεται στη μοναξιά, βαδίζοντας σε ένα «εξοχικό δρομάκι/ πάντερμο, με ταραχή στην καρδιά»˙ μιλούν για το ότι κουβάλησε ένα περίστροφο και για το ότι, μόλις βεβαιώθηκε «πως ήταν πολύ μακριά/ από κάθε οικισμό», το έστρεψε προς τη γη και πίεσε τη σκανδάλη. Γράφει: «Η γη σκίρτησε στη βοή,/ με ένα γρήγορο σκίρτημα που νόμισα/ ότι τρανταζόταν σαν ζωντανή στη σιωπή». Σε κάθε στίχο της συλλογής Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου, εκείνος ο χτύπος αντηχεί σαν σεισμός και σαν μια  ανεπαίσθητη εξέγερση˙ εν τέλει, αντηχεί στη σιωπή που επιβάλλεται αφότου διαβάσουμε τους στίχους, αληθινό τελευταίο μυστικό αυτού του ανεξάντλητου βιβλίου. Ξαναβλέπουμε το χέρι που τους έγραψε, τους χτύπησε στη γραφομηχανή και τους σημείωσε˙ που έβαλε τον τίτλο και μετά τους τοποθέτησε προσεκτικά στο συρτάρι του γραφείου.

Άτρι, Αύγουστος 2021

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη

///

Ο Τομάζο Ντι Ντίο (Μιλάνο, 1982) γράφει ποίηση (μερικές από τις ποιητικές συλλογές: Verso le stelle glaciali, Interlinea, Novara 2020, Nove lame azzurre fiammeggianti nel tempo, Scalpendi, Milano 2022, Ardore, Aragno, Torino 2023) δοκίμιο και λογοτεχνική κριτική, και συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά όπως τα Nuovi Argomenti και Le parole e le cose. Έχει μεταφράσει Οράτιο, Κάτουλλο, Τζων Ντον, Ουίλιαμ Μπ. Γέητς, Έζρα Πάουντ, Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς (La primavera e tutto il resto, Ibis, Pavia 2020) και Ντύλαν Τόμας (Visione e preghiera e altre poesie scelte, Giometti & Antonello, Macerata 2023). Η ποίησή του έχει μεταφραστεί σε αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά, καταλανικά και ελληνικά. Μαζί με τον καθηγητή φιλοσοφίας Κάρλο Σίνι αποτελεί μέλος της επιστημονικής επιτροπής του εργαστηρίου φιλοσοφίας και πολιτισμού Mechrì. Έχει επιμεληθεί διάφορα εργαστήρια ποιητικής γραφής στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, στο IULM και στη Scuola Holden. Πρόσφατα επιμελήθηκε μια μεγάλη ανθολογία ιταλικής ποίησης των τελευταίων πενήντα ετών: Poesie dellItalia contemporanea 1971-2021, Il Saggiatore, Milano 2023. Το παρόν κείμενο αποτελεί πρόλογο στην ιταλική έκδοση: Cesare Pavese, Verrà la morte e avrà i tuoi occhi, La Vita Felice, Milano 2021.

