ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος (1926-1990)

*

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ 

( 1926-1990 )

ο φ ε ι λ ή

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

η μέρα που ο τάφος μου θ’ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν

το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.

Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα έν’ άλλο βράδυ
και του ’πα: — Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.

(περισσότερα…)

Αμέθυστος

*

Απ’ του αφρού το ξάφρισμα αναδύεται η καλή μου
στης Καλλονής τα χώματα που έχουν κάλλος τόσο.
Λευκή κι αυτή, υπέρλαμπρη, σαν άστρο στην αυλή μου,
τα χέρια μου για να διαβεί κιλίμια θα τα στρώσω.

Από την Πόλη φτάνει εδώ, στης αμμουδιάς το κάμα,
γοργόνα γοργοκύματη και ας μοιάζει κουρασμένη.
Ευθύς στον Ταξιάρχη μας θα πορευτούμε αντάμα
κι ας είναι χρόνους περισσούς του Αλέξανδρου ταμένη.

Στολίδι περιλάλητο αιγιακό θα της φορέσω
στο κρινοδάχτυλό της που θυμίζει πεφταστέρι:
μια βέρα από αμέθυστο, τις δυο καρδιές να δέσω,
άλλο από αγάπη και χαρά η μοίρα μη μας φέρει.

Μαζί με την αγάπη μου ο αμέθυστος μας δένει
και είναι η καρδιά ξεμέθυστη στο θάμπος βουτημένη.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
*

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

*

ΦΙΛΟΙ

Τι θα έλεγες να μέναμε το βράδυ τούτο ξύπνιοι
να χαλιναγωγήσουμε τη νύχτα σαν παλιά
και να είναι το φεγγάρι λύχνος μέσα στα σκοτάδια;

Στην κάμαρα ξεθάβοντας το σκονισμένο μπάσο
θα παίζουμε τους έφηβους με τις ζεστές καρδιές
κι όταν ο δίσκος θα σκοντάφτει στη βελόνα
με μια ματιά θα αναπολούμε περασμένους ρόλους.

Στο δώμα επάνω θα κοιτάζουμε τα αστέρια·
δεν θα μετράμε εμείς αυτά – θα μας μετρούν εκείνα.
Και θα μας βγάζουν μια ψυχή, δυο μάτια φλογισμένα
και μόνο εμείς θα ξέρουμε πως άλλαξε ο αέρας.

*

ΜΑΧΣΑ

Θα μείνεις όμορφη, Μαχσά,
σαν μεγαλώσεις. Τι γελάς;
Με τέτοια μάτια καστανά,
μαλλιά της νύκτας φορεσιά
και σκέψεις που βοούν κρυφά,
στη Δύση θα ήσουν στο μυαλό
τόσων ανθρώπων ζωηρών.

Θα γίνεις όμορφη, Μαχσά,
ανάμνηση στον ύπνο μου·
τις νύχτες, ξέρεις, που ξυπνώ
με ιδρώτα και ξερό λαιμό.

Φεύγεις κι απλώνεται η φωτιά.
Τουλάχιστον στον ουρανό
θα πιεις, ελπίζω, δροσερό
στον κήπο του Χριστού νερό.

* (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό… (Για τον Δημήτρη Αρμάο)

