ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Ἡ συντηρητικὴ ἐναντίωση στὸν Λάνθιμο

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἡ ἐναντίωση στὸν Λάνθιμο ὡς ἕναν ἀκόμη woke διανοούμενο θὰ εἶχε χειροπιαστὸ ἀποτέλεσμα σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ κάνει, ἂς ποῦμε, 2,2 παιδιὰ ἀνὰ ζευγάρι (καὶ παντρεύονται ὅλοι) καὶ ἀπειλεῖται ὄντως ἡ πραγματικότητά της ἀπὸ τὴν χ, ψ, ζ ἀποδόμηση. Τὸ μόνο ποὺ ἀπειλεῖται ἐδῶ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό της ἡ κοινωνία, ποὺ εἶναι δανεισμένη ἀπὸ τὰ ἀναγνωστικὰ τῆς Α΄ δημοτικοῦ μεταξὺ 1950-1980. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ ἀντιλανθιμικὴ πλειονότητα ζῆ μιὰ (ὄντως ἀρκετὰ) λιγότερο ἀκραία ἐκδοχὴ τῶν ταινιῶν τοῦ Λάνθιμου κ.ἄ. woke κατασκευασμάτων, μὲ ἕνα ἢ κανένα παιδί (δείκτη γονιμότητας 1,38), παντρειὰ στὰ τριανταφεύγα ἢ ποτέ, καὶ τὸ 30-40% τῶν γάμων νὰ καταλήγουν σὲ διαζύγιο. Δὲν ἐννοεῖται φυσικὰ ἐδῶ ὅτι μερικοὶ «δὲν δικαιοῦνται διὰ νὰ ὁμιλοῦν» ὅσο καὶ ὅπως θέλουν· κάτι τέτοιο θὰ ἦταν περισσότερο ἀπὸ γελοῖο. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι σὲ ἕναν τρόπο ζωῆς μπορεῖ νὰ ἀντιπαρατεθεῖ ἀποτελεσματικὰ μόνο κάποιος ἀντίθετος τρόπος ζωῆς καὶ ὄχι μιὰ ἀντίθετη ἐπιχειρηματολογία, κι ὅτι τελικὰ πάει χαμένη ἡ ἀντεπιχειρηματολογία.

Ἔχουμε μιὰ διαμάχη μεταξὺ ἀνθρώπων ποὺ βιώνουν λίγο-πολὺ μὲ τὸν ἴδιο (κάποιοι) ἐλευθεριακὸ ἢ (ἄλλοι) ἀνέμελο κι ἁπλῶς μὴ συντηρητικὸ τρόπο τὴν σεξουαλικότητα καὶ τὴν προσωπική τους ζωή, καὶ ἁπλὰ μαλώνουν γιὰ τὸ πόσο ἀκραῖα πρέπει νὰ βιώνεται αὐτὴ ἡ «ἐλεύθερη ζωὴ» ἢ πόσο σωστό, γενναῖο καὶ σπουδαῖο εἶναι νὰ κατεδαφίζεις παλιὰ σύμβολα.

Σύμβολα ποὺ εἶναι, αὐτὰ καθεαυτά, κενὰ περιεχομένου ὅταν δὲν βιώνονται ἀλλὰ μόνο γίνονται ἀντικείμενο ὑπεράσπισης, καὶ ποὺ καταντοῦν λάβαρα ἐκπληρώνοντας μόνο μιὰ παράπλευρη λειτουργία κάθε συμβόλου (ἡ ὁποία τελικὰ τὸ ἀποδομεῖ, ὅταν καθίσταται ἡ βασικὴ λειτουργία του): Τὴν κομματικότητα καὶ τὸ ποιὸς κυριαρχεῖ ὡς ἔσχατος ἑρμηνευτής τους. Εἶναι σὰ νὰ πιστεύει κάποιος στὰ μάγια καὶ ὁ γείτονάς του νὰ μὴν τὰ πιστεύει, ὡστόσο κατὰ τὰ ἄλλα νὰ ζοῦν ἀμφότεροι μέσα στὴν ἴδια κιμαδομηχανή, καὶ γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀσπάζεται κάτι ἰδιαίτερο καθένας, ὥστε νὰ νοιώθει ξεχωριστός ἀπὸ τὸν πλησίον. (περισσότερα…)

Τα Εισόδια της Καινούργιας Χρονιάς

*

ΤΟ ΝΠ
ΣΑΣ ΕΥΧΕΤΑΙ
ΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ
ΤΟ 2024

~.~

Φωτογραφία: Παραλία Νγκουεσάουνγκ,
Μυανμάρ, Δεκέμβριος 2013.

