ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Χαμένες ψευδαισθήσεις

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 04:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Από τον Μπαλζάκ ώς τον Όργουελ, η θέση ότι η ελευθερία του λόγου δεν είναι παρά αυταπάτη, κομπορρημοσύνη του λεγόμενου πεφωτισμένου κόσμου, αποτελεί κοινό τόπο στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Χαμένες ψευδαισθήσεις τιτλοφόρησε ο πρώτος το κορυφαίο μυθιστόρημά του, ένα από τα τέσσερα-πέντε σπουδαιότερα όλων των εποχών, όπου ανατέμνει ανηλεώς το κιβδηλοποιείο του παρισινού τύπου γύρω στα 1840. Και ο Όργουελ το 1945 γράφει για τη «φιλελεύθερη» Βρετανία:

«Το πιο ζοφερό με τη λογοκρισία στην Αγγλία: σε μεγάλο βαθμό είναι εθελοντική. Οι αντιδημοφιλείς ιδέες αποσιωπώνται και τα άβολα γεγονότα παραμένουν στο σκοτάδι, χωρίς να χρειάζεται γι’ αυτό καμιά επίσημη απαγόρευση».

Για τη βιομηχανία της ενημέρωσης, η «αλήθεια» είναι σαν την Καταρίνα Μπλουμ του Χάινριχ Μπαιλ. Δεν έχει τιμή, μόνον τιμή πωλήσεως.

~.~ (περισσότερα…)

Αίμα καταμετρημένο, αίμα ακαταμέτρητο

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Αίμα καταμετρημένο, αίμα ακαταμέτρητο

Εξαιρετικά ανήσυχοι εμφανίζονται οι πάσης φύσεως ειδικοί (στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες, ινστρούχτορες σε ζητήματα άμυνας και στρατηγικοί αναλυτές) για τη μόδα των ακήρυκτων πολέμων. Συμφωνούν ομόθυμα πως οι ανεπίσημες εχθροπραξίες που διεξάγονται κατά παράβαση του διπλωματικού πρωτοκόλλου, σηματοδοτούν επιστροφή στη βαρβαρότητα, μοιάζουν με απαγχονισμούς χωρίς ικρίωμα, λιθοβολισμούς χωρίς σειρά προτεραιότητας ή ταφή χωρίς λουλούδια. Κατά τα άλλα διαφωνούν. Η ποσότητα της συστημικής βίας που απαιτείται ώστε η ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ αντιπάλων πλευρών να χαρακτηριστεί πολεμική, αποτελεί αντικείμενο συνεχούς διχογνωμίας. Περιφερειακές συρράξεις, φυλετικές σφαγές και διασυνοριακές συγκρούσεις, αναλύονται καταλεπτώς στα ανατομικά τραπέζια διαφόρων ινστιτούτων αλλά επειδή η στατιστική του θανάτου είναι περίπλοκη επιστήμη, παρά τις εργώδεις προσπάθειες αυτών των αξιοσέβαστων ειδικών, δεν ξέρουμε πόσοι ακριβώς πόλεμοι διεξάγονται σήμερα στον πλανήτη. Όσο και να ζοριστούν όμως (για τους ειδικούς μιλώ πάντα), αρνούνται να παραδεχθούν, δημοσίως τουλάχιστον, ότι τα σύγχρονα κράτη έχουν αντιγράψει προ πολλού τον ευέλικτο κώδικα των φυλάρχων και των πειρατών. Μια τέτοια παραδοχή θα τους υποχρέωνε να ομολογήσουν ότι έχουμε κράτη μπουκαδόρων με επιδρομική πρακτική που δεν υστερεί σε τίποτε από κείνη των συμμοριών. Άλλωστε οι ειδήμονές μας είναι σοβαροί, και το χύδην αίμα, αμέτρητο καθώς είναι, θέτει σε κίνδυνο την επαγγελματική τους αξιοπιστία. Αν θέλουν πάντως να ενημερώσουν τον χάρτη των πολεμικών συγκρούσεων με αδιάσειστα στοιχεία, δεν έχουν παρά να ρωτήσουν, εμπιστευτικά εννοείται, τους διευθυντές των μεγάλων εταιρειών όπλων. Αυτοί ξέρουν και μάλιστα με ανατριχιαστική ακρίβεια όλα όσα θέλουμε να μάθουμε — αλλά είναι εχέμυθοι οι άνθρωποι, πράττουν πολλά και μιλούν ολίγα.

