Ντέρεκ Ουώλκοτ, Ποιήματα

*

Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑΣ

Από το «Ο Τυχερός Ταξιδευτής» (1982)

Εποχή Φασματικής Ειρήνης

Και τότε όλα των πουλιών τα έθνη σήκωσαν μαζί
το δίχτυ το πελώριο των σκιών τούτης της γης
μέσα σε διάλεκτους πολυπληθείς, γλώσσες που τιτιβίζανε
γαζί-γαζί, ραφή-ραφή συρράπτοντάς το. Εξάγνισαν
απάτητες πλαγιές από σκιές θεόρατων πεύκων
οδούς εσπερινές από σκιές γυάλινων πύργων
και κάποιο του αστέως περβάζι που το εύθραυστο φυτό του
να ριγώνει επέμενε – με το δίχτυ ν’ ανυψώνεται βουβό, βουβά και των πουλιών
τα ξεφωνήματα εωσότου
σούρουπο πια ή εποχή, κακοκαιρία ή παρακμή δεν κυβερνούσε
μονάχα η πάροδος φωτός φασματικού,
που ούτε κι η πιο ακονισμένη σκιά να κόψει δεν τολμούσε.

Κι ήταν αδύνατο οι άνθρωποι να δουν, ψηλά κοιτώντας, τι είχανε οι αγριόχηνες σκιτσάρει,
τι οι ψαραετοί σέρνανε πίσω τους σ’ ασημωτά σχοινιά
που αστράφτανε στο ψυχρό φως της μέρας· αδύνατο ν’ ακούσουν
των ψαρωνιών τα τάγματα ειρήνη να κηρύσσουν με φωνές
το δίχτυ στα ύψη υψώνοντας, τον κόσμο αυτόν σκεπάζοντας
όπως τα κλήματα ένα αμπέλι, ή μια μητέρα όπως τραβά
φτερούγες τα σκεπάσματα στα μάτια ενός παιδιού
που πεταρίζουνε στου ύπνου την διαπραγμάτευση· ήταν το φως
που θ’ αντικρύσεις με το δείλι στο πλευρό ενός λόφου
στου Οκτώβρη το κιτρίνισμα και που κανείς, κι ας άκουγε, δε γνώριζε
τι είχε αναμοχλεύσει πράγματι στο κρώξιμο του κόρακα
στην τσιριξιά του ψιττακού, στο κύκλισμα γύρω απ’ την πυροστιά μιας καλιακούδας
μια έγνοια τόσο έντονη, υπόκωφη, υψηλή
για τους αγρούς μα και τις πόλεις όπου ανήκουν τα πουλιά
μόνο που ήταν το εποχιακό τους πέρασμα, η Αγάπη,
καμωμένη δίχως εποχές, ή απ’ της γέννας τους το υψιπετές προνόμιο
κάτι αυγινότερο απ’ τον οίκτο για τους άπτερους
που από κάτω τους μοιράζονταν, φραγμένοι με παράθυρα και τοίχους, τρύπες σκοτεινές
κι υψώσανε το δίχτυ κι άλλο μ’ άφωνες φωνές
από οποιαδήποτε υπεράνω αλλαγή και δολερά ηλιογέρματα
και τούτη η εποχή κράτησε μια στιγμή καθώς η παύση
ανάμεσα σε σκότος και λυκόφωτο, σε ειρήνη και σ’ οργή
που όμως,
έτσι όπως είναι η γη μας τώρα,
κράτησε για πολύ.

~.~

Ευρώπη

Τόσο σφοδρό τ’ ολόγιομο φεγγάρι που μπορώ
των καρυδών τους μπερδεμένους ίσκιους να μετρήσω
πάνω στα μπανγκαλόου που τα λευκά τοιχία τους
μαστίζει η αϋπνία. Τ’ αστέρια στάζουνε
σταλιά-σταλιά πάνω στις τσίγκινες πιατέλες των
αμυγδαλιών, και τα γεμάτα σκώμμα σύννεφα
διπλώνουνε καθώς ασπρόρουχα απ’ το φέγγος. Το
κύμα, ακόρεστα ερωτύλο, αναστενάζει από
τους τοίχους· νιώθω το μυαλό μου προς το φεγγαρόφωτο
να ξεξασπρίζει, τη φόρμα εκείνη να εναλλάσσει
που ολοκάθαρη θα υφαίνονταν στο λιόφωτο
ώστε το δέντρο να φαντάζει στον αφρό γερτό
κορμί κοπέλας, με ξοπίσω του τη μελανή
καμπούρα ενός λόφου, με ρουθούνια να φριμά-
ζουν απαλά κοντεύοντας τη γύμνια της, τα στή-
θια της μ’ ασήμι καταβρέχοντας. Και θα ήτανε
κι οι δυο τους να κρατήσουν βολετό την πρέπουσα
απόσταση αν η Λούνα η προξενήτρα δεν είχε
τραβήξει σβέλτα ενός νέφους την κουρτίνα, τις
μορφές τους ζευγαρώνοντας.

