Yves Bonnefoy, Ανάγνωσε το βιβλίο!

*

Ο κήπος ήταν γεμάτος πορτοκαλιές, η γαλάζια σκιά, πουλιά που τιτιβίζανε στα κλαριά. Το μεγάλο καράβι, με όλα τα φώτα του αναμμένα, προχωρούσε αργά, ανάμεσα σε αυτές τις σιωπηλές όχθες. Τι είναι το χρώμα, αναρωτήθηκε εκείνος που έσπρωξε τη χαμηλή μικρή πόρτα, που τη θρυμμάτιζε το δάσος και που συνέχιζε με κηλίδες μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόση βροχή. Ίσως είναι το σημάδι που μας δείχνει ο Θεός μέσω του κόσμου, καθ’ ότι από αυτό το πράσινο σε αυτό το γαλάζιο ή σε αυτήν την ώχρα την ολίγον τι κόκκινη, εν τέλει είναι σαν μία φράση δίχως νόημα, και ποιός άλλος σιγεί, όπως αυτός; Το καράβι είχε σταματήσει, άρχισαν να φαίνονται τώρα όλα αυτά τα άτομα που πηγαινοερχόντουσαν σε μία από τις γέφυρες, σκοτεινές σιλουέτες πάνω από μικρές φλόγες, μέσα στους καπνούς. Αλλά ο κόσμος δεν έχει χρώματα, όπως τόσο αφελώς πιστεύουμε, λέγει ακόμη, μόνον το χρώμα είναι, μόνο, και οι σκιές του, μέρη ή πράγματα, δεν είναι παρά ο τρόπος που έχει να ανοίγεται στον εαυτό του, να ανησυχεί για τον εαυτό του, να αναζητεί την ακτή. Η νύχτα πέφτει, η ημέρα ξημερώνει, αλλά υπάρχει πάντα το ίδιο γαλάζιο, καμμία φορά γκρι, ή το ίδιο κόκκινο μέσω τόσων ωρών, έτσι δεν είναι; Και όσο για τις λέξεις! – Ήδη, κατεβαίνοντας από το πλοίο, παιδιά, πληθώρα παιδιών που τρέχανε με όλους τους τρόπους, γελώντας, έπειτα μία γηραιά γυναίκα, το κεφάλι περικυκλωμένο από φλόγες, μετά ένας γέρος στο μπράτσο ενός νεαρού, ντυμένου στα λευκά. Και πόσοι άλλοι ακόμη! Αλλά ήδη αυτός, εκείνος ο ερχόμενος άλλος, δεν κοίταζε πια, εκείνος που σκεπτικός προχωρούσε στον κήπο των πορτοκαλεόδεντρων, πάνω στην άμμο.

Όσο για τις λέξεις! Ποιος υποκρίθηκε ότι δεν είναι πράγματα μίας ατελούς ανάμνησης, εξ αιτίας των ήχων τους –των χρωμάτων τους– που αύξαναν τη φήμη τους στον κόσμο; Η λέξη νύχτα είναι φωτεινή, αλλά και η νύχτα το ίδιο, για όσο είναι ακόμη σκοτεινή. Ή μάλλον η νύχτα δεν είναι ούτε φωτεινή ούτε σκοτεινή, δεν είναι παρά μία λέξη απλώς, όπως το πεσμένο πορτοκάλι, όπως το γαλάζιο γρασίδι. Πατούσε τώρα, πάντα διαλογιζόμενος, αυτό το χορτάρι ανάμεσα στα δένδρα, ανάμεσα στα οποία πήγε να κάτσει διότι η κούρασή του είχε μεγαλώσει από τη στιγμή που διάβηκε το κατώφλι του κήπου και έχοντας μαζέψει όλη τη ζέστη των καλοκαιρινών δρόμων στον σβέρκο. Ψηλή, μαύρη, η γυναίκα που ήρθε να στηριχθεί σε αυτό το παράθυρο, κοντά στον γιό της. Και οι δύο κοιτάγανε τη νύχτα να πέφτει, δίχως να λένε τίποτα, ή καλύτερα είναι η ημέρα που ξημερώνει, ένα σκοτεινό κόκκινο, και που βρίσκεται πάνω από το λιμάνι, από τη μεριά εκείνη του μουράγιου που ’ναι έρημο, καλυμμένο με βαριές πέτρες.