~.~ (περισσότερα…)

Καμπύλη, η ελληνική γραμμή

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

ΚΑΜΠΥΛΗ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο Περικλής Γιαννόπουλος καλούσε τους Έλληνες να ανεβούν στην Ακρόπολη για να αντιληφθούν, παρατηρώντας το αττικό τοπίο τριγύρω, την σαφήνεια, την δύναμη του φωτός, την διαφάνεια του αέρα, την διαυγέστατη ελληνική γραμμή. «Ἡ φυσικὴ αὐτή, διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς», έγραφε,

«δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἡ θεμελιώδης βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος Ἀνάγκη, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν αἱ Τέχναι ὅλαι (…) Πουθενὰ μαυρίλα, πουθενὰ θηριωδία, πουθενὰ πάλη, πουθενὰ μῖσος, πουθενὰ κτηνωδία, πουθενὰ ὀξύτης, πουθενὰ χολή, πουθενὰ ἀπαισιοδοξία, πουθενὰ τεραστιότης, πουθενὰ ὄγκος, πουθενὰ κόμπος, πουθενὰ βάρος, πουθενὰ πλῆθος, πουθενὰ ἀνάμιξις, πουθενὰ σύγχυσις, πουθενὰ θεομανία, πουθενὰ βαρυσοφία, πουθενὰ ἀπελπισία, πουθενὰ βαρυθυμία, πουθενὰ καρηβαρία, πουθενὰ συλλογισμός.

Παντοῦ φῶς, παντοῦ ἡμέρα, παντοῦ τερπνότης, παντοῦ ὀλιγότης, ἄνεσις, ἀραιότης· παντοῦ εὐταξία, συμμετρία, εὐρυθμία· παντοῦ εὐγραμμία, εὐστροφία Ὀδυσσέως, λιγυρότης παλληκαριοῦ· παντοῦ ἡμερότης, χάρις, ἱλαρότης· παντοῦ παίγνιον ἑλληνικῆς σοφίας, διάθεσις γελαστική, εἰρωνεία Σωκρατική· παντοῦ φιλανθρωπία, συμπάθεια, ἀγάπη· παντοῦ ἵμερος, πόθος ᾄσματος, φιλήματος· παντοῦ πόθος ὕλης, ὕλης, ὕλης· παντοῦ ἡδονὴ Διονύσου, πόθος φωτομέθης, δίψα ὡραιότητος, λίκνισμα μακαριότητος· παντοῦ πέρασμα ἀέρος θουρίου, ἀέρος ὁρμῆς, ἀέρος ἀλκιμότητος, σφριγηλότητος καὶ παντοῦ μαζὺ πέρασμα ἀέρος μελαγχολίας καλλονῆς, λύπης καλλονῆς, θρήνου θνήσκοντος Ἀδώνιδος. Καὶ παντοῦ ἀὴρ φωτεινοῦ θουρίου δένων τὰ μέλη καὶ μαζὺ ἀὴρ φλογέρας λύων τὰ μέλη μὲ ἡδυπάθειαν. Καὶ παντοῦ πέρασμα ἀέρος φέρον ὀλοφυρμοὺς Ἀφροδίτης καὶ μαζὺ δυνατὸν Σατυρικὸν ὀξύ».

Αν το ελληνικό Τοπίο επέτρεπε ευλόγως πριν από έναν αιώνα μια τέτοια υψιπετή διακήρυξη, για ποιαν ελληνική γραμμή μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε εμείς, οι επιζώντες του ελληνικού ναυαγίου (ναι, ναυαγίου, αφού ο μείζων στόχος της Παλιγγενεσίας, ένας νέος ελληνικός πόλος και πολιτισμός δεν ολοκληρώθηκε ποτέ); Τώρα που από την Ακρόπολη είναι αδύνατον πια να δει κανείς εκείνη την εικόνα (μάλλον σε αυτά που εξορκίζει ο Γιαννόπουλος καταλήξαμε), τι απομένει ακριβώς ως θεμέλιο ελληνικής αισθητικής; (περισσότερα…)

Ειδική Ποιητική Επιχείρηση

*

Ελευθερία, ποιός άραγε γνωρίζει
την όψη-σου απο πρίν; Και πού δέ σ’ είδα!
Πότε κρατάς το κλόμπ που φοβερίζει

τα Κίτρινα Γιλέκα, πότε ασπίδα
και προστατεύεις τ’ αγριεμένα πλήθη
στους δρόμους του Κιέβου. Η προσωπίδα

του απείθαρχου σου πάει, του αρχαίου Σκύθη,
κι η λουλουδάτη ανεμελιά του χίπη,
ρεκλάμα γελαστή που ακόμα πείθει.

Δέν άφησες τερτίπι για τερτίπι
που να μήν ξέρεις, Λευτεριά, καλούπι
που να μήν έχεις μπεί. Γιά πές, τί λείπει;

– Του αξύριστου πυγμαίου το σουλούπι.

