ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Δήμητρα Δημητρίου, Ίσως έρθω ένα βράδυ…

*

ΙΣΩΣ ΕΡΘΩ ΕΝ ΒΡΑΔΥ…

Ίσως έρθω ένα βράδυ
σαν άλογο στιλπνό
ή σ’ όνειρο
ντυμένη στα λευκά
κάπου στον ύπνο
ίσως σε πιάσω

Κι αν με περίμενες
αν δεν έχεις κοιμηθεί
αν μυστικά στο στήθος σου μπορούσες να κρατήσεις
την καρδιά μου θα δεχτώ να σταματήσω
στα χείλη σου

Ίσως έρθω ένα βράδυ
ξαφνικά
σαν δέηση νυχτερινή
και σαν βαθύ σελάγισμα
μια άσκοπη φωτοχυσία
σ’ αντικρινό γιαλό
φωτιάς λαμπάδα (περισσότερα…)

Στρατής Πασχάλης, Μικρά χωνάκια μωβ

*

*

ΜΙΚΡΑ ΧΩΝΑΚΙΑ ΜΩΒ
( 1971 )

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία
μπλεγμένα με κισσούς
κι άστρα της Ανδρομέδας
στα πράσινα καφασωτά
και τις αγριελιές
καθώς η θάλασσα βροντούσε
πολύ μακριά και πέρα
κι ήτανε σούρουπο ή βράδυ
κάπου μετά το Φάληρο
ή κάπου αλλού,
πιο απόκοσμα –

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία –
και πέτρωνε ο καιρός
όταν ανίδεος κι αθώος
δεν ήθελες παρά το πέρασμα
στο πουθενά
και συνωστίζονταν πλήθη από σκιάχτρα
ζωντανά που περπατούσαν
κι από βαγόνια που το καθένα τους
το ’λεγαν «Πόθο»
στα περιθώρια της πόλης
γεμάτα σιδερένια τραπεζάκια
και πεζοδρόμια
όπου μυρίζανε ανθοπωλείο
θεότρελα τα συντριβάνια –

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία–
σε νεοκλασικά ξενοδοχεία
βασίλεια της κατσαρίδας
που σαν στόλισμα ανάγλυφο
των Φαραώ ή σπιτικός σκαραβαίος
καθότανε υπέρκομψη
στου τραπεζιού το μάρμαρο
όπου κάποτε ακούμπησε ίσως
κάποια ασπρόμαυρη ντίβα
και μίλησε επιτέλους καθημερινά
λίγο μετά την καθαρευουσιάνικη,
σαν ουρά παγωνιού, γλώσσα
της «Φαύστας» – (περισσότερα…)

Η γαλάζια σημαία

*

Κάθε μπάνιο εντός του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης και του στενού Θερμαϊκού Κόλπου συνιστά μια εμπειρία βίαιης ενηλικίωσης κι ένα ταξίδι σωματικής μετάβασης και πολυπρισματικής αυτοεξερεύνησης. Ως φόρο τιμής στη μνήμη της Μαριανίνας Κριεζή, λοιπόν, αυτό το τραγουδάκι, βασισμένο πάνω σ’ ένα παλιότερο δικό της.

(περισσότερα…)

Από την «Ἑξαήμερον» του Γεωργίου Πισίδη

*

Προλεγόμενα – Μετάφραση: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Ο Γεώργιος Πισίδης έζησε στα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Ηρακλείου (7ος αι.). Υπήρξε ο αγαπημένος βυζαντινός ποιητής των λογίων του ελληνικού Μεσαίωνα, μαζί φυσικά με τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό. Στην Ἑξαήμερον ο Πισίδης υμνεί διά μακρών τον Θεό για το θαύμα της Δημιουργίας. Το εκτενές ποίημα (έκδ. Gonnelli) είναι ένα εμπνευσμένο και λεπτοδουλεμένο λυρικό σύνθεμα, στο οποίο διαπλέκεται ο διδακτισμός με την ιδεολογία (δηλαδή την ορθόδοξη θεολογία). Πρόκειται για ένα αξιοπρόσεκτο επίτευγμα της βυζαντινής λογοτεχνίας.

