ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Για τις εξελίξεις στον χώρο της Αριστεράς

 

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στις ραγδαίες αλλαγές που συνέβησαν στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ με τη διάσπαση και τους ταυτοτικούς-πολιτικούς επαναπροσδιορισμούς και ανακατατάξεις, οι διάφορες αποκλίσεις που προέκυψαν και εκτυλίσσονται δεν αφορούν μόνο στην απώλεια ποσοστών, στα συναισθήματα ματαίωσης για τα εκλογικά αποτελέσματα, αλλά και στη διατήρηση και ενίσχυση με όρους ηγεμονικότητας ακραίων φιλελεύθερων πολιτικών. Οι μετατοπίσεις αυτές κινητοποίησαν εκ νέου διάφορες εννοιολογήσεις: μετα-πολιτική, βιοπολιτική, κυβερνησιμότητα, ενώ παράλληλα οι νέες συνθήκες, όπως και να τις εννοεί το κάθε πολιτικό υποκείμενο, επανέφεραν με ακόμα πιο ισχυρούς τόνους την έννοια της αριστερής μελαγχολίας.

Η τελευταία αποδίδει μια συγκεκριμένη ιστορικότητα που συνδέει διαχρονικά τις ματαιώσεις/ήττες των επαναστατικών κινημάτων, της αριστεράς και των ανθρώπων της παγκόσμια ―είναι τόσο γνωστά αυτά και επαναλαμβανόμενα―, αλλά και τις κατασκευές για το δίπολο: αριστερά-δεξιά, τις ευθύνες των διανοούμενων και το περιεχόμενο των διεκδικήσεών τους, την περιθωριοποίηση της αριστερής θεωρίας και την αξιολόγησή της ως «περιττής πολυτέλειας», η οποία δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του «λαού», και πολλά διλήμματα ως προς τα περιθώρια δράσης για να ανατραπεί η παρούσα κατάσταση. (περισσότερα…)

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο;

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο; Όταν το παραδίδεις στον εκδότη, άψογο όπως νομίζεις, έχεις για λίγο την ψευδαίσθηση ότι ξεμπέρδεψες μαζί του. Φτάνουν όμως οι πρώτες διορθώσεις και συνέρχεσαι. Ακολουθεί πάλη κανονική με τις λέξεις, τα μολύβια βγαίνουν από το συρτάρι, οι κόκκινες πένες πιάνουν δουλειἀ, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα, μέχρι το τυπωθήτω. Ο διορθωτής και ο επιμελητής (τι φιλάνθρωπα επαγγέλματα – έπρεπε να έρθει το ίντερνετ για να το κατανοήσουμε πλήρως!), οι τροχονόμοι της γραφής λοιπόν σου ανοίγουν τα μάτια: το άψογο δεν είναι τόσο άψογο όσο το νόμιζες, υπάρχουν ακόμη ασάφειες, ανακολουθίες, σημεία θολά.

Αλλά και μετά το τύπωμα, οι φορές που πέφτεις πάνω σ’ ένα λάθος, σ’ ένα στίχο, σ’ ένα χωρίο προβληματικό είναι κάμποσες. Και τότε λυπάσαι που δεν πρόλαβες να το τσιμπήσεις όταν έπρεπε. Και ευελπιστείς ότι, σε μια ξανακοιταγμένη ανατύπωση ή εντελώς νέα έκδοση, θα σου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να επανορθώσεις. Και όταν φτάνει επιτέλους αυτή η ευκαιρία (όχι τόσο συχνά όσο θα το ήθελες…), ώ του θαύματος, όλα ξεκινούν και πάλι απ’ την αρχή. Και πάλι διορθώσεις, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα. Και πάλι ανακολουθίες. Και πάλι λάθη και ασάφειες και σημεία θολά! Μα πού κρύβονταν τόσο καιρό, αναρωτιέσαι. Πώς δεν τα είδα, πώς δεν τα είχαμε δει;

Τελειώνουν λοιπόν ποτέ όλα αυτά; «Τα ποιήματα δεν τελειώνουν – εγκαταλείπονται», απαντά βαρύθυμα από τον αιώνα του ο Πωλ Βαλερύ. (περισσότερα…)

Αυτό δεν είναι ποίημα

*

Ο ήλιος λαμπυρίζει πίσω απ’ τον καπνό
κάτω από τα δέντρα ο θάνατος γυρίζει
στρέφει το κεφάλι, στα μάτια με κοιτά
στα χέρια του βαστά σωρούς τα θεία δώρα.