///
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βλ. Τζέζαρε Πάβεζε, Η τέχνη του ζην, 21 Νοεμβρίου 1947: «Το να ξέρεις ότι κάποιος σε περιμένει, ότι μπορεί να σου ζητήσει λογαριασμό για τις χειρονομίες και τις σκέψεις σου, ότι κάποιος μπορεί να σε παρατηρεί με το βλέμμα και να περιμένει μια λέξη – όλα τούτα σε βαραίνουν, σε ενοχλούν, σε προσβάλλουν. Να γιατί ο πιστός είναι υγιής, ακόμη και σαρκικά – ξέρει ότι κάποιος τον περιμένει, ο Θεός του. Εσύ είσαι άγαμος – δεν πιστεύεις στον Θεό».
[2] Στο ίδιο, 26 Σεπτεμβρίου 1942: «Δεν υπάρχει μια “οπτική των πραγμάτων για πρώτη φορά”. Εκείνη που θυμόμαστε, που σημειώνουμε, είναι πάντα μια δεύτερη φορά».
[3] Στο ίδιο, 11 Δεκεμβρίου 1947: «…the hunting, fighting, or what not, the thing done, is never religious; the thing re-done with heightened emotion is on the way to become so. The element of action re-done, imitated, the element of μίμησις is, I think, essential… Not the attempt to deceive, but a desire to re-live, to re-present» (Jane E. Harrison, Themis. A study of the Social Origins of Greek Religion, Cambridge University Press, Cambridge 1912, p. 43). «Δεν ανταποκρίνεται στη μυθική οπτική σου, στη “δεύτερη φορά”; Σε αυτή τη μίμηση βρίσκεται το μυστικό της ποίησης. Όταν ξαναπαρουσιάζεις κάτι που έγινε, ένα κυνήγι, μια μάχη, δεν το αφηγείσαι; Όταν το ξαναπαρουσιάζεις προτού συμβεί, για να το κάνεις να συμβεί (μαγεία), δεν το προφητεύεις; Ιδού η ποίηση, που είναι μαγεία και τελετουργία – θρησκεία». Ο συγγραφέας σχολιάζει μια φράση από το έργο της Τζέιν Έλεν Χάρισον.
[4] Στο ίδιο, 20 Δεκεμβρίου 1947: «Ότι η τελετουργία προηγείται πάντα του μύθου και του δόγματος είναι ο μεγάλος νόμος των πνευματικών πραγμάτων. Αν αντί για τελετουργία πεις ζωή και αντί για μύθο και δόγμα, ποίηση και φιλοσοφία, το πράγμα είναι σαφές».
[5] Στο ίδιο, 27 Νοεμβρίου 1937: «Όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα σαράκι που τους τρώει, ένα καθημερινό απέκκριμμα, έναν καημό που λήγει: την αίσθηση του ανικανοποίητου˙ το σημείο σύγκρουσης ανάμεσα στην αληθινή, καχεκτική ύπαρξή τους και στην ατελείωτη πολυπλοκότητα της ζωής. Αργά ή γρήγορα όλοι το συνειδητοποιούν. Ο καθένας χρειάζεται να ερευνήσει, να φανταστεί την αργή συνειδητοποίηση ή την αιφνίδια προαίσθηση. Σχεδόν όλοι –όπως φαίνεται– εντοπίζουν στην παιδική ηλικία τα σημάδια της ενήλικης φρίκης. Να ερευνήσουν αυτό το φυτώριο από αναδρομικές ανακαλύψεις και πανικούς, την ανησυχητική ανακάλυψη ότι προεικονίζονται σε ανεπανόρθωτες χειρονομίες και λέξεις της παιδικής ηλικίας. Το Συναξάρι του Διαβόλου. Να θαυμάζουν ακατάπαυστα αυτή τη φρίκη: ό,τι έγινε, θα γίνει».
