Πιερ Πάολο Παζολίνι, Πέντε ποιήματα

*

Μετάφραση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

~.~

Θραύσμα θανάτου

Προέρχομαι από σένα και σε σένα επιστρέφω
συναίσθημα με το φως γεννημένο, με το κρύο
βαφτισμένο όταν το κλάμα ήταν χαρά
απ’ τον Πιέρ Πάολο αναγνωρισμένο
στην αρχή μιας φρενήρους εποποιίας
περπάτησα στο φως της ιστορίας
μα ανέκαθεν ήταν ηρωική η ύπαρξή μου
σκέψη βαθιά, κάτω από την υπεροχή σου.
Έπηξε στο αυλάκι του αφρού που άφηνε το φως σου
στις άγριες εκμυστηρεύσεις
της φλόγας σου, κάθε πράξη αληθινή
του κόσμου, της ιστορίας
εκείνης. Και μέσα της επαληθευόταν ολόκληρη
χανόταν η ζωή για να ξαναβρεθεί:
και ήταν η ζωή αληθινή μόνο αν ήταν όμορφη…

Πρώτα η μανία της εξομολόγησης,
έπειτα της διαφάνειας η μανία
γεννιόταν από σένα, υποκριτικό και σκοτεινό
συναίσθημα! Και τώρα
ας μου κατηγορούν κάθε μου πάθος,
ας με αμαυρώνουν, άμορφο ας με λένε, ακάθαρτο,
προδότη, μανιακό, ερασιτέχνη.
Εσύ με απομονώνεις και σιγουριά για τη ζωή μου δίνεις.
Κι αν είμαι στην πυρά, το πύρινο χαρτί θα παίξω
και θα κερδίσω, αυτά τα λίγα αγαθά,
τα πάμπολλα, κερδίζω την ατέλειωτη
την θλιβερή συμπόνοια
που κάνει φίλη μου την δίκαιη οργή:
μπορώ να το πετύχω, γιατί υπέφερα πολύ!

Σε σένα επιστρέφω, όπως γυρίζει
στον τόπο του ο μετανάστης και τον ανακαλύπτει πάλι:
περιουσία έκανα (πνευματική)
και είμαι ευτυχής, έτσι όπως ήμουν άλλοτε
χωρίς κανόνες.
Με τον μαύρο θυμό της ποίησης στο στήθος.
Με το τρελό γήρας του νέου.
Άλλοτε η χαρά σου μπερδευόταν
με τον τρόμο, πράγματι, και τώρα
σχεδόν με μιαν άλλη χαρά
χλωμή, στεγνή: το πάθος μου διαψεύσθηκε.
Τώρα σε φοβάμαι αληθινά,
γιατί είσαι κοντά μου, τμήμα
της οργής μου, της πείνας μου της σκοτεινής,
του άγχους που έχει ένα νέο πλάσμα.

Είμαι υγιής, όπως εσύ το θέλησες,
η νεύρωση κοντά μου διακλαδώνεται,
η εξάντληση μ’ έχει στεγνώσει αλλά
δεν με κατέχει. Γελάει στο πλευρό μου
το τελευταίο φως της νιότης.
Όλα όσα επιθύμησα τα έχω
τώρα πια
έφτασα μάλιστα κι ακόμα παραπέρα
από κάποιες ελπίδες που είχε ο κόσμος
άδειος, να ’σαι εδώ, είσαι μέσα μου,
γεμίζεις τον χρόνο μου και τον καιρό.
Υπήρξα λογικός, υπήρξα
και παράλογος. Μέχρι τα βάθη.
Και τώρα… αχ, βουβάθηκε η έρημος
από τον άνεμο, από τον μεγαλειώδη, άσπιλο
ήλιο της Αφρικής που τον κόσμο φωτίζει.

Ω Αφρική! Μοναδική μου
λύση εναλλακτική.

~.~

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
Δεν υπήρξα γελοίος σ’ όλη μου τη ζωή
Είχα πάντα στα μάτια ένα πέπλο ειρωνείας
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
ιδού ένα τέκνο δικό σου που είναι πατήρ επί της γης
Κι επί της γης δεν αμύνεται πλέον
Αν εσύ το ανακρίνεις, είναι έτοιμο να σου απαντήσει
Είναι ομιλητικό. Όπως όλοι αυτοί που πρόσφατα
έζησαν κάποια δυστυχία κι έχουν συνηθίσει στην δυστυχία.
Έχει μάλιστα ανάγκη να μιλάει, τόσο που σου μιλάει
ακόμα κι όταν δεν τον ανακρίνεις.
Πόση καλή ανατροφή που πήγε στράφι!
Δεν υπήρξα αγενής στην ζωή μου ούτε μία φορά.
Ήμουν αποτραβηγμένος και ήξερα να σωπαίνω.
Για ν’ αμύνομαι είχα εκτός από την ειρωνεία, και την σιωπή.