Οι μίσχοι σαν απλώνουν –θέαμα τερπνό!–
φωνές των μυρμηγκιών δείχνουν να κυκλώνουν
το σπίτι του φονιά και να το προσπερνούν
για πού μετά κινούν κανείς δεν ξέρει τώρα.

Τι σ’ ενδιαφέρει σήμερα ποιητή
σε ποιο του κόσμου θαύμα η πένα θα σε φέρει;
Στους λύκους που διψάνε, στα ελάφια που πεινούν,
στις πέτρες που πετούν οι κιόλας τους θαμμένοι;

Τι ’ναι αυτό που φτάνει στ’ αμόλυντο χαρτί –
υπόσχεση πώς δίνει τον χρόνο να γλυκάνει;
Στου αίματος τη ζάλη, στη δίνη του καιρού
τα άνθη του Μαγιού νεκρό θε να προσμένει.

Postscriptum

(Στο δίλημμα το «Σάττι διαλέγεις ή Σατί;»
για μένα τον φτωχό πάντα θα λείπει κάτι –
κι από τη σιωπή του κάθε στοχαστή
καλλιά ’χω ν’ ακουστεί ότι χασμουριέμαι).

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΛΑΦΡΟΣ

*

*

*

 

 

Ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο κύριος Ευγενίδης

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ο Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ ΚΑΙ Ο κ. ΕΥΓΕΝΙΔΗΣ

Ο Ευγένιος Ευγενίδης (1882-1954), εφοπλιστής και εθνικός ευεργέτης, μου έφερε στον νου την περίφημη σύνδεσή του με την ποίηση, μέσα από την Έρημη χώρα του Έλιοτ. Θυμίζω τους στίχους από το τρίτο μέρος της συλλογής «Το κήρυγμα της φωτιάς»:

Ανύπαρκτη πολιτεία.
Κάτω από τη φαιά ομίχλη ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο κύριος Ευγενίδης, έμπορος εκ Σμύρνης
Αξύριστος, με τις τσέπες γεμάτες σταφίδες
Κατευθείαν για Λονδίνο: φορτωτικές πληρωτέες άμα τη εμφανίσει,

Με κάλεσε με τα άξεστα γαλλικά του
Για γεύμα στο Κάνον Στρητ Οτέλ
Και μετά για ένα σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Το ποίημα εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1922 αλλά γραφόταν επί αρκετά χρόνια και είχε ολοκληρωθεί πριν την Καταστροφή του Αυγούστου του 1922. Η αναφορά σε έναν Σμυρναίο έμπορο δεν είναι παράδοξη καθώς το ανατολικό ζήτημα απασχολεί έντονα τη βρετανική ζωή εκείνα τα χρόνια. Όμως έχει και μία πραγματική αφορμή. Ο Έλιοτ γνώρισε τον Ευγενίδη τον καιρό που εργαζόταν στο Σίτυ ως τραπεζικός υπάλληλος, στην Lloyds Bank όπου προσλήφθηκε το 1917 και παρέμεινε ως το 1925. Το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Ευγενίδη (που δεν ήταν Σμυρναίος, γεννήθηκε το 1882 στο Διδυμότειχο, αλλά δραστηριοποιείτο στο εμπόριο με την Σμύρνη) αναδείχθηκε πολύ νωρίς στην οργάνωση των μεταφορών και το διεθνές εμπόριο. Ήδη από το 1902 εργαζόταν σε μια βρετανική ναυτιλιακή εταιρία, στην Doro’s Brothers και τέσσερα χρόνια αργότερα προσλήφθηκε ως γενικός διευθυντής στο ναυτιλιακό πρακτορείο Reppen. Υπήρξε ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σκανδιναβικής ξυλείας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ανέλαβε την πρακτόρευση της σουηδικής ναυτιλιακής εταιρείας Svenska Orient Linien. Ως προς τις μεθόδους πλουτισμού δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ο στίχος για πρόσκληση σε γεύματα και weekend προς έναν τραπεζικό υπάλληλο είναι προφανής, αρκεί για τα περαιτέρω. Το πρωτεύον μοτίβο που αντηχεί σε όλο το ποίημα ωστόσο, είναι άλλο. Είναι το μοτίβο ενός προφήτη, ενός οραματιστή. Ο Έλιοτ βλέπει τον εαυτό του σε αυτόν τον ρόλο, αισθάνεται (και είναι) ένας από τους λίγους που μπορούσαν να δουν και να κατανοήσουν τη διεφθαρμένη και έρημη προοπτική του μοντέρνου κόσμου γύρω του. (περισσότερα…)