[6] Στο ίδιο, 31 Αυγούστου 1942: «Από παιδιά μαθαίνουμε να γνωρίζουμε τον κόσμο όχι –όπως θα νομίζαμε– με άμεση και πρωταρχική επαφή με τα πράγματα, αλλά διαμέσου των σημείων των πραγμάτων: λέξεις, εικόνες, αφηγήσεις. Αν προκύψει οποιαδήποτε στιγμή εκστατικής συγκίνησης μπροστά σε κάτι από τον κόσμο, ανακαλύπτουμε ότι συγκινούμαστε γιατί είμαστε ήδη συγκινημένοι˙ και είμαστε ήδη συγκινημένοι, γιατί μια μέρα κάτι εμφανίστηκε παραμορφωμένο, αποκομμένο από τα υπόλοιπα, μέσα από μια λέξη, ένα παραμύθι, μια φαντασία. Φυσικά, εκείνη την περίοδο η φαντασία παρουσιάστηκε ως πραγματικότητα, ως αντικειμενική γνώση και όχι ως επινόηση. (Εφόσον το ότι η παιδική ηλικία είναι ποιητική, αποτελεί απλώς μια φαντασία της ώριμης ηλικίας.)».
[7] Έτσι αναφέρει σε γράμμα, με ημερομηνία 23 Νοεμβρίου 1925, προς τον Μάριο Στουράνι, φίλο από τα σχολικά χρόνια: Cesare Pavese, Vita attraverso le lettere, a cura di L. Mondo, Einaudi, Torino 2014.
[8] Cesare Pavese, Lavorare stanca, Solaria, Firenze 1936˙ η έκδοση του βιβλίου –που που ως επί το πλείστον αγνοήθηκε– συνέβη ενώ ο Παβέζε εξέτιε μια τριετή ποινή εξόριστος στο Μπρανκαλεόνε της Καλαβρίας, η οποία τελείωσε με την επιστροφή στο Τορίνο τον Μάρτιο του 1936, αφού έγινε δεκτή η απονομή χάριτος που ζήτησε η αδερφή του.
[9] Βλ. Cesare Pavese, Vita attraverso le lettere, ό.π.˙ το γράμμα του Ιουνίου 1936 απευθύνεται στον Τζουζέπε Κασάνο: «Εν συντομία, η ιδέα των ποιημάτων μου, αφηρημένη πότε πότε λόγω μετάγγισης, που δεν τη θεωρητικοποίησα, ήταν η εξής: να αναπαραστήσω έναν κόσμο (όπου ο συγγραφέας θα έμπαινε ως απλός χαρακτήρας και όχι με την αυθαίρετη οίηση του λυρικού ποιητή που τραγουδάει τον εαυτό του), έναν κόσμο νέων που ζουν χαρούμενοι και κατάπληκτοι με τα αληθινά πράγματα, που κινούνται με πρωινή ανεμελιά ανάμεσα στους ανθρώπους, που δεν αρνούνται το γέλιο, το κολύμπι ή το ποτό, ή επίσης, γιατί όχι;, ένα πήδημα, αλλά που προπαντός αγαπούν τις απλές και ξεκάθαρες χειρονομίες, τις σαφείς καταστάσεις, την ανάπαυση μετά τον μόχθο, τον μόχθο μετά την ανάπαυση».
[10] Οι Διάλογοι με τη Λευκοθέα γράφτηκαν από το 1945 ως το 1947, έτος έκδοσης από τον Einaudi. Το βιβλίο, πολύ σημαντικό για τον ίδιο τον Παβέζε, σχεδόν αγνοημένο όταν κυκλοφόρησε, αφιερώθηκε στην Μπιάνκα Γκαρούφι. Ο Παβέζε είχε ένα αντίτυπο όταν βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιο του ξενοδοχείου «Ρόμα» στο Τορίνο. Στην πρώτη σελίδα ήταν γραμμένη η τελευταία ημερολογιακή σημείωση: «Συγχωρώ τους πάντες και σε όλους ζητώ συγχώρεση. Εντάξει; Όχι πολλά κουτσομπολιά».
[11] Βλ. Η τέχνη του ζην, 1η Νοεμβρίου 1935: «Είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ότι το συναίσθημα στην τέχνη είναι το απόλυτο μιμητικό στοιχείο, η ακριβής περιγραφή της νηνεμίας. Δηλαδή μια περιγραφή με ακριβείς όρους, χωρίς ανακαλύψεις φανταστικών σχέσεων και χωρίς λογικές παρεισφρήσεις. Αν είναι κατανοητή μια περιγραφή που δεν αριθμεί εικόνες (που ίσως η ίδια η φύση της γλώσσας αρνείται), είναι πιθανή μια