21 Μαΐου 2022. Στην εσθονική πόλη Τόρβα, η Λεττονή γλύπτρια Αγκνέζε Ρουτζίτε-Κιρίλοβα πλάθει ενα αντίγραφο του Αγάλματος της Ελευθερίας απο άμμο. Το πρόσωπο της Ελευθερίας φέρει τα χαρακτηριστικά του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

~.~ (περισσότερα…)

Το πνεύμα του καρναβαλιού

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Δύο τόμους δοκιμίων αφιερωμένων αποκλειστικά στο μυθιστόρημα έχει δημοσιεύσει ως τώρα ο Σταύρος Ζουμπουλάκης. Ο πρώτος τόμος φέρει τον τίτλο Υπό το φως του μυθιστορήματος (Πόλις, 2015) και ο δεύτερος έχει τίτλο Μυθιστορηματικό αναγνωστήριο (Πόλις, 2021). Τα τριάντα επτά συνολικά δοκίμια που συγκεντρώνονται στους δύο αυτούς τόμους έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα κατά τη διάρκεια πολλών ετών: το παλιότερο απ’ αυτά δημοσιεύτηκε ήδη το 1996 και το πιο πρόσφατο μόλις το 2021. Μπορούμε συνεπώς να πούμε πως, διαβάζοντάς τα, ο αναγνώστης μπορεί να σχηματίσει μια συνολική άποψη για την περί μυθιστορήματος αντίληψη του Ζουμπουλάκη.

Τι αναλύει ο Ζουμπουλάκης όταν αναλύει ένα μυθιστόρημα; Ο ίδιος λέει πως «το μυθιστόρημα σκέφτεται, με τρόπο αινιγματικό, τη ζωή και τον κόσμο» και όποιος διαβάζει μυθιστορήματα «θέλει ακριβώς, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, να ξεδιαλύνει λίγο το αίνιγμα της ζωής του, να φωτίσει το μυστήριό της, μα και να διευρύνει τα όρια της δικής του κατανόησης του κόσμου και των ανθρώπων».[1] Ξεκαθαρίζει λοιπόν ρητά πως δεν τον απασχολεί η τεχνική του μυθιστορήματος, οι αφηγηματικοί τρόποι, το χτίσιμο των χαρακτήρων κ.λπ. Ούτε πάλι τον ενδιαφέρει η γλώσσα, η ιδιαίτερη πολυφωνική γλώσσα του μυθιστορήματος, ούτε και ο ρυθμός ή η μουσικότητα της έκφρασης. Το μόνο που κοιτάζει σ’ ένα μυθιστόρημα είναι το περιεχόμενό του: οι απαντήσεις που δίνει στα ερωτήματα της ζωής, πώς μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Αυτό λοιπόν που αναζητά ο Ζουμπουλάκης στο μυθιστόρημα είναι ιδέες, κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, φιλοσοφικές θεωρίες. Ακόμα χειρότερα, πολλές φορές αυτό που αναζητά είναι απλώς ένα ηθικό δίδαγμα, πρακτικές υποδείξεις για το πώς πρέπει να ζεις, για το ποιο είναι το κακό και ποιο το καλό. (περισσότερα…)

«Κι αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο;»

~.~

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Κι αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο;» Αυτό το ερώτημα έχει αναρτήσει τούτο τον καιρό στις γιγαντομαρκίζες του ένα αθηναϊκό μουσείο. Η κυρία της φωτογραφίας, που μόλις ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από την πολιτική, είναι ίσως η απάντηση. Ιέρακας από τους τρομερότερους της αμερικανικής διπλωματίας, διαβόητη για τη φράση της «Fuck EU!», βασικός μοχλός της παρδαλής «επανάστασης» του 2014 που ανέτρεψε τον Γιανουκόβιτς και έστρωσε τον δρόμο στο τωρινό ουκρανικό δράμα, η Βικτόρια Νούλαντ όπου πέρασε άφησε πίσω της ερείπια.

Και να ’ταν η μόνη; Μαντλήν Ωλμπράιτ, Χίλλαρυ Κλίντον, Κοντολάιζα Ράις, το αμερικανικό ΥΠΕΞ το διαφεντεύουν γυναίκες τριάντα χρόνια τώρα. Και υπήρξαν όλες τους μια μερίδα από τα ίδια: πολεμοκάπηλες, υποκρίτριες, κυνικές. Ποιος μπορεί να ξεχάσει εκείνο το «Άξιζε τον κόπο!» της Ωλμπράιτ, όταν δημοσιογράφος τη ρώτησε για τα 500.000 σκοτωμένα παιδιά του Ιράκ;

Αλλά, εντός και εκτός ΗΠΑ, έτσι δεν κυβερνούν τον κόσμο οι περισσότερες γυναίκες πολιτικοί που έχουν ένα όνομα στις μέρες μας; Φον ντερ Λάυεν; Μπαίρμποκ; Νίκκι Χέηλυ; εκείνες οι ατυχήσασες εντέλει νεαρές που κυβέρνησαν τη Φινλανδία και την Νέα Ζηλανδία για ένα φεγγάρι; και πρώτη στη σειρά ανάμεσά τους, εξυπακούεται, η πατριάρχισσα, και ανομολόγητο πρότυπό τους, Μυλαίδη Θάτσερ;