25 Μαΐου 2011 – Δεκατρία χρόνια χαμένος

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, 1955-2011
( έργο του Παναγιώτη Μητσομπόνου )

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

25 Μαΐου 2011 – Δεκατρία χρόνια χαμένος

Με τον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη υπήρξαμε φίλοι, συνάδελφοι στην κριτική του θεάτρου και συμπαίκτες στη ρουλέτα. Ο Βαρβέρης γαλουχήθηκε στα χαρτοπαικτικά ήθη από μικρός, πέρασε ατέλειωτα βράδια στην ήπια παρακμή μισοξεχασμένων ελληνικών λουτροπόλεων, παρέα με χήρες στρατιωτικών και συζύγους μεσοαστών συμβολαιογράφων. Σύντομα έγινε μαιτρ σε όλων των ειδών τα παίγνια— απότοκο μάλιστα αυτής της ειδημοσύνης υπήρξε ο μικρός οδηγός χαρτοπαικτικής συμπεριφοράς με το εύγλωττο όνομα: Κόψε. Φιλάσθενος από πολύ ενωρίς και τα τελευταία χρόνια καταβασανισμένος από την επιδείνωση της υγείας του, δεν παραιτήθηκε ποτέ από τις απολαύσεις και (μεταξύ των κρίσεων που τον καθήλωναν στο σπίτι ή στο νοσοκομείο) έβγαινε για να τις αναζητήσει. Πάντοτε κομψός μα χωρίς ποτέ να ξεπέφτει στην επιτήδευση, λεπταίσθητος και οπλισμένος με το άσβεστο βιτριολικό του χιούμορ, νωχελής και αργοβάδιστος, παλαιότερα από ιδιοσυγκρασία και εσχάτως εξ ανάγκης. Και ήταν όντως χάρμα οφθαλμών να τον παρατηρείς να καταπλέει σάμπως σε δύσκολο λιμάνι, με ελιγμούς περίτεχνους, λεπτό προϋπολογισμό των εμποδίων και επιφύλαξη κινητική που φανέρωνε ιδιαίτερη σπουδή. Ορισμένα απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά των σωματικών του αντιδράσεων μετέφεραν αυτούσιο το στίγμα τους και στην όλη συγκρότηση του Βαρβέρη, στη ζωή και στο παιχνίδι: μιλώ για τους στοχαστικούς ανάγυρους, την ακρίβεια και τη διαισθητική πρόνοια που τον διέκρινε στις εκτιμήσεις του. Στο καζίνο έπαιζε Black Jack και ρουλέτα με εξαιρετικές επιδόσεις — γιατί ήταν παίκτης ολκής ο Βαρβέρης. Προλάβαμε μαζί τις παλιές, αργοκύλιστες γαλλικές ρουλέτες (τότε που ανάμεσα στο Faites vos jeux και στο Rien ne va plus υπήρχε αρκετός χρόνος για την αποτίμηση της ροής των αποτελεσμάτων και τον σχεδιασμό της επόμενης κίνησης) και είχα πολλές ευκαιρίες να παρατηρήσω τη συμπεριφορά του στο τραπέζι του περιστροφικού ιλίγγου. Ως μεθοδικός παίκτης έδινε μεγάλη σημασία στην διαχείριση κεφαλαίου και επέλεγε στοιχηματικούς τύπους ισχυρών πιθανοτήτων. Η σκευή του η πολεμική, αμυντική εκ φύσεως, διέθετε και εντελώς αντίθετα όπλα: αιχμές αντί καμπυλών, ασωτία διαθέσεων έναντι σφιχτής λογιστικής τάξεως και αστραπιαίες αντεπιθέσεις με μεγάλη αίσθηση του ρίσκου. Ήταν προικισμένος δηλαδή με τον σπάνιο συνδυασμό σύνεσης υπολογιστικής και τόλμης αλματικής. Πλεονεκτήματα που άστραφταν και με τα οποία ο Γιάννης κέρδισε πολλές αναμετρήσεις που φαίνονταν χαμένες. Μα το παιχνίδι, κάθε παιχνίδι στη ζωή, κάποτε δυσκολεύει, παίζεις με μια τύχη απλή, η μπίλια πέφτει στο zero και χάνεις. (περισσότερα…)

