ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Γιάννης Πατίλης, Ποιά μέρα γιορτάζουμε τὴν ποίηση

*

ΠΟΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ἐξ ἀποστάσεως χαιρετισμὸς
γιὰ νὰ διαβαστεῖ στὶς 21 Μάρτη
στὸ Μουσικὸ Σχολεῖο Κομοτηνῆς

Θέλει σκοτάδι ἡ ποίηση γιὰ νὰ γιορτάσει
βαθὺ σκοτάδι σὰν αὐτὸ
ποὺ πλάκωσε τὸν δύσμοιρο Οἰδίποδα
ὅταν νόμιζε πὼς θὰ γλυτώσει τὸν χρησμό
θέλει τῆς Μήδειας τὸ αἱματηρὸ γιορτάσι
ὅταν κατάλαβε πὼς ἔχασε γιὰ πάντα
τὸν γαμπρό
τοῦ Ἀχιλλέα τὴ μαύρη τρύπα τοῦ φιλότιμου
ὅταν τ’ ὡραῖο λάφυρο
τοῦ πῆρε τὸ ἀφεντικὸ ἀπ’ τὸ κρεβάτι

Ὄχι ἡ Ποίηση δὲν εἶναι σχολεῖο κατηχητικὸ
κι ὁ Ποιητὴς ρομαντικὸς γκαρσόνης
ποὺ θὰ μᾶς φέρει στὴ βεράντα τ’ ἀναψυκτικό
Χασάπης τῆς γλώσσας του εἶναι ὁ ποιητὴς
μαυρόψυχος ποὺ καίει τὸ λίπος του
νὰ φτιάξει ἕνα κερί
τὴν Ἐρινύα του πρὶν ἀπ’ ὅλα
νὰ φωτίσει

Νύχτα γιορτάζουμε τὴν ποίηση
μὲ ποιήματα κεριὰ
ποὺ οἱ ποιητὲς ὅλου τοῦ κόσμου
ἔχουν ἀνάψει γιὰ παρηγοριὰ
στοῦ σκοταδιοῦ τ’ ἀπίστευτο
τὸ μάκρος
Κοίταξε γύρω σου καὶ πίσω σου
καὶ δὲς
τί σιωπηλὰ τί ὄμορφα
καὶ τί πολλὰ ποὺ καῖνε
Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα σκέψου
ὅτι καὶ σὺ μπορεῖς ἂν χρειαστεῖ
νὰ φτιάξεις ἕνα

Γι’ αὐτὸ
μὴ μὲ ξαναρωτήσεις τώρα πιὰ
ποιά μέρα ἡ ποίηση γιορτάζει
Τὴν εἰκοστὴ πρώτη Μαρτίου ἁπλῶς τηροῦμε
ἑνὸς λεπτοῦ σιγὴ
ὅλοι μαζὶ πενθώντας
γιὰ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες
καὶ τὶς νύχτες τῆς ζωῆς μας
τῆς Ποίησης
ποὺ στερηθῆκαν
τὸ κερί

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικὸ. Ποιήματα 1970-2022, ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 2023, σσ. 373-374.

*

*

Μανούσος Φάσσης, Ο Κατήφορος

***

Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΨΥΧΩΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΠΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ

―――

Η ΤΙΜΙΑ ΕΞΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,
ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΝΩΤΤΟΥΣΑ ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ

―――

«Αν είχα μια κόρη 16 χρονώ θα έκανα να διαβάσει κρυφά
αυτό το βιβλίο και θα ήμουν ήσυχος ότι ποτέ δε θα κινδύνευε
να παραστρατήσει…» — ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ,Ο Κατήφορος

Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ
–ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.

Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα ’βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.

Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,

ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει. (περισσότερα…)

Τὸ τέλος ἀργεῖ

*

ΠANTOYM

Τὸ τέλος ἀργεῖ καὶ δὲν λέει νὰ φτάσει.
Ἀπὸ τὸν λαιμό μὲ κρατᾶ, δὲν μ’ ἀφήνει.
Φωτιὰ ποὺ μ’ ἀέρα σαρώνει τὰ δάση,
πλημμύρα ἀπὸ λάσπη ὅλα τὰ καταπίνει.

Ἀπὸ τὸν λαιμὸ μὲ κρατᾶ, δὲν μ’ ἀφήνει
σὰν χέρι μὲ διακριτικὸ δαχτυλίδι·
πλημμύρα ἀπὸ λάσπη ὅλα τὰ καταπίνει,
στὸ κέντρο τῆς δίνης της πνίγομαι ἤδη.

Σὰν χέρι μὲ διακριτικὸ δαχτυλίδι,
ρουμπίνι ἐρυθρὸ σ’ ἕνα κάδρο ἀπ’ ἀσήμι·
στὸ κέντρο τῆς δίνης της πνίγομαι ἤδη
δὲν φταίει ἡ φυγόκεντρος, ὅμως ἡ μνήμη

ρουμπίνι ἐρυθρὸ σ’ ἕνα κάδρο ἀπ’ ἀσήμι
μοῦ δείχνει τὸ αἷμα ποὺ πρέπει νὰ χύσω·
δὲν φταίει ἡ φυγόκεντρος, ὅμως ἡ μνήμη
σὰν ἄγριο σκυλὶ ποὺ μὲ πῆρε ἀπὸ πίσω.

Μοῦ δείχνει τὸ αἷμα ποὺ πρέπει νὰ χύσω,
στὶς φλέβες μου μέσα γιὰ νὰ τὸ ἀντέξω,
σὰν ἄγριο σκυλὶ ποὺ μὲ πῆρε ἀπὸ πίσω
μὲς στ’ ὄνειρο κι’ ἐγὼ τὸ κλείδωσα ἀπ’ ἔξω.

Στὶς φλέβες μου μέσα γιὰ νὰ τὸ ἀντέξω
νὰ βάλω ἀντιστήλι θὰ ἔπρεπε· βρῆκα
μὲς στ’ ὄνειρο κι’ ἐγὼ τὸ κλείδωσα ἀπ’ ἔξω
γιὰ νὰ καμαρώνω τοῦ πόνου τὴν προίκα.

Νὰ βάλω ἀντιστήλι θὰ ἔπρεπε· βρῆκα
τὸ σύνθετο μὲ τὴ βιτρίνα ποὺ τό ’χα
γιὰ νὰ καμαρώνω τοῦ πόνου τὴν προίκα
καὶ ν’ ἀποθηκεύω τὴν πράσινη τσόχα.

Τὸ σύνθετο μὲ τὴ βιτρίνα ποὺ τό ’χα
γιὰ νὰ κρύβω μέσα ἐκεῖ τὸν Θανάση
καὶ ν’ ἀποθηκεύω τὴν πράσινη τσόχα…
Τὸ τέλος ἀργεῖ καὶ δὲν λέει νὰ φτάσει.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

Στιχάκιας, Σάτιρες

*

Μέντιος

Δεμένος στο μαγγανοπήγαδο της θλίψης
γυρίζω γύρω, γύρω και πηγαίνω
χωρίς να ξέρω δίχως να καταλαβαίνω
το μέγεθος ή το βαθμό της σήψης

Στην πλάτη μου δυο ψάθινα καλάθια
και στο κεφάλι –πάλι– ψάθινο καπέλο
τα αυτιά μου εξέχουν και τα δυο (θέλω δε θέλω)
και τα ποδάρια μου ματώνουν απ’ τα αγκάθια

Και πάω πάντα μια πορεία γύρω, γύρω
φτάνω ή δε φτάνω –πια– δεν έχει σημασία
Τα χνώτα μου βρομοκοπούν απελπισία
αγκομαχώντας τον αγώνα μου το στείρο