Με συρράξεις θερμές και ψυχρούς πολέμους, με δρακόντειες απαγορεύσεις, κοινωνικές καταστροφές και δογματικές μισάνθρωπες κατηχήσεις δεν ταυτίστηκαν; Τι έχουν να ζηλέψουν από τους αρσενικούς επιβήτορες της εξουσίας;

~.~ (περισσότερα…)

Κτήρια-σκουπίδια

*
Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Κυκλώπεια τείχη που μάδησαν, στάδια και αμφιθέατρα γυμνά, μεσαιωνικές καστροπόλεις τώρα πια ανυπεράσπιστες, εγκαταλειμμένα χωριά, γονατισμένα αγροτόσπιτα και αρχοντικά…

Όλη η Ελλάδα είναι γεμάτη ερείπια. Παντού, απ’ τον βορρά ώς τον νότο κι απ’ τα διάσελα των βουνών ώς τις νησιώτικες ακρογιαλιές, όπου κι αν δεις, ένας απέραντος ερειπιώνας σού χαϊδεύει το βλέμμα. Γιατί είναι απαλά αυτά τα ρημάδια, γύρω το χώμα τα χωνεύει γλυκά, δεν αφήνουν πληγές στο τοπίο, κάνουν τον κύκλο τους, κάποτε πάμπολλους αιώνες μακρύ, και μαραίνονται μέσα στον χρόνο όπως ορθώθηκαν, σαν περήφανα άνθη της πέτρας.

«Κτήρια που όταν γερνούν να μη μοιάζουν σκουπίδια». Έτσι περιέγραφε το αρχιτεκτονικό του ιδεώδες ο πρόωρα χαμένος Κυριάκος Κρόκος. Ιδεώδες όμως γιατί; Μήπως έτσι δεν έχτιζαν χιλιετίες ολόκληρες; Όχι πια. Αυτό το ώς χθες ακόμη κατορθωμένο και αυτονόητο, το έκανε άπιαστο κι ιδεατό η μοντέρνα ζωή, το πνεύμα του σπάταλου εντυπωσιασμού και της χρησιμοθηρικής μυωπίας που εμπνέει κάθε σχεδόν μανιφέστο της νεώτερης αρχιτεκτονικής.

Σκεφτείτε το Μουσείο της Ακρόπολης. Αναλογιστείτε το προς στιγμήν παρατημένο, ερειπωμένο, βουβό. Με τι θα ’μοιαζε αν όχι με γιγάντιο σκουπίδι παρκαρισμένο εκεί δίπλα στον Βράχο; (Τάνκερ δεμένο στην ποδιά του Παρθενώνα έχει αποκαλέσει ο Πάνος Θεοδωρίδης αυτό το κτίσμα που με την αναιδή προτεταμένη γλώσσα του εξώστη του ειρωνεύεται κάθε αττική αρμονία).

Τι άλλο παρά σκουπίδια, αφημένα στην τύχη τους, είναι ήδη σήμερα, τώρα, τα διατηρητέα, τρομάρα μας, προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, αθηναϊκά παραδείγματα του λαμπρού τάχατες Bauhaus, στην πραγματικότητα σκύβαλα παραταγμένα στη σειρά σαν φαντάροι σε πρώσσικο στρατώνα. (περισσότερα…)

Το Σύνδρομο του Καλιγούλα και τα όρια της εξουσίας

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

«Αφού γεννήθηκες θνητός, άνθρωπε, μην έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου».
ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ
«Ο θάνατος – ως σκέψη, φόβος, όριο του μέλλοντος, σαρδόνιος γέλως – αναστατώνει τη ζωή γιατί γελοιοποιεί τα ερείσματά της… είναι το ισχυρότερο αντίδοτο της έπαρσης».
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ

Γνωστός με το προσωνύμιο Καλιγούλας, ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας Γερμανικός (12 μ.Χ. – 41 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 37 μ.Χ. έως το 41 μ.Χ. Η ταραχώδης ζωή του και η διαταραγμένη προσωπικότητά του μελετήθηκαν από ιστορικούς της εποχής και έγιναν αντικείμενο λογοτεχνικής, θεατρικής και κινηματογραφικής δημιουργίας στην διάρκεια του εικοστού αιώνα.

Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα σε αυτές τις δημιουργίες κατέχει το θεατρικό έργο Καλιγούλας του Αλμπέρ Καμύ στο οποίο ο Αλγερινογάλλος νομπελίστας συγγραφέας δίνει τη δική του ερμηνεία για την παθολογία της εξουσίας και την σχέση της με τα άλυτα υπαρξιακά ζητήματα του ανθρώπου: το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης, την απουσία νοήματος, το αγωνιώδες αίνιγμα του θανάτου.

