Αλμπέρ Καμύ

Ο ξένος: Μια εκδοχή

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Προκειμένου να μιλήσει κανείς για τον Ξένο του Φρανσουά Οζόν, θα πρέπει όχι μόνο να φέρει στον νου πράγματα που αφορούν στη σχέση λογοτεχνίας και κινηματογράφου, καθώς, και στη μετάθεση από το ένα σημειωτικό σύστημα όπως η γλώσσα και η λογοτεχνία, στο άλλο, ήτοι στη γλώσσα του κινηματογράφου, αλλά, εν προκειμένω, και τη «μυθολογία» που βαραίνει το βιβλίο του Καμύ και τους ορίζοντες που έχει ανοίξει. Μετά το εν λόγω μυθιστόρημα, ο ξένος προσλαμβάνει μια υπαρξιακή διάσταση που είναι ταυτόχρονα κριτική στις νοητικές και κοινωνικές δομές της σύγχρονης κοινωνίας, γίνεται ο παρίας που έχει ένα ηθικό πλεονέκτημα απέναντι στους εγκατεστημένους και τους βολεμένους. Και μάλιστα, τα όσα έπονται της έκδοσης του βιβλίου, η όλη νοόσφαιρα του μεταπολεμικού κόσμου, θα εκλεπτύνουν τούτη την έννοια της ξενότητας και θα την καταστήσουν αντιπροσωπευτική της σύγχρονης πραγματικότητας. Ως εκ τούτου, ενενήντα περίπου χρόνια μετά, το βιβλίο διατηρεί την ερεβώδη και ανησυχητική του ετερότητα, εκείνη που έκανε τον Αντρέ Μαλρώ να πάρει τον νεόφυτο Αλμπέρ από το χέρι και να τον παρουσιάσει επειγόντως στον εκδότη Γκαλιμάρ ως ένα αναπάντεχο συγγραφικό εύρημα.

Έκτοτε οι δυτικές κοινωνίες έχουν επεξεργαστεί και προβληματοποιήσει την έννοια του ξένου, κατά έναν τρόπο όμως που δεν εφαρμόζει απόλυτα με τον καμυσιανό Ξένο, αποδεικνύοντας έτσι ότι το βιβλίο δεν έχει εξαντλήσει τη δυναμική του, ότι κάτι, ένα καταραμένο υπόλοιπο, περισσεύει και κρατά ανοιχτή τη συμβολική του. Βέβαια, οι ξένοι των ημερών μας, εξαθλιωμένοι, καταδιωγμένοι, απειλητικοί και ταυτόχρονα περιφρονημένοι, δεν εμπίπτουν ακριβώς στην έννοια του Μερσώ, του κεντρικού προσώπου της μυθοπλασίας του Καμύ. Ο Μερσώ είναι ένας στυλάτος ευρωπαίος εν μέσω αποκιοκρατούμενων γηγενών της Αλγερίας. Έχουμε μιαν αντιστροφή, επομένως, των δεδομένων. Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ο μειονοτικός εν προκειμένω; Ο ξένος του Καμύ πλάθει μια sui generis ξενότητα με πολλαπλά μέτωπα.