*

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλάντα γιορτινή

*

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΟΡΤΙΝΗ

Μακριὰ ἀπὸ τραπέζια καὶ μαζώξεις,
παρέες γιορτινές, χαρὲς καὶ δῶρα·
ἀδύνατο γι’ αὐτοὺς νὰ τοὺς στριμώξεις
στὰ ἐντός, ἐκτὸς κι’ ἐπὶ τ’ αὐτά, στὴ χώρα
ποὺ οἱ παραδόσεις —ζόμπι ἁιμοβόρα—
τὸ αἷμα τῆς ζωῆς ἀργὰ ρουφᾶνε,
κι’ ἔτσι γράφω μπαλάντα ἐλπιδοφόρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Ὅλη ἡ χρονιὰ γεμάτη καταδιώξεις
κι’ ἀγκομαχάει, συνέχεια ἀνηφόρα·
μήνυση ἡ ἀργία κι’ οἱ Κυριακὲς διώξεις,
ἐξώδικα οἱ Δευτέρες καὶ πληθώρα
οἱ ἀγωγὲς τῶν 5€ τὴν ὥρα,
καὶ σκέφτονται ὀρθῶς «ποῦ μὲ τραβᾶνε;»
ἐνῶ χαρίζω αὐτὴν τὴν ἐργατοώρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Ξυπνοῦν μὲ ἀτελεῖς τὶς ὀνειρώξεις
κι’ ἀκοῦν μόνο γιὰ τὴν κιλοβατώρα
πεδίον ἀπολέσει ἔχοντας δόξης
γιὰ μιὰ μικρὴ ἀπόκλιση ὁπληφόρα
ποὺ θὰ τοὺς δώσει ἐδεμικὴ όπώρα,
ἀφοῦ ὅλοι μαζὶ πρέπει νὰ φᾶνε·
μιὰ χειραψία σὰν προστασία στὴν μπόρα
σ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

Μιὰ μαύρη τρύπα ὁ κόσμος, μὲ  λοιμώξεις,
ἀναρωτιοῦνται ὅλοι ποῦ νὰ πᾶνε.
Θὰ πρότεινα, ἀναγνώστη, νὰ ἐπιδιώξεις:
μ’ αὐτοὺς ποὺ στὶς γιορτὲς μόνοι θὲ νἆναι.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

Προς τη Βηθλεέμ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Υπάρχει θέμα δημοφιλέστερο αυτή την εποχή στη λογοτεχνία, στο σινεμά, στην τηλεόραση, στα ΜΜΕ, στην ιστοριογραφία, στις εκθέσεις κινδύνου των ειδημόνων, στις προγνώσεις της μπόρσας, στις αναλύσεις του πλανητικού ισοζυγίου ισχύος, στις προβολές των ειδημόνων του Μέλλοντος, από τη Συντέλεια του Κόσμου;

Οι κατακλυσμοί, οι λοιμοί, οι Αρμαγεδδώνες, οι Αποκαλύψεις, οι Doomsdays, ο μύχιος τρόμος εμπρός στα κραχ και τις καταρρεύσεις του πολιτισμού είναι βέβαια μοτίβο πανάρχαιο, σιόκαιρο της αυτεπίγνωσης του ανθρώπου: τα πάντα ρει, όλα θα τα ξεπλύνει το ποτάμι του χρόνου.