Χτυπημένος από το θάνατο της αδελφής του ο Καλιγούλας συνειδητοποιεί τα όρια της εξουσίας του και τον παραλογισμό της ανθρώπινης ζωής που χωρίς εξήγηση κατατείνει αβοήθητη προς τον θάνατο. Πανίσχυρος στη ζωή, ξαφνικά νοιώθει τελείως ανίσχυρος ενώπιον του θανάτου. Όλα όσα ακολουθούν είναι συμπτώματα ενός ανθρώπου της εξουσίας που αδυνατεί να δεχτεί τα θανάσιμα δεδομένα της ύπαρξης. Μοιραία καταλήγει στην τρέλα, την αυτοδιάλυση, την καταστροφή των άλλων. Άνθρωπος που αδυνατεί να γίνει Θεός, ενσάρκωση μιας ακραίας μεγαλομανίας, καταστρέφει και αυτοκαταστρέφεται. (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Μονόλογοι αττικών τραγωδιών

*

Τη μικρή αυτή ανθολογία από τις μεταφράσεις του αρχαίων τραγωδιών, ο Γιώργος Μπλάνας την ετοίμασε το καλοκαίρι του 2021 για λογαριασμό του Θεάτρου Κυδωνία και του Νέου Πλανόδιου, με την ευκαιρία της συμμετοχής του στις Νύχτες του Ιουλίου εκείνης της χρονιάς. Την αναδημοσιεύουμε εδώ στη μνήμη του μαζί με λίγα λόγια του Μιχάλη Βιρβιδάκη, γραμμένα την επομένη της εκδήλωσης, που περιγράφουν με τρόπο ανάγλυφο και συγκινητικό όχι μόνο εκείνη την ωραία βραδιά της 11ης Ιουλίου, αλλά κάτι πολύ τιμιότερο – τον ίδιο τον άνθρωπο:

Ο Γιώργος Μπλάνας στη δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματός μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου κέρδισε τις εντυπώσεις. Άνθρωπος ζεστός, ταπεινός, ειλικρινής, δημοκρατικός στο έπακρο δεν επιβάλλει τις ιδέες του ως θέσφατα, δεν κομπάζει για τις επιτυχίες του στο θέατρο, δεν καυχάται για τη μεταφραστική του μέθοδο, την παρουσιάζει με έναν αργό, ασθμαίνοντα, κάποιες στιγμές, ρυθμό, που σου δίνει να καταλάβεις πως ψάχνει μέσα του τις λέξεις που θα δώσουν στο ακροατήριό του να καταλάβει τη μάχη που δίνει μέσα του για την απόδοση των αρχαιοελληνικών κειμένων σε σημερινά ελληνικά. Δεν έχει ταμπού ούτε έτοιμες λύσεις, δεν προσπαθεί να κρύψει τίποτα, υπερασπίζεται τη σημασιολογική μεταφορά ως μέθοδο απόδοσης του νοήματος ακόμα και με άλλες λέξεις ή φράσεις πολύ πέραν του πρωτοτύπου, προκειμένου να καταστήσει το υπό μετάφραση έργο ισοδύναμο σε ένταση, ρυθμό και μέλος με το πρωτότυπο. Προκειμένου να παραδώσει στον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό ένα κείμενο που να μιλιέται πάνω στη σκηνή. «Δεν ξέρω αν έχω δίκιο στις επιλογές μου», λέει και μας κοιτάζει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, «ο χρόνος θα μας κρίνει όλους». Η θεατρολόγος Ιωάννα Ρεμεδιάκη που συμμετείχε στη συζήτηση έθεσε ίσως με τον καλύτερο τρόπο το ζήτημα : «δεν συζητάμε με τους μεταφραστές για να τους κρίνουμε, συζητάμε για να κατανοήσουμε την μέθοδό τους». Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, ο Γιώργος Μπλάνας, χθες βράδυ, με θάρρος μαχητή και οίστρο ποιητή, ξεδίπλωσε με παρρησία τις σκέψεις του για τα μεταφραστικά προβλήματα του αρχαίου δράματος, καθιστώντας ανάγλυφη την περίπτωσή του και κράτησε ζωηρό το ενδιαφέρον μας πολύ πέραν του προβλεπόμενου χρόνου της εκδήλωσης. Και ασφαλώς τον ευχαριστούμε για τις συγκινητικές στιγμές που μας πρόσφερε.

