Κάθρην Μάνσφηλντ, Πέντε ποιήματα

*

Μετάφραση ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΠΟΔΑΡΙ

Ζοῦσε ἕνας ἄντρας ἐξαιρετικὰ κοντά μας·
εἶχε ἕνα ξύλινο ποδάρι καὶ σὲ πράσινο κλουβὶ μιὰ καρδερίνα.
Καὶ Φάρκυ Ἄντερσον ἤτανε τ’ ὄνομά του.
Εἶχε ἀπ’ τὸν πόλεμο τὸ πόδι του κομμένο
κι’ ἐμεῖς μιὰ θλίψη πάντα νιώθαμε γι’ αὐτόν,
γιατὶ εἶχε ἕνα ὄμορφο χαμόγελο στὰ χείλη.
Κι’ ἦταν πελώριος γιὰ τὸ μικρό του σπίτι.
Ὅταν στὸν δρόμο σεργιανοῦσε δὲν τὸν ἔνοιαζε
μὰ ὅταν στὸ σπίτι τὸ μικρό του περπατοῦσε
τὸ πόδι του ἔκανε ἕναν θόρυβο ἀπαίσιο.
Κι’ ὁ ἀδερφός μου ἔλεγε ὅτι κελαηδοῦσε,
ἀπ’ ὅλα τὰ πουλιὰ πιὸ δυνατὰ ἡ καρδερίνα,
ὥστε ἐκεῖνος τὸ καημένο του τὸ πόδι
νὰ μὴν ἀκούει καὶ νιώθει τόση στεναχώρια.

~.~

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

Κάποτε ἔφτανε ἡ μέρα γενεθλίων μου
ὁ ἀδελφὸς κρυφὰ προετοίμαζε μιὰν ἔκπληξη:
μέρες καὶ μέρες δὲν μαρτύραγε, μουρμούριζε
ἕναν μικρὸ σκοπὸ κάθε ποὺ τὸν ρωτοῦσα.
Μὰ μία νύχτα καθὼς ἔβρεχε
ἐγὼ ξύπνησα, καὶ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει·
τότε μοῦ ’πε.
«Φύτεψα δύο κύβους ζάχαρης στὸν κῆπο σου
ἀφοῦ τὴν ἀγαπᾶς τόσο φανατικὰ
σκέφτηκα νἄχεις στὴ γιόρτη σου ζαχαρόδεντρο,
μὰ τώρα θἄχουν πλέον ὁλωσδιόλου λιώσει».
Ὦ τὸν γλυκό μου!

~.~

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ

Καθίσαμε μπροστὰ ἀπ’ τὴ φωτιά·
Στὴν κουνιστὴ καρέκλα ἔπλεκε ἡ γιαγιὰ
Καὶ ὁ μικρὸς κι’ ἐγὼ ἤμασταν ξαπλωμένοι.

Λέγαμε «Πεῖτε μας, Γιαγιά, μιὰν ἱστορία».
Μὰ τὸ κεφάλι στρέφοντας, μετροῦσε βελονιές,
«Ἀντὶ γιὰ μένα, πεῖτε μιὰ ἱστορία ἐσεῖς»,
Σκάρωσα κάτι γιὰ μιὰ τίγρη ὅλο βοῦλες
ποὖχε δεμένο ἕναν κόμπο τὴν οὐρά·
Μὰ ἐνῶ μοῦ ἄρεσε αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ κόμπου,
Δὲν ἤξερα γιατὶ τὴν ἔβαλα ἐκεῖ.
Καὶ ἔτσι εἶπα:
«Τώρα ἡ σειρὰ ἔχει ἔρθει τοῦ Μικροῦ Ἀδερφοῦ»
Χέρια κουνῶντας φώναξε «Ἔχω μία τέλεια».
Τὸ πλέξιμο παράτησε ἡ Γιαγιὰ
«Γιὰ πές, γλυκέ μου».
«Ἤτανε κάποτε ἕνα κακὸ κορίτσι
καὶ ἔφαγε ἕνα χαστούκι ἀπὸ τὴ Μαμά της, αὐτὸ εἶναι ὅλο».
Δὲν ἦταν μιὰ ἰδιαίτερη ἱστορία
μὰ πὼς μᾶς ἄρεσε πολὺ ὑποκριθήκαμε
καὶ ἡ Γιαγιὰ τὸν χόρεψε στὰ γόνατά της.