περιγραφή πέρα από τη λογική σκέψη; Δεν αποτελεί διατύπωση μιας κρίσης η παρατήρηση ότι το δέντρο είναι πράσινο; Ή αν μοιάζει γελοίο να βρούμε μια σκέψη σε ανάλογη κοινοτοπία, πού τελειώνει η κοινοτοπία και πού αρχίζει η αληθινή λογική κρίση; Παραπέμπω σε κάποιον καλύτερο φιλόσοφο τη δεύτερη παράγραφο. Θεωρώ πάντως σωστό ότι συναίσθημα είναι η ακριβής περιγραφή. Να χρησιμοποιείς τις συγκινήσεις για να ανακαλύψεις σχέσεις είναι όντως να επεξεργάζεσαι λογικά αυτές τις εμπειρίες».
[12] Βλ. στο ίδιο, 17 Σεπτεμβρίου 1942: «Η καινοτομία του σήμερα είναι ότι η εκστατική στιγμή αντιστοιχεί στο σύμβολο, που θα ήταν επομένως η απόλυτη ελευθερία. Ζούμε στον κόσμο των πραγμάτων, των γεγονότων, των χειρονομιών, που είναι ο κόσμος του χρόνου. Ο αδιάκοπος και ασυνείδητος αγώνας μας είναι μια επέκταση έξω από τον χρόνο, στην εκστατική στιγμή που εκπληρώνει την ελευθερία μας. Τα πράγματα, τα γεγονότα, οι χειρονομίες –το πέρασμα του χρόνου– μας υπόσχονται αυτές τις στιγμές, τις ενδύονται, τις ενσαρκώνουν. Αυτά γίνονται σύμβολα της ελευθερίας μας. Καθένας έχει έναν πλούτο από πράγματα, γεγονότα και χειρονομίες που είναι τα σύμβολα της ευτυχίας του – δεν έχουν αξία από μόνα τους, λόγω της φυσικότητάς τους, αλλά μας καλούν, είναι σύμβολα. Ο χρόνος εμπλουτίζει θαυμάσια αυτόν τον κόσμο σημείων, διότι δημιουργεί ένα παιχνίδι προοπτικών που πολλαπλασιάζει το υπερχρονικό νόημα των συμβόλων. Σαν να λέμε ότι δεν υπάρχουν αρνητικά, πεσιμιστικά ή απλώς κοινότοπα σύμβολα: το σύμβολο είναι πάντα εκστατική στιγμή, επιβεβαίωση, κέντρο».
[13] Σχετικά με αυτό βλ. στο ίδιο, 11 Σεπτεμβρίου 1943: «Χαρακτήρας, όχι της ποίησης, μα του παραμυθιού (μύθου) είναι η καθαγίαση των μοναδικών τόπων που συνδέονται με ένα γεγονός, έναν άθλο, ένα γεγονός. Σε έναν τόπο, μεταξύ όλων, δίνεται μια απόλυτη σημασία που τον απομονώνει στον κόσμο. Μετά προκύπτουν ονόματα, ναοί, γεωγραφικά επίθετα. Οι τόποι της παιδικής ηλικίας επιστρέφουν στη μνήμη καθενός καθαγιασμένοι με τον ίδιο τρόπο˙ εκεί συνέβησαν πράγματα που τους κατέστησαν μοναδικούς και τους επιλέγουν από τον υπόλοιπο κόσμο με αυτή τη μυθική (όχι ακόμη ποιητική) σφραγίδα. Τούτη η μοναδικότητα του τόπου είναι μέρος, εξάλλου, της γενικής μοναδικότητας του άθλου και του γεγονότος, απόλυτων και συνεπώς συμβολικών, που συνιστά τον μύθο».
[14] Στο ίδιο, 17 Ιανουαρίου 1950˙ βλ. επίσης τη σημαντική σημείωση της 20ής Αυγούστου 1942: «Λένε ότι το να γράφεις δημιουργώντας είναι να πηγαίνεις πέρα από κάθε σχήμα˙ αναζήτηση, ακρόαση της βαθιάς αλήθειας που υπάρχει μέσα μας. Συχνά όμως η βαθύτερη αλήθεια που έχουμε είναι το σχήμα που δημιουργήσαμε με τον αργό, λυσσασμένο κόπο και την παραίτηση».
[15] Στο ίδιο, 1η Φεβρουαρίου 1950.
[16] Cesare Pavese, Vita attraverso le lettere, ό.π., στον Μάριο Στουράνι, Τορίνο 9 Ιανουαρίου 1927.

*

*

*