Χρόνο ξεκλέβοντας καμιά φορά κοιμάμαι
όρθιος όμως μη με πάρουνε χαμπάρι
κι έρθουνε να μου κλέψουν το κριθάρι
Αυτό μονάχα. Τίποτα άλλο δε φοβάμαι

Και πάω πάλι… με το φως ή με σκοτάδι
(Πι ρο τετράγωνο του κόσμου το εμβαδόν)
Κι ας παραμένω κατά τύχη εδώ παρών
κι ας μην, στο κέντρο του, έχει ο κύκλος μου πηγάδι

~.~

Αχ!

Για κοίτα μικρή μου πώς κάνω στροφές
και πώς περπατώ στον αέρα
Σα χάρτινο φύλο του ανέμου οι ριπές
με πάνε μια δώθε μια πέρα….

Το χαίρομαι όμως, γελώ σα χαζός
αυτό το μια κάτω μια πάνω
Του κόσμου ο κόσμος πηγαίνει πεζός
μα εγώ ουρανό πάντα πιάνω

Και κοίτα πώς πάω σα χαρταετός
που εσύ –ναι εσύ!– κουμαντάρεις
Ματάκια που λάμπουν στη νύχτα σα φως
κανόνισε να… με στουκάρεις (περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Θέση μάχης / Προσπαθώ να μην σκέφτομαι

*

Θέση μάχης

Καθώς διαβαίνουν τα χρόνια θα ’πρεπε
να πλησιάζουμε στους στόχους μας.
Τα περιττά και τα άχρηστα βαραίνουν υπερβολικά·
πολλά –όχι όλα– μπορούμε να τα αποχωριστούμε
χωρίς μεγάλη προσπάθεια, κοιτάζοντας έξω από
το ανοικτό παράθυρο, στον κήπο μετά την πρωινή βροχή
καθώς τα πουλιά βρήκαν ευκαιρία να ξεδιψάσουν.
Η δικιά μας δίψα πορεύεται όλο και πιο μειούμενη.
Κάπου είχα γράψει, στο περιθώριο ενός βιβλίου
κατά πάσα πιθανότητα, πως όταν χάνεις μια διάσταση
έχεις παραιτηθεί από κάθε αξίωση απ’ την πραγματικότητα.
Διάσταση όχι βάρος. Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά
Πολλά πράγματα βέβαια προσεγγίζονται με λάθος τρόπο
Θέλω να πω ότι το λάθος συνίσταται στο να αποφασίζεις
αυτό που θέλεις να κάνεις πρώτα και μετά να επινοείς
λόγους δικαιολόγησης. Βέβαια ό,τι και να κάνεις θα το μετανιώσεις.
Θα περιμένω λοιπόν μέχρι να ξυπνήσεις μέσα στη νύχτα
και να σβήσεις το φως. Είναι η ώρα που έξω χαράζει.
Ακριβώς λίγο πριν το τέλος του μονοπατιού της δικαίωσης.

ΠΨ, Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

(περισσότερα…)

F-4E Phantom II, 30 Ἰανουαρίου 2023

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

I
Στή Γῆ

Σέ λίγο πάλι θά χιονίσει

Τό κοιμητήρι τοῦ χωριοῦ Σου
Εὐστάθιε
θ’ ἀσπρίσει

Ἀπό τήν σιδερένια
Εἰσοδο
Σκουριές
Σκιές
Συρματοπλέγματα

Θά ρίξει
Ἑπίσημη
Ἀνεπίσημη
Πομπή

Στά ξεχασμένα
Μνήματα
Ποτέ
Δέν θά ὀνειρεύονταν
Τόση τιμή

Ἀπ’ τά οὐράνια
Νά πέσει
Τῶν παμμεγίστων
Ταξιαρχῶν

Στή γῆ (περισσότερα…)