Μετά τον θάνατο της μητέρας του, στην κηδεία της οποίας παρευρίσκεται εκών άκων και αδιάφορος, θα σκοτώσει σε ένα αναίτιο φαινομενικά ξέσπασμα έναν ντόπιο που δήθεν τον απειλεί λόγω της σχέσης του με τον Γάλλο φίλο του Ραϋμόν, που κι αυτός δεν είναι εντελώς αθώος και υπεράνω υποψίας. Ο συγγραφέας, και ο σκηνοθέτης βέβαια, αφενός, παρουσιάζει τον Μερσώ ως ηθικά ψυχρό και αδιάφορο, αφετέρου όμως φωτίζει τη σχέση του με έκνομες καταστάσεις που ευδοκιμούν στους κόλπους των αποικιοκρατών. Επομένως ο φόνος που διαπράττει ο Μερσώ εντάσσεται σε μια προοπτική διαπροσωπικών συμμαχιών, γίνεται με το αντάλλαγμα μιας αόριστης εύνοιας και συνενοχής εκ μέρους της κοινότητας στην οποία ανήκει ο γάλλος ήρωας, και η οποία είναι, ωστόσο, η ίδια που τον ορίζει ως ξένο μέσα στους κόλπους της. Αλλά και η σχέση με τον Ραημόν τοποθετεί τον Μερσώ πέρα από το καλό και το κακό, στον χώρο μιας αδιαφορίας που θα τον φέρει ante festum μεταξύ των αντιηρώων της σύγχρονης μυθοπλασίας. Έτσι, η έννοια του ξένου υπόκειται σε μια βαθιά επεξεργασία βάσει του προσώπου του Μερσώ. Το ξένο γίνεται συνώνυμο του ανοίκειου, του παράδοξου, του unheimlich της φροϋδικής σύλληψης. Η σημερινή εκδοχή για τον ξένο όπως προκρίνεται από τις ΜΚΟ και άλλες αγαθές ψυχές αποδεικνύεται επομένως ανεπαρκής για την κατανόηση των αντιδράσεων του εν λόγω ήρωα.

Εξάλλου, όταν, στα 1967, ο Λουκίνο Βισκόντι μετέφερε τον Ξένο στον κινηματογράφο, κατηγορήθηκε για αστοχία και προδοσία του νοήματος του βιβλίου. Τι έφταιξε και, παρά τη συνεπικουρία της βισκοντικής dream team που συνεργάστηκε για το Lo straniero (Μαρτσέλο και Ρουτζέρο Μαστρογιάννι, Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο, Άννα Καρίνα, Τζουζέπε Ροτούνο), η ταινία θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «η» παροιμιώδης αποτυχία του σκηνοθέτη του Γατόπαρδου; Ομολογουμένως, η ταινία δεν χωλαίνει τόσο αισθητικά, απλώς μετατοπίζει το ιδεολογικό της έρμα από το «υπαρξιακό» στο «πολιτικό» και, έτσι, μοιραία χάνει την «εμβληματική» ουσία του Ξένου, που από πολλούς επικεντρώνεται στην έννοια του παραλόγου όπως αυτή κατοχυρώθηκε, αναδρομικά και κάπως αναχρονιστικά, από τον φιλόσοφο Καμύ (Ο μύθος του Σισύφου, Ο επαναστατημένος άνθρωπος) και τη μεταπολεμική υπαρξιστική προβληματική. (περισσότερα…)

Το Σύνδρομο του Καλιγούλα και τα όρια της εξουσίας

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

«Αφού γεννήθηκες θνητός, άνθρωπε, μην έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου».
ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ
«Ο θάνατος – ως σκέψη, φόβος, όριο του μέλλοντος, σαρδόνιος γέλως – αναστατώνει τη ζωή γιατί γελοιοποιεί τα ερείσματά της… είναι το ισχυρότερο αντίδοτο της έπαρσης».
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ

Γνωστός με το προσωνύμιο Καλιγούλας, ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας Γερμανικός (12 μ.Χ. – 41 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 37 μ.Χ. έως το 41 μ.Χ. Η ταραχώδης ζωή του και η διαταραγμένη προσωπικότητά του μελετήθηκαν από ιστορικούς της εποχής και έγιναν αντικείμενο λογοτεχνικής, θεατρικής και κινηματογραφικής δημιουργίας στην διάρκεια του εικοστού αιώνα.

Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα σε αυτές τις δημιουργίες κατέχει το θεατρικό έργο Καλιγούλας του Αλμπέρ Καμύ στο οποίο ο Αλγερινογάλλος νομπελίστας συγγραφέας δίνει τη δική του ερμηνεία για την παθολογία της εξουσίας και την σχέση της με τα άλυτα υπαρξιακά ζητήματα του ανθρώπου: το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης, την απουσία νοήματος, το αγωνιώδες αίνιγμα του θανάτου.