Μοιάζει προκλητική
όντως, λουσμένη τη σελήνη μα, απ’ την κάβλα των
ανθρώπων άπαξ και ξεδώσεις, βλέπεις πεντακάθαρα
πίσω απ’ το φεγγαρόφωτο τι υπήρξανε στ’ αλήθεια
κείνοι οι θεοί οι ταυρόμορφοι, οι θεοί κύκνοι-σε-οίστρο –
ενός αγριεργάτη ξαναμμένου παραμύθια.
Ποιος ποτέ αντίκρυσε τα χλωμά χέρια της στα κέρατά
του να γαντζώνονται, να σφίγγονται γερά οι μηροί της
γύρω από το αχανές τους κύλισμα, κι ατένισε,
στου εξαντλημένου αφρού τον συριγμό, την πελιδνή
της σάρκα σε φωσφόρου αστερισμούς ν’ αναλαμβάνεται
όπως αντάμα κτήνος και γυναίκα χάνονταν
σε σκοτεινάγρα ενάλατη; Τίποτα εκεί δε βρίσκεται,
καθώς – άλλωστε – ανέκαθεν, πάρεξ του αφρού τα θρύμματα
στου ορίζοντα το φρύδι, λεπτεπίλεπτα σα σύρμα
μια αρματωσιά με λέπια της τις στάλες που τρεμίζουνε
στο όλο κόμπους τομάρι του, και απάνωθε οι οπλές
οι δίκερες αιχμές, αναγραμματισμένες σ’ άστρα.

~.~

Πρώιμα Πομπηικό

Ι

Τα πρώτα χρόνια, όταν τα μαλλιά σου
χωρίζαν αυστηρά σε στυλ Πομπηίας
ήσουν ολόιδια εκείνα τα μωσαϊκά
που τα στρογγυλά μάτια τους
κρατούν τις κόρες τους αθάνατες πινέζες, ή που υπήρξανε,
σε γελαστούς καιρούς, αμύγδαλα γλυκά.

Έπειτα, μια νύχτα, χρόνια αργότερα,
ένας δαυλός διέσχισε αργά κείνον τον τοίχο
τα φώτισε, κι ήρθε η σειρά σου.
Τα χρόνια που ήσουνα κορίτσι έλαβαν τέλος, οι θλίψεις σου ληστές
με ορμή γυναίκας.

Το σκοτάδι πέρασε γύρω απ’ τους ώμους σου ένα μαύρο σάλι,
ύστερα υπέδειξε το περιστύλι των δαυλών
(σαν κοκοφοίνικες με φύλλα παρανάλωμα),
σημάδεψε στην άκρη του λιθόστρωτου θυσιαστήρια γούρνα
όπου ο ιερέας στέκονταν
στα χέρια το νυστέρι του.
Έγνεψες. Κι άρχισες να βαδίζεις.

Φωνές απλώσανε τα χέρια τους κι από τον τοίχο αποτραβήχτηκες.

Πέρα απ’ τα χαμηλωμένα μάτια τ’ ακριτόμυθα,
πέρα απ’ το βλέμμα το ασκαρδάμυκτο του φθόνου,
καθώς, βήμα το βήμα, πίσω σου ξεθώριασε,
εκείνο το πορτραίτο με τα χείλια του
μισάνοιχτα δαμάσκηνα,
το δέρμα το ροδί,
και το άγραφό του μέτωπο, σπαρμένο αμηχανία.
Είχες σ’ αυτά τα χνάρια να βαδίσεις
στου δρόμου τα βουλιάγματα που χάραξαν οι φτέρνες
της κάθε μήτρας πριν απ’ τη δικιά σου.

Και σ’ οδηγήσανε, χλωμή σαν τη σελήνη
από της μέρας τις ωδίνες αρτιγέννητη,
μέσα από ενός νοσοκομείου τους λευκούς κίονες
στο αχάτινο υπόστρωμα της λάσπης
και της κραυγής και της φωτιάς,

μέσα στη λάβα της επιλόχειας κατάρας,
μέσα στους θυσιαστήριους βορβόρους,
εκεί που το θνησιγενές αστέρι με το μάτι του έδειξε
στο τέλος του μονοπατιού σου,
ένα θνήσκον αστέρι πολεμώντας τους ιούς
μαινόμενων εκρήξεων,
μέσα απ’ τις μπερδεμένες φλέβες, του τοκετού τον αμπελώνα μιας γυναίκας,
σε μια μελανή τάφρο κάτω απ’ των αιμοσφαιρίων τα άστρα,
εκεί όπου το μαραγκιασμένο κλήμα θα γεννιούνταν
που θα σ’ έλεγε μητέρα.

Κάτι στο αγνό, τρεμόσβηστό σου βλέμμα επαναλάμβανε
στην πέτρα που κουβάλαγες
«οι σκληρότεροι καιροί είναι οι ευγενέστεροι, νεκρό μου σπλάχνο»,
και κάθε φορά ο πυρσός τσουρούφλαγε τη γλώσσα σου,
το πρόσωπό σου γίνονταν χαλκός
στις φλόγες και τις τάφρους
του πιο λεπτού σου ιδρώτα.