Και αύριο το πλοίο θα ξαναφύγει, με εκείνους επιβιβασμένους, ή μπορεί και να σταθεί εδώ, να σκουριάζει, και εκείνοι αποβιβάστηκαν, χθες, πότε; Και τώρα προχωρούν, σχεδόν στην τύχη, πάνω στην άμμο. Σε ξέρω καλά, έλεγε εκείνος, όταν ήταν ακόμη παιδί, στη μικρή κοπέλα ντυμένη στα κόκκινα. Σε ξέρω, σε αναγνωρίζω, ερχόσουν προς το μέρος μου εδώ και τόσον καιρό με αυτά τα φοινικόφυλλα ανάμεσα στα χέρια, ήταν ο ουρανός ή όχι; και πίσω σου, τόσο λεπτοκαμωμένη, βρισκόταν το καθαρό χρώμα, ενάντια στην αποβάθρα του χρόνου ορθωμένο σε υψηλά κύματα με στροβίλους δίχως θόρυβο.

Προχωρεί ακόμη μέσα στον κήπο. Από εδώ και στο εξής, βρίσκονται παντού μεγάλες αλέες, των οποίων τα θολωτά φυλλώματα και τα φρούτα μπλέκονται το ένα με το άλλο πιο μπροστά πάνω σε μία γαλάζια σκιά μωσαϊκού, ή ίσως λάμπει ένα αστέρι, αλλά αυτός ο δρόμος που θέλησε να ακολουθήσει, ύστερα από λίγο έναν άλλον, και μετά άλλους πολλούς, που διακλαδωνόντουσαν γρήγορα, πάνω στη λεπτή άμμο όπου τα βήματα βουλιάζονται σαν να ήταν σε πλαγιές αμμολόφων. Τα πορτοκάλια είναι ώριμα, βαριά, πολυάριθμα στο ρηχό πανέρι των χαμηλών κλαδιών. Ένα παγκάκι βρίσκεται εκεί, κάθεται, ακουμπά δίπλα του αυτό το βιβλίο που ούτε καν ονειρεύεται να ανοίξει. Η μητέρα και ο γιος μπροστά στη νύχτα, με τη φωτιά σε δύο πέτρες να υψώνεται πίσω τους στο σκοτεινό δωμάτιο. Ο έναστρος ουρανός στα πόδια τους, στο άπειρο, ένας εκθαμβωτικός σωρός δίχως δονήσεις, δίχως ακτίνες σε πίσσα σκοτάδι.

Και πώς είναι όλα τόσο γαλήνια, εκεί, δίπλα στο παγκάκι, κοντά στον κορμό του γηραιού δένδρου. Πώς έχει η ζέστη δαντέλες σχεδόν διαφανείς πάνω στο ύφασμα του γαλάζιου χορταριού! Πώς η υπνηλία του κόσμου προσφέρεται για ζωή, μέγα κορμί γυμνό που κινείται καμμιά φορά δίχως να ξυπνά, μαλλιά ανακατεμένα πάνω στα σεντόνια όπου εναλλάσσονται οι σκιές και το φως των περσίδων! Αφουγκράζεται αυτήν την ατάραχη αναπνοή. Ανασηκώνεται λίγο. Παίρνει το χέρι του που είναι μουδιασμένο, ξεσφίγγει ένα ένα τα δάχτυλα που δεν αντιστέκονται, αφήνοντας να ξεφύγει –αναμφιβόλως– λίγο από το όνειρο.

Μα, τι ακούει εδώ και ένα λεπτό; Τι είναι αυτός ο μονότονος ήχος, παρόμοιος με τους ενοχλητικούς γδούπους που τον χτυπάγανε δίχως σταματημό, στον κηπάκο της νεότητάς του, της μικρής του τσουγκράνας πάνω σε ένα σιδερένιο κουβά, ενίοτε ξέχειλο από υγρό χώμα; Τρία χτυπήματα, έπειτα ένας σταματημός, έπειτα τρία ακόμη χτυπήματα, ή τέσσερα, και πάλι το μυστήριο της σιωπής, και έτσι συνεχίζεται για πολύ ακόμα, δίχως να το είχε θελήσει! Φοβόταν ότι δεν θα κατέβαιναν από κει ψηλά για να του φωνάξουν για τη δειλία, αλλά κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, κανένα βήμα δεν προχώρησε γρήγορα προς το μέρος του από το ύψος των σκαλοπατιών οπότε χρειαζόταν να προχωρήσει κι άλλο, κάτω από όλους τους ουρανούς, πάντα μονάχος του.