~.~

Προοίμιο (στ. 1-23)

Του λόγου, Εσύ, του θεϊκού κι όλων των θείων έργων
και νου και γλώσσα και τροφή, μα και καρδιά που λέω,
τα δροσερά σου ρεύματα που τα ουράνια λόγια φέρνουν
αφήνω να περιχυθούν στην άνυδρη καρδιά μου.
Τι με είχε καθηλώσει πριν της ξηρασίας σκοτάδι
γι’ αυτό το στόμα μου κλειστό με το στανιό κρατούσα
και της φωνής η σάλπιγγα δεν έβρισκε τον δρόμο.
Ακούστε πώς μας τυραννά της αθυμίας το νέφος:
αυτό γεννά την παγωνιά, του νου την τρικυμία,
του λογικού τον φωταυγή τον ήλιο επισκιάζει,
θολώνει και την κρίση μας απλώνοντας τη νύχτα,
και τον πυρσό της σκέψης μας σβηστό διαρκώς κρατάει
ωθώντας πάλι μέσα μας τις σκυθρωπές σκοτούρες·
αιχμάλωτο και το μυαλό σε μιαν ομίχλη μένει
και του καθρέφτη το ίνδαλμα το στρέφει από την άλλη
– μ’ αυτό του λόγου τις μικρές και πιο λεπτές κινήσεις
από τις γνωστικές πηγές ο νους μας εξετάζει.
Αφού λοιπόν η λάμψη σου, που κάθε τι φωτίζει,
τη νύχτα πια την έδιωξε και τώρα δα η πνοή σου
της μέριμνας το σύννεφο το στέλνει μακριά μου,
και φως με περιέλουσε που πια με γαληνεύει,
έρχομαι τώρα φέρνοντας της έρμης της ψυχής μου
καρπούς για σένα που έδρεψα, τα δώρα της δροσιάς σου. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τρία ποιήματα για τη φιλία, την αγάπη και την πίστη

*

Σε μια φίλη

Ο πλάνητας αποζητά μια φίλη
κι όταν τη βρίσκει μέσα στον χειμώνα
ευγνώμων στην εστία της στεγνώνει
τα απεριποίητα μαλλιά του. Κοίτα:

είναι άνοιξη κι οι στίχοι δεν αξίζουν
παρά σαν μια κατάφαση γενναία.
Μια φλέβα από ζωή, μα οι μήνες τρέχουν
και κάποτε οι θνητοί φυλλορροούμε.

Στην αύρα σου με δρόσισε για λίγο
μια αθάνατη ψευδαίσθηση – τι τρέλα
αλήθεια για τις λογικές ψυχές μας.

~.~ (περισσότερα…)

Λητώ Σεϊζάνη, Τα ποιήματα του ήλιου

*

1. Ήλιε υπάρχεις

Την ύπαρξή σου είχα ξεχάσει
Σ’ αυτή την χώρα του βορρά
Ήλιε, το φως σου είχα χάσει
Ήταν οι μέρες μου μια επανάληψη μουντή
Ενός ατέλειωτου χειμώνα
Με τις ειδήσεις της πανδημίας
Και του πολέμου της Ουκρανίας
*
Ήλιε, σε βρίσκω σήμερα ξανά
Υπάρχεις, δεν τολμώ να το πιστέψω
Βγαίνει ο κόσμος στα μπαλκόνια
Νέοι και γέροι στα πεζοδρόμια
Απολαμβάνουν τις λαμπρές ημέρες
Και την ζωή σαν θείο δώρο
*
Ήλιε, υπάρχεις, δεν τολμώ να το πιστέψω (περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Ποιήματα

*

Επιείκεια

Καθώς μεγαλώνουμε,
μεγαλώνει και η μεταξύ μας απόσταση
στο τραπέζι που καθόμαστε για το καθημερινό φαγητό.
Μια λελογισμένη απομάκρυνση
υποστηρίζεται από πολλούς
αγνοώντας τη μη λελογισμένη διάσταση
που υποσκάπτει την απόλαυση της γεύσης,
υποδορίως, διαμέσου της συνεχούς μείωσης
της εγγύτητας των σωμάτων ή αλλιώς
αυξάνοντας την απουσία της αφής.
Καταλαβαίνεις γιατί ομιλώ,
πως θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί
Ανεξαρτήτως τι ευχόμουνα, δεν είχα λάβει
στα υπόψη ότι τα σώματα καμπουριάζουν
από το βάρος της απρόσκλητης σκέψης
Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού ξύπνου-ύπνου,
εισβάλλουν οράματα –παρά την εξασθενημένη όραση– εκείνου
του ευθυτενούς βαδίσματος στον ορίζοντα. (περισσότερα…)