Χτυπημένος από το θάνατο της αδελφής του ο Καλιγούλας συνειδητοποιεί τα όρια της εξουσίας του και τον παραλογισμό της ανθρώπινης ζωής που χωρίς εξήγηση κατατείνει αβοήθητη προς τον θάνατο. Πανίσχυρος στη ζωή, ξαφνικά νοιώθει τελείως ανίσχυρος ενώπιον του θανάτου. Όλα όσα ακολουθούν είναι συμπτώματα ενός ανθρώπου της εξουσίας που αδυνατεί να δεχτεί τα θανάσιμα δεδομένα της ύπαρξης. Μοιραία καταλήγει στην τρέλα, την αυτοδιάλυση, την καταστροφή των άλλων. Άνθρωπος που αδυνατεί να γίνει Θεός, ενσάρκωση μιας ακραίας μεγαλομανίας, καταστρέφει και αυτοκαταστρέφεται. (περισσότερα…)

Γράμμα από το Βερολίνο

Eikones-Gia-COVID19-4
Βερολίνο, 19.03.2020

Emprisonnement Raisonnable

Ὁ χοντρὸς ἡλικιωμένος ἄντρας κουνιέται πάνω στὸ μηχανάκι του, σὰν μικρὸ παιδὶ πάνω στὸ ἀλογάκι τοῦ λούνα-πάρκ. Δὲν μπορεῖ νὰ κινηθεῖ πρὸς τὰ ἐμπρός – μοιάζει ἀβοήθητος. Τὸ κρανοφόρο του σῶμα, τὸ φορτωμένο μὲ προμήθειες κορμί του, στέκει ἐστεμμένο μὲ δέκα, δώδεκα πακέτα χαρτιοῦ ὑγείας· στριμωγμένος ἀνάμεσα σὲ πυργίσκους ἀπὸ συσκευασίες χαρτιοῦ καὶ συσκευασμένα σὲ κονσέρβες τρόφιμα. Ἕνας πρόθυμος νὰ τὸν βοηθήσει περαστικὸς δίνει ὤθηση στὸν ἄντρα καὶ τὸ ταλαίπωρο μηχανάκι του, μπὰς καὶ ξεκινήσουν. Δίχως νἄχει διανύσει διαδρομὴ ἑνὸς μέτρου, πέφτει, πρῶτα στὸ πλάι κι ἔπειτα μὲ τὴν πλάτη. Κάπου ἐκεῖ τὸ βίντεο σταματᾶ.[1]

