Ημέρες αναλογικές

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Ήταν πρωί της Παρασκευής όταν ακούστηκε απ’ τη μεριά της λεωφόρου Κηφισίας ένας συνεχής βόμβος μεταλλικός, όπως τεράστια ρουλεμάν που περιστρέφονταν στην άσφαλτο, σαν συναρμολογημένος σκελετός εξωγήινων ρομπότ. Μέρες του 1967.

«Αχ, λέει η μάνα, πάλι οι ερπύστριες, πάλι τεθωρακισμένα κατεβαίνουν προς την Αθήνα». Επανήλθαν οι μνήμες της Κατοχής και των υστερότερων εφιαλτών. Τριάντα ένα χρόνια μετά από τη Δικτατορία του Μεταξά.

Σ’ έστειλε αργότερα προς το μεσημέρι ο πατέρας, να πάρεις εφημερίδα. Στο ψιλικατζίδικο του Χαλδαιόπουλου ήταν ο γιος. Καρίκωνε δίπλα η αδερφή του, γυναικεία καλσόν.

«Μια Μεσημβρινή» του λες.

«Δεν έχει» απαντά.

«Μια Μεσημβρινή» του ξαναλές, αφού γνωρίζεις καλά ότι αυτή πάντοτε παίρνετε. Αυτή και Μπριγιόλ για τα μαλλιά του πατέρα.

«Δεν βγήκε η Μεσημβρινή».

«Μα τι σημαίνει δεν βγήκε; Δεν καταλαβαίνω».

«Δεν υπάρχει σήμερα» απαντάει πάλι και φαίνεται κομπιασμένος να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. «Θέλεις την Απογευματινή, την Ακρόπολη;» αντιπροτείνει.

Εσύ, μικρός ακόμα, δεν ξέρεις αν πρέπει ν’ αλλάξεις εφημερίδα αλλά την παίρνεις και γυρνάς διστακτικός στο σπίτι.

Είναι Παρασκευή αλλά σήμερα δεν πήγες σχολείο. Ούτε και το Σάββατο. Έγινε πραξικόπημα, λένε. Πάντως δεν είναι άσχημα χωρίς σχολείο.

«Πήρανε τον θείο Πέτρο στην Aσφάλεια».

«Μαμά, τι είναι η Aσφάλεια;». Κατάλαβες όμως· το ίδιο με το αστυνομικό τμήμα.

«Και τον Τζώρτζη της Μαρίας, τον κυρ Γιάννη, τον κυρ Βασίλη, τους μαζέψανε. Μα και τον Ματζανά, τον μπακάλη μας, τέτοιο ευγενικό άνθρωπο, δεν το περίμενα».

Πολλούς απ’ τους δικούς μας, τους αφήσανε το άλλο πρωί, άκουσες.

///

Radio days. Πώς περνά ο χρόνος όταν είσαι παιδί; Πώς θα περάσει το απόγευμα, όταν τελειώσεις τα μαθήματα;

«Πού θα πάμε σήμερα μαμά; Στην κυρία Θεοδώρα, στη θεία Κατερίνα, στην κυρία Σοφία;». Μαζεύονταν οι γυναίκες, παίρναν τις βελόνες και το μαλλί για πλέξιμο και συνομιλούσαν στη σειρά ή όλες μαζί· και το κουτσομπολιό ήταν σαν τοπικές ειδήσεις άλλοτε καλόβολες, κάποτε αιχμηρές. Ξέραν αυτές. Σ’ έναν τέτοιο κύκλο καλοκαιρινό, είχε κάποια το μωρό της αγκαλιά. Ρωτά τη μάνα μου, πόσο χρονών είμαι. Λέει η μάνα, τόσων. Με θεώρησε μικρό κι απονήρευτο, βγάζει το λευκό της μαστάρι και θηλάζει εν μέσω ενός κύκλου γυναικών κι ενός μικρού αγοριού.