Έρινα Χαραλάμπους, Μικρά πεζά

*

ΚΑΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

τοιχογραφία

Απέναντί μου ένας πελώριος τοίχος γεμάτος πράματα —πίσσες, κουφέττες, γλειφιτζούρια, αφρόζες, σ̆οκολάτες, τσ̆ίπιτος—, από το μαρμάρινο δάπεδο μέχρι το ταβάνι, μια μαγική τοιχογραφία, μία επίγεια υποψία Παραδείσου. Με κατακλύζει η έξαψη της πρώτης παιδικότητας και δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω. «Τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον τζ̆αι ποτζ̆είνον τζ̆αι ποτούτον», αντιλαλώ – κάθε φορά. Δεν τα αφηγούμαι εγώ αυτά· ο παππούς λαξεύει τη μνήμη, και τα μουστάκια του γελούν από το ολόφωτο καθιστικό μέχρι την Αντζ̆ελού: το μικρομάγαζο στην πλατεία του χωριού, όπου στα δυο μου μόλις χρόνια κατεργαζόμασταν τις Κυριακές μαζί την τέχνη της απληστίας των αισθήσεων· την τέχνη του πρώτου πρώτου έρωτα.

~.~

γρανίτα πορτοκάλι

Τα πόδια μου αιωρούνται ένα κεφάλι πάνω από τη γη, και τα χέρια μου σκαλίζουν τον πάγο. Η κοιλιά μου ισορροπεί το κέντρο βάρους στο αριστερό τοίχωμα του καταψύκτη. Το κεφάλι βρίσκεται κυριολεκτικά εντός. Η αποστολή δεν είναι δύσκολη: αναζητώ στο βάθος βάθος —μόλις που φτάνουν τα δάχτυλα— παγωτό γρανίτα, γεύση πορτοκάλι. Οι οδηγίες της μάμμας ξεκάθαρες: «Από εδώ και στο εξής, μόνο γρανίτα». Ήταν Απρίλης —μπορεί και Μάης—, ήτανε σίγουρα άνοιξη. Θυμάμαι το σκοτάδι στο πρόσωπό της τη στιγμή που αναιρούσε όλες τις αδιαμφισβήτητες απαγορεύσεις, τον εαυτό της και τον κόσμο: «Από εδώ και στο εξής, μόνο γρανίτα». Τέρμα η επιβεβλημένη κατανάλωση θρεπτικών, υγιεινών, χωρίς βλαβερά συστατικά και χρώματα παγωτών γάλακτος! Ήτανε άνοιξη —μπορεί και καλοκαίρι—, ελάχιστο διάστημα μετά από εκείνο το φοβερό ατύχημα στη μαυρόασπρη οθόνη: θυμάμαι τις μάσκες να διανύουν με αμίλητη σκοτεινιά την απόσταση ανάμεσα στην ερημιά κι όλο το χάος που κάλυπτε το εργοστάσιο, τους ψεκαστήρες να εξαγνίζουν φρούτα, λαχανικά στις λαϊκές, και τη φωνή του εκφωνητή να διερωτάται πόσο και αν μολύνει η ραδιενέργεια το φρέσκο γάλα. Ο κόσμος καιγόταν, μπορεί και να ερχόταν το τέλος του, η μάμμα φοβόταν, μπορεί και να είχε αλλάξει, όμως εγώ είχα μόλις κλείσει τα έξι, και η γρανίτα πορτοκάλι ήταν ο απόλυτος παιδικός μου Παράδεισος. Μόλις έξι, λοιπόν, κι είχα ήδη ανακαλύψει τα συστατικά της τέχνης του να ισορροπείς πόδια, χέρια, κοιλιά, κεφάλι απέναντι στην καταστροφή. (περισσότερα…)

Τρία τραγούδια

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

*

ΔΕΚΑ ΦΥΛΑΧΤΑ

Σκουπίδια από μετάξι
σταλάζω χάος στην τάξη
με μια κοπέλα στη γωνιά
Ραγκαβή και Καλλιγά
– είμαι μια λυρική μυθιστορία
από το Μοναστήρι κι ώς την Τροία.

