ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα

*
*

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΕ ΥΦΟΣ «ΚΑΒΑΦΙΚΟ»

Όταν, ω Καίσαρ, θέλουνε να βάλουν
στη θέση σου τον Κάσσιο, τον Γάιο ή όποιο
ένδοξο στρατηγό πού ’χει νικήσει τους βαρβάρους,
τότε προσπάθησε να πείσεις για τις όποιες,
τις όσες ανεπάρκειες θα βρίσκεις σ’ ένα τέτοιο
πρόσωπο που προτείνουνε.
.                                                         Αλλ’ όταν
βλέπεις πως επιμένουνε ως καίσαρα να στέψουν
τον γάιδαρο που βόσκει μες στον κήπο της Συγκλήτου,
λέξη μην πεις, αλλά ντυμένος με κουρέλια,
νύχτα να φύγεις σε βουνά και σ’ αιγιαλούς
όπου αιγών ποιμένες θα φροντίσουνε
την πείνα και τη δίψα σου να ικανοποιήσουν.
Και ζήτησέ τους παρευθύς να γίνεις ένας
απ’ την παρέα τους. Ω Καίσαρ,
κρύψου εκεί και ζήσε, επί τέλους
όσα βαθιά σου επιθυμούσες και σ’ εμπόδιζαν
οι αρετές σου και τα πλούτη σου να πραγματοποιήσεις.
Ζήσε το ιερό, το ξεχασμένο, το υπέρτατο
«λάθε βιώσας» των καισάρων δίχως θρόνο.

____________________

(περισσότερα…)

Ντίνος Σιώτης, Ποιήματα

*

Μακαταβάθος

Μπορεί να άργησες και να σου κρατάει μούτρα
μακαταβάθος ξέρεις πως ποτέ δεν είν’ αργά να
επισκευάσεις όλες σου τις καθυστερήσεις ίσως

το όνειρο να μην πήγε καλά αλλά μη σκιάζεσαι
αφού καταβάθος ο εφιάλτης που ακολουθεί όλα
τα διορθώνει μπορεί επιστρέφοντας στο λιμάνι

που σ’ έδιωξε να λες από μέσα σου πως το πλοίο
είναι αραγμένο μακαταβάθος ξέρεις πως το δικό
σου καράβι είναι βουλιαγμένο μπορεί η ουτοπία

που συσσώρευες μια ζωή να ’χει χτίσει πανύψηλο
πύργο μακαταβάθος το γνωρίζεις πως τον τρώνε
τα τρωκτικά τις Κυριακές τα γήπεδα γεμίζουν με

οπαδούς κασκόλ και σημαίες μακαταβάθος το
πραγματικό παιχνίδι παίζεται στους δρόμους στα
αμφιθέατρα στους διαδρόμους του Απευκταίου

τέλος μπορεί να παραπονιέσαι που απ’ τα βαθιά
βρέθηκες στα ρηχά μακαταβάθος μια ζωή στα
άπατα έζησες κι εκεί πάντοτε θα επιστρέφεις (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τέσσερα ετεροθαλή ποιήματα

 

*

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΜΙΛΥ

It was not Death…

Δεν ήταν έρωτας γιατί τα φύλλα
αγόγγυστα χαμήλωσαν το βλέμμα
κι απέναντι στα καστανά μαλλιά της
ο αέρας λιποψύχησε. Τι θέλεις
απ’ τη θνητή της ύπαρξη θεέ μου;
Ζητά κι αποζητά την τρικυμία
και δεν της τη χαρίζεις.

* (περισσότερα…)

Yπερσιβηρικός

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Μνήμη Ορέστη Λάσκου
Και το τρένο της προόδου ολοταχώς
τρέχει σαν τρελό μέχρι να φτάσει
όσο γίνεται μακρύτερα απ’ το φως,
το Θεό,
την αγάπη
και την πλάση
ΝΤ. ΜΙΖΓΚΟΥΛΙΝ (μτφρ. Αλ. Πάρνη)

Περίμενα χρόνια να ’ρχόταν το τρένο,
λουσμένος με σκόνη μυριάδων σταθμών
― στον κόσμο γεννιέμαι, σιωπώ και πεθαίνω,
παιχνίδι της μοίρας και πάντα υπ’ ατμόν.
Μα πάλι η φωνή μυστικά θα καλεί
ψυχές π’ αρνηθήκαν τις έτοιμες λύσεις.
Ω, πράξη σαν γίνει ετούτ’ η οφειλή,
τον δούλο σου, Κύριε, μπορείς ν’ απολύσεις!

