Μιχαήλ Άγγελος, Ποιήματα

*

Πρήστηκαν απ’ τα πάθη τα λαιμά μου,
όπως απ’ το πολύ νερό οι γάτες
που σεργιανούν στης Λομβαρδίας τις στράτες,
κι έφτασε το πηγούνι ώς την κοιλιά μου.

Κρεμιέται Άρπυια φτερωτή το σώμα,
τα γένια ανάστροφα, στο σβέρκο ο νους μου,
και στάζοντας βροχή στους οφθαλμούς μου
απλώνει το πινέλο μου το χρώμα.

Άγγιξαν οι γοφοί μου το στομάχι,
καπούλι αλόγου μού ’χει γίνει η ράχη,
με βήμα αβέβαιο σαν τυφλός τρεκλίζω.

Η σάρκα εμπρός μου πέφτει και σουφρώνει,
και πίσω μου, όπως τρούλος που τεντώνει,
λες κι είμαι αψίδα της Συρίας λυγίζω.

Κι έτσι απ’ τη σκέψη η κρίση
αλλόκοτη και σφαλερή αναβλύζει –
κάννη στραβή το βόλι χαραμίζει.

Νά πού ’χω καταντήσει,
για φούντο πάει της τέχνης μου το σκάφος…
Τι θέλω εδώ; Δεν κάνω για ζωγράφος!

Rime 5, 1509 ή 1510· o Μ.Α. ελεεινολογεί τις συνθήκες εργασίας κατά την εικονογράφηση της οροφής της Καπέλλα Σιστίνα.

~.~

Αν μια αληθεύει, κύριε, αρχαία ρήση,
σίγουρα θα ’ναι αυτή: «Τι κι αν μπορεί, δεν θέλει!»
Σε λόγια κούφια πίστεψες και δεν σε μέλλει
που της αλήθειας τους εχθρούς έχεις τιμήσει.

Εγώ ’μαι πάντα, ήμουν πάντα, ο άνθρωπός σου,
σ’ εσένα ανήκω όπως στον ήλιο τους οι ακτίνες.
Μα τι κι αν δίνομαι για σένα χρόνια, μήνες,
λίγη χαρά σού φέρνει ο κόπος ο δικός μου.

Άξιο ήλπιζα η ματιά σου θα με κρίνει,
κοντά σου ξίφος ισχυρό, δικαιοσύνη,
όχι των φαύλων η ηχώ πως θα διαπρέπει.

Μα ο ουρανός την αρετή δεν λογαριάζει.
Τραβάει πάντα στα τυφλά και δεν τρομάζει
που τον καρπό από δέντρο ολόξερο τον δρέπει.

Rime 6, 1509· το σονέτο απευθύνεται στον πάπα Ιούλιο Β΄, εργοδότη του Μ.Α.

~.~

Τα δισκοπότηρα έγιναν σπαθιά και κράνη,
στις χούφτες το αίμα του Χριστού το ξεπουλήσαν,
για τον στρατό σταυρoύς κι αγκάθια τα εκποιήσαν,
κι είν’ η αγάπη Του γι’ αυτούς δροσιάς στεφάνι;

Σ’ αυτά τα χώματα ποτέ μην επιστρέψει!
το αίμα Του βράζοντας με οργή θα πάει στ’ αστέρια,
πουλάν τη σάρκα Του στη Ρώμη ανόσια χέρια,
κι έχει ο κρουνός της αρετής τέλεια στερέψει.

Άνεργος τώρα, αν στο σφυρί τα υπάρχοντά μου
τα βγάλω, Μέδουσα σωστή θα με πετρώσει
του λευκοφόρου η ματιά του άρχοντά μου.

Κι αύριο αν τη φτώχεια μου ανταμείψει Πνεύμα Θείο,
θέλει κι αυτή μου η είσπραξη προσπάθεια τόση…
Μα πώς σαν άλλος κάτω εδώ κάνει ταμείο;

Rime 10, 1512· και αυτό το ποίημα έχει θέμα του τον πάπα Ιούλιο Β΄.

~ .~

Ζῶ μὲ τὸν θάνατό μου. Κι ὅμως, κρίνω,
ζῶ εὐτυχισμένος μὲ τὴ δυστυχία.
Ὅποιος δὲν ξέρει τί θὰ πεῖ ἀγωνία
κι αυτός στὴ φλόγα θὰ καεῖ ὅπου σβήνω.

Rime 56, 1532.