Κάθρην Μάνσφηλντ, Πέντε ποιήματα

*

Μετάφραση ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΠΟΔΑΡΙ

Ζοῦσε ἕνας ἄντρας ἐξαιρετικὰ κοντά μας·
εἶχε ἕνα ξύλινο ποδάρι καὶ σὲ πράσινο κλουβὶ μιὰ καρδερίνα.
Καὶ Φάρκυ Ἄντερσον ἤτανε τ’ ὄνομά του.
Εἶχε ἀπ’ τὸν πόλεμο τὸ πόδι του κομμένο
κι’ ἐμεῖς μιὰ θλίψη πάντα νιώθαμε γι’ αὐτόν,
γιατὶ εἶχε ἕνα ὄμορφο χαμόγελο στὰ χείλη.
Κι’ ἦταν πελώριος γιὰ τὸ μικρό του σπίτι.
Ὅταν στὸν δρόμο σεργιανοῦσε δὲν τὸν ἔνοιαζε
μὰ ὅταν στὸ σπίτι τὸ μικρό του περπατοῦσε
τὸ πόδι του ἔκανε ἕναν θόρυβο ἀπαίσιο.
Κι’ ὁ ἀδερφός μου ἔλεγε ὅτι κελαηδοῦσε,
ἀπ’ ὅλα τὰ πουλιὰ πιὸ δυνατὰ ἡ καρδερίνα,
ὥστε ἐκεῖνος τὸ καημένο του τὸ πόδι
νὰ μὴν ἀκούει καὶ νιώθει τόση στεναχώρια.

~.~ (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Νέα ρουμπαγιάτ

*

Το ένιωσες πολύ αργά. (Εξάλλου
πότε εισάκουσες λόγο δασκάλου,
ποιον θ’ ανεχόσουν να σ’ το πει;)
Πως έχεις ζήσει τη ζωή ενός Άλλου.

* * *

Ο Δον Ζουάν, ο Φέλιξ Κρουλ, ο Ισκαριώτης,
ο Κυανοπώγων –τι αγενής πυργοδεσπότης–,
ο Μπελ Αμί, ο Λαερτιάδης, ο Καλιόστρο.
Κάθε αθωότητα έχει το αρπακτικό της.

* * *

Να ’χει στις πλάτες του τ’ απέραντο γαλάζιο
θα τον πετύχεις τον Πανάγαθο βαστάζο.
Αγκομαχά, κοίτα, το βλέπεις καθαρά,
κι ιδρώνει ο δόλιος κάτω απ’ τ’ Ουρανού το βάζο.

* * *

Με χιούμορ συστηνόταν: Μ. η αρσενοκοίτις.
Όμως δεν πρόδωσε ποτέ σύζυγο ή εραστή της,
στους άντρες της παρέμενε πιστή.
Για πάντα στα σκοτάδια της τους τράβαγε. Μαζί της.

* * * (περισσότερα…)

Robert Frost, Kανένα χρυσαφί δέν διαρκεῖ

*

Γυρισμένο στά ἑλληνικά ἀπό τίς
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ καί ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ

Ἔχουν διατυπωθεῖ πολλοί ἰσχυρισμοί, θέσεις καί ἀπόψεις σχετικά μέ τήν μετάφραση τῆς ποίησης: ἀπό τό «ἀδύνατον» τοῦ ἐγχειρήματος ἀφοῦ «κανένα λουλούδι δέν μπορεῖ νά ξεριζωθεῖ, νά ξεφυλλιστεῖ, νά ἐπαναφυτευθεῖ καί νά παραμένει, ἄν καί ὅταν ἀνθίσει, τό ἴδιο μέ τό ἀρχικό»· μέχρι τήν ἀποδοχή τοῦ ὅτι «ἡ μετάφραση εἶναι ἀναγκαῖο κακό»· κι ὥς τήν πιό μετριοπαθῆ θέση πώς « πάντα στό μετάφρασμα χάνονται λίγα ἤ πολλά ἀπό τό πνεῦμα, τήν πρόθεση καί τήν μαστοριά τοῦ τεχνίτη του». Ὑπάρχουν καί ἄλλες ἀπόψεις βέβαια ὅπως π.χ. αὐτή πού λέει πώς «τό μετάφρασμα εἶναι μιά νέα δημιουργία ἀπό πλευρᾶς μεταφραστῆ, καί μπορεῖ νά εἶναι καλή, ἐξαιρετική, ἤ κακή, κάκιστη – καί ὅλα τά ἐνδιάμεσα». Γύρω ἀπό τήν ἐλευθερία, τό θάρρος ἤ τό θράσος τοῦ μεταφραστῆ ὑπάρχουν πολλά ἐρωτήματα: Νά ἀκολουθεῖ μιά κατά λέξη πιστή μετάφραση; Νά ἀποδίδει ἐλεύθερα ἔτσι ὥστε νά εἶναι λειτουργικό τό ποίημα καί σέ ἄλλη γλώσσα; Νά δοκιμάζει καί τίς δύο ὁδούς; Τά ἐρωτήματα δέν ἐξαντλοῦνται.

(περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Ρουμπαγιάτ

*

Σε κάποια ακτή απ’ όλους ξεχασμένη
σε γλώσσα τώρα γράφω που πεθαίνει.
Κανείς δεν πρόκειται να με διαβάσει·
το μέλλον μου δεν με καταλαβαίνει.