Ποιος μ’ έβαλ’, αλήθεια, σ’ αυτό το ταξίδι
σκεφτόμουν πνιγμένος στο μαύρο βυθό.
Μα σάμπως το ίδιο δε ’λέγαν κι όσοι ήδη
σβηστήκαν, μα κι όσοι θα βγουν σαν χαθώ;
Κουκκίδα μικρούλα η ζωή μας, ενώ
ο Χρόνος τις μαύρες σελίδες απλώνει
και μοιάζει σχεδόν γλαφυρό το κενό,
καθώς αγναντεύεις της στέπας το χιόνι. (περισσότερα…)

Όλα είναι γέλιο…

*

Όλα είναι γέλιο, όλα είναι σκόνη, όλα μηδέν·
όλα όσα υπάρχουν το παράλογο τα γέννησε.

~.~

Πάντα γέλως καὶ πάντα κόνις καὶ πάντα τὸ μηδέν·
πάντα γὰρ ἐξ ἀλόγων ἐστὶ τὰ γινόμενα.

ΓΛΥΚΩΝ
Παλατινή, Χ 124

Μετάφραση
Κώστας Κουτσουρέλης

*

 

Παρασκευάς Καρασούλος, Εκ των υστέρων

*
ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Το μόνο που δεν συγχωρεί ο Θάνατος
είναι η συγγνώμη.
Τα ψέματα αγαπά
και τα μοιραία λάθη.
Ταιριάζουνε τα χνώτα τους
τα βρίσκουν στο κρεβάτι,
εκεί που κανονίζουν τη ζωή.

Τα «με συγχωρείς»
«δικό μου φταίξιμο»
«θα επανορθώσω»
τα αποστρέφεται ο Θάνατος.
Το νεανικό τους σφρίγος
η αναστάσιμη χαρά,
τον εξοργίζουν.

Στέλνει τους Φόβους τότε
–αγγελιοφόροι του Θανάτου από παλιά–
τη βρώμικη δουλειά να καθαρίσουν.
Κυκλώνουν παγωμένοι άνεμοι
θερμοκρασίες του θυμού
τα χείλη που μονάζουν
και κάνουν την συγγνώμη
πιο ευάλωτη.

Το μόνο που δεν συγχωρεί ο Θάνατος
είναι η συγγνώμη.
Ίσως γιατί έτσι ντύνεται κατάσαρκα
τα ανθρώπινα
το Θαύμα.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ

Δεύτερο μέρος από την ανέκδοτη συλλογή Εκ των υστέρων.

*

Δεύτερη Ημέρα

*

ΔΕΥΤΕΡΗ ΗΜΕΡΑ

Κάποιος πήρε στην πλάτη την αναστάσιμη προσδοκία του
και τράβηξε αλλού να τη γιορτάσει.
Εκεί που ζούσε, πάγωσε Μάρτη μήνα το αίμα των ανθρώπων
απ’ το κρύο
κι έπρεπε να πληρώσουν με το αίμα τους
τη ζέστη την παχιά.
Πολύς κόσμος έλεγε ψωμάκι το ψωμί κι, όμως, μπροστά βάδιζαν
όσοι δεν γεύτηκαν ποτέ το σάλιο του υποκορισμού.
Τον πληθυσμό λιγόστευε η πολύτροπη αρρώστια
κι ούτε περίσσευε το ξάφνιασμα απ’ το χαμό των γύρω.
Έβρεχε λάσπη αφρικανική και λασπωμένα νέα του πολέμου.
Ήθελαν όλοι να φιλήσουν κι είχαν τα χείλη τους φραγή.
Ήθελαν όλοι να μιλήσουν κι είχε η γλώσσα τους σιωπή.
Δρόμο έπαιρνε, δρόμο άφηνε ώσπου δεν βρήκε γωνίτσα να γιορτάσει
και γύρισε στον τόπο του με πονεμένη πλάτη.
Κι εκεί που ανέμενε, τον πρόφτασε ο Αη-Γιώργης πάνω στο άλογο.
Η Ανάσταση από προχθές φτασμένη, του είπε ο Άγιος.
Κι εγώ πού ήμουν; ρώτησε ο κουβαλητής της προσδοκίας του.
Τότε ο Άγιος αφίππευσε αργά για χάρη του:
«Πιάσε με το χέρι σου το άλλο χέρι, άγγιξε τον ανάγλυφο σφυγμό»
Και όπως αφουγκράστηκε ο κουβαλητής το ζωντανό του αίμα να βουίζει
κι οι πεταλούδες του ρυθμού πετάρισαν αλαφιασμένες,
κατάλαβε.
Ανάσταση είναι αυτό που αιωνίως προηγείται του θανάτου.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ

*

Θεώνη Κοτίνη, Ποιήματα

*

Γύρω πανούκλα του θεού
και μπουμπουκιάζει ο φόβος.
Να ’ρθε ο καιρός;
Οι προφητείες να αληθεύουνε;

Παλιό σκαρί ο κόσμος
θα μπατάρουμε.