Στις μαύρες κόγχες τους, τα βότσαλα των ματιών σου
κροταλίζανε σα ζάρια
μες στο μαλαματένιο κύπελλο που τράνταζαν τυφλές οι Μοίρες.
Στις μελανές φτερούγες των κραυγών σου είδα τους γύπες ν’ αναδύονται,
και τις σφοδρές λόγχες του πόνου όπως γίνονταν κομμάτια στα θωράκια των θεών.
Οι απολήξεις των νευρώνων σου τσιρίζανε σαν φλάουτα,
οι κρόταφοί σου τύμπανο πυρετικό,
και στο κεφάλι σου να προσπερνάνε αλλότρια πρόσωπα, προφίλ
καθώς περνάει ένα πλοιάριο επικήδειο
τα πυρσοφόρα απόκρημνα ακρωτήρια
με στην κοιλιά του λείψανα πριγκιπικά
και το κατράμι των μαλλιών σου όλο τουλίπες
καπνού αναμαλλιασμένου.

Τα βλέφαρά σου ασπρίζανε σαν άρθρωση παλεύοντας
να κρατηθούν απ’ το αδιανόητο περβάζι της οδύνης.
Η πόρτα έτριξε, ανοίγοντας, βογκώντας,
κι ένα ρεύμα, όχι, ανεμοστρόβιλος
τη λάμπα εκείνη αφάνισε που πάλευε το σκότος
κι ήταν η απαίσια αύρα
απ’ την καρδιά που φέρνονταν
του αμνιακού πελάγους.

ΙΙ

Στο μελανό λιμάνι,
οι μαύρες σκούνες έχουν κουραστεί
να πηγαίνουν οπουδήποτε· η θάλασσα
έβενος κι αλάτι σαν το νου
μετά τη γέννα μιας γυναίκας

Σπλάχνο μου, όπου και νά’ σαι
είμαι ακόμα ο πατέρας σου·
άσε το μικρό, νεκρό σου άστρο
στο μαύρο αλάτι της καρδιάς μου να λικνίζεται
σε τούτη τη θυσιαστήρια γούρνα
που θησαυρίζει ο θρήνος μου·
από ύπνο σε ύπνο πέρασες
χωρίς πλοηγό, ούτε ένα φως χωρίς.

Όμορφη, εβένινη, θερμή καθώς τ’ αλάτι η έναστρη νυχτιά,
κι η μυρωδιά που φέρνει η θάλασσα είναι η μάνα σου,
όπως και μάνα σου αυτός ο άνεμος είναι
στα φύλλα της προβλήτας ταξιδεύοντας
κάτω απ’ τους φανοστάτες.

Μέσα στο σκοτεινό νερό ατενίζω
– στα ύφαλά του ταλαντεύονται
σα λίκνο οι ουρανοί
εκτός
εκτός από ένα εξαλειμμένο αστέρι –
κι η σκέψη μου γεμίζει μ’ ένα χέρι
από το προσκεφάλι της ν’ απλώνει προς το τίποτα
κι έπειτα να τραβιέται πίσω πάλι,
όπως η θύμηση τη βρίσκει
πού γυρνάς.

ΙΙΙ

Θ’ αφήσω τις νύχτες να περάσουν,
θ’ αφήσω τον ήλιο ν’ ανατείλει
θα τον αφήσω έναν τοίχο να διασχίσει ίδιος πυρσός
όπου προβάλλει ξέθωρο ψηφίδα την ψηφίδα
το άναυδο πρόσωπο ενός κοριτσιού, τα χείλια
και το κατράμι των μαλλιών της χωρισμένο
σε ύφος πρώιμης Πομπηίας.

Και τι τάχα μπορώ εκτός να γράψω
απ’ τη στιγμή που κάνει ο πόνος καναβάτσο το κορμί μας
κι εμείς κουνάμε το κεφάλι πέρα-δώθε μανιασμένα
λέγοντας, «όχι άλλο», «όχι και πάλι», σε ορισμένα πράγματα
όχι άλλη πίστη, όχι άλλη ελπίδα, μόνο ελεημοσύνη

η ελεημοσύνη οπλίζει την ελπίδα και την πίστη
μ’ ισχυρότερα φτερά.

IV

Όσο για σένανε, αστεράκι
χαμένη κόρη μου, στο σχήμα
θά’ σαι για πάντα λυγισμένη
σπόρου κουλουριασμένου καταπλέοντας το χώμα
σα μιαν ερώτηση, ένα κόμμα
που πριν απ’ όλους μας γνωρίζει αν ο θάνατος
είναι μια γέννα αλλιώτικη.

Απάντηση δεν είχα
σ’ εκείνο το ταπ-ταπ κάτω απ’ το θόλο
του κοίλου φέρετρου που λέγεται στομάχι.
Δεν μπορούσα να μαντέψω αν ζητούσες
μέσα να μπεις ή ν’ αφεθείς
όταν το μουγκρητό της πυρκαγιάς
κατάκαιγε το σταφυλί κι εύθραυστο δέρμα σου
τα μάτια σου που δάκρυζαν κόντρα στο φως
και σ’ όλα αυτά που συγγενεύουν με το φως.

Άλλωστε αρμένιζες με δίχως διόλου φως
τους επτά μήνες σου του αμνιακού πελάγους.