Όμως η έκρηξη τον τελευταίο καιρό, ειδικά την τελευταία 15ετία, είναι απαραγνώριστη. Η αλυσίδα των μεγακρίσεων (τραπεζικές και χρηματιστηριακές λοβιτούρες, νομισματικοί κλυδωνισμοί και κρατικές χρεοκοπίες, μεταναστευτικοί καταρράκτες και τρομοκρατικά κύματα, εσωτερικοί διχασμοί και ταυτοτικές συρράξεις, η δήωση της φύσης, οι πρωτόφαντες επιδημίες, οι νέοι θρησκευτικοί και ιδεολογικοί ζηλωτισμοί, οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι), όλα αυτά έχουν, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ενσταλλάξει, στην πλειονότητα ίσως, την υποψία του αναπόφευκτου: ο τρόπος ζωής που ακολουθούμε δεν είναι βιώσιμος, βρισκόμαστε σε ιστορικό σταυροδρόμι.

Έναν αιώνα πρωτύτερα, οι άνθρωποι είχαν την ίδια προαίσθηση. Ο Γέητς γράφοντας τη «Δευτέρα Παρουσία» του το 1919 (κάπου διάβασα ότι πρόκειται για το συχνότερα παρατιθέμενο κείμενο της αγγλόφωνης λογοτεχνίας), είχε πίσω του έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, imperia ολόκληρα που διαλύθηκαν, την πανδημία της ισπανικής γρίπης. Έναν κόσμο δίχως κέντρο. Και, πολύ ορθά, ψυχανεμιζόταν τη συνέχεια που ο ίδιος δεν πρόλαβε (πέθανε στα 1939): τον επόμενο, τρισχειρότερο, Παγκόσμιο Πόλεμο, τα στρατόπεδα του βιομηχανικού θανάτου, την ατομική βόμβα, το σάρωμα και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τους ποικιλώνυμους ολοκληρωτισμούς.

Αναδρομικά, οι δεκαετίες της μεταπολεμικής ειρήνης και ευημερίας φαντάζουν περισσότερο όχι ως υπέρβαση αλλά ως περίσπαση πρόσκαιρη από τον ανήλεο νόμο της Ανάγκης, ως ιντερμέδιο παραπλανητικό, όπως η απατηλή νηνεμία πριν τη θύελλα. Ο κόσμος μετά το 1945 δεν έλυσε κανένα από τα κρίσιμα ζητήματα που γέννησαν οι Νέοι Χρόνοι και οι μεγάλοι συγγραφείς του Μεσοπολέμου απαράμιλλα περιέγραψαν. Μόλις σήμερα μάλιστα τα αντιμετωπίζουμε στην πραγματική τους έκταση. De te fabula narratur επομένως. Ο Ιρλανδός μιλάει για σένα, αδελφέ αναγνώστη. (περισσότερα…)

Μικρός, δικός μας, απολογισμός για τη χρονιά που φεύγει

*

Ήταν καλή χρονιά αυτή που φεύγει για το ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ. Υποδεχτήκαμε νέους συνεργάτες και εγκαινιάσαμε καινούργιες και πρωτότυπες στήλες, όπως εκείνην για τη σύζευξη φωτογραφίας και λογοτεχνίας (με τον Ηλία Κεφάλα) και για τη βυζαντινή επιγραφική (με τον Γιώργο Πάλλη). Αυτές ήρθαν να προστεθούν σε άλλες παρόμοιες «raretés», για τα μέτρα του λογοτεχνικού μας τύπου πάντα, προπάντων στην ανθολογία της μεσαιωνικής ελληνικής ποίησης, που επιμελείται ο Ηλίας Μαλεβίτης, και στο florilegium της λατινικής και λατινογενούς γραμματείας, που την φροντίδα του έχει ο Φώτης Παπαγεωργίου. Οι δύο τελευταίες έχουν, νομίζω, ήδη εντυπωσιακή πορεία πίσω τους ποιοτικά, του Ηλία και ποσοτικά.