«Στο μυαλό σου θα μπαινοβγαίνω»

*
Καθότι γνώστης, κύριε Σατί
είδατε μ’ έναν τόνο
πως αλλάζει η σημασία
ο ρυθμός, η μουσική.

Δονούνται μ’ άλλο τρόπο τα ηχεία
ρίχνεται αλλιώς το ζάρι στη σκηνή
παίρνουν με κάρβουνα σβηστά
φωτιά τα θεωρεία.

Τα, τα, τα, τα, τα, τα
κι άσε να μας φέρει ό,τι θέλει μετά.

Ερίκ, σας άρεσε αυτή η συνταγή;

Εσείς μιλούσατε
για νέα ευαισθησία
μοτίβο συνεχόμενο
και φόρμα κλασική.

Πόνος μην μας έρθει μακάρι
ο άνεμος για πού θα μας πάρει;

Κίνηση συνεχόμενη
φωνή και χειροκρότημα

Κι όλα αλλάζουν γύρω σου απότομα

Τι είναι στις μέρες μας
το πνεύμα, ποιητή;

Πώς θ’ απαντούσες στο ερώτημα

Σάττι ή Σατί;

ΕΙΡΗΝΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

*

*

*

 

 

Tο ημερολόγιο της Λουντμίλας

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο απόστρατος στρατιωτικός Λουντμίλος ζει μια ήσυχη ζωή σε μια παραθαλάσσια γαλλική πολίχνη, στην Ετρετά της Νορμανδίας. Ο ανέφελος βίος του όμως θα διακοπεί απότομα, όταν θα προσκληθεί στην ανάγνωση της διαθήκης της πρώην συζύγου του Λουντμίλας, που είχε πεθάνει λίγες μέρες νωρίτερα. Όπως αποδεικνύεται, η Λουντμίλα του κληροδότησε το σπίτι της στη Ρουέν, εκείνο το ίδιο σπίτι στο οποίο είχαν ζήσει τον έρωτά τους πολλά χρόνια πριν. Εκεί, ανάμεσα στα βιβλία της, ο Λουντμίλος θ’ ανακαλύψει το ημερολόγιό της, όπως θ’ ανακαλύψει και τον πόνο που της προκάλεσε. Διαβάζοντας το ημερολόγιο, ξαναζεί, μέσα απ’ τα μάτια της Λουντμίλας, τον έρωτά τους, αλλά και τις μάταιες προσπάθειές της να τον ξεπεράσει στα χρόνια που ακολούθησαν. Πάνω στις οδυνηρές αναμνήσεις της Λουντμίλας χτίζεται το υπέροχο μυθιστόρημα Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ της Ρένας Λούνα.

Η αγγελία του θανάτου της πρώην γυναίκας του θα επηρεάσει βαθιά τον Λουντμίλο. Καθώς συνειδητοποιεί πως δε θα ξανασμίξουν, κι ας είχαν ήδη χρόνια να ιδωθούν, συντρίβεται, κι ας μην τολμά να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του. Το παλιό τραύμα ξανανοίγει και ο Λουντμίλος βυθίζεται σ’ ένα σκοτεινό όραμα: (περισσότερα…)

Μόλις φτάσει η άνοιξη

*

ΜΟΛΙΣ ΦΤΑΣΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Είδα να σέρνουν τη γη στο σφαγείο, σου είπα.
Αυτά είναι εφιάλτες, μου είπες,
θα τελειώσουν
μόλις φτάσει στην πόρτα σου η άνοιξη.