Κάποτε ο κύκλος έσπαγε. «Μαμά, γιατί δεν ξαναπάμε στην κυρία Σοφία;». Απάντησε εκείνη μ’ έναν αναστεναγμό. Παρεξήγηση; Μικροί ή μεγαλύτεροι θάνατοι.

Το πρωί παραμόνευα τον κυρ Νίκο να του ανοίξω την πόρτα της αυλής με τον ηλεκτρικό διακόπτη –ιδίας του πατέρα κατασκευή–, πριν αυτός κτυπήσει ή φωνάξει για να φέρει το γάλα του Βάρσου στη γυάλινη φυσικά φιάλη. «Με πρόλαβες πάλι» έλεγε· ήταν το παιγνίδι μας.

Μετά από κάνα δυο χρόνια από εκείνη την Παρασκευή, άρχισαν οι μεγάλοι να ξεθαρρεύουν, να ραγίζει λίγο ο γύψος του ασθενούς ισχίου μας. Κι εμείς μεγαλώναμε, όπως τα παιδιά μεγαλώνουν, πιο γρήγορα.

Μέρες ή μάλλον νύχτες ραδιοφώνου. Στα βραχέα, έπιανε το Grundig –κι αυτό κατασκευής- συναρμολόγησης του πατέρα– στις εννέα ακριβώς το δελτίο ειδήσεων στα ελληνικά του BBC. Αμέσως μετά στις δέκα παρά είκοσι το βράδυ ερχόταν η εγκυρότερη ελληνική εκπομπή της γερμανικής ραδιοφωνίας, της Deutsche Welle. Με την βαθειά, καμπανιστή φωνή του Κώστα Νικολάου και κυρίως του Αλέξανδρου Σχινά. Μας φώναζε η μάνα να το βάλουμε σιγανότερα γιατί «δεν ξέρω τι ρόλο παίζει η κυρία Κατίνα» –έλεγε, για τη γειτόνισά μας πίσω απ’ την αυλή μας. Κι όταν αργότερα γυρίζαμε τη βελόνα στη «Φωνή της Αλήθειας», μας φώναζε επιτακτικά πια να το κλείσουμε.

Απέναντι απ’ το σπίτι ήταν ο κινηματογράφος «Αμίρ» που σημαίνει εμίρης, πρίγκηπας στα αραβικά. Ιδιοκτήτης του, ομογενής εξ Αιγύπτου. Ανεβαίναμε η πιτσιρικαρία στην πλίνθινη πλαϊνή μάντρα και βλέπαμε. Όταν είχε έργο με  τον Ξανθόπουλο, έβγαινε όλος ο «συνοικισμός» –των προσφύγων ο οικισμός– με δάκρυα στα μάτια, κλαμένος. Θρηνούσαν τις χαμένες των γονιών τους πατρίδες, κάποιον εξόριστο, φυλακισμένο δικό τους, πρόσφατους ερωτικούς καημούς; Ποιος να ήξερε.

Τις μέρες ραδιοφώνου ήρθε δειλά-δειλά ν’ αντικαταστήσει το «κουτί» με τις εικόνες της τηλοψίας. Την πρώτη τηλεόρασή μας, την έστειλε από τη Γαλλία ο κουμπάρος μας, ο Χατζηγιαννάκης. Όμως χρήματα για τον εκτελωνισμό δεν υπήρχαν. Την αφήσαμε να γυρίσει πίσω. Απέναντι απ’ το σπίτι, διαγώνια υπήρχε ο «Ιζόλα», κατάστημα ηλεκτρικών ειδών. Έπαιζε η τηλεόραση τα βράδια κι όταν είχε ποδόσφαιρο –Παναθηναϊκός, Γουέμπλεϋ– μαζευόταν ένα μελίσσι μπροστά στη βιτρίνα. Ξεχνιόταν έτσι, όπως συνήθως ο κόσμος «ποιος είναι και πού πάει», αποκοιμόνταν.