~.~

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΓΕΛΙΟ

Μέσα στὴ μέση ἀπὸ τὰ πιάτα τοῦ χυλοῦ
μιὰ πεταλούδα μπλὲ ἦταν ζωγραφισμένη
καὶ ἀγωνιζόμασταν κάθε πρωὶ ποιός θὰ τὴν φτάσει πρῶτος.
Τότ’ ἔλεγε ἡ Γιαγιά:
«Μὴ φᾶτε τὴν καημένη πεταλούδα».
Καὶ σκάγαμε ὅλοι μαζὶ στὰ γέλια.
Τὸ ἔλεγε κάθε φορὰ καὶ πάντοτε γελούσαμε.
Ἔμοιαζε ἕνα γλυκὸ μικρὸ ἀστεῖο.
Καὶ ἤμουν σίγουρη ὅτι ἕνα ὡραῖο πρωὶ
ἡ πεταλούδα θὰ πετοῦσε ἀπ’ τὰ πιάτα,
γελῶντας μὲ τὸ ἐφηβικώτερό της γέλιο,
καὶ θὰ καθόταν στῆς Γιαγιᾶς τὴν ἀγκαλιά.

~.~

ΤΟ ΚΕΡΙ

Πλάϊ στὸ κρεβάτι μου, σὲ στρογγυλὸ τραπέζι
Τοποθετοῦσε ἡ Γιαγιὰ ἕνα κερί.
Μοῦ ’δινε τρία φιλιά, καθένα κι’ ἕνα ὄνειρο
καὶ μὲ παράχωνε ἐκεῖ ποὺ ἤθελα πάντα.
Βγαίνοντας ἔκλεινε ἀπὸ πίσω της τὴν πόρτα.
Πρόσμενα ἀκίνητη τὰ λόγια τῶν ὀνείρων·
ὁμῶς ἐκεῖνα μέναν πάντα σιωπηλά.
Ξάφνου θυμόμουν πὼς τὴ φίλησα κι’ ἐγώ.
Τὰ τρία μου ὄνειρα ἴσως ἔδωσα ἀπὸ λάθος.
Καὶ ἀνακάθισα ἐπάνω στὸ κρεβάτι.
Αὔξανε τὸ δωμάτιο, σὰν ἐκκλησία ­– καὶ πιὸ πολύ.
Μόνο ἡ ντουλάπα ἦταν ἴσαμε ἕνα σπίτι.
Μοῦ χαμογέλασε ἡ κανάτα τοῦ νιπτήρα·
μ’ ἕνα χαμόγελο ὄχι τόσο φιλικό.
Τὴν πολυθρόνα κοίταξα ποὺ ἦταν ροῦχα διπλωμένα·
κι’ ἐκείνη ἔτριξε λὲς κι’ εἶχε ἀκούσει κάτι.
Ἴσως ζωντάνευε καὶ ἤθελε τὰ ροῦχα μου νὰ βάλει.
Μὰ τὸ χειρότερο συνέβη ἀπ’ τὸ παράθυρο:
τί ἦταν ἀπ’ ἔξω δὲν μποροῦσα νὰ σκεφθῶ.
Οὔτε ἕνα δέντρο δὲν φαινόταν, ἤμουν σίγουρη.
Οὔτε ἕνας θάμνος ἢ πλακόστρωτο οἰκεῖο.
Γιατί κατέβαζε τὰ στόρια κάθε νύχτα;
Θἆταν καλύτερα γιὰ μένα νὰ γνωρίζω.
Τρίζαν τὰ δόντια μου, σύρθηκα ἀπ’ τὸ κρεβάτι,
καὶ κρυφοκοίταξα ἀπὸ τὶς χαραμάδες.
Τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ φανεῖ.
Παρὰ κεράκια τ’ οὐρανοῦ ἑκατοντάδες.
Γιὰ νὰ θυμόμαστε παιδάκια φοβισμένα.
Γύρισα πίσω στὸ κρεβάτι μου ξανά…
Τὰ τρία ὄνειρα ἔπιασαν ψιλὸ τραγούδι.

ΚΑΘΡΗΝ ΜΑΝΣΦΗΛΝΤ

*