Ποτέ δεν είδες το φονιά σου,
της γέννας, του θανάτου σου τον δότη,
μα εγώ θα σε βλέπω παντού,
θα σε βλέπω στην ασπόνδυλη ηλιαχτίδα
όπως θωπεύει των πραγμάτων τις υφές –
το χέρι μου και το άλλο, άβιο χέρι
μιας πολυθρόνας, μια σιδερένια κουπαστή ή τα φύλλα
μιας σκονισμένης γλάστρας πλάι στην πόρτα,
και στων δικών μου ματιών τις αχτίδες
στον κάθε καθρέφτη.

Οι ζωές που πρέπει να εξακολουθήσουμε
είναι και δικές σου. Έτσι και συνεχίζω
να κατεβαίνω τώρα τα σκαλιά του διαμερίσματος
βγαίνοντας στους ζεστούς δρόμους της εικοστής δευτέρας Ιουλίου,
στο Τρινιντάντ του χίλια εννιακόσια ογδόντα,
με το ακόμη πράσινο κατάπληκτος των δέντρων
γύρω από το Savannah, πάνω απ’ τα παγκάκια
του Queen’s Park, κατάπληκτος που και τα πόδια μου
βρίσκουν τη δύναμη και κουβαλούν της γης την πέτρα,
την πιο ανυπόφορη πέτρα του κεφαλιού
και περνώ μέσα απ’ τα σύσκια
εκεί όπου ένα κουλουριαστό λουλούδι
από ένα μαύρο προσγειώνεται, διχαλωτό κλαδί
στην άσφαλτο, αθόρυβα. Καμιά κραυγή.

Μήτε τον κόσμο γνώριζες αυτόν, μήτε και τον επόμενο
κι όσο για μας, που οι καρδιές μας επιβάλλεται
ποτέ να μην σκληρύνουν εναντίον μας, που καθόμαστε
νωχελικά στο παγκάκι ενός πάρκου
φορώντας των γαλήνιων ανθρώπων φορεσιές
ρεμβάζοντας τη φωτοβόλα κίνηση
μόνο ν’ αναρωτιόμαστε μπορούμε
γιατί ένας καρπός θα πρέπει να ζηλεύει
τα βάσανά μας, το ν’ ανθίζεις, να υποφέρεις,
να πεθαίνεις. Ω, Gloria, Perdita, σε βαφτίζω
εδώ στη σκιά και στο παγκάκι εδώ
με δίχως προσδοκίες γι’ αναστάσεις.
Συγχώρεσε. Συγχώρεσε την ξιπασιά της πένας μου
μπροστά σε μιας γυναίκας την οδύνη.

~.~

Από το «Σε μια Πράσινη Νύχτα» (1962)

Πρελούδιο

Με πόδια αραδιασμένα στο ημερόφωτο ατενίζω
του σύννεφου τις οιστρηλάτισσες γροθιές καθώς συνάζονται
πάνω από τούτα τ’ άξεστα γνωρίσματα,
απ’ το πρηνές νησί μου

Στο μεταξύ τ’ ατμόπλοια που διχάζουν τον ορίζοντα
μας έχουν για χαμένους·
παρόντες μόνο
σε μπροσούρες τουριστών, πίσω από ένθερμα κιάλια·
παρόντες μόνο στα γλαυκά κάτοπτρα των ματιών
πού ’χουν των πόλεων εμπεδώσει και τις δυο πλευρές
κι εδώ μας σκέφτονται κροίσους της ευτυχίας.

Στ’ αφύλαχτο χτυπάει ο χρόνος τους καρτερικούς
η καρτερία τους πού ’χει, ρούχο, ξεχειλώσει
έτσι εγώ, έχοντας κάνει μια επιλογή
τα χρόνια ανακαλύπτω του αγοριού που υπήρξα
από τον έλεγχό μου να ξεφεύγουν.

Κι η ζωή μου, πολύ νωρίς ακόμα για το βαθυστόχαστο τσιγάρο
το γυρισμένο πόμολο, τις φούρλες του σουγιά
στα σπάραχνα της ώρας, πρέπει ν’ απέχει απ’ τα κοινά
έως ότου νά ’χω μάθει σε ακριβείς
ιάμβους να υποφέρω.

Περνώ, εννοείται, απ’ όλες τις μεμονωμένες πράξεις
σα βέρος θεσπιανός
περιοδεύων μες στις καταστάσεις,
ισιώνω τη γραβάτα μου, πακτώνω γνάθους κύρους
και καταγράφω όποια εικόνα ζωντανή
και σάρκινη στο βλέμμα σουλατσάρει.

Έως ότου, ύστερα από όλα αυτά ακόμα να μπορώ
ατόφια στήλη άλατος ν’ αναρωτιέμαι πώς
στο μεσοστράτι της ζωής μου, ω πώς
επάνω σου έπεσα ακατάδεκτη
λεοπάρδαλη εσύ των οφθαλμών
στη φύση των πραγμάτων που εντρυφούνε.