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς
έγινα πατέρας και το γκρίζο των απογυμνωμένων δέντρων
που δεν έχουν πια καρπούς
το γκρίζο των εκλείψεων απ’ το δικό σου χέρι πάντα με προστάτευε.

Με προστάτευε απ’ το σκάνδαλο, απ’ το να κοροϊδεύουν οι άλλοι
την χαμένη μου δύναμη.
Όντως, Θεέ μου, δεν έχω δημιουργήσει ποτέ το παραμικρό σκάνδαλο.
Με προστάτευαν όσα κατείχα και η εμπειρία του να κατέχω
με καθιστούσε είρωνα, σιωπηλό
και εν τέλει άτρωτο σαν τον πατέρα μου.
Τώρα εσύ με εγκατέλειψες.
Αχ, αχ, ξέρω τι είδα στο όνειρό μου
εκείνο το καταραμένο απόγευμα! Είδα στον ύπνο μου Εσένα.
Να γιατί άλλαξε η ζωή μου.

Άρα λοιπόν, αφού έχω Εσένα
πώς να φερθώ ως προς τον φόβο του γελοίου;
Τα μάτια μου έχουν γίνει δυο ανόητα, γυμνά λαμπιόνια
της ερήμου και της εξαθλίωσής μου.

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς!
Τι να την κάνω την καλή ανατροφή μου;
Θα φλυαρώ μαζί Σου σαν γριά ή σαν φτωχός εργάτης
από την επαρχία, που νοιώθει σχεδόν γυμνός με την επίγνωση
ότι βγάζει δυο δεκάρες και τις δίνει αμέσως στη γυναίκα του
–κι ο ίδιος μένει πάμπτωχος, σαν παιδί, παρά τους γκρίζους κροτάφους του
και τα φαρδιά γκρίζα παντελόνια που φοράνε οι γέροι…

Θα φλυαρώ χωρίς αιδώ όπως οι έσχατοι που τόσο Σου είναι αγαπητοί.
Νοιώθεις ικανοποίηση; Σου εκμυστηρεύομαι τον πόνο μου και αναμένω
την απάντησή σου σαν γάτος εξαθλιωμένος και καλός που περιμένει
ψίχουλα κάτω από το τραπέζι. Σε κοιτάζω, καρφώνω το βλέμμα μου
σαν παιδί αποβλακωμένο, χωρίς αξιοπρέπεια.

Η καλή φήμη, αχ, αχ!
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς,
τι να την κάνω την καλή φήμη και τη μοίρα
–που έμοιαζαν ένα με το σώμα μου και τα χαρακτηριστικά μου–
του να μην αφήνω επ’ ουδενί τον κόσμο να μιλάει για μένα;
Τι να τον κάνω αυτόν τον άνθρωπο
που έχει θωρακιστεί τόσο καλά απέναντι στα απρόοπτα;

~.~

Επέστρεφα χωρίς εσένα

Επέστρεφα χωρίς εσένα, σαν μεθυσμένος
αδυνατούσα να είμαι μόνος τα βράδια
όταν διαλύονται τα κουρασμένα νέφη
μέσα στο αβέβαιο σκοτάδι.
Χίλιες φορές υπήρξα έτσι μόνος
στην ζωή μου, χίλιες ολόιδιες βραδιές
έκρυψαν απ’ τα μάτια μου τα όρη, το γρασίδι
την εξοχή, τα σύννεφα.
Μόνος τη μέρα κι έπειτα μες στη σιωπή
κάθε μοιραίας νύχτας. Και τώρα μεθυσμένος
χωρίς εσένα επιστρέφω, έχοντας στο πλευρό μου
μονάχα την σκιά μου.
Χίλιες φορές θα είσαι μακριά μου
και ύστερα για πάντα. Δεν ξέρω πώς να σταματήσω
την αγωνία που στο στήθος μου ανεβαίνει.
Είμαι μόνος.