Πάνω
κρότος της μάστιγας ηχεί
Κάτω τυφλό το αμπάρι.
Δεν είδαμε
δεν ξέραμε
δεν φταίξαμε
ήταν γλυκό σκοτάδι.

Κάνε τουλάχιστον εμείς
να παραμείνουμε
άθικτοι
και αμόλυντοι
και ανίδωτοι
απ’ το μεγάλο μάτι. (περισσότερα…)

Ευριπίδης, Ηλέκτρα (Μετάφραση-Επίμετρο Στρατής Πασχάλης)

 

*
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Δύο Στάσιμα και ένα απόσπασμα από το Επίμετρο της Ηλέκτρας του Ευριπίδη που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό από την Κάπα Εκδοτική, εν όψει της καλοκαιρινής παράστασης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα με την Μαρία Κίτσου και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο στους κεντρικούς ρόλους.

~.~

ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Λαμπρά καράβια για την Τροία,
τ’ αμέτρητα κουπιά σάς οδηγούσαν,
κι εσείς δοσμένα στο χορό των Νηρηίδων,
ενώ πηδούσε το δελφίνι απ’ τη φλογέρα
γητεμένο πλάι στην πλώρη,
κι εκείνη σαν γαλάζιο αλέτρι
όργωνε τα νερά,
κατευοδώνατε της Θέτιδας τον γιο
που ’χε φτερά σε πόδια αλαφροπάτητα,
μα και τον Αγαμέμνονα,
καθώς ξεκίναγαν να παν στην τρωική
του ποταμού Σιμόεντα την όχθη.

Οι Κόρες του Νηρέα είχανε φύγει
απ’ τ’ ακρωτήρια της Εύβοιας
τ’ άρματα φέρνοντας και την ασπίδα –
έργα του ΄Ηφαιστου, που μόχθησε
για να τα πελεκήσει
σ’ αμόνι από χρυσό – (περισσότερα…)

Στέφανος: Μιὰ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία (μτφρ. Μαρία Μαρκαντωνάτου)

*

Ἡ Παλατινὴ Ἀνθολογία περιλαμβάνει 3.700 ἐπιγράμματα, 17 αἰώνων (ἀπὸ τὸν 7ο αἰ. π.χ. ἕως τὸν 9ο αἰ. μ.χ). Τὸ ἔργο χρωστᾶμε στὸν πρωθιερέα τοῦ Παλατίου στὴν Κωνσταντινούπολη, Κωνσταντίνο Κεφαλᾶ. Ὁ ἀνθολόγος βασίστηκε στὶς ἀρχαῖες συλλογὲς τοῦ Μελεάγρου, Φιλίππου καὶ Ἀγαθία, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες νεότερες, καθὼς εἶχε στὴ διάθεσή του τὶς πλούσιες βιβλιοθῆκες τῆς Πόλης. Στὸ κλίμα διαφωτισμοῦ ποὺ ἐπικράτησε μὲ τὸν Φώτιο (Βυζαντινὴ Ἀναγέννηση, τὸν 9ο αἰ.), ὁ Κεφαλᾶς ἀνθολόγησε μὲ κριτήριο τὴν αἰσθητικὴ ἀξία τῶν ἐπιγραμμάτων ἤ τὶς πολύτιμες ἀναφορές τους. Τὸ χειρόγραφο βρέθηκε τὸ 1606, σὲ βιβλιοθήκη τῆς Χαϊλδεβέργης, πρωτεύουσας του Παλατινάτου, Γερμανικοῦ Πριγκιπάτου (ἐξ οὗ Παλατίνη ἤ Παλατινή, γνωστὴ ὡς Ἑλληνικὴ Ἀνθολογία).

Ἡ Παλατινὴ Ἀνθολογία, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δεκαπέντε βιβλία, περιέχει ποιήματα ἐρωτικά, ἐπιτύμβια, ἀναθηματικά, συμποτικά, σκωπτικά, παίγνια κ.λ.π. Προσφιλὲς ἀνάγνωσμα τοῦ Καβάφη, τοῦ ἔδωσε ἐρεθίσματα γιὰ τὴ δική του ποίηση, καὶ δικαίως θεωρεῖται μακρινὴ διδάσκαλός του. Παρακάτω δίνουμε τὸν δικό μας ἐλάχιστο Στέφανο, βασισμένον στὸ ἔργο τοῦ ἀείμνηστου Ἀνδρέα Λεντάκη, μὲ τὸν τίτλο 500 ποιήματα ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία, Δωρικός, 1988 (β’ έκδοση).