Τὰ δυὸ κορίτσια ποὺ βιντεοσκοποῦν τὸ περιστατικὸ μὲ τὸ κινητό τους, τηρῶντας φυσικὰ τὴ δέουσα ἀπόσταση, γελοῦν ὑστερικά. Γελῶ κι ἐγῶ λιγάκι, ἐξίσου ἀπὸ ἀπόσταση ἀσφαλείας, στὸ σπίτι μου, κοιτῶντας τὴν ὀθόνη τοῦ δικοῦ μου κινητοῦ τηλεφώνου. Ἀκόμα μπορῶ νὰ γελῶ, μιᾶς καὶ τὸ δίκτυο πιάνει, τὸ ψυγεῖο παραμένει γεμάτο καὶ ἀνὰ μία ὥρα ἐνημερώνομαι γιὰ τὶς τελευταῖες ἐξελίξεις σχετικὰ μὲ τὴν τρέχουσα κατάσταση, ὅπως ὅλοι ἄλλωστε. Ἐνῶ ὁρισμένες κυνικὲς φωνὲς λένε ὅτι ἐπιτέλους κάτι συμβαίνει, ἐνῶ οἱ οἰκονομολόγοι λένε ὅτι βρισκόμαστε πρὸ μίας καταστροφῆς, ἐγὼ παρακολουθῶ σχεδὸν ἀδιάφορος. Τὸ περιβάλλον ἀδιαφορεῖ ἐντελῶς γιὰ τὰ τερτίπια τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς οἰκονομίας. Ἡ Γκρέτα Τ. τρίβει τὰ χέρια της μὲ ἀπολυμαντικὸ τζέλ, ἡ βιβλιοθήκη μου εἶναι γεμάτη κι ἔχω νὰ αἰσθανθῶ αὐτὸ τὸ συναίσθημα ἀπὸ τὴν πρώιμη παιδική μου ἡλικία, ὅταν δὲν εἶχα νὰ κάνω ἀπολύτως τίποτα καὶ ἔπαιζα μὲ τὸ κουνιστό μου ἀλογάκι πάνω στὸ καφὲ χαλὶ τῆς Robert-Koch-Straße. Πιάνω ἕνα βιβλίο ἀπὸ τὸ ράφι, εἶναι Ἡ Πανούκλα τοῦ Ἀλμπὲρ Καμύ. Τὸ ἀνοίγω καὶ διαβάζω τὴν εἰσαγωγή, ἡ ὁποία πάει κάπως ἔτσι:

„Il est aussi raisonnable de représenter une espèce d’emprisonnement par une autre que de représenter n’importe quelle chose qui existe réellement par quelque chose qui n’existe pas.”Daniel De Foe  [= «Ἡ ἀναπαράσταση ἑνὸς εἴδους αἰχμαλωσίας μὲ ἕνα ἄλλο εἶναι τόσο εὔλογη, ὅσο καὶ ἡ ἀναπαράσταση τοῦ ὑπαρκτοῦ μὲ τὸ ἀνύπαρκτο»][2]

Παρεμπιπτόντως, μιᾶς κι ἀναφερθήκαμε στὸν Ρόμπερτ Κόχ, τί ρόλο ἐπιτελεῖ σήμερα τὸ RKI [= Ἰνστιτοῦτο Ρόμπερτ Κόχ]; Γρήγορα νὰ δοῦμε τὶς τελευταῖες εἰδήσεις στὸ Τουΐττερ. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες οἱ ἰολόγοι ἔχουν ἀντικαταστήσει τοὺς νομοθέτες μας, ὅλοι ἀναμένουν μὲ ἀνυπομονησία τὶς ἑπόμενες ἀνακοινώσεις καὶ ἀποφάνσεις τους, οἱ ὁποῖες ἐν συνεχείᾳ θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοστοῦν ἀπὸ τὴν κυβέρνηση: περιορισμοὶ στὴν ἀγοραστικὴ κίνηση, ἀπαγόρευση έκδηλώσεων καὶ συναθροίσεων, ἀκύρωση τοῦ πάρτυ τῶν τριακοστῶν γενεθλίων μου. Καί τώρα, βρίσκομαι ἐδῶ, μόνος, φορῶντας ἕνα καπέλο κλόουν ποὺ μοῦ προκαλεῖ σύγχυση: χλέυη – πλήξη.