~.~

Από το «Ο Ναυαγός και Άλλα Ποιήματα» (1965)

Ο ναυαγός

Το λιμασμένο μάτι ιχνηλατεί ακόρεστα τη θαλασσογραφία
για κάποιο ψίχουλο πανιού.

Ο ορίζοντας το βελονιάζει στο άπειρο.

Η πράξη θρέφει τη μανία. Ψεύδομαι,
καταπλέοντας τη γραμμωτή σκιά ενός κοκκοφοίνικα,
επάγρυπνος μη και τυχόν τα χνάρια μου στην άμμο βρούνε ταίρι.

Ξεφυσώντας η άμμος, λεπτή καθώς καπνός,
μετοικίζει πληκτικά από αμμόλοφο σε αμμόλοφο
Το κύμα μπουχτίζει με τα κάστρα του, ίδιο παιδί.

Η αλμυρή, πράσινη κληματσίδα με τ’ ωχρό τρομπετολούλουδο,
ένα δίχτυ, σπιθαμές διασχίζοντας το τίποτα.
Το τίποτα: κείνη η οργή που σφύζει στο κεφάλι μιας αμμόμυγας.

Απολαύσεις ενός γέροντα:
Πρωί: στοχαστική εκκένωση με θέμα
το ξεραμένο φύλλο, το πλάνο της φύσης.

Στον ήλιο, οι σβουνιές του σκύλου
κρουστές, λευκάζουν σαν κοράλλια.
Καταλήγουμε στη γη, από τη γη αρχίζοντας.
Στα ίδια μας τα εντόσθια, μια γέννεσις.

Αν επιλέξω να κοντοσταθώ μπορώ ν’ ακούσω τον πολύποδα να χτίζεται,
το γδούπο της σιωπής, εν μέσω δυο κυμάτων.
Σπάζοντας μια θαλασσόψειρα, σκίζω στα δυο έναν κεραυνό.

Ισόθεος, θεούς εκμηδενίζοντας, τέχνη
κι εαυτό, εγκαταλείπω
νεκρές μεταφορές: τη φυλλόμορφη καρδιά του αμύγδαλου

το έωλο μυαλό σαπίζοντας σαν κίτρινος καρπός
να εκρήγνυται
σε μια Βαβέλ ψειρών, αμμόμυγων, και σκουληκιών

κι αυτή την πρασινόγυαλη μποτίλια κι ό,τι τούτη συνεπάγεται
πνιγμένα μες στην άμμο
μ’ ένα ρημάδι πλοίο για ετικέτα,
ένα ξυλάρμενο στο έλεος του καρφιού
και πάλλευκο σάμπως ανθρώπου χέρι.

~.~

Από το «Ο Κόλπος και Άλλα Ποιήματα» (1969)

Αέρας

Τα υπόκωφα, παμφάγα
σαγόνια αυτού του τροπικού δάσους
όχι απλώς κατασπαράζουνε τα πάντα
μα δεν αφήνουνε και τίποτα χαμένο·
δεν αναπαύονται ποτέ
μόνο ακονίζουνε
το κάθε τι που τα χωρίζει
από τον πόνο μας

Πολύ, πολύ πριν από μας
εκείνα τα καυτά σαγόνια, σαν φούρνος
αχνιστός ήταν καλόδεκτα
προς κάθε πιθανή γενοκτονία· χώνεψαν
δυο ήσσονες ωχρές φυλές
και μισή μαύρη·
στο όνομα του ενσαρκωμένου Λόγου
βιάστηκαν όλοι τους να μπουν
αγεληδόν σ’ αυτό το άκριτο στόμα·
γιατί το δάσος χάσκει αμερόληπτο
γιατί εκείνος ο κελυφοειδής ήχος
που βρυχάται σαν σιωπή, ή σαν
του ωκεανού τις αμφιοφόρες χορωδίες
στο κλίτος μπαίνοντας, διαβαίνοντας
με θυμιατά τους νάρθηκες
ομίχλης αιωρούμενης, δεν είναι
το θρόισμα της προσευχής
αλλά ένα τίποτα· αέρας αλεστής
μια πίστη μολυσμένη, ένας κανίβαλος
που καταπίνει θεούς, που καταβρόχθισε
τον Κάριμπ τον αντίθεο, πέταλο χρυσό
μετά το πέταλο, κι ύστερα ξέχασε
και τον Αρουάκ
που δεν αφήνει ούτε έναν του σπόνδυλο
από τη μαύρη πέτρα να εξευγενιστεί

παρά μονάχα απ’ την κραυγή την σκουριασμένη
ενός βροχοπουλιού, σαν βραχνιασμένος
πολεμιστής όπου κλητεύει τη φυλή του
απ’ τον αιθαλωμένο αέρα
ανάμεσα απ’ τα κέρατα της κορυφογραμμής
και την αόριστη θάλασσα
εκεί όπου η φρούδα Έξοδος
των πιρογών μπατάρισε δίχως αχνάρι –

εδώ βουλιάζει ο τόπος απ’ το τίποτα.