~.~

Ικεσία προς την μητέρα μου

Είναι δύσκολο να πω με τα λόγια ενός γιού αυτό που στην καρδιά μου ελάχιστα
με γιο μοιάζει.
Είσαι η μόνη στον κόσμο που ξέρει την καρδιά μου, όπως ήταν ανέκαθεν, πριν από
κάθε άλλη αγάπη.
Γι’ αυτό πρέπει να σου πω ό,τι είναι φρικτό να γνωρίζεις:
μέσα στην χάρη σου γεννιέται η αγωνία μου.
Είσαι αναντικατάστατη. Γι’ αυτό είναι καταδικασμένη στην μοναξιά
η ζωή που μου έδωσες.
Κι εγώ δεν θέλω να είμαι μόνος. Έχω μι’ ατέλειωτη πείνα για αγάπη,
για αγάπη σωμάτων χωρίς ψυχές.
Γιατί η ψυχή είναι εντός σου, είσαι εσύ, αλλά εσύ
είσαι η μητέρα μου κι η αγάπη σου είναι η σκλαβιά μου:
πέρασα την παιδική μου ηλικία υποδουλωμένος σ’ αυτή την αίσθηση
του υψηλού, του αθεράπευτου, του τεράστιου καθήκοντος.
Ήταν ο μόνος τρόπος να νοιώσω την ζωή,
η μόνη απόχρωση, το μόνο σχήμα: τώρα τελείωσε.
Επιβιώνουμε: και είναι η σύγχυση μιας ζωής
που ξαναγεννιέται εκτός της λογικής.
Σε ικετεύω, αχ, σε ικετεύω: μην θελήσεις να πεθάνεις.
Είμαι εδώ μόνος μου, μόνος μαζί σου, σ’ έναν μελλοντικό Απρίλη…

~.~

Οι Θέρμες του Καρακάλλα

Πηγαίνουν προς τις Θέρμες του Καρακάλλα
νεαροί φίλοι καβάλα σε Ρούμι
ή σε Ντουκάτι, με αρρενωπή
αιδώ και αρρενωπή ξεδιαντροπιά
στις ζεστές πιέτες των παντελονιών
κρύβοντας αδιάφορα ή αποκαλύπτοντας
το μυστικό της στύσης τους…
Με τα κυματιστά μαλλιά, με χρώματα νεανικά
στα πουλόβερ τους, σκίζουν τη νύχτα
σε ένα παράλογο λούνα παρκ, εισβάλουν στη νύχτα,
υπέροχοι αφέντες της νύχτας…

Πηγαίνει προς τις Θέρμες του Καρακάλλα,
με ψηλά τον θώρακα, όπως στην πατρίδα του
στις πλαγιές των Απεννίνων, μέσα σε λειμώνες
που έχουν γνωρίσει κοπάδια εδώ και αιώνες
και την ευλαβή τέφρα από τις χώρες των Βερβέρων
–ήδη μιαρός κάτω απ’ τον πονηρό, τον σκονισμένο του μπερέ,
με τα χέρια στις τσέπες– ο βοσκός που μετανάστευσε
στα έντεκά του χρόνια, και τώρα εδώ,
μπερμπάντης χαρωπός
με ρύζι της Ρώμης, ακόμα ζεστό
με φασκόμηλο, σύκα και ελιές…

Πηγαίνει προς τις Θέρμες του Καρακάλλα,
ο γέρος οικογενειάρχης, άνεργος,
που το δυνατό Φρασκάτι, το κρασί, τον έχει καταντήσει
άγριο ζώο ή απλώς ευτυχισμένο
με το σασί κομματιασμένο, σκουριασμένο, στο σώμα το κατεστραμμένο

που αγκομαχά: τα ρούχα, ένας σάκκος
καλύπτει μια ράχη λίγο καμπουριασμένη
δυο πόδια που θα ’χουν σίγουρα φουσκάλες
το φαρδύ παντελόνι κυματίζει
κάτω απ’ τις τσέπες του σακακιού
τις γεμάτες με βρώμικα χαρτιά.
Το πρόσωπο είναι γελαστό: κάτω από το σαγόνι
τα κόκκαλα μασουλάνε τις λέξεις και τρίζουν.
Μιλάει μόνος του, έπειτα στέκεται, στρίβει τη γόπα του τσιγάρου,
το λείψανο στο οποίο όλη η νιότη του έχει μείνει
ανθισμένη, σαν μια πυρά μέσα σ’ ένα καζάνι ή σε κουβά:
πώς να πεθάνει όποιος δεν γεννήθηκε ποτέ;

Πηγαίνουν προς τις Θέρμες του Καρακάλλα.

PIER PAOLO PASOLINI
Μετάφραση Λητώ Σεϊζάνη

*