Σὲ μιὰ παλιὰ φωτογραφία κάθομαι πάνω σ’ ἕνα ξύλινο ποδήλατο – εἶμαι μόλις ἑνὸς ἔτους. Ἡ φωτογραφία αὐτὴ κοσμεῖ τὴν ὀμαδικὴ συνομιλία ποὺ ἔφτιαξα στὸ Whatsapp γιὰ τὴν προγραμματισμένη γιορτή μου, καὶ τώρα πρέπει νὰ σημειώσω κάτω ἀπὸ τὸ ὄνομά μου ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνει κανένα “Corona-πάρτυ”. Ξέρω, not that Berlin of me, ὅμως οὕτως ἢ ἄλλως δὲν κατάγομαι ἀπὸ δῶ. Οὔτε τὸ Βραδεμβοῦργο μοῦ ἀρέσει . Πρέπει νὰ πάει πίσω στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’20. Τέλος πάντων, δὲν θὰ μείνω ἐδῶ γιὰ νὰ γιορτάσω, γι’ αὐτὸ πρέπει πλέον νὰ δικαιολογηθῶ στοὺς φίλους μου. Πλέον, διανύοντας μιὰ περίοδο ἤπιας καραντίνας, δὲν μοῦ λείπει τίποτα. Πρὸ ἡμερῶν πῆρα ἀκόμα ἕνα βιβλίο ἀκουμπῶντας τὸ στὴν ἀτέλειωτη στοῖβα τῶν βιβλίων ποὺ πρόκειται κάποτε νὰ διαβάσω: το Kruso τοῦ Lutz Seiler. Κι ἐδῶ βρῆκα στὴν ἀρχὴ ἕνα μότο τοῦ Daniel De Foe στην αρχή του. Αὐτὸς ὁ De Foe – κάτι πρέπει νὰ εἶχε καταφέρει, σκέφτομαι. Ὁπωσδήποτε, ἦταν περισσότερο ἀπασχολημένος ἀπ’ ὅ,τι ὑπῆρξα ἐγὼ σήμερα, καὶ ὁπωσδήποτε, ἦταν ἀπίστευτα φιλόδοξος. Γιατί ὅμως;

Ὁ ἄνδρας στὸ βίντεο πέφτει, κάνει μιὰ τούμπα καὶ μένει ξαπλωμένος ἀνάσκελα, ἐνῶ τὰ κορίτσια γελοῦν μαζί του. Λένε ὅτι οἱ νέοι δὲν κινδυνεύουν τόσο, δὲν ἀνήκουν στὴν ὀμάδα ὑψηλοῦ κινδύνου. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ μεγάλη μας τύχη· κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πῶς θὰ ἦταν ἡ ἀντίστροφη κατάσταση καὶ πόσο θὰ ἀνησυχοῦσαν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ γονεῖς, ποὺ θὰ ἔφταναν στὸ σημεῖο νὰ μπουκάρουν μὲ σκοῦτερ μέσα ἀπὸ τὰ παράθυρα κλειδωμένων καταστημάτων, ἀναζητῶντας εἴδη πρώτης ἀνάγκης, ἀναζητῶντας τὰ τελευταῖα ρολά χαρτιοῦ ὑγείας. Ἴσως ὅλο αὐτὸ εἶναι, ἂν θὰ θέλατε μιὰ παιδιάστκη ἐκτίμηση ἀπὸ μέρους, ἕνας μηχανισμὸς αὐτορρύθμισης τῆς φύσης, ἡ ὁποία μᾶς δείχνει πόσο εὔθραυστοι εἴμαστε καὶ πόσο τὴν ἴδια στιγμὴ πόσο προσαρμοστικοί. Ἐπιπλέον, ἐπιλύει σ’ ἕναν βαθμὸ καὶ τὸ συνταξιοδοτικὸ πρόβλημα. Ἐκεῖνοι ποὺ ἀκόμα μποροῦν νὰ γελοῦν μὲ τὸ τελευταιο, μᾶλλον δὲν πιστεύουν στὸν δικό τους θάνατο.