Στις «Σκυτάλες» ξεκινήσαμε να αναρτούμε τμηματικά δύο ολόκληρα πεζογραφικά βιβλία, του Δημήτρη Σολδάτου και του Δημήτρη Καρακίτσου αντίστοιχα, ενώ στη σχολιογραφία υποδεχτήκαμε πρόσφατα τα «Πρόσκαιρα» του Γιάννη Ταχόπουλου και στην κινηματογραφική κριτική την στήλη «Η ζωή παραμένει σινεμά»,  την επιμέλεια της οποίας έχει ο Βασίλης Πατσογιάννης. Αύριο, 23.12., ξεκινά η νέα δοκιμιογραφική στήλη του Ηρακλή Λογοθέτη. Τίτλος της: «Κλασσικά αποσιωπημένα».

Όπως συνέβη με όλα τα σημαδιακά συμβάντα των τελευταίων ετών (μεταναστευτικό, πανδημία, ρωσσοουκρανικά), το 2023 φιλοξενήσαμε στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ  πλήθος κειμένων που φωτίζουν από πολλές πλευρές (πολιτικά, ιστορικά, λογοτεχνικά) την αιματηρή αραβοϊσραηλινή σύγκρουση. Ειδικά στην συγκλονιστική εποχή που ζούμε, η ιδέα ότι τα γράμματα και οι τέχνες μπορούν να συνεχίζουν απερίσπαστα τον δρόμο τους, σνομπάροντας τη λάσπη της επικαιρότητας, φαντάζει όλο και πιο παράλογη. Ένα λογοτεχνικό περιοδικό που δεν είναι συγχρόνως και περιοδικό πολιτικό, με την ευρύτατη έννοια της λέξης, ούτε καν λογοτεχνικό δεν μπορεί να είναι.

Θυμίζω ακόμα το αφιέρωμα στα 80 χρόνια από τη γέννηση του Παναγιώτη Κονδύλη που κράτησε όλη τη χρονιά και θα περάσει και στην επόμενη. Επίσης, το 7ο έντυπο τεύχος μας το αφιερωμένο στον Έζρα Πάουντ που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι. Και βεβαίως, τις Νύχτες του Ιουλίου που για έβδομη συναπτή χρονιά συνδιοργανώσαμε στα Χανιά από κοινού με το Θέατρο Κυδωνία, με πλούσιο όπως πάντοτε πρόγραμμα και θερμή ανταπόκριση από το κοινό.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

*

Όλεθρος

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Μέρες τώρα ο κόσμος παρακολουθεί τον όλεθρο. Στις τηλεοράσεις, στις εφημερίδες, στα περιοδικά, σε τόσα και τόσα ηλεκτρονικά μέσα πολλαπλασιάζεται η εικόνα μιας γενικευμένης επίθεσης που σκοπεύει, είτε λέγεται ρητά είτε όχι στην εξόντωση ενός λαού: του παλαιστινιακού λαού.

Τι νόημα έχει να μελετάται η ιστορία; Να αναλύονται οι πολιτικές διαφορές; Να παρατίθενται τα συμφέροντα των λαών και προπαντός των κρατών; Να εξηγούνται οι βλέψεις των μεγάλων Ανατολής και Δύσης;

Το μεγάλο ζήτημα είναι ότι ο θάνατος χιλιάδων αμάχων και η εξορία και ο εκτοπισμός άλλων, η καταστροφή οικογενειών ολόκληρων, η διαρκής αναστάτωση των ανθρώπων στην περιφέρεια της Δύσης και πιο κεντρικά στην Ανατολή και προπαντός στην Μέση, έχουν καταστεί ΘΕΑΜΑ. Δισεκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο παρακολουθεί σφαγές, μάχες, σκοτωμένους, τραυματίες, μικρά παιδιά που τα τρέχουν με φορεία σε μισοκατεστραμένα νοσοκομεία. Παρακολουθούν την παρέλαση της οδύνης, τον θρίαμβο του θανάτου που μοιάζει να είναι ο πρωταγωνιστής χωρίς αντιστάσεις.

Δεν πρόκεται για φυσικό θάνατο, δεν πρόκειται για συγκρούσεις μιας τίμιας αντιπαράθεσης. Πρόκειται για συγκρούσεις που θεμέλιό τους είναι η εκδικητική μανία ένθεν και ένθεν ακόμη κι αν το άδικο γέρνει προς τη μεριά του Ισραήλ. Γιατί ο κλοιός των Παλαιστινίων κρατάει χρόνια, αλλά οι πολλοί στερούνται μνήμης ή αδιαφορούν.

