Από την «Ἑξαήμερον» του Γεωργίου Πισίδη

*

Προλεγόμενα – Μετάφραση: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Ο Γεώργιος Πισίδης έζησε στα χρόνια της βασιλείας του αυτοκράτορα Ηρακλείου (7ος αι.). Υπήρξε ο αγαπημένος βυζαντινός ποιητής των λογίων του ελληνικού Μεσαίωνα, μαζί φυσικά με τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό. Στην Ἑξαήμερον ο Πισίδης υμνεί διά μακρών τον Θεό για το θαύμα της Δημιουργίας. Το εκτενές ποίημα (έκδ. Gonnelli) είναι ένα εμπνευσμένο και λεπτοδουλεμένο λυρικό σύνθεμα, στο οποίο διαπλέκεται ο διδακτισμός με την ιδεολογία (δηλαδή την ορθόδοξη θεολογία). Πρόκειται για ένα αξιοπρόσεκτο επίτευγμα της βυζαντινής λογοτεχνίας.

~.~

Προοίμιο (στ. 1-23)

Του λόγου, Εσύ, του θεϊκού κι όλων των θείων έργων
και νου και γλώσσα και τροφή, μα και καρδιά που λέω,
τα δροσερά σου ρεύματα που τα ουράνια λόγια φέρνουν
αφήνω να περιχυθούν στην άνυδρη καρδιά μου.
Τι με είχε καθηλώσει πριν της ξηρασίας σκοτάδι
γι’ αυτό το στόμα μου κλειστό με το στανιό κρατούσα
και της φωνής η σάλπιγγα δεν έβρισκε τον δρόμο.
Ακούστε πώς μας τυραννά της αθυμίας το νέφος:
αυτό γεννά την παγωνιά, του νου την τρικυμία,
του λογικού τον φωταυγή τον ήλιο επισκιάζει,
θολώνει και την κρίση μας απλώνοντας τη νύχτα,
και τον πυρσό της σκέψης μας σβηστό διαρκώς κρατάει
ωθώντας πάλι μέσα μας τις σκυθρωπές σκοτούρες·
αιχμάλωτο και το μυαλό σε μιαν ομίχλη μένει
και του καθρέφτη το ίνδαλμα το στρέφει από την άλλη
– μ’ αυτό του λόγου τις μικρές και πιο λεπτές κινήσεις
από τις γνωστικές πηγές ο νους μας εξετάζει.
Αφού λοιπόν η λάμψη σου, που κάθε τι φωτίζει,
τη νύχτα πια την έδιωξε και τώρα δα η πνοή σου
της μέριμνας το σύννεφο το στέλνει μακριά μου,
και φως με περιέλουσε που πια με γαληνεύει,
έρχομαι τώρα φέρνοντας της έρμης της ψυχής μου
καρπούς για σένα που έδρεψα, τα δώρα της δροσιάς σου.

~.~

Περὶ τῆς θαλάσσης (στ. 376-393)

Τη θάλασσα την άστατη κανείς αν την κοιτάξει
δεν μοιάζει με κρατούμενο που θέλει ν’ αποδράσει;
Διαρκώς να φύγει προσπαθεί μα πίσω όλο κρατιέται.
Ένας ανούσιος πυρετός συχνά την ξεσηκώνει
και σαν οι βίαιοι άνεμοι προσβάλουν το κορμί της
μαινάδα γίνεται σωστή, χτυπιέται κι αγριεύει·
στη γη παντού ξεχύνεται, κι ολοπαρμένη τότε
ευθύς αποθρασύνεται, το στόμα της ανοίγει,
ουρλιάζει, κράζει συνεχώς και τον αφρό της φτύνει,
με τη φουρτούνα μπλέκεται και στις ακτές ορμάει.
Κι αφού ποτήρια πιει πολλά, –το κάθε, λέω, ρεύμα–
απ’ τα έγκατα την άρμη της αχώνευτη ξεβράζει
κι από τη μέθη την πολλή τη βλέπεις ταραγμένη
το μάνταλο να κοπανά, γοργά να δραπετεύσει.
Μα κάτι πίσω την τραβά και πάντα τη φοβίζει,
ποτέ στο τέλος δεν περνά το υγρό της το κατώφλι,
μαζεύεται σε μια γωνιά και πλήρως ησυχάζει,
με δούλα που την έπιασες απ’ τα μαλλιά της μοιάζει.

~.~

Περὶ ἀράχνῶν (στ. 1151-1168)

Ποιος στις αράχνες χάρισε την δεξιοτεχνία;
Να γνέθουν ποιος τις δίδαξε και πάλι τις κλωστές τους
να βγάζουν από μέσα τους για να κατασκευάσουν;
Με τέχνη γεωμετρική τις βάσεις στέρεες φτιάχνουν,
τους κόμπους, τα δεσίματα σιγά σιγά επεκτείνουν.
Κι όταν στο κέντρο φτάσουν πια, σηκώνουν τις κλωστές τους
και κύκλους γράφουν τέλειους, σοφά υπολογισμένους.
Και τα κενά που ενδιάμεσα θα δεις να δημιουργούνται
συμμετρικά στεριώνονται με στύλους από κάτω,
ώστε το κτίσμα το άρτιο, το λεπτοκαμωμένο,
–αράχνης έργο απ’ την αρχή– ποτέ μην καταρρεύσει.
Διπλό είναι το κατόρθωμα με μια κλωστή μονάχα:
και δίχτυ κυνηγετικό, και κατοικία συνάμα.
Πρέπει σαφώς να ντρέπεται κάθε μωρός που λέει
πως η ύλη υπήρχε ανέκαθεν, τι και χωρίς εκείνη
ένα έντομο εξυφαίνει. Και γι’ αυτό πρέπει να πούμε:
η αράχνη πρώτη πλάστηκε, –και βέβαια πριν την ύλη–
ως αρχιτέκτονας καλός των υλικών νημάτων.

~.~

*