Όμως η άνοιξη άργησε, άργησε τόσο πολύ
που ο εφιάλτης μου τώρα
είναι η άνοιξη η ίδια.
Δεν μπορώ να ξεκρεμάσω τη γη,
δεν ξέρω καν ποιος την κρέμασε εκεί στο τσιγκέλι,
και τον μόνο που βρίσκω για να πάρω εκδίκηση
είναι ο εαυτός μου ο ίδιος:
«Εσύ ήσουν αυτός που την κρέμασε…
Εσύ ήσουν αυτός που την κρέμασε».

Βέβαιος πως εκείνος κρέμασε τη γη,
ο εαυτός μου τώρα αρνείται πια να ξυπνήσει
απ’ το σφαγείο των τύψεων.

ΝΑΤΖΟΥΑΝ ΝΤΑΡΟΥΪΣ

~.~

Ο Νατζουάν Νταρουίς είναι Παλαιστίνιος ποιητής.
Γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1978 στα Ιεροσόλυμα.

Μετάφραση ΧΡΙΣΤΌΦΟΡΟΣ ΠΑΡΡΑΣ

*

*

*

Κατόπιν εορτής

*

Χρόνια πολλά! (Πόσα κιλά
στις ζυγαριές αθροίσατε;)
Πώς τα περάσατε, καλά;
Σουβλίσατε; Σουβλίσατε;

Πέρασε το Πάσχα, και οι χριστιανοί
γύρισαν με κέφι στις δουλειές τους.
Φάγαν του σκασμού, χωνέψανε τ’ αρνί
και τριπλασιάσαν τις διπλοκοιλιές τους.

Πέρασε το Πάσχα, τόσο ειρηνικά,
μέσα σε φωνές κι αυγομαχίες.
Θύματα δυο-τρεις απ’ τα βεγγαλικά
κι απ’ τη μάσα κάτι οδοντοστοιχίες.

Πέρασε το Πάσχα, και με τον Χριστό
νεκραναστηθήκαν κι οι εμπόροι,
που το θρήσκο πλήθος έτρεξε πιστό
στους ναούς του Shopping, φέτος με το ζόρι.

Πέρασε το Πάσχα κι εν τω μεταξύ
έφτασε του Μάιου η χάρη.
Πιάνουν το μαγιόξυλο με το δεξί
τώρα ή ζευγαρώνουν όπως οι γαϊδάροι.

Αχ, τι κόσμος, Θέ μου, σε χαρές φτωχός·
πλούσιος σε φόβο και σε πάθος.
Τόσο που έχει γίνει αβάσταχτα ρηχός,
μια φτυσιά τού πρέπει – ν’ αποχτήσει βάθος!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

Από το βιβλίο Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

*

*

*

Γιώργος Σεφέρης, Λαμπρή, 6 Μάη 1945

*

Στην πλαϊνή ταβέρνα τραγουδούν, μαζί με άλλα τραγούδια, το Χριστός Ανέστη. Όλος ο κόσμος διψασμένος για τούτη την Ανάσταση.

Σα να άραξα σήμερα στο λιμάνι που άφησα, εδώ και τέσσερα χρόνια, τη Μεγάλη Παρασκευή, σ’ ένα παραθαλάσσιο εκκλησάκι στον Ωρωπό.

Ένα ξαλάφρωμα, και κάπως –αρκετά ίσως– χαμένος· όπως ο ναύτης που γυρίζει στο σπίτι του.

*

*

*

*

 

Ευχές!

*

~.~

*

*

*

Πρωτομαγιά 1944

*

Πρωτομαγιά
με το σουγιά
χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά
σαν τα θεριά
σε πήραν απ’ το σπίτι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια να περνά και το φονιά
γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω
μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό.

Νυν και αεί
μες στη ζωή
σε είχα αραξοβόλι
μα μιαν αυγή
στη μαύρη γη
σε σώριασε το βόλι.

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια το ληστή και το φονιά
του ’ χανε δέσει στο λαιμό του μια τριχιά
και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά.

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

~.~

*

 

*

*

*