Το ζήτημα είναι να τονίζεται η παρούσα κατάσταση: σήμερα τι γίνεται. Όμως το σήμερα δεν πέφτει από τον ουρανό έχει πίσω του νεκρούς, αναπήρους, νέους ανθρώπους που γυρνούν από τα διάφορα μέτωπα με ψυχικές διαταραχές, καθώς τα μέσα εξόντωσης που έχει προσφέρει η τεχνολογία είναι ανελέητα και τρομαχτικά. Στην κατασκευή τους δεν λογαριάστηκε το ποσοστό αντοχής του ανθρώπινου δυναμικού και εξάλλου, λίγο ενδιαφέρει. Μέσα στον ανθρωπογιγαντισμό των ανθρώπων του σύγχρονου κόσμου, μέσα στον υποτιθέμενο θρίαμβο της Επιστήμης (των θετικών επιστημών) και της Τεχνολογίας δεν χωρούν συναισθηματισμοί ή επικλήσεις υψηλών ιδανικών ή «μιμήσεις πράξεως σπουδαίας και τελείας…». (περισσότερα…)

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἡ μεθερμηνεία τῶν ἰδεῶν

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἕνα πρόσφατο ζήτημα στὸν ἑλληνικὸ μικρόκοσμο τῶν ἰδεῶν εἶναι κατὰ πόσο διαστρεβλώνεται ἢ ὄχι ὁ Παπαδιαμάντης ἀπὸ τὸ woke κίνημα καὶ τὴν ταινία Φόνισσα. Αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ σκεφτοῦμε εἶναι, πρῶτον, κατὰ πόσο ἡ κατάσταση ποὺ περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ συγκεκριμένο διήγημα καὶ ἡ ταινία ἦταν ἡ συνηθισμένη στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο τοῦ 1900. Καθένας ἔχει τὶς δικές του οἰκογενειακὲς καὶ τοπικὲς ἀφηγήσεις καὶ ἀναμνήσεις. Ὅσοι δὲν ἔζησαν σὲ περιβάλλοντα ὅπου οἱ ἄντρες σήκωναν χέρι πάνω στὶς γυναῖκες, ὅπου οἱ γυναῖκες ἦταν μεταφορικὰ ζῶα, καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν τέτοιες ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴ (προ)γιαγιά τους ἢ τὴν (προ)γιαγιὰ τοῦ γείτονα καὶ τοῦ παραδιπλανοῦ γείτονα στὸ χωριό, ὅλοι αὐτοὶ ἀντικρίζουν τὴν σχετικὴ καταγγελία, παπαδιαμαντικὴ καὶ τῆς ταινίας, μὲ κάποια μικρὴ ἔκπληξη: Ἀφορᾶ ἕναν κόσμο ποὺ γι’ αὐτοὺς ἦταν ἀνύπαρκτος, πλάι στὸν δικό τους, τὸν μόνο ὑπαρκτό.

Ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν παραδεισένιος ἢ κόσμος ἴσων δικαιωμάτων, ἀλλὰ σίγουρα οἱ γυναῖκες σὲ αὐτὸν δὲν δέρνονταν, δὲν δούλευαν στὰ χωράφια, δὲν τὶς ἀπατοῦσαν, καὶ σὲ αὐτὲς οἱ ἄντρες ἐμπιστεύονταν τὴ διαχείριση τοῦ εἰσοδήματος τῆς οἰκογένειας· ἄλλοτε, ἡ πολὺ συχνὴ ἀπουσία τοῦ Πατέρα, μακροχρόνια ἢ μόνιμη (λόγῳ ξενιτιᾶς ἢ θανάτου) συνεπαγόταν μιὰ οἰκογένεια προνεοτερικὴ στὴν ὁποία ἡ Μητέρα ἀσκοῦσε τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ μὴν σκεφτοῦμε γυναικεῖες μορφὲς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἐπαναστατικὴ ἱστορία. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ δυὸ αὐτοὶ κόσμοι συνυπῆρχαν, καὶ ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς δύο δὲν ἦταν ἡ ἐξαίρεση κάποιου ἀνύπαρκτου κανόνα. Καὶ οἱ δύο ἦταν παρατηρήσιμα φαινόμενα. Κάθε καπέλωμα ἢ λήθη τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ ἀπὸ τὴν ἐποχή μας εἶναι σφάλμα· ὁ Παπαδιαμάντης φυσικὰ δὲν ἔκανε τέτοιο σφάλμα. (περισσότερα…)