~.~

Κατολίσθηση, Γρενάδα

Εκεί όπου βρίσκεσαι άκαμπτα αγκυροβολημένος
των κυανών λόφων το σκαμπανέβασμα, το αναμάλλιασμα των καλαμιών
καθώς τεντώνονται προς τα χνουδάτα σύννεφα
όλα μένουν απόρρητα στ’ αυτί σου·
σαν τον αργό μ’ απρόσκοπτο ωκεανό,
μια κίνηση διπλώνει το γρασίδι όπου ξαπλώθηκες
κι η κλιμακωτή θάλασσα
μ’ όλα τα μεγαλεία που αποστρεφόσουν
αναρριχάται έξω απ’ τον ήχο.

Οι ορέξεις της αμυθολόγητες
για σένα που την έβλεπες μονάχα ως μεροδούλι
φορτία, εξάντες, άστρα διαγραμμισμένα·
εσύ όρισες την κατολίσθησή σου με την τυπική
σιγουριά του ποντοπόρου,
ατάραχος, κατά το ήθος κείνης της φυλής
που στην καρδιά της άραξες·
ο θάνατός σου καταχώρηση απλή, στου πλοίου τα κατάστιχα
τα βάσανά σου διάστικτα με το ξερό κουράγιο
όσων οι τελετές μένουν ιδιωτικές
όσων μισούν επιβολές ή τυμπανοκρουσίες.
Επιστήθιε φίλε, δίδαξέ με
την ευκολία, το αβίαστο φευγιό
την ανοχή όλη εμπαιγμό
για ελεγείες κομψές
που οι ρίμες τους ορέγονται το τέλος μας.

~.~

Νόστος: Anse La Raye

Χαράμι ό,τι άλλο μάθαμε
στο σχολείο, σα βαθμοθήρες Αφροέλληνες
για την Ελένη και τις σκιές
προγόνων δανεικών·
δεν υπάρχουν τελετές
για κείνους που επιστρέφουν
μονάχα, σαν ξεφτίζουν οι αργαλειοί,
καθώς τρυπάνι στα κρανία μας το κύμα
αναμασώντας τέλη, στοιχειώνοντας τις νύχτες μας,
μονάχα αυτό το διάσημο εδάφιο

κάτω απ’ τα σκουριασμένα από την άρμη
ξίφη των κακαόδεντρων, κάτω από τα σαπρά
σα δέρμα φύλλα των θαλασσοστάφυλων,
τα ψαθυρά κράνη των καβουριών και
τις περσίδες των κλαδιών καθώς πλευρά
μόσχων θυσιαστήριων σε γη καψαλισμένη·
μονάχα αυτή η δυσώδης απ’ τα σπάραχνα αμμουδιά
με τις φρεγάτες σαν πινέζες απηχώντας τα πουλιά
με τα λιπόσαρκα παιδιά καθώς σουβλιά να παραβγαίνουν τό ’να τ’ άλλο
πιτσιλώντας τό ’να τ’ άλλο στα ρηχά
γιατί τα ρούχα σου
η στάση σου
δείχνουν ενός τουρίστα.
Συρρέουνε σα μύγες
γύρω απ’ το έλκος της καρδιάς σου.

Υπόμεινε τον κλοιό τους
στις χαραμάδες της ψυχής σου όπως πασχίζουν
να τρυπώσουνε υπόμεινε
αφού γνωρίζεις, είτε ζήσουν είτε όχι
ό,τι νογούν οι άλλοι για ζωή θα τα αστοχήσει
όπως εκείνο το γκαζάδικο στο βάθος που σπιθίζει
γνέθοντας τον ορίζοντα
στα μάτια τους παιχνίδι.

Κάποτε σαν κι αυτά
καριέρες δεν ποθούσες
μόνο αυτό το ατόφιο φως, την καθαρή
την άπειρη, την οκνηρή, την παραδείσια θάλασσα
και να, που ήλπιζες παρ’ όλα αυτά
το νόημα αυτό να επιβίωνε
ώστε να σού’ ναι μπορετό να διακηρύξεις σήμερα
είμαι ο ποιητής σας, ο δικός σας
ο οικείος σας
όμως ποτέ δε μάντεψες πως θά ’φτανες να μάθεις
πως δίχως σπίτι δεν υπάρχει γυρισμός.

Τα αφήνεις με το γούστο.
Οι βρισιές τους λιώνουν στον αέρα.
Οι μελαμψοί γκρεμοί συνοφρυώνονται,
ο ωκεανός ρουφά τα δόντια του
όπως εκείνο το σκαφτό κανό
σαν ανθοπέταλο που πλέει σ’ ένα ποτήρι
με τίποτα, άλλο από την εικόνα του,
μένεις να ταλαντεύεσαι, καθρεφτίζοντας το τίποτα.

Ζαβλακωμένος απ’ τον ήλιο
θα σύρεις πίσω στο χωριό
μπροστά από την λευκή παραλιακή, βομβαρδισμένη από την άρμη
κάτω απ’ τους νεκρωμένους φοίνικες όπου
ψαράδες προχωρούν τα πιόνια τους στη σκιά
διαβαίνοντας, τρώγοντας τα νησιά τους
κι ένας, φορώντας το αδαές
γλυκερό χαμόγελο ενός πολιτικού, νεύει μια χαιρετούρα
λες κι όλη η μοίρα
μόλις να ταλαντεύτηκε
στο σηκωμένο χέρι του.