Κι η τρομοκρατία καλά κρατούσε. Πήρανε απ’ την πλατεία, στην Aσφάλεια τον αδερφό και τους φίλους του. Είχαν μακριά μαλλιά, φορούσαν καμπάνα παντελόνι; Αφορμές βρίσκει κανείς. «Φούσκωσέ τους επί τεντιμποϊσμώ», διέταξε ο «κύριος» ενωμοτάρχης.

Σε μια εφηβεία ανάπτυξης, μέσα στην χούντα, να μην αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Μετά το Πολυτεχνείο, γυρίσαμε στο σχολείο αμίλητοι, με βλέμμα σκοτεινό. Ο φιλόλογός μας ο Γιώργης Γ., μας δίδαξε εκείνη την ημέρα ένα απόσπασμα από τον λόγο «Περί της Ροδίων Ελευθερίας» του Δημοσθένη. Πήραμε μια ανάσα, σηκώσαμε τα κεφάλια.

Στον τελευταίο «εορτασμό» της επετείου, την εικοστή πρώτη Απριλίου, μιλά στο βήμα ο ίδιος. Θέλησαν να τον στριμώξουν; Ή το πιθανότερο, ο τότε Γυμνασιάρχης, ο συμπαθής γείτονάς μας κ. Παπαγεωργίου –ο γνωστός με το παρατσούκλι «Τζάγκο»– που χουντικός δεν ήταν, ήθελε κάποιον να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά. Και πράγματι ο Γ. έβγαλε έναν τόσο μπερδεμένο για μας τότε λόγο, με τόσες υπεκφυγές και περικοκλάδες που κατέληξε, για τους νοούντες, σε χλεύη του καθεστώτος.

Τον Σεπτέμβριο του 1974, γυρίσαμε χαρούμενοι στο σχολείο. Η δικτατορία είχε πέσει· αλίμονο όμως, είχε καταληφθεί η μισή Κύπρος μας. Θυμάσαι τον φίλο του πατέρα, τον Φαίδωνα Δημητρίου να κλαίει με λυγμούς για την Κερύνεια, την όμορφη, πολύτιμη πατρίδα του.

Δυο χρόνια μετά εγκαθίσταται σ’ ένα από τα έρημα σπιτάκια της πράσινης γραμμής της Λευκωσίας, η ζωγράφος και χαράκτρια Λιάνα Παπαϊωάννου και αρχίζει να ζωγραφίζει. Κοντά της ξεθάρρεψαν κι άρχισαν να ξαναγυρνούν δειλά στα σπίτια τους, φοβισμένοι στην αρχή, οι κάτοικοί τους. Αρκετά αργότερα, το 1992 που περπάτησα την πράσινη γραμμή, ήταν αραιοκατοικημένη ακόμα. Μόνο οι γάτες σουλατσάρανε ελεύθερα. Πηγαίνω στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Στην είσοδο με ρωτούν, «τι είσαι εσύ;». «Έλληνας», τους απαντώ. «Περάστε», μου λένε, χωρίς εισιτήριο.

Ευτυχήσαμε στην τελευταία τάξη, να έχουμε τον ίδιο φιλόλογο και συγγραφέα τότε του Λειμωνάριου. Μπαίνοντας στην τάξη, τον κοιτούσαμε στα μάτια να δούμε τι θα μας πει.

«Εμείς, είπε, θα μιλάμε ελεύθερα όπως κάναμε εξάλλου και πέρσι». Δεν ήταν και λίγο αυτό.