*

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…

Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι· να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
Πράσινες περιστέρες
περουζέδες
εντός· εκτός: φερέλπιδες pagliacci
να προγευματίζουν
βουτώντας προκηρύξεις
στον καφέ και τσιγάρα στον καφέ·
«Miglior fabbro, miglior fabbro,
γελάς; Είσαι καλός άνθρωπος. Προσπαθεί
να σε κηδέψει ο Foucault”.
«Τι θα μείνει απ’ όλα αυτά;
Καν μια Παλατινή Ανθολογία!» – 1987
«Κέλα για το den του Blake, Γιώργη.
Θα κάνουμε μια έκδοση βαθιά
των Τραγουδιών της Πείρας:
οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι» – 1991
«Άφησε τώρα τον Shakespeare – έχουμε αρκετό·
οι νταλγκάδες του Coleridge λείπουν:
Biographia Literaria.
«Τα παρατώ, Γιώργη», 19; (μόνο εκείνα τα σκαλιά
θυμάμαι και Ζ. Πηγής και… Jonny Walker (;)
και «Όχι εσύ Δημήτρη. Ο τόπος ζέχνει
από managers – ο Κέρβερος
παραδίδει μαθήματα επικοινωνιολογίας…»
«Τι δίνουμε στα παιδιά, Γιώργη;
Απελπισία στιχηρή. Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας
σα θλιβερά τραγούδια. Αυτό που έρχεται….
οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια…
θα διδάξω… νύχτα. Bella νύχτα!
Αποκριές. Δες πως χορεύει η Μούσα σου!» –
χίλια εννιακόσια – στα χίλια εννιακόσια…
Μόνο το φως, η μουσική, τα χείλη διαρκούν.
«Κι εγώ; Ένα μπουκάλι Cutty Shark – το λιγότερο
τη μέρα; O Coleridge; Κάτι
μυρίζει εξορία μέσα μου, ακούγοντάς σε…
By thy grey beard and glittering eye…»
Τριάντα χρόνια προσδοκίες και ματαιώσεις
κι ο θεός γυμνός, ν’ αφήνει
κάτι απ’ τη θεία του φύση
κι ο βαρκάρης: «Δυο τρόποι για να βρεις
τη λευτεριά σου: ο ένας να φυγαδευτείς
κι ο άλλος να πεθάνεις.
«Τον Poe να κάνουμε, Γιώργη: πλήρης
έκδοση σχολιασμένη…»
Έζησα ήδη έναν θάνατο.
Ο δεύτερος θα με συντρίψει.
Κι έγιναν πέντε και δέκα και…
Μην βιάζεστε, ασύστατοι.
Ένας-ένας…
Ο Άδης τρέφεται με τους καλούς –
οι άθλιοι τον βαρυστομαχιάζουν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
*

Τ. Κ. Παπατσώνης, Απόψεις της θαλάσσης

*
Απόψεις της θαλάσσης. Απόψεις ομαλές,
Όσο τρικυμισμένη, σε σύγκριση Βουνού,
σε σύγκριση της Πέτρας, η θάλασσα ομαλή.
Και όσο για τους κινδύνους, η θάλασσα είναι ωραία.
Μόνωση. Αοριστία. Ξένου στοιχείου οι έλξεις
και του Μεμακρυσμένου γύρος πλατύς ώς πέρα.
Ενώνει τα διεστώτα. Και τα ογκωμένα λειαίνει.
Τους όγκους γονατίζει πολύ σκληρών Βουνών.
Φθάνει στις απαλότητες μεγάλων αμμουδιών.
Ορμίσκους δημιουργεί πλήρους καταφυγής.
Εισδύει και αρμυραίνει μυχούς απροσδιορίστους.
Σε αχάρακτες οδούς της, αλλ’ ακριβείς, εκεί
«πλοία διαπορεύεται» και την εμπαίζει Δράκος
πλασμένος απ’ ευθείας από Βουλή Θεού.
Και ύστερα οι Υδρατμοί και ο Ήλιος της αλλάζουν
διαθέσεις και θεωρία. (περισσότερα…)

Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου, Τρία ποιήματα

*

Αξονική βιογραφία

Νιώθω λιγάκι σαν τον Όμηρο:
κανείς δεν ξέρει πότε υπήρξα
κι είναι ομιχλώδη τα στοιχεία καταγωγής μου.

Α! κι αδελφός του Αισχύλου αισθάνομαι
γιατί ως Κυναίγειρος
κυνήγησα με λύσσα τα όσα έφευγαν μακριά μου.

Ίδια απαράλλαχτα σαν το Σωκράτη
ένιωσα δέος απόλυτο για κάθε Διοτίμα
που ωστόσο αγνόησε όσα επινόησα για ελόγου της.

Φίλος καρδιακός του θεϊκού Αλέξανδρου,
ήμουν κι εγώ ένα κομμάτι από το είναι του,
και πάνω στο μεθύσι του με σκότωσε.

Έχω σπουδαία ιστορία, μα δεν ξέρω το ποιος είμαι.
Ίσκιος υπήρξα, παρατρεχάμενος της λάμψης,
πλάτη γυρισμένη μέσα στου Πλάτωνα το σπήλαιο.