Τὴν περασμένη Κυριακὴ συναντήθηκα μὲ ἔναν φίλο μου, προκειμένου νὰ ἐξερευνήσουμε τὸ ἄδειο Βερολίνο, ἐκμεταλλευόμενοι τὴ μοναδικὴ αὐτὴ εὐκαιρία καὶ ἐπιδιώκοντας νὰ ἀναλάβουμε δράση ξεκινῶντας κάποια ἐκστρατεία· μερικὲς φορὲς νιώθεις ἀτρόμητος, ὅταν ὅλοι φοβοῦνται καὶ μένουν στὸ σπίτι, ὅμως ἀπογοητεύτηκα τελικά, μιᾶς καὶ τὸ Βερολίνο ἦταν κάθε ἄλλο παρὰ ἄδειο. Στὸ Gleisdreieckpark, οἱ νέοι, ὡς συνήθως, ἔπαιζαν μπάσκετ καὶ ἔκαναν σκέιτμπορντ, στὰ παγωτατζιδικα οἱ πατεράδες περίμεναν νὰ ἑτοιμαστεῖ ἡ παραγγελία τους ἀποτελούμενη ἀπὸ μερικὲς μπάλες παγωτοῦ μὲ διάφορες χρωματιστὲς γαρνιτοῦρες, ἐνῶ τὸ μόνο διαφορετικὸ στοὺς καταναλωτὲς τοῦ Ostkreuz ἦταν ὅτι ἄγγιζαν τὰ ψιλά τους μὲ γάντια λάτεξ, ἀφοῦ πρῶτα εἶχαν ἀγγίξει τὰ κινητά τους τηλέφωνα. Ἄραγε οἱ Βερολινέζοι εἶναι ἀθάνατοι, ἄραγε δὲν τοὺς ἀρέσει τίποτα, ἢ ἁπλῶς ἂρνοῦνται τὰ πάντα; Μήπως θυμώνουν μετά, ὅταν τὰ σκέφονται ἢ ἁπλῶς ἀποδέχονται ὅ,τι εἶναι; Σύντομα ἴσως ὅλοι μας χαθοῦμε, σκέφτομαι ἐνῶ βρίσκομαι μπροστὰ ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη μου, κοιτῶντας τὴν πλάτη του φίλου.

Eikones-Gia-COVID19-3

Ἀντὶ νὰ κάτσω ἐπιτέλους στὸ γραφεῖο μου γιὰ νὰ γράψω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζήτησε ὁ Θανάσης, ἐπιλέγω νὰ περιπλανιέμαι στὸ Διαδίκτυο ―ὦ, μὰ τί ἐξερευνητής!― σπαταλῶντας τὸν χρόνο μου, ὅπως συνηθίζω νὰ κάνω τὴ μισὴ ζωή μου, κάτι ποὺ εἶναι ἐμφανέστερο τὶς τελευταῖες αὐτὲς ἀτέλειωτες ἡμέρες. Βρίσκω στὴν διαδικτυακὴ Zeit κάτι σχετικὸ μὲ τὸν David Wagner[3] κι ἐλπίζω νὰ φορᾶ καλὰ τὰ γάντια του ὅταν διαλέγει λαχανικά καὶ νὰ παραμένει ὑγιής. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ζεῖ κάπου κοντὰ στὸ Prenzlberg κι εἶναι ἀνοσοκατεσταλμένος ἔπειτα ἀπὸ μιὰ μεταμόσχευση ὀργάνων ποὺ ὑποβλήθηκε· ἴσως ἔχει τακτοποιήσει τὰ ἕως τώρα ἐκδομένα ἔργα του – ἄλλωστε κάτι πρέπει νὰ παραμείνει ἀπ’ αὐτόν. Γιὰ νά ’μαι εἰλικρινής, δὲν ξέρω ἂν ὅλα ὅσα λένε εἶναι σωστά, κι ὅπως ὅλοι μας ξέρουμε, δὲν πρέπει πάντοτε νὰ πιστεύουμε τοὺς συγγραφεῖς. Ὁ συγκεκριμένος μοῦ ἦταν πάντα συμπαθής, ἐνῶ τὰ γραπτά του μὲ κάνουν παρὰ τὴ θέλησή μου νὰ θέλω νὰ βγῶ ἔξω – εἰδικὰ σήμερα. Γιατί νὰ εἶναι κανεὶς ξακουστὸς συγγραφέας;

