ΝΠ | Βιβλίο

Εύστοχες και άστοχες στιγμές

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αριάδνη Καλοκύρη,
Χώρα αναμονής,
Κίχλη, 2021
Σοφία Περδίκη,
Το αιώνιο αίνιγμα,
Κίχλη, 2020

Διαβάζοντας το πρώτο ποίημα της Χώρας αναμονής της Αριάδνης Καλοκύρη, μου δημιουργήθηκε η ισχυρή προσδοκία για μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση, καθώς το κείμενο φανερώνει μια φρέσκια ματιά λεπταίσθητων αποχρώσεων που ανάγει τη λεπτομέρεια του ασήμαντου σε ένα έστω και εφήμερο αισθητικό γεγονός.

«Σαπούνι»

Σαπούνι, αχνό ροζ.
Σκληρό, άοσμο, καμπύλο﮲
ίχνος φράσης στη μια πλευρά.

Λίγες σταγόνες νερού αλλάζουν την υφή του.
Γίνεται λείο, τα δάχτυλα γλιστρούν και το χαϊδεύουν.
Διάφανες μπάλες ξεπηδούν, τρωτές κυψέλες.
Σβήνω τη φράση, γράφω άλλες, πλάθω λέξεις μες στα νύχια.

Άρωμα τριαντάφυλλου με αγκυλώνει.
Να το λουλούδι, άνθισε μπροστά μου﮲
κάθε του πέταλο γλιστρά από τα χέρια
αιωρείται.

Στις παλάμες ένας κόκκινος κήπος
με τριαντάφυλλα ριζώνει.
Τον διασχίζει ένα λευκό ποτάμι.
Είναι ο αφρός, που έχει ποτίσει, έχει κρύψει κάθε χέρι.

Φαίνεται τώρα μόνο το σαπούνι
να κυνηγάει λυσσασμένα
τη μορφή του. (περισσότερα…)

Yπαρξιακή και ερωτική ποίηση

του ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΑΖΕΛΗ

Τασούλα Τσιλιμένη,
Η αφωνία του απογεύματος,
Μανδραγόρας, Αθήνα 2021
Ο νέος αναγνώστης μάταια θα χτυπά
Κάθε φορά εκ νέου το κουδούνι της ανάγνωσης
Ενώ η πρόσκληση το ’γραφε καθαρά
Μόνον για ποιητές
Πνιγμένους δηλαδή
Κι όχι για όσους ψάχναν για σανίδες σωτηρίας
Για όσους αφελείς πρώην μη ποιητές
Γυρεύαν πρώτα σώμα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ («Σκιές που ρίχνουν σώματα»)

Στη νέα ποιητική συλλογή της Τασούλας Τσιλιμένη κομβική θέση έχουν οι λέξεις, ο λόγος. Αναμενόμενη αυτοαναφορά ή αναγωγή του λόγου σε δημιουργό του προσωπικού μας κόσμου, με την ονοματοδοσία των αξιολογικών κρίσεων για τις συνιστώσες του; Ο τίτλος του βιβλίου Η αφωνία του απογεύματος φέρει τον τίτλο ενός από τα ποιήματα της συλλογής. Χρειάζεται να τη διαβάσει κανείς προσεκτικά ολόκληρη, να εντοπίσει τις θεματικές και την ποιητική της, για να αναγνωρίσει ότι πρόκειται για ένα ποίημα το οποίο συμπυκνώνει τα περισσότερα θέματα όλης της συλλογής, ενώ παράλληλα η ποιήτρια αποκαλύπτει συνάμα πτυχές της ποιητικής της, οι οποίες δείχνουν μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στον γλωσσικό κώδικα ως μορφή και περιεχόμενο.

Θα εκθέσω μερικές σκέψεις γι’ αυτό, οι οποίες ίσως ξεκλειδώνουν κάπως την ποιητική της ποιήτριας. Ξεκινώντας από τον τίτλο Η αφωνία του απογεύματος, πριν προχωρήσουμε σε στοιχεία του περιεχομένου, μας καθηλώνει η μορφή. Στην ονοματική φράση του τίτλου, η οποία απαρτίζεται από το έναρθρο ουσιαστικό «η αφωνία» και μια γενική προσδιοριστική «του απογεύματος», έχουμε ένα γραμματικό παιχνίδι με τα φωνήματα των δύο ουσιαστικών. Ξεκινώντας με το ίδιο γράμμα α, ακολουθούν άφωνα σύμφωνα -φ στην πρώτη (αφωνία) π στη δεύτερη (απογεύματος), συνοδευόμενα από τα ημίφωνα ν στην πρώτη (αφωνία