~.~

Άμπωτη

Όλο το χρόνο, όλο το χρόνο θα βολτάρουμε
σ’ ετούτον τον ποδόμυλο που η ξεφτισμένη του παλίρροια
τυραννισμένη από τη λάσπη

αφήνει τις ακτογραμμές των προαστίων μας σπαρμένες
με ιριδίζουσες σβουνιές, εργοστασίων
πλακούντες, πέρα από καλύβες

αργασμένες απ’ το αλάτι
και πιονιέρικα εργοστάσια·
όμως, τι ευλογία, ο ποδόμυλος στενεύει

σ’ έναν σκιασμένο διάδρομο
γεμάτο σιντριβάνια καρυδών χρυσά, μια όαση
σε κάθε κίτρινου εκσκαφέα το ματογυάλι.

Θα τις δούμε κι αυτές να φτυαρίζονται· μα όσες φορές και να διανύσουμε
την ψάθινη σκιά τους πάντα θα βρεθεί
κι από μια σκούνα να παλεύει στο υφαντό της

σαν κουτσός ερωδιός
σα γλάρος βουτηχτής που σακατεύτηκε
από μια πετρελαιοκηλίδα·

λίγες ακόμα γιάρδες μόχθου
κι επιτέλους δραπετεύει
ορίζοντες ξατρέχοντας
με μας, εγκλωβισμένους σε μια ράγα

ρυθμισμένους, σαν την έκπτωτη σελήνη,
να γυροφέρνουμε τη χαμένη της λουρίδα
την ξαχνισμένη λάμψη της.

Τα φοινικόφυλλα σημαίνουν άγρια στον άνεμο
μα είμαστε αλλού δεσμώτες
απ’ τον καιρό που εξέλειψαν τα δάση τα ιερά.

Η σκούνα παραξεμάκρυνε
παραξεμάκρυναν τα παιδικά μας χρόνια
κι όμως, ενίοτε, γύρνω πάλι να δω

τη σκούνα, ανάπηρη, να δέρνεται στα κύματα
το φεγγαρόφωτο σχίζει το πανί της όλο ζάρες
μα όχι με ζήλεια.

Μιας και η ασφάλεια, κάθε δύση,
η από όλους πιο αδίστακτη
υποθηκεύει στο φόβο τη ζωή μας.

Και γιατί όχι; Όσο ασφαλές και τ’ αυτοκίνητο άλλωστε
ένα παράθυρο στον τρόμο εξακολουθεί να υπάρχει
θαύμα αρκετό στο τετριμμένο. Σίγουρα…

~.~
Από το «Θαλασσοστάφυλα» (1976)

Το σύννεφο

Και, πλευρικά,
στου Αδάμ το παλλόμενο μάτι,
οι πυργωμένες κορυφογραμμές θα σφύζαν και θ’ αποτραβιούνταν,

ένας στεναγμός κάτω από τη συκιά
κι ένας ουρανός ξεφουσκώνοντας
με τον στικτό συριγμό του ερπετού,
καθώς αναμασούσε «θα πεθάνεις».

Η γυναίκα έμεινε ακίνητη,
σαν τις πλαγιές που υποχωρούσαν.
Ήταν μια διαφορετική σιωπή,
γεμίζοντας τα πάντα·
τα σύννεφα μ’ ένα θνητό προορισμό,
το σιωπηρό ρίγος απ’ το σπασμένο κλαρί
απ’ όπου το ρετσίνι έσταζε

απ’ το σκισμένο δένδρο.
Σαν εκείνη, ο θάνατός του,
γύρισε στο πλευρό της και κοιμήθηκε,
η ανάσα που πήρε ήταν η πρώτη αληθινή του.

Ό,τι εγκατέλειπε τις φυλλωσιές,
τον φώσφορο του αέρα,
ήταν ο Θεός μαζί και το ερπετό
που τον εγκαταλείπανε.
Ανίκανοι πλέον κι οι δυο
για κατάρα ή ευλογία.

Γύρη σωρευόταν στης γυναίκας τα μαλλιά,
ένιωσε το μάτι του λαμπρότερο,
η σκιά ενός σύννεφου αργοπόρησε
σα σκέπη επάνω απ’ τις μορφές τους
κι η κίνησή του έβαλε στο στόμα του μια λέξη: Τρυφερότητα.