Τὰ παιδιὰ στὸ βίντεο γελοῦν. Δὲν βοηθοῦν τὸν γέρο· ἴσως δὲν ξέρουν πῶς νὰ τὸ κάνουν. Ὁ ἐπίδοξος κάμερα-μὰν προφητεύει ἐπανειλημμένα: «Τώρα θὰ πέσει! Τώρα θὰ πέσει!» Καὶ χαίρεται ὅταν αὐτὸ τελικὰ συμβαίνει. Τὸ βίντεο γίνεται βάιραλ, δηλ. ἀποκτᾶ τρομακτικὴ δημοσιότητα, μόλις γιὰ μία ἡμέρα, χωρὶς νὰ ἔχει νόημα τί θ’ ἀπογίνει ἀργότερα. Ὅσο γιὰ τὸν COVID-19, κανένας νέος δὲν φαίνεται νὰ κόπτεται – οὔτε κὰν γιὰ μιὰν ἀκίδα τῆς κορώνας του.

Στὴν Ἑλλάδα ἔχει ξεσπάσει ἕνας πόλεμος μεταξὺ τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ κράτους. Διαβάζω στὶς εἰδήσεις ὅτι παρὰ τὴν κρίση, πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ πιστοὶ ποὺ δὲν ἔχουν κανένα πρόβλημα νὰ λάβουν τὰ παιδιά τους τὴ Θεία Κοινωνία ἀπὸ μία λαβίδα. Πίσω ἀπ’ τὸ δικό μου παράθυρο ἀκούγεται γελοῖο, ὅμως δὲν εἶναι.

Αύτὸ ποὺ τελικὰ μένει, ὅσο συνεχίζεται αὐτὴ ἡ κατάσταση, εἶναι οἱ νέοι ποὺ γελοῦν, μὴ παίρνοντας τίποτα στὰ σοβαρά, ὅπως ἐμεῖς, οἱ ἀκόμα-νέοι ἢ οἱ ἡλικιωμένοι. Πῶς νὰ μιλήσει κανεὶς σ’ ἕναν κόσμο, στὸν ὁποῖο κανεὶς δὲν θέλει νὰ γεράσει; Τουλάχιστον ὑπάρχουν καὶ χειρότερες ἀσθένειες ἀπ’ τὰ γηρατειά. Οἱ γονεῖς μου ἀνήκουν κι ἐπίσημα στὴν ὀμάδα ὑψηλοῦ κινδύνου ἀπὸ πέρυσι, ὡστόσο ἡ μητέρα μου προτιμᾶ, ὅπως ἡ ἴδια λέει, νὰ ζήσει τὴ νεότητά της λίγο ἀκόμα. Τώρα εἶναι ἡ καλύτερη στιγμὴ γιὰ νὰ τὸ κάνει.

Πηγαίνοντας στὴ δουλειά, εἶδα πρόσφατα  ὅλους ἐκείνους τοὺς νέους, ποὺ ἔπαψαν νὰ πηγαίνουν στὸ σχολεῖο ἕνεκα ὑψηλοῦ κινδύνου διάδοσης τοῦ ἰου, νὰ περνοῦν τὴν ὥρα τους γύρω ἀπὸ τραπέζια πινγκ-πονγκ καὶ γήπεδα ποδοσφαίρου. Πίστεψα ὅτι κάτι τέτοιο θά ’ταν γιὰ λίγο, ἔτσι ἄλλωστε θὰ ἔκανα κι ἐγώ. Ὄχι ἐπειδὴ μοῦ ἄρεσε νὰ εἶμαι ἔξω, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤμουν ἀντιδραστικός. Ἴσως γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἔμενα τόσο συχνὰ ἔξω, ὅμως ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ μιὰν ἄλλη ἱστορία, γιὰ μίαν ἄλλη, μεγάλη καραντίνα, ἡ ὁποία ὅταν ἔρθει μὲ ὁδοφράγματα ποὺ θὰ ἔχουν τοποθετηθεῖ παντοῦ, θὰ ἦταν μιὰ ὡραία ἀφορμὴ γιὰ σκέψη ὥστε τελικά νὰ κινητοποιηθοῦμε. Ἴσως, ἂς τὸ ἀφήσω αὐτό. Νὰ φύγω ἢ νὰ μείνω; Ὅλη τὴ μέρα κλωθογύριζα αὐτὴ τὴ σκέψη στὸ διαμέρισμά μου στὸ Ostkreuz, πηγαίνοντας πέρα-δῶθε – ὁ διάδρομος εἶναι ἀρκετὰ μακρὺς κι ἐγὼ τὸν ἐξερευνῶ ὅπως ἐνδεχομένως ἐξερευνῶ λίγο ἀργότερα τὸ δωμάτιό μου στὸ νοσοκομεῖο, ὅπως ἐξερευνᾶ κανεὶς κάνοντας ἕνα μεγάλο ταξίδι, ὅπως ἐξερευνᾶ κανεὶς τὸν κόσμο.