Σάτιρα και Καριοφίλι

*

Στον Θάνο Γιαννούδη

Γιώργο για σένα θα ζωστώ εκρηκτικά
Στην κάθε σάτιρα θα γίνω καμικάζι
Μην τους ακούς! Εσύ τα λες εκπληκτικά
Στείλε στο διάολο όποιον Πάτζετ δεν διαβάζει

Γιώργο θα γίνω σταυροφόρος – Μην μου σκας
Και τα προπύργια της σάτιρας θ’ αλώσω
Να σε χλευάζουν, είναι αβάσταχτος νταλκάς
Μα μην τα βάφεις μαύρα βρε, θα σε μαλώσω!

Γιώργο μην σκας! Και θα τους φάω τον λαιμό
Θα τους χτυπώ στο πάτωμα σαν τα χταπόδια
Εγώ για χάρη σου τους πάντες πολεμώ
Όλα τα πρόβατα, τα γίδια και τα βόδια

Γιώργο για σένα θα γενώ αρματολός
Θα κυνηγώ τη σάτιρα με καριοφίλι
Θέλει και ρώτημα; Δεν είσαι εσύ τρελός
Το λένε όλοι: Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι

Μονάχα Πάτζετ! Κι όλοι οι άλλοι στην πυρά!
Να μείνουν μόνο ο Μπουκόφσκι κι ο Καβάφης
Κι άμα σε τσούζει Γιώργο, κλαίγε σιωπηρά
Κάνε κουράγιο Γιώργο, μαύρα μην τα βάφεις

Γι’ αυτό σου λέω πάρ’ τα όλα χαλαρά
Μην μουρτζουφλιάζεις αν τα νεύρα σου σού σπάνε
Τον εαυτό σου μην τον παίρνεις σοβαρά
Γιατί δεν ξέρουμε τα τέσσερα που πάνε

Γιώργο τι κάθεσαι κι ακούς τους κωμικούς;
Γιατί μαράζωσες στον ψόγο και την χλεύη
Εσύ μονάχα τους δικούς σου να ακούς
Κι όποιος σε κράζει είναι γιατί σε ζηλεύει

Μη δίνεις βάση στο τι λέει κάθε ντολμάς
Εσύ εκεί! Περήφανος σαν το λιοντάρι
Σαν Δον Κιχώτης για την Τέχνη πολεμάς
Κι εγώ σαν Σάντσος σου κρατάω το κοντάρι

Γιώργο κρατήσου, δώσε τόπο στην οργή
Και θα τους φάει – σ’ το υπογράφω – μαύρο φίδι
Γιατί της ποίησης είμαστε οι ιδαλγοί
Κι άμα θυμώσεις, σου συστήνω λίγο ξύδι

Άσ’ το ρε Γιώργο και ας πάει στην ευχή
Άσ’ το ρε Γιώργο να το πάρει το ποτάμι
Στον κάθε βάρβαρο ποιος δίνει προσοχή;
Άσ’ το, μην πούνε πως καβάλησες καλάμι

Γιώργο μην σκιάζεσαι! Σου λέω: C’est la vie
Πάντα υπάρχει κάποιος άσχετος να κράζει
Κάνε κι εσύ για μια φορά την παλαβή
Στο κάτω κάτω, λίγη πλάκα τι πειράζει

Κι όσα σου λέω, σου τα λέω φιλικά
Όπως μιλώ μόνο στους άσπονδούς μου φίλους
Που μοιάζουνε σαν Δον Κιχώτες τελικά
Και πολεμάνε μόνο πρόβατα και μύλους