«Ανάγνωσε το βιβλίο!» Εκείνος ο θόρυβος που άκουγε, που ακούει τώρα, κατάλαβε απότομα, ότι επρόκειτο περί λέξεων, οι λέξεις ενός παιδιού που σιγοτραγουδά, που παίζει ψαλμοδώντας, δίχως αμφιβολία μόνο του κάτω από τη βεράντα ενός γειτονικού σπιτιού, ένα μικρό αγόρι καθισμένο σε μία ψάθινη πολυθρόνα, και που κουνιέται πέρα δώθε, κρατώντας ανάμεσα στα χέρια του ένα ξεθωριασμένο εικονογραφημένο βιβλίο.

Και σηκώνεται μ’ έναν πήδο, πάει ευθεία, ήδη, ανάμεσα στα δένδρα που χάνονται μπροστά του, βρίσκει αυτήν την άλλη πόρτα, κι αυτή επίσης ένας χαμηλός φράκτης, ξεθωριασμένη, που ανοίγει στον άλλον κήπο, ακολουθεί την άκρη του δρόμου της παλιάς αλωνισμένης γης, χαράσσει τα βήματα. Το παιδί είναι σκοτωμένο. Είναι κρεμασμένο πάνω στο βιβλίο, που το κρατά τοποθετημένο μπροστά του πάνω σε ένα μικρό τραπέζι, όπου επίσης βρίσκονται μολύβια, πινέλα, και κάποια μπουκαλάκια καθαρών χρωμάτων. Και εκείνος, ερχόμενος, πλησιάζει κι άλλο. «Θα χάσω μέσα στα χέρια μου το μικρό σου πρόσωπο, Θεέ μου. Θα το γυρίσω απαλά προς τα εμένα. Θα σου πω, ξανάνοιξε τα μάτια, συγχώρεσέ με που περιπλανήθηκα στη γη.»

Αλλά όχι, δεν παράτησε το παγκάκι κάτω από τις πορτοκαλιές, και το βιβλίο του δεν είναι παρά ένα γκρι χοντρό τετράδιο, ή σκούρο κίτρινο, ραμμένο με σπάγκο, όπου άλλοτε κάποιος είχε ξεκινήσει να σχεδιάζει, και που γι’ αυτόν δίχως αμφιβολία –για ένα παιδί–, από αυτά τα μεγάλα πράγματα και όντα καθώς και απλά κτήνη με τα οποία, του είχαν πει αδέξια, ότι έπρεπε να ζήσει καθώς και να πεθάνει μια μέρα. Το πορτοκάλι στη πορτοκαλιά, το καράβι που προχωρά ανάμεσα στα κλαδιά, η όμορφη φιγούρα –αυτή η γυναίκα– όρθια μαυροντυμένη στην πλώρη, και ο σκύλος, η γάτα, το μπολ με γάλα της γάτας που αναποδογυρίζει ο σκύλος, το ποντίκι που τρέχει, το μικρό αγόρι, το μικρό κορίτσι. Και κάποιες λέξεις, αν είναι λέξεις αυτές οι σκιές που κουνιούνται, κάποιες φράσεις, αν είναι φράσεις αυτές οι κραυγές ξαφνικής αναγνώρισης, αυτά τα σφιξίματα, αυτά τα χέρια που συναντιούνται όπως πάντα, αυτά τα αγάλματα με τα κλειστά μάτια, αυτά τα μεγάλα σύννεφα εκεί κάτω, κόκκινα τη στιγμή που ήδη δύει ο ήλιος. Ανάγνωσε το βιβλίο, ποιο βιβλίο;

Πιστεύει τώρα ότι η φωνή έχει πεθάνει, ότι η βεράντα εκεί κάτω είναι έρημη, όπως ο περιβάλλον κήπος, όπως οι λευκοί δρόμοι μακρύτερα, όπως ο κόσμος. Πιστεύει ότι δεν υπάρχει παρά μόνον το χρώμα στον κόσμο, για να ξεβαφτεί, για να κυλισθεί μέσα στην άμμο. Κι όμως ελπίζει, ονειρεύεται ότι ένα χέρι για το οποίο δεν ξέρει τίποτα απομακρύνει τα δάκτυλά του, ένα προς ένα, απαλά, για να τοποθετήσει ένα από τα χρωματιστά μολύβια, έπειτα τα ξανασφίγγει, δίχως σαν τίποτα να έχει λεχθεί, ωστόσο, δίχως κανείς να έρθει από το βάθος του σπιτιού για να τον βοηθήσει να δημιουργήσει τον κόσμο.

La vie errante, 2005.

Μετάφραση Γιάννης Παρασκευόπουλος

*

**