Ἀκόμα κι ἂν πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ἔρχεται ὕφεση, ὁ ἰὸς ἐξακολουθεῖ νὰ προελαύνει. Μόλις χτὲς βγήκαμε ἀπὸ μιὰν ἔντονη περιπέτεια, κι ἑπομένως ἀντιμετωπίζουμε μὲ ἔκπληξη τὴν ξαφνικὴ αὐτὴ ἠρεμία. Συνήθως νιώθει κανεὶς χαρούμενος ὅταν τὸ σῶμα του βρίσκεται σὲ ἠρεμία. Ἀκριβῶς, ὅπως κι οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι φαίνεται νὰ μένουν ἐντελῶς ἀνεπηρέαστοι ἀπ’ ὅλο αὐτό. Ἂν καὶ τὸ ἀπολαμβάνω, πρέπει νὰ ἀνακτήσω τὴν ἐγρήγορσή μου, γιατὶ σὲ περίπτωση ποὺ τελικὰ δὲν ἐπιβιώσω θὰ πρέπει σιγά-σιγὰ νὰ κάτσω καὶ νὰ γράψω αὐτὸ τὸ κείμενο. Ἴσως δὲν θὰ ἔχω ποτὲ ξανὰ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία.

ERIK EISING

[Μτφρ. ἀπὸ τὰ γερμανικά: Θανάσης Γαλανάκης]

[1] Πρόκειται γιὰ ἕνα βίντεο ποὺ κυκλοφόρησε τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ καταναλωτικοῦ παροξυσμοῦ, ἐν ὄψει τῆς πανευρωπαϊκῆς ―καθὼς φαίνεται― καραντίνας. Στὸ βίντεο συμβαίνει ὅ,τι περιγράφει ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου. [σ.τ.μ.]
[2] Ἡ μετάφραση δανεισμένη ἀπὸ τὴν ἔκδ. Ἀλμπὲρ Καμύ, Ἡ πανούκλα, (μτφρ.: Ἀγγελικὴ Τατάνη), Ἀθήνα, Γράμματα, 1990. [σ.τ.μ.]
[3] Γερμανὸς συγγραφέας, γνωστὸς γιὰ τὸ ἔργο του, Leben, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὴ διαρκῆ περιπέτεια τῆς ὑγείας του, τὶς μεταμοσχεύσεις του καὶ γενικότερα τὴ στάση ζωῆς ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ διαρκῶς βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο. Ἕνα βιβλίο ποὺ ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ μεταφραστεῖ καὶ στὰ ἑλληνικά. [σ.τ.μ.]
*Oἱ γερμανομαθεῖς φίλοι μποροῦν νὰ δοῦν περισσότερα κείμενα τοῦ ταλαντούχου χρονικογράφου, δοκιμιογράφου καὶ ἐπίδοξου συγγραφέα, Erik Eising, στὸ πλούσιο ἀπὸ κάθε ἄποψη ἱστολόγιό του: https://rikrolled.blogspot.com/