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

Χάρλεμ και Γάζα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ γεννήθηκε στην Τζαμάικα το 1890 και αναδείχθηκε στις ΗΠΑ ως ποιητής και πεζογράφος. Συνδέθηκε με το Χάρλεμ της Νέας Υόρκης και συνέβαλε στο καλλιτεχνικό πνεύμα των Αφροαμερικανών της συνοικίας, το οποίο έγινε γνωστό αργότερα ως η «Αναγέννηση του Χάρλεμ». Ο ΜακΚαίυ δημοσίευσε το σονέτο «If we must die» το 1919 στο αριστερό περιοδικό The Liberator. Ήταν την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου κι ο ποιητής έβλεπε τους μαύρους κληρωτούς να γυρίζουν τότε στις ΗΠΑ μόνο και μόνο για να βρεθούν αντιμέτωποι με ρατσιστικές διακρίσεις και φονικά πογκρόμ. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, το «If we must die» έγινε από τα δημοφιλέστερα σημεία αναφοράς του αφροαμερικάνικου κινήματος.

Ο Ρεφάτ Αλαρίρ γεννήθηκε στη Γάζα το 1979, όπου και δίδαξε φιλολογία και δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο. Συνέγραψε λογοτεχνικά έργα και άρθρα σχετικά με το παλαιστινιακό. Τον Νοέμβριο του 2023 ανάρτησε στο Τουίτερ το ελευθερόστιχο ποίημα του «If I must die», εν μέσω της σύγκρουσης μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων.

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ πέθανε το 1940 έχοντας αναγνωριστεί ως σημαντικός λογοτέχνης. Ο Ρεφάτ Αλαρίρ σκοτώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 από βομβαρδισμό του ισραηλινού στρατού.

(περισσότερα…)

Ραδιοαρβύλες και Σκούπες

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα θέματα τῆς τρέχουσας ἐπικαιρότητας ἦταν καὶ ἡ διένεξη ποὺ δημιουργήθηκε μεταξὺ τῆς σατιρικῆς/σχολιαστικῆς/κωμικῆς τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς “Ράδιο Ἀρβύλα” καὶ τοῦ ποιητῆ/ἐκδότη Γιώργου Ἀλισάνογλου, ἔπειτα ἀπὸ τὴ διακωμώδηση ποιήματος ποὺ ἀπήγγειλε ὁ τελευταῖος στὴν ΔΕΒΘ. Ὁ Ἀλισάνογλου κατήγγειλε μέσω μαίηλ ποὺ κοινοποίησε διὰ τοῦ προσωπικοῦ του λογαριασμοῦ στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ τῆς ἐκπομπῆς, ζητῶντας τὴν ὑποστήριξη τοῦ εὐρύτερου χώρου τοῦ βιβλίου καὶ τῶν παραγόντων του. Ὣς ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι κατανοητὰ καὶ ἔχουν καλῶς. Κι’ ἔχουν καλῶς διότι δὲν χρειάζεται κανεὶς κάποια ἰδιαίτερη καλλιέργεια (λογοτεχνικὴ ἢ ἄλλη), παρὰ ἐπιστράτευση τῆς κοινῆς λογικῆς, γιὰ νὰ καταλάβει ὅτι οἱ συντελεστὲς τῆς τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς ποὺ κάποτε χάριζαν στιγμὲς γέλιου (τουλάχιστον στὸν γράφοντα) κάνοντας σάτιρα καταστάσεων καὶ κακοδαιμονιῶν τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας (ὡς ΑΜΑΝ τότε), πλέον ἔχουν μετατραπεῖ σὲ ἕναν πολτὸ σαχλῆς ἀναπαραγωγῆς εἰδήσεων καὶ γεγονότων μὲ φαιδρὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποτελέσματα, παράγοντας στὴν οὐσία μιὰ μαζικῆς στόχευσης ψευδοσάτιρα, ποὺ περισσότερο ἑδραιώνει τὰ στρεβλά (ἂν δὲν τὰ κανονικοποιεῖ κιόλας), παρὰ τὰ ἐξορθολογίζει ἢ/καὶ τὰ κατεδαφίζει, ὡς εἴθισται ‒ ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω· κι’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἔχει σημασία γιὰ ἐπίδοξους σατιριστές, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ θέση ἰσχύος βάλλουν πρὸς τοὺς ἀδύναμους ποὺ ἀνήμποροι ν’ ἀπαντήσουν βυθίζονται στὸ ὄνειδος τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα κύρους τοῦ ἰσχυροῦ σατιρογράφου τρῶνε ἀμάσητη τὴ βολὴ στὸν σατιριζόμενο. Μεγάλο θέμα, ὡστόσο, ποὺ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θίγεται. (περισσότερα…)