~.~

Αγία Λουκία: Ι, Τα χωριά

Λαμπορί, Σουαζέλ, Βιε Φορ, Ντέννερυ
από τούτα τα χωριά, τα ξέφλουδα απ’ τον ήλιο
όπου της εκκλησιάς το σήμαντρο γουβώνει γειτονεύον
μ’ ένα παράπηγμα σπαρμένο με μπαλώματα φαιά και με σκεβρά
σανίδια αμπαρωμένο, με σκουριά,
με κάβουρες που έρπονται κάτω από την σκιά του
εκεί όπου τα παιδιά παίζανε «σπίτι»·
ένα δίχτυ σαπίζει μέσα στις κονσέρβες, τ’ άλλο δίχτυ
του λιόφωτου μες στα ρηχά ψαρεύοντας
πιάνοντας τίποτα το μεσημέρι ολάκερο,
κοντύτερα απ’ αυτά ούτε σπιθαμή
δε φθάνω σ’ όποιο μυστικό ξεγλίστραγε από τα παιδιά
κάτω απ’ τον ίσκιο του σπιτιού, στο ξεκομμένο σήμαντρο, στου πρωινού
το ζαβωμένο πέλαγο το αμεθυστί,
κάτι πάντοτε σου λείπει
χωρίζοντας τον πελεκάνο και τη σκιά του,
στον καπνό που φέρνεται απ’ τη διπλανή αμμουδιά
σ’ εκείνο το παράπηγμα που εισέρχεται στο πέλαγο
σ’ οτιδήποτε έσκουζαν οι γλάροι
μέσ’ από τις βροχής τις ανεμόσκαλες
και την πελώρια γκρι κλεψύδρα του τυφώνα
κάτι για το οποίο τα δελφίνια επιμέναν να βουτούν, γι’ αυτό
που θα μπορούσε την ημέρα να δικαιώσει.

~.~

Χάρτης του Νέου Κόσμου

Ι – Αρχιπέλαγα

Σ’ αυτής της πρότασης το τέρμα, η βροχή θ’ αρχίσει.
Στης βροχής τις παρυφές ένα πανί.

Σιγά-σιγά το βλέμμα του θα χάσει τα νησιά
σε μιαν αχλή θα ναυαγήσουν τα «πιστεύω» σε λιμάνια
μιας φυλής ολάκερης.

Ο δεκαετής πόλεμος έχει τελειώσει.
Της Ελένης τα μαλλιά ένα γκρίζο σύννεφο.
Η Τροία, ένα λευκό σταχτοδοχείο
πλάι στη θάλασσα και την ψιχάλα
που ταμπουρλίζει το κορμί της.

Η ψιχάλα δένει σα χορδές μιας άρπας
ένας άνδρας με γνεφένια μάτια τη μαζεύει
και κρούει τον πρώτο στίχο της Οδύσσειας.

ΙΙ – Όρμος

Αντήχησέ τον, κύμα: τον θρύλο της Ιζόλδης
στις οκνηρές των ρόχθων σου μπομπάρδες.

Μ’ αυτήν την λευκασμένη πλώρη λαθρεμπόρευσα
θροΐζοντας προς την ακτή
στην άμμο τη λευκή που τη φυλάγουν άγριες μαντσινέλες
ένα μυστικό
– μόνο η σκιά ενός άλμπατρου
μπορεί να το διαβάσει.

Ένα καμίνι τούτος ο όρμος.
Τα φύλλα αστράφτουν ασημιά σινιάλα στα κύματα.
Δίχως κατάρα πια φυλής να μ’ εξουσιάζει
στρέφω τούτα τα φύλλα – του βιβλίου αυτού το ρέμπελο ψεγάδι –
να νιώσω το κουβάρι της αχλής να ξεγλιστρά στο πρόσωπό μου
και να ξεκλέψω, στου άνεμου το στόμα,
μιαν αίσθηση αλατιού.

ΙΙΙ – Θαλάσσιοι γερανοί

«Μόνο σε μέρη όπου άλογα και γερανοί ενδημούν»,
έγραψε ο Ρόμπερτ Γκρέηβς, «η ποίηση μπορεί να επιβιώσει».
Ή ακροβάτες αίγαγροι στους εγκρεμούς. Από τ’ αλέτρι
τα έπη δασκαλεύονται, το μέτρο απ’ του αμονιού τα κυπριά
όπως κι αυγάζουν οι χρησμοί απ’ των πελαργών τα ουράνια σήματα
απ’ την καμπύλη του λαιμού ενός επιβήτορα το δέος.

Θ’ αφήσει η λαύρα το φιτίλι των κυπαρισσιών καψαλισμένο
κι ένα-ένα
τα φώτα των νησιών θα σβήσει
αθέατος νεωκόρος

Μεγαλόπρεπες φρεγάτες εγκαινιάζουνε το σούρουπο
μενεξελιά γιρλάντα θα σβουρίξει στων αλόγων τα ουραγά μαστίγια,
βάφοντας τους λιθόσπαρτους λειμώνες της βοσκής τους.
Του κάβου το ζαβλακωμένο αμόνι
αναγορεύει τ’ αφροχάλικο σ’ αστερισμούς.

Μεγαλόψυχε ωκεανέ, στρέψε τούτον τον πλάνητα
μακριά από τ’ αλατόστικτα κιτάπια του, τον άσωτο
που τα βενθώδη γήτεψαν παχνιά της εβενόχροης φώκιας.

Στρίψε σα νά ’ταν λάρυγγες τις ρόδες της καρδιάς του
το μέτωπό του σ’ ένα νόστο να στεριώσει.

~.~

Βλ. ακόμη το παλαιότερο αφιέρωμα του ΝΠ στον ποιητή

Η Εισαγωγή και το Πρώτο Μέρος του Αφιερώματος εδώ.
Το Δεύτερο Μέρος του Αφιερώματος εδώ.

~.~

**