///

Πήρε κατόπιν ο καθένας έναν δρόμο. Φοιτητής στην πρώτη παρισινή περίοδο, και ο αέρας του Μάη του ’68 δεν είχε εντελώς σβήσει. Πολλοί αντιστασιακοί είχαν μείνει έξω, άλλοι μετέπειτα διαλάμψαντες του πολιτισμού και της πολιτικής ήσαν εκεί για μεταπτυχιακά. Ζυμώσεις κι εκχυμώσεις!  Ο γνωστός σεμνός τραγουδιστής του Μίκη, επικεντρώθηκε –κατά τη μέθοδο Στανισλάφσκι– τραγουδώντας στο αμφιθέατρο του Jussieu, στα μάτια της καλής σου· «και περνούσανε τα τραμ».

Τον Νοέμβρη του 1979, τιμήθηκε από τους φοιτητικούς συλλόγους στο ελληνικό σπίτι της Πανεπιστημιούπολης, ο Οδυσσέας Ελύτης. Νιώσαμε για δεύτερη φορά περήφανοι.

Πρόλαβες το βουλεβάρτο του Αγίου Γερμανού με το πετρόστρωτο οδόστρωμα. Και πρόλαβες να δεις τους πέτρινους κύβους να ξηλώνονται και να εκτοξεύονται σε θερμές διαδηλώσεις. Πώς επίσης οργανώνονταν τα γαλλικά CRS –τα ΜΑΤ– ως στρατός κατοχής. Εργάζονται εξάλλου σκληρά έξι μήνες· τους υπόλοιπους έξι βρίσκονται σε άδεια.

Οι αναδρομικές του Πικάσσο, του Νταλί στο Grand Palais. Καντίνσκυ, Τζιακομέττι αλλά και Ροντέν. Μνήμες αχνές, έργα και μορφές αναλογικές.

Κι ήταν πάλι Απρίλης αλλά του 1980, όταν μαζί με τον αγωνιστή φίλο και ένα εκατομμύριο κόσμο, συνοδέψαμε τον Σαρτρ στην τελευταία του κατοικία στο «Παρνάσσιον όρος», στο κοιμητήριο (cimetière) του Montparnasse. Μικρή απόδοση τιμής για τη βοήθειά του στον αντιστασιακό αγώνα.

///

Τώρα που κανένας δεν δακρύζει πια με ελληνικές ή άλλες ταινίες,  (κι εγώ δεν πρόλαβα να βάλω Μπριγιόλ στα μαλλιά ενόσω τα είχα) οι ειδήσεις στα social media, τα ΜΜΕΧ (μέσα μαζικής ενημέρωσης χειραγώγησης) κρατούν, ανεβαίνουν για δέκα λεπτά και η εικόνα, το πλάνο στις ταινίες διαρκεί τρία δευτερόλεπτα, οι λέξεις μας έγιναν οι βόμβες –που δε βάλαμε– ή που δεν έσκασαν μέσα στα κρανία μας, πώς να προφέρω ονόματα όπως «Μουστακλής», «Μπουζάκης» και άλλα πολλά; Ποιο αίμα, ποια θυσία να θυμίσω εγώ, σε ποια, σε ποιον, με ποιο δικαίωμα;

Λέει η κόρη μου, φοιτήτρια: «Μπαμπά, νοιώθω ότι κάτι ωραίο γράφεις αλλά δεν τα καταλαβαίνω». (Εν τούτοις, αν πίσω από τις λέξεις «διαβάζει» κάτι, είναι μάλλον σημαντικότερο.) Ο γιος μου δεν μου έχει πει κάτι· είναι στα λόγια φειδωλός. Θα έλεγε όμως, «ρε πατέρα, δεν μας παρατάς με τις μαλακίες σου».

Και συνεχίζεται η ζωή μέσα στη γυάλινη, πυριτική φιάλη της, με όσους βαθμούς ελευθερίας επιτρέπει το όποιο αυτεξούσιο. Μέσα της, κανείς δεν νοιώθει το διακρότημα της γαλαξιακής τρικυμίας. Μαραζώνει όμως ο μαστός της γης.

~.~

ΣΠΑΝΙΕΣ ΓΑΙΕΣ
γράφει ο Γιώργος Τόσκας

*

**