Κάτι δονεί με ρεύμα τη ρωμέικη καρδιά
και τούτη την απόκρυφη πανσέληνη βραδιά.
Την κοπελιά τη λεν Βασάντα
και τώρα που μετράω σαράντα
Ιούλιους θα σου μιλήσω γραικικά:

από Χριστό κι από Ελιγιά
Φριζή, Δαμασκηνό, καλλιά
στο Ρέθυμνο να σ’ εύρει το δι’ ευχών
στα χέρια μέσα σύντροφων πιστών
κι ας είναι Οκτώβρης· μια χρονιά με δέκα φυλαχτά.

~.~

ΡΕΒΙΘΙΑ

Τώρα το ξέρουμε, δεν είπαν την αλήθεια
προδώσαν την πατρίδα τους για μια μπουκιά ρεβίθια·

εσύ όμως ασκητεύεις πάνω σε μια ξέρα
λιγόψυχος, από την κόλαση πιο πέρα
εκεί που το αλμυρό νερό ποτίζει το αλμυρίκι
μακριά από το φθινόπωρο, που γλυκοανθεί το ρείκι. (περισσότερα…)

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος [αναθεωρημένη εκδοχή, 2002]

*

Στις 15 Ιανουαρίου αναρτήσαμε στη στήλη «Αναδρομές» του ΝΠ το ποίημα «Νίκος Καρούζος (1926-1990)» του Ευγένιου Αρανίτση, από το βιβλίο του Ποιήματα και πράξεις (1980-1993), Ίκαρος 1993. Ο ποιητής μάς πληροφόρησε ότι υπάρχει εν τω μεταξύ μια νεώτερη, αναθεωρημένη εκδοχή, δημοσιευμένη στην ανθολογία του Θ. Νιάρχου, Ποιητές για ποιητές. Χειραψία πάνω από την άβυσσο, Καστανιώτης 2002 (β’ έκδοση 2004).

Η αντιβολή των δύο εκδοχών έδειξε ότι σε μεγάλο βαθμό έχουμε να κάνουμε με ένα καινούργιο ποίημα, συγγενικό ασφαλώς σε πολλά με το αρχικό, αλλά και ουσιωδώς αποκλίνον σε άλλα. Με την άδεια του Ευγένιου Αρανίτση, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά, αλλά και με την πεποίθηση ότι μια συγκριτική ανάγνωση παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, παραθέτουμε σήμερα και τη δεύτερη αναθεωρημένη εκδοχή.

~ . ~

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  

Οι ώρες είναι σκιές στα σκαλοπάτια
που κατεβαίνουν ως τους πεθαμένους
μας ποιητές. «Της άβυσσος τα μάτια»,
είπε ο Νίκος, «βλέπουν μαγεμένους
γκρεμούς όπου περπάτησε η Venus
Obscura. Μα, στης τρέλας το κρεβάτι, Α-
φροδίτη και Παρθένος γίνοντ’ ένα.
Το έμαθ’ απ’ τη μάνα μου. Απένα-

ντι σ’ ένα τέτοιο δράμα θα ορίσει
ο ποιητής το έργο, στην οθόνη
της μνήμης προσπαθώντας να κρατήσει
όχι αυτό που τρέμει και τελειώνει,
αλλά την όψη ’κείνου που ακόμη
κι ο θάνατος αρνείται ν’ αντικρίσει:
το Βλέμμα Του Πατέρα, την ερκάνη
μιας γλώσσας που αδιάκοπα θα φτάνει