~ .~

Ὢ νύχτα, σκοτεινὴ κι ὅμως μειλίχια ὥρα,
στὴν ἀγκαλιά σου κάθε μου ἔγνοια γαληνεύει,
καλὰ σὲ ξέρει ὅποιος σ’ αἰνεῖ καὶ σὲ λατρεύει
κι αὐτὸς ποὺ σὲ τιμᾶ, ζεῖ στῆς σοφίας τὴ χώρα.

Σὺ διώχνεις, σὺ σκορπᾶς τὴν κουρασμένη σκέψη.
Νεφέλη ἀτάραχη καὶ ὑγρὴ μ’ ἀποναρκώνεις
κι ἐκεῖ ποὺ πόθησα μὲ τ’ ὄνειρο μ’ ὑψώνεις –
ἀπὸ δῶ κάτω ὣς τῆς κορφῆς ψηλὰ τὴ στέψη.

Ὢ ἴσκιε τοῦ Θανάτου! Μόνο ἐσὺ τὴ θλίψη
τὴν κάνεις μέσα στὶς καρδιὲς μας νὰ ὑποκύψει,
σὲ σένα βρίσκει τὴ γιατρειά του ὁ πονεμένος.

Κάνεις τὴ σάρκα μας, ποὺ πάσχει, ν’ ἀναρρώσει,
τὰ δάχτυλά σου ἔχουν τὸ δάκρυ μας στεγνώσει,
μέσα σου σβήνει καὶ ὀργὴ καὶ ἀνία καὶ μένος.

Rime 102, 1535-41.

~.~

Ὁ χάρος ἂν τὸ κάλλος σου πορθήσει,
ἐκεῖ ψη¬λὰ ὁ Οὐρανὸς θὰ ἐκδικηθεῖ.
Τὸ πέπλο σου ώς τ’ ἀστέρια θ’ ἀναρτήσει
καθώς θ’ ἀνοίγει ἡ γῆ νὰ σὲ δεχθεῖ.

Rime 188, περ. 1540.

~.~

Κείνη τη “Νύχτα” πού γλυκά κοιμάται εκεί,
δες, ένας Άγγελος την έχει πλαστουργήσει
πάνω στο μάρμαρο, κι αφού κοιμάται, ζει.
Αν δυσπιστείς, ξύπνα τη, αν θες. Θα σου μιλήσει.

Τζιοβάννι Στρίτσι, Για τη “Νύχτα” του Μ.Α., 1529

Καλός κι ο ύπνος κι η μαρμάρινή μου ουσία
όσο διαρκούν στον κόσμο τα αίσχη κι η φθορά.
Δεν βλέπω, δεν ακούω εγώ – καλοτυχία!
Μη με ξυπνήσεις το λοιπόν, μίλα σιγά.

Rime 247, 1545· η απάντηση του Μ.Α. στον Τζιοβάννι Στρότσι. Η “Νύχτα” είναι η ολόσωμη γυναικεία μορφή που φιλοτέχνησε ο Μ.Α. στους Τάφους των Μεδίκων στη Φλωρεντία.

~.~

Βέβαιο τὸ τέλος – μὰ ὄχι πότε φτάνει.
Μικρὴ ἡ ζωή, καὶ πιὸ μικρὴ ὅση μένει.
Τερπνὴ γιὰ τὶς αἰσθήσεις, ὅμως ξένη
γιὰ τὴν ψυχή, ποὺ δέεται νὰ πεθάνει.

Τυφλὸς ὁ κόσμος. Ἡ κακία, ἡ ἀπάτη
νικοῦν καὶ πνίγουν καὶ ἀρετὴ καὶ ἀξία.
Σβηστὸ τὸ φῶς. Τὸ ψέμα εἶν’ ἐξουσία.
Ἡ ἀλήθεια πιὰ δὲν βρίσκει μονοπάτι.

Ὢ Κύριε, πόσο ἀκόμη ἡ Ὑπόσχεσή σου
θὰ μένει ἀνεκπλήρωτη; Οἱ πιστοί σου
ἀγωνιοῦν – κι ἡ ἀγωνία σκοτώνει.

Τί ἀξίζει ὅλο τὸ Φῶς ποὺ ἔχεις συντάξει
ἂν σὲ προλάβει τοῦ Ἅδη ἡ μαύρη τάξη
ποὺ ὅ,τι ἀγγίζει εὐθὺς τ’ ἀποτεφρώνει;

Rime 295, 1556.

~.~

Μετάφραση-Σημειώσεις ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*