~.~

ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ

Χέρια μου, χέρια στερημένα τη συντρόφισσα χορδή·
χέρια ριγμένα στα δεσμά των χεριών του.
Άρρωστο μυαλό, σκλάβα ψυχή, πως τρύπωσες ξανά
στη ζωή μου και μ’ άρπαξες κρυμμένος
πίσω απ’ αυτό το άγνωστο παιδί,
που δε σου αξίζει και μου αξίζει.
Μα τι μπορούσε να γνωρίζει άλλο απ’ τις διαταγές σου;
Κοίτα, πονάει για όσα με πόνεσε και πόνεσα.
Δεν το ήθελε, δεν ήταν κακός από τη φύση του,
κι όμως το μοχθηρό σκοτάδι της ψυχής σου
τον έκανε τεχνίτη στην απάτη.
Τώρα, κάθαρμα, με δένεις και ζητάς να με τραβήξεις
απ’ την ακτή, που μ’ έριξες έρημο, άστεγο, κουφάρι ζωντανό.
Ανάθεμά σε! Να ψοφήσεις σαν σκυλί!
Πόσες φορές σε καταράστηκα,
αλλ’ οι θεοί δε θέλουν να γελάσω
τον όλεθρό σου. Εσύ ζεις και βασιλεύεις
κι εγώ κουτσαίνω, ο δύστυχος, τις συμφορές μου,
για να γελάς και να γελούν τ’ αφεντικά σου,
οι περιβόητοι στρατηγοί Ατρείδες.
Και να σκεφτείς πως σ’ έζεψαν
με ψέματα κι εκβιασμούς
στην εκστρατεία τους, ενώ εγώ, ο αφελής,
έτρεξα πρόθυμα, με εφτά καράβια,
για να με εξευτελίσετε σ’ αυτή την ερημιά
και να ρίχνετε ο ένας στον άλλον την ευθύνη.
Τι με τραβάτε τώρα; Πού με πάτε; Γιατί;
Δεν είμαι πια ένα τίποτα; Δεν πέθανα από καιρό;
Πώς δεν κουτσαίνω πια, πως δε βρωμάω, αθεόφοβε;
Πώς θα μπορέσετε να κάνετε θυσίες και σπονδές,
αν με πάρετε μαζί σας; Γι’ αυτό δε με παράτησες εδώ;
Που να ψοφήσετε σαν τα σκυλιά, φονιάδες μου,
αν οι θεοί αποδίδουν δικαιοσύνη.
Και να είστε σίγουροι, αποδίδουν.
Θα μπαίνατε ποτέ στον κόπο να φτάσετε ως εδώ,
για χάρη ενός απόκληρου, αν κάτι θεϊκό
δεν σάς ενοχοποιούσε;
Α, πατρίδα και θεοί που βλέπετε τα πάντα,
τσακίστε τους· σήμερα, αύριο, κάποτε,
όμως τσακίστε τους, αν με λυπάστε.
Τέτοια ζωή που καταρρέω, θα χαιρόμουν
το θάνατό τους σαν να έγινα καλά. (περισσότερα…)

Παθολογία του εμφυλίου πολέμου

*

Εις τοιαύτας υπερβολάς ωμότητος έφθασεν ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος εθεωρήθη ακόμη ωμότερος της πραγματικότητος, λόγω του ότι υπήρξεν ο πρώτος. Διότι βραδύτερον τουλάχιστον, όλος σχεδόν ο Ελληνικός κόσμος συνεταράχθη, καθόσον ο ανταγωνισμός των αρχηγών των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, εις τας διαφόρους πόλεις, αποτέλεσμα είχεν οι μεν πρώτοι να επικαλούνται την βοήθειαν των Αθηναίων, οι δε δεύτεροι των Λακεδαιμονίων.

Και εν καιρώ μεν ειρήνης ούτε πρόφασιν είχαν, ούτε διάθεσιν να επικαλούνται την επέμβασίν των. Τώρα όμως που αι δύο αυταί πόλεις ευρίσκοντο εις πόλεμον, και οι δημοκρατικοί και oι ολιγαρχικοί των άλλων πόλεων επεδίωκαν βιαίας πολιτικάς μεταβολάς, εύρισκαν ευκόλως την ευκαιρίαν να εξασφαλίζουν συγχρόνως την βοήθειαν των συμμάχων, διά να κατατροπώσουν τους αντιπάλους των, και με το ίδιον μέσον να ενισχυθούν οι ίδιοι.

Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή ελαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων. Διότι εν καιρώ μεν ειρήνης και ευημερίας και αι πόλεις και οι ιδιώται διαπνέονται από ευγενέστερα αισθήματα, καθόσον δεν περιπίπτουν υπό την πίεσιν αναποτρέπτων αναγκών. Αλλ᾽ ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ᾽ ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευμάρειαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος, και τείνει ν᾽ αφομοίωση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν.

Αι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, διά της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. (περισσότερα…)

Δεν απειλώ – ονειρεύομαι!

*

«Αφού ως και τ’ άχρηστα μυρμήγκια και τα κουνούπια
λένε πως έχουνε φαρμάκι, πώς ζητάς
χωρίς φαρμάκι και βρισιές ν’ αντιδικώ
μ’ αυτούς που με αδίκησαν; Μου λες να μουγγαθώ,
να μπουκωθώ χορτάρι ώσπου να σκάσω;»

Έτσι ακριβώς διατύπωσε την οδύνη του ανθρώπου, ο οποίος δεν αντέχει πια να δέχεται με στωικότητα ό,τι τον αναιρεί σαν ύπαρξη, ο υπέροχος εκείνος φτωχοδιάβολος ποιητής, ο Παλλάδας ο Αλεξανδρινός.