* * *

Πόσο καλή ’ναι η θάλασσα μαζί μου.
Σοφά καταβροχθίζει το κορμί μου –
όπως η άνοια κατατρώει τη μνήμη
κι ο άνεμος τις θίνες της ερήμου.

* * *

Τα μάτια καίνε. Ήλιος, σκόνη, αλάτι.
Εμπρός μου μια σκιά μου δείχνει κάτι.
Πού είμαι; Στην πλατεία ενός θεάτρου
ή στη σκηνή του; – Σε μια οφθαλμαπάτη.

* * *

Στην κοσμοσυρροή. Στέκομαι μόνος.
Γέλια παντού. Νεανίσκοι της Σιδώνος
χειρονομούν σαν σε βουβή ταινία.
Σιωπά κουδούνι χαλασμένο ο χρόνος. (περισσότερα…)

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, Τα παραμιλητά του Τιθωνού

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

ΜΟΛΟΝΟΤΙ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗ σ’ έναν Κορνάρο και σ’ έναν Χορτάτση, στα αριστουργήματα ενός Ερωτόκριτου και μιας Ερωφίλης δηλαδή, ερωτικά ποιήματα εκτενή συνθετικά, η νεώτερη ελληνική λογοτεχνία έχει λίγα μεγάλης αξίας.

Αφήνω απ’ έξω τον «Στερνό λόγο – Σε μια γυναίκα» του Παλαμά, τον δέκατο τρίτο λόγο δηλαδή του Δωδεκάλογου, που είναι ποίημα συνθετικό από μόνος του αλλά και απόσπασμα άλλης, εκτενέστερης σύνθεσης, και ως τέτοιο όχι αποκλειστικά ερωτικό.

Αφήνω απ’ έξω και τον «Ύμνο δοξαστικό για τις γυναίκες που αγαπούμε» του Εγγονόπουλου που είναι μεν ποίημα εκτενές, ουχί δε και συνθετικό.

Στη λίστα μου απομένουν τρία. Ο «Ερωτικός λόγος» του Σεφέρη, απ’ τη «Στροφή» του 1931. Το Μονόγραμμα του Ελύτη, γραμμένο σαράντα χρόνια αργότερα, το 1971. Και τα «Παραμιλητά του Τιθωνού» του Δ. Π. Παπαδίτσα, ένα αληθινό κομψοτέχνημα, δημοσιευμένο το 1986 στη συλλογή του ποιητή Το Προεόρτιον.

Και τα τρία, και αυτό είναι το κοινό τους στοιχείο, ακροβατούν στο μεταίχμιο παράδοσης και νεωτερικότητας. Ο «Ερωτικός λόγος» του Σεφέρη είναι πλάι στη «Φοινικιά» και τη Μητέρα Θεού ό,τι πλησιέστερο έχουμε στην καθαρή ποίηση στην Ελλάδα.

Το Μονόγραμμα είναι ένα ποίημα εκπληκτικής αρχιτεκτονικής, ένα tour de force ιλιγγιώδους δεξιοτεχνίας, όπου κάθε ρίμα, κάθε στροφή, κάθε στίχος υπακούει σ’ ένα μαθηματικό πλάνο ασύλληπτης αυστηρότητας.

Τα «Παραμιλητά του Τιθωνού» πάλι πατούν κι αυτά με τη σειρά τους τεχνοτροπικά στον Παλαμά και τον Σικελιανό, φέρνουν όμως στα γράμματά μας ένα θέμα ζόρικο και δύσκολο να το πιάσει κανείς ακόμη και σήμερα, τον ερωτισμό της τρίτης ηλικίας.

Ο Τιθωνός είναι ο μυθικός σύντροφος της Ηούς, της Αυγής δηλαδή, που οι θεοί του χάρισαν την αθανασία, όχι όμως και την αιώνια νεότητα, και καταδικάστηκε ες αεί να ζαρώνει σαν το τζιτζίκι πλάι στην αγέραστη ερωμένη του, να δύει ατελεύτητα πλάι στην ανέσπερη Ανατολή:

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Ένα υπέροχο ποίημα που δεν είναι όσο του πρέπει γνωστό:

Καμπύλο είναι το βλέμμα μου τ’ άστρο με τ’ άστρο ως δένει
και τ’ όνειρό μου μαγνητίζει φωτεινές τροχιές
είναι η φωνή μου με το ηλιόκαμα ζευγαρωμένη
κι ό,τι μου δίνει η κάψα μού το παίρνουν οι βροχές.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

ΤΑ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΑ ΤΟΥ ΤΙΘΩΝΟΥ

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941)

1.

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά. (περισσότερα…)