Στὴ μετάφραση φροντίσαμε νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸ πρωτότυπο, καὶ νὰ κρατήσουμε, κατὰ τὸ δυνατὸν, κάτι ἀπὸ τὸν ρυθμό.

ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ

~.~

V 83. ΑΓΝΩΣΤΟΥ

Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην , σὺ δ’ ἐπιστείχουσα παρ’ ἀγὰς
στήθεα γυμνώσαις, καὶ με πνέοντα λάβοις.

Ἄνεμος νὰ γινόμουν ἄχ, κι’ ἐσὺ σ’ ἀκροθαλάσσι περπατώντας
τὸ στῆθος νὰ γυμνώσεις, καὶ πνέοντα νὰ μὲ πάρεις.

~.~ (περισσότερα…)

Βύρων !

*

Ποιος τάχα θα προσφάιζε τραγιά στη Βαρυμπόμπη,
αντί πουτίγκες ζουμερές στου Κέημπριτζ το λόμπυ;
Μονάχα ένας φιλέλληνας, ο ποιητής ο Βύρων,
πού ’χει του Μάρτη τη θωριά, την ευωδιά των μύρων.

Ο ποιητής ο Βύρωνας από την Αγγλετέρα,
ράχες, ρουμάνια πιλαλά την αυγινήν ημέρα.
Το γιόμα ελαχτάριζε να πίνει ολίγο τσάι,
σ’ ένα λιθάρι τσέστερφιλντ, τη σπάθα του ακουμπάει.

Έπλεκαν τα μαλλάκια του, χρυσοκλωνιάς καρούλια,
να τα φθονούν τα παγανά, να τα ματιάζει η πούλια.
Κάθε γουλίτσα πού ’πινε, εστέναζε «oh, nice!
στίλβωσε, μπάτλερ, τ’ άρματα πριχού πορίσει ο Μάης…»

Τον ποιητή φιλέλληνα από την Εσπερία,
με κάθε έτερο φιλί η Φιλική Εταιρεία,
μέλωνε το κορμάκι του σ’ ένα βαρύ μαράζι
κι έγερνε η φέρμελη στη γη και το χρυσό τσαπράζι.

Δασά δασά οι καστανιές, λιανό τ’ ανεμοβρόχι,
χαρά σ’ εκείνον που έσπειρε σ’ ένα λιακό μετόχι.
Λαχτάραγε η καρδούλα του τη μολυβένια Όσσα,
βάραγε ντέφι η φυλλωσιά με μπακιρένια γρόσα.

Κι ένα πουλί γλυκολαλεί κι ένα πουλάκι λέει,
ξυπνάτε, ορέ κλεφτόπουλα, κάθε σκλαβί του μπέη!
Ανάθεμα τη σπάθα σας, ορέ παλιοζαγάρια,
με μπλάβα ντύσανε τις νιές τ’ αγαρηνά χατζάρια!

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

*

Δημήτρης Κανελλάκης, Πέντε ποιήματα

*

ΠΡΟΔΙΟΡΘΩΣΗ

«Ρηχός μελοδραματισμός
φθηνός ο καρυωτακισμός»
είπε ο Διόνυσος εξαίφνης
που το παίζει λογοτέχνης.
«Πού ’ναι τα διακείμενά σου;
Καβάφης πάλι; Για φαντάσου…»
Να το δάχτυλο στη μέση,
Διόνυσε, αν δε σ’ αρέσει!
«Λείπουν οι ψαγμένοι στίχοι
και λιγοψυχούν και σβήνουν».
Να τους δεις δεν είχες τύχη,
τώρα κάπου μπεκροπίνουν.
«Πού ’ναι οι άλλοι, η κοινωνία;»
Με το ζόρι βρε ψυχή μου
–άλλη από κει μανία–
να ’χω φίλους στη ζωή μου;
«Λείπει η σπάνια η λέξη
που ο νους έχει σμιλέψει».
Τις εξόντωσες, θυμήσου,
όλες μες στη διατριβή σου.
«Δεν υπάρχει πρόγραμμα,
τάχα ποιο το όραμα;
Αχ, σου ξέφυγε το μέτρο!»
Θα το βρεις στον Άγιο Πέτρο.

Μα προς τι η απολογία;
Ξέρεις, πάντα ο πελάτης
έχει δίκιο – κι η ειρωνεία
εν τοιαύτη περιπτώσει
να ’μαι ’γώ ο ζυγοστάτης,
ήτοι αυτός που έχει πληρώσει.

~.~ (περισσότερα…)