Βέβαια, ο Παλλάδας έζησε τον 4ο μ.Χ. αιώνα, σε μιαν εποχή από εκείνες που σκληραίνουν την γλώσσα. Η ανθρώπινη ψυχή είχε μείνει μόνη, με τα ένστικτα. Ωστόσο, ανάμεσα στον Όμηρο και τον Παλλάδα –κοντά 1200 χρόνια– η συνήθεια των ποιητών να καθυβρίζουν όποιον απεχθάνονταν, με πρώτους-πρώτους τους πολιτικούς, μεγαλούργησε. Αν ο Όμηρος μας παρουσίαζε λόγια άλλων, αν έστω του χρεώσουμε μια προσπάθεια να υπερβάλει σε όλα, προκειμένου να δημιουργήσει ήρωες, τι να πούμε για τη λυρική ποίηση, την προσωπική έκφραση; Η ατομική, άμεση, ποιητική φωνή, αναδύθηκε κρατώντας στο ένα χέρι τον έρωτα και στο άλλο την πολιτική έριδα. Η ειλικρινής έκφραση του έρωτα ήταν πραγματικά κάτι καινούργιο. Μέχρι τότε ακολουθούσε τις κοινωνικές συμβάσεις. Η πολιτική έριδα, όμως, συνέχιζε μια παράδοση.

Αυτή τη φορά ο ποιητής χρεωνόταν άμεσα τις συνέπειες των παθών του. Ο Αλκαίος εξορίστηκε και κακοποιήθηκε πολλές φορές, αλλά αυτό δεν φαίνεται να έκαμψε την υβριστική διάθεσή του απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους του. Τον λαϊκιστή Πιττακό τον χαρακτήρισε «Στραβάδι» και «Σκουντούφλη» και «Μπούρδα» και «Σαπιοκοιλιά» και «Κούτσαβλο» και «Λεχρίτη». Ο Θέογνις από τα Μέγαρα και ο Σόλων υπήρξαν πιο «κομψοί» στις βρισιές, αλλά ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Οι τραγικοί ποιητές, προφυλαγμένοι πίσω από τα προσωπεία μπορούσαν να καθυβρίζουν «συμβολικά» τους πολιτικούς άνδρες, συχνά διακινδυνεύοντας την ακεραιότητά τους. Όσο για τον Αριστοφάνη… Ο «επιφανής άνδρας», που θα επιχειρούσε να παρακολουθήσει παράσταση του κωμικού ποιητή, αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να γίνει μέρος του θιάσου, στον χειρότερο ρόλο.

Δίχως πάθη δεν γίνεται ποίηση. Κάθε άνθρωπος που φλέγεται από πάθος, θέλει να το μοιραστεί με τους άλλους. Η ποίηση, η πολιτική και ο έρωτας μοιράζονται την ανεξέλεγκτη οργή απέναντι στη ματαίωση.

Ο Μπάιρον εξευτέλισε τον Λόρδο Έλγιν στο ποίημά του Η Κατάρα της Αθηνάς και πανηγύρισε με ένα σκωπτικό επίγραμμα την αυτοκτονία του διεφθαρμένου συντηρητικού πολιτικού Κάσλριτζ. Ο Σέλλεϋ χαρακτήρισε «χασάπηδες» τους Άγγλους συντηρητικούς και τους παρουσίασε σαν αιμοσταγείς δαίμονες στη Μάσκα της Αναρχίας. Ο Ρεμπώ φώναξε «πουτάνα» το Παρίσι στο Παρισινό Όργιο. Ο Οσίπ Μαντελστάμ παρομοίασε τα δάχτυλα του Στάλιν με δέκα παχιά σκουλήκια και τα μουστάκια του με κατσαρίδες. Ο Έζρα Πάουντ αποκάλεσε τους Αμερικανούς πολιτικούς «κωλομέρια», «σαύρες», «γυμνοσάλιαγκες», «σκουλήκια», «βρικόλακες», «πασαλειμμένους με σκατά». Ο Μαγιακόβσκη ξεκίνησε ένα ποιητικό αριστούργημα, το Σύννεφο με Παντελόνια, γράφοντας πως οι σκέψεις των ανέραστων και πολιτικά αντιδραστικών συμπατριωτών του «χάσκουν στη μούργα του μυαλού τους σαν λακέδες». Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ είπε στην Αμερική «να πάει να γαμηθεί».

Στο πλαίσιο του σύγχρονου καπιταλισμού της γενικευμένης βαρβαρότητας, η πολιτική βρισιά έχει εξαφανιστεί από την ποίηση. Το άσχημο είναι πως μαζί της εξαφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά και το πάθος.