[23.07.2022]

(περισσότερα…)

Μικρή σάτιρα σε δύσκολους καιρούς

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

Των νέων τούτων των καιρών, των όψιμων των χρόνων
(ξέρω, σας πέσανε βαριές πολύ οι γενικές)
της σοβαρής της έκφρασης, του αινίγματος των τόνων
τέκνα απομένουν άξια μονάχα οι ποιητές.

Της κρύπτης, του ανέλπιδου τ’ αέναο κυνήγι
(η τέχνη να κοιτά κανείς και κάτω απ’ το χαλί)
στο ευγενές αυτό το σπορ, το ξέρω, μείναν λίγοι
στον κόσμο μας τον κάλπικο – μα λίγοι και καλοί.

Το βλέμμα κάπως σκυθρωπό, τα πόδια σταυρωμένα
τα μάτια πίσω απ’ τους φακούς να στρέφουν στα βαθιά
και θραύσματα των σκέψεων που, ατάκτως ερριμμένα,
να ξοδευτούν προσμένουνε σε pixel και χαρτιά.

Hurrah ενδοσκόπηση! Και hurrah ελευθερία!
Και hurrah εν γένει καθετί που δείχνει σεβαστό.
Αλήθεια να ζητήσουμε σαφώς δεν είναι χρεία
σ’ ό,τι φτηνό που ξεπερνά τον δόλιο εαυτό.

Ας σμίξουμε ξανά λοιπόν στη νέα Αγορά μας
μαζί να εξορκίσουμε αυτά που ’ναι κακά:
Της στίξης το ανώφελο, το μέτρο, τα παλιά μας
– και προπαντός ό,τι ζητά τα μάτια ανοιχτά.

Ας σμίξουμε ξανά λοιπόν κι ύστερα να χαθούμε
σ’ ό,τι ο καθένας μας ζητά, σ’ αυτό που αγαπά.
Οι άμουσοι ας μας χτυπάν κι ας μας περιφρονούνε:
Οι στίχοι μας σαν βιαστικοί· μ’ αξίζουνε πολλά.

~.~

Θεώνη Κοτίνη, Ποιήματα

*

Laissez-faire, laissez passer

Στις οθόνες ανδρείκελα
αναγγέλλουν προτάγματα
Προελαύνει το μέλλον
στου πολέμου τα τύμπανα
στων φτωχών τον ανήλιαγο χρόνο
Εφορμούν εκστρατείες
ανεμίζουν συνθήματα
ξεδιπλώνονται σβάστικες
Διακινούνται κεφάλαια
συμψηφίζουν ναυάγια
στου Αιγαίου τα κάτεργα
Καταυλίζονται ανώνυμοι
αποφαίνονται επώνυμοι
συνωθούνται ακόλουθοι
Σ’ ερμηνεύουν τα δίκτυα
Διατιμώνται τα βήματα
που μπορείς να διανύσεις
απ’ τα πλήκτρα
ως τη σκέψη σου (περισσότερα…)

Θεοδόσης Βολκώφ, Mors triumphalis

*

MORS ΤRIUMPHALIS

Τα πάντα μοιάζουν τώρα να σιωπούν
καθώς ο θάνατός σου ρητορεύει
και αποσβολωμένα τον ακούν.
Κάθε του λόγος άρνηση και χλεύη.
Τι τρομερή από καθέδρας ομιλία,
πόσο ενεργά των λόγων του τα σχήματα,
βρίθουνε από σκέλεθρα και μνήματα,
και κάτω των ανθρώπων η αλαλία.