»στην άκρα σιωπή… Ούτε που ξέρω
αν σώπασα στη σκέψη ή στην πράξη»,
προσέθεσε. «…Εφόσον ο Αχέρο-
ντας θα μας έχει δέσμιους στην τάξη
του θανάτου, να λες “Θεός φυλάξοι”
όταν βρεθείς απέναντι σε γέρο
γιατί τελειών’ η βάρδια του σε λίγο».
«Και η δική σου;» «Σίγουρα… Θα φύγω

για κεί όπου ο νους –η συμμετρία
ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι–
γιατρεύει την παλιά μοιρολατρία.»
Σωστά μιλούσε έτσι για τον Άδη
αλλά –του είπα– μένει το ψεγάδι
της σκέψης πως υπήρξε η πορεία
του χρόνου γραμμική. «Σιγά μην ήταν!
Εμένα μου θυμίζει τη σαΐτα (περισσότερα…)

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος (1926-1990)

*

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ 

( 1926-1990 )

ο φ ε ι λ ή

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

η μέρα που ο τάφος μου θ’ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν

το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.

Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα έν’ άλλο βράδυ
και του ’πα: — Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.

(περισσότερα…)

Αμέθυστος

*

Απ’ του αφρού το ξάφρισμα αναδύεται η καλή μου
στης Καλλονής τα χώματα που έχουν κάλλος τόσο.
Λευκή κι αυτή, υπέρλαμπρη, σαν άστρο στην αυλή μου,
τα χέρια μου για να διαβεί κιλίμια θα τα στρώσω.

Από την Πόλη φτάνει εδώ, στης αμμουδιάς το κάμα,
γοργόνα γοργοκύματη και ας μοιάζει κουρασμένη.
Ευθύς στον Ταξιάρχη μας θα πορευτούμε αντάμα
κι ας είναι χρόνους περισσούς του Αλέξανδρου ταμένη.

Στολίδι περιλάλητο αιγιακό θα της φορέσω
στο κρινοδάχτυλό της που θυμίζει πεφταστέρι:
μια βέρα από αμέθυστο, τις δυο καρδιές να δέσω,
άλλο από αγάπη και χαρά η μοίρα μη μας φέρει.

Μαζί με την αγάπη μου ο αμέθυστος μας δένει
και είναι η καρδιά ξεμέθυστη στο θάμπος βουτημένη.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
*

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

*

ΦΙΛΟΙ

Τι θα έλεγες να μέναμε το βράδυ τούτο ξύπνιοι
να χαλιναγωγήσουμε τη νύχτα σαν παλιά
και να είναι το φεγγάρι λύχνος μέσα στα σκοτάδια;

Στην κάμαρα ξεθάβοντας το σκονισμένο μπάσο
θα παίζουμε τους έφηβους με τις ζεστές καρδιές
κι όταν ο δίσκος θα σκοντάφτει στη βελόνα
με μια ματιά θα αναπολούμε περασμένους ρόλους.

Στο δώμα επάνω θα κοιτάζουμε τα αστέρια·
δεν θα μετράμε εμείς αυτά – θα μας μετρούν εκείνα.
Και θα μας βγάζουν μια ψυχή, δυο μάτια φλογισμένα
και μόνο εμείς θα ξέρουμε πως άλλαξε ο αέρας.

*

ΜΑΧΣΑ

Θα μείνεις όμορφη, Μαχσά,
σαν μεγαλώσεις. Τι γελάς;
Με τέτοια μάτια καστανά,
μαλλιά της νύκτας φορεσιά
και σκέψεις που βοούν κρυφά,
στη Δύση θα ήσουν στο μυαλό
τόσων ανθρώπων ζωηρών.

Θα γίνεις όμορφη, Μαχσά,
ανάμνηση στον ύπνο μου·
τις νύχτες, ξέρεις, που ξυπνώ
με ιδρώτα και ξερό λαιμό.

Φεύγεις κι απλώνεται η φωτιά.
Τουλάχιστον στον ουρανό
θα πιεις, ελπίζω, δροσερό
στον κήπο του Χριστού νερό.

* (περισσότερα…)