Το ένστικτο της μίμησης και η ελληνική επαρχία

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

τὸ τὲ γὰρ μιμεῖσθαι σύμφυτον τοῖς ἀνθρώποις
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περὶ ποιητικῆς

Όπως και να το κάνουμε νοιώθει κανείς περήφανος μπροστά στις υποκριτικές επιδόσεις των μαθητών του. Ακόμα και εδώ, στον νότο της ελληνικής επαρχίας, όπου κανένας Αθηναίος κριτικός θεάτρου δεν μας κάνει την τιμή να ταξιδέψει πλέον για να αξιολογήσει αυτές τις προσπάθειες, καμιά περισπούδαστη τηλεοπτική εκπομπή δεν αφιερώνει χρόνο γι’ αυτές τις παραστάσεις, καμιά εφημερίδα, ούτε καν το δημοσιογραφικό της τμήμα, δεν ασχολείται με το θέατρο στην επαρχία, λες και όλοι, ομοθυμαδόν, είναι απολύτως σίγουροι ότι το ένστικτο της μίμησης έχει το αποκλειστικό προνόμιο να αναφύεται μόνον στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Αθήνας και οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια εκτός του κλεινού άστεως είναι, ως εκ τούτου, εκ των προτέρων καταδικασμένη στην αδιαφορία τους.

Για την αντίληψη όλων αυτών το ένστικτο της μίμησης είναι δηλαδή κάτι σαν τα λαχανάκια Βρυξελών ή τη μαστίχα της Χίου όπου ο τόπος παραγωγής αποτελεί εγγύηση για την ποιότητα του προϊόντος! Πόσο γελάω όταν διαβάζω τις κατά τα άλλα σοβαροφανείς αναλύσεις, από τους ίδιους αυτούς ανθρώπους, δημοσιογράφους και κριτικούς, για την υπερπληθώρα των θεατρικών παραστάσεων στην Αθήνα ή για τον κορεσμό των θεατρικών χώρων, ή για την απελπισία του θεατή που δεν ξέρει σε ποια παράσταση να πρωτοτρέξει, όταν με τη στάση τους είναι φανερό ότι δεν κάνουν τίποτα άλλο, παρά να λιβανίζουν την ίδια αυτή υπάρχουσα κατάσταση για την οποία διατείνονται ότι διαφωνούν! Γιατί ερωτώ, πώς θα αποσυμφορηθεί το κλεινόν άστυ, πώς ένας νέος καλλιτέχνης να επιλέξει ως έδρα του μια επαρχιακή πόλη όταν η καλλιτεχνική παραγωγή της ελληνικής επαρχίας, ακόμα και τα πιο λαμπρά παραδείγματα που έχει να επιδείξει, είναι καταδικασμένα σήμερα στην αφάνεια και στην αδιαφορία εκ μέρους της επίσημης κριτικής και της κρατικής αντίληψης για το θεατρικό γίγνεσθαι στην υπόλοιπη Ελλάδα; (περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Τις γιορτές

*

ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Στόλισαν φωτάκια στους δρόμους
κι εγώ τώρα δεν έχω μέρος να ξαποστάσω,
με την ησυχία μου να τρυπηθώ.
Ύστερα, τριγυρνούν με σακούλες στα χέρια
να προλάβουν την Μαύρη Παρασκευή.
Για μένα όμως όλες οι μέρες είναι μαύρες
και οι Παρασκευές Μεγάλες.
Η πρεζόφουντα ποτέ δεν κάνει εκπτώσεις.

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΝΤΑΡΑΣ

*