Ο λόγος του τ’ αφτιά μας πώς μπουκώνει.
Ανάμεσά μας ποιος δεν τον πιστεύει;
Τα μάτια μας ο ρήτορας θαμπώνει.
Ο θάνατος, ψυχή μου, θριαμβεύει.
Το τίποτα που είναι διακηρύσσει
και μάταια πάντα τα έργα μας βαφτίζει.
Οι αγάπες μας, θυμίζει, είναι προς φθίση.
Σαρκάζει λοιδορεί και μυκτηρίζει. (περισσότερα…)

Γιάννης Μπελεσιώτης, Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν καὶ ἄλλα ποιήματα

*

Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν

Ὁ κύκλος τῶν μεγάλων χαμένων ποιητῶν
τὰ μέλη του ἀνακοίνωσε θ’ αὐξήσει
Τὸ ἔμαθα κι ἀμέσως τοὺς δήλωσα «παρὼν»
πρὶν μ’ ἄσχετους ἡ αἴθουσα γεμίσει

Ἀέρα τὰ μαλλιά μου φορᾶν ποιητικὸ
κι ἡ μούρη μου ἔχει πάρει μιὰ γκριμάτσα
(σὲ κάποιο ἀνθολόγιο τὴ βρῆκα σχολικὸ
μοῦ ἄρεσε, τὴν ἔβαλα γιὰ φάτσα)

Τὰ μάτια μου ἀπὸ τότε κοιτάζουν ἀπλανῆ
τὸ χέρι μου ἀγγίζει τὸ σαγόνι
μὲ τρόπο τέτοιο π’ ὅποιος μὲ δεῖ νὰ τοῦ φανεῖ
πὼς κάτι ὁ νοῦς μου ὑπέροχο σκαρώνει

Καὶ τό ’χω σιγουράκι – ὄχι νὰ παινευτῶ
τὴ θέση ὅμως τὴν ἔχω ἀγκαλιάσει
ἀρκεῖ μονάχα ἕνα τυχαῖο μου γραφτὸ
νὰ δείξει τὴ μεγάλη μου τὴν κλάση

Ὁ κύκλος ἔχει κλείσει κι ἀπέμεινα ἐκτός!
Στὴ θέα τοῦ καινούργιου δεδομένου
πικραίνομαι –δὲ λέω– γιατὶ εἶναι γεγονὸς
θὰ μ’ ἄρεσε ὁ τίτλος τοῦ χαμένου…

~.~ (περισσότερα…)

Νεκρικός διάλογος

~.~

ΝΕΚΡΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Ηγέτης (Η.), Σαρλ Ντε Γκωλ (Γ.), Χορός

Η. Αφού είμαι ζωντανός τι κάνω εδώ;
Γ. Είστε νεκροί κι εγώ είμαι ο ζωντανός.
Η. Και τώρα θα μου πεις πως είναι o κόσμος μας
απάτη… Δεν ακούω.
.                                         Γ. Ποτέ σας.
Η. Εσείς που υπάρχετε τι θέλετε από εμάς;
Γ. Σας βλέπω από ψηλά να εξαφανίζεστε.
Η. Ποιος άλλος βρίσκεται μαζί σου;
Γ. Σας βλέπω και δεν είστε, λέω, παιδιά μου.
Η. Ήσουν εσύ κι ο εαυτός σου· τα βιβλία
δεν μου είπαν ψέματα. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Καντάτα γιὰ ἕναν μύθο

*

ΚΑΝΤΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΥΘΟ

Δὲν ξέρω πῶς ξεκίνησα νὰ πέφτω
πῶς ἄρχισε ὅλο αὐτὸ δὲν τὸ θυμᾶμαι
τὴ μιὰ στιγμὴ ἀνέβαινα τὴν ἄλλη
χωρὶς νὰ ξαφνιαστῶ ἢ ν’ ἀναρριγήσω
βρέθηκα νὰ γλιστράω πρὸς τὸ κενό
Γιατὶ ὣς τότε ἀνέβαινα Ἀκόμη
νιώθω στὰ μάγουλά μου τὴν ἀνάσα
ἀπὸ τὴν κάψα τοῦ ἥλιου τῶν ἀνέμων
τὸ ρίπισμα στὸ μέτωπο Ὁ ἀέρας
στὰ ὕψη ἐκεῖ λὲς πὼς δὲν ἔχει σῶμα
ὅσο ἀνεβαίνεις τόσο καὶ ἀραιώνει
διαστέλλεται διογκώνεται στὸ στῆθος
σ’ ἁρπάζει σὰν ἀνάλαφρη εὐφορία
τὶς φλέβες σου ποτίζει ἀργὰ σὰν μέθη
σὲ πείθει πὼς ἀλήθεια ἔχεις φτερά (περισσότερα…)