Νομίζω πως δικαιολογήθηκα αρκετά, ώστε να μπορώ να φωνάξω, χωρίς να χαρακτηριστώ βάρβαρος ή το λιγότερο λαϊκιστής…

Όχι, λοιπόν. δεν θα σας κάνω την χάρη. Εξάλλου τι νόημα έχει πια να βρίζεις ανθρώπους, που κάθε λόγος τους είναι βρισιά από μόνη της και κάθε πράξη τους αυτοεξευτελισμός.

Η τιμωρία σας είναι πως δεν θα καθίσετε ποτέ σούρουπο σ’ ένα παγκάκι ανάμεσα στην Αρχαία και την Ρωμαϊκή αγορά, ακούγοντας τις κρυστάλλινες φωνές των μικρών της κουκουβάγιας να καλούν την μητέρα τους. Γιατί κάτω από την Ακρόπολή υπάρχουν ακόμα κουκουβάγιες και το σούρουπο είναι μαγευτικό.

Ω, δεν απειλώ, δυστυχισμένα πλάσματα. Δεν απειλώ – ονειρεύομαι. Αυτό εγώ κι εκατομμύρια θύματά σας μπορούμε να το κάνουμε ακόμα.

Και δεν είμαστε καθόλου διατεθειμένοι να το εγκαταλείψουμε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*

*

Αναλογισμοί για την παρούσα κατάσταση του κόσμου

*

Ι

Τόσα και τόσα εκπληκτικά έχουν χαθεί
που για τα πλήθη θαύματα φαντάζαν
αλώβητα απ’ τους κύκλους της σελήνης
που τα κοινά και τα μικρά σκορπούν. Νά εκεί
μες σε μαρμάρινα και χάλκινα στολίδια
στεκόταν ένα ξόανο απ’ αρχαία ελιά,
πια η ελεφάντινη θεά πάει του Φειδία,
παν και τα ολόχρυσά τζιτζίκια στα μαλλιά.

Νέοι παιχνίδια είχαμε ωραία κι εμείς·
αρχές αδιάφορες για εγκώμια και ψόγους,
ρεγάλα κι απειλές· ζέση ικανή να λειώσει
σαν ήλιος το κερί κάθε αδικία της γης·
λέγαμε η γνώμη η κοινή θέλει καιρό
για να μας κρίνει, όμως θα ωριμάσει.
Τι ιδέα λαμπρή η ιδέα μας πως πια έχουν λείψει
μπράβοι, κακούργοι και ζαβοί απ’ τον κόσμο αυτό.

Ξεδοντιασμένοι ξαφνικά, γυμνοί διαμιάς
κι όλη η φριχτή στρατιά τους για το θεαθήναι·
τι κι αν υνιά δεν γίναν τα κανόνια ώς τώρα;
δεν βλάπτει, πίστευαν βουλή και βασιλιάς,
λίγο μπαρούτι πού και πού, χαρά στο πράμα,
για να ξεσκάν κι οι καημένοι οι σαλπιγκτές.
Μα και των ίππων της φρουράς μπορεί έτσι κάπως
να ξεμουδιάσουνε οι νυσταλέες οπλές.

Τώρα τις μέρες μας δράκοι τις κατοικούν,
διαρκώς στον ύπνο μας καλπάζουν εφιάλτες:
μες στο μεθύσι του μια μάνα ένας στρατιώτης
σφάζει στην πόρτα της και δεν τον ενοχλούν·
ιδρώνει η νύχτα από τον τρόμο όσο και πριν,
προτού συλλάβουμε την υψηλή θεωρία
περί ειρήνης που εφεξής το παν θα διέπει,
σαν τις νυφίτσες μες στον λάκκο ούτως ειπείν.

Αυτός που βλέπει τα σημάδια και τυφλά
στην ημιπλάνη δεν βουτά μιας κούφιας νάρκης·
αυτός που ξέρει ότι απ’ τα έργα μας κανένα
δεν διαρκεί, όση προσπάθεια και δουλειά,
όσα λεφτά κι υγείες κι αν χαραμιστούν,
αφού καμιά τιμή ή μνημείο δεν αντέχει,
παρηγοριά έχει μια μονάχα: οι θρίαμβοι όλοι
στης μοναξιάς το φάσμα πάνω ναυαγούν.

Κι ωστόσο, την παρηγοριά πού να τη βρεις;
Ερωτευόμαστε εκείνο που πεθαίνει,
τι άλλο να ειπωθεί; Στη χώρα αυτή μια μέρα,
το ’χεις κι εσύ σκεφτεί κι ας μην τ’ ομολογείς,
φανατισμένα χέρια, χέρια εμπρηστικά
στη ρημαγμένη Ακρόπολη φωτιά θ’ ανάψουν,
την ελεφάντινη θεά θα κομματιάσουν,
θα ξεπουλήσουν τα τζιτζίκια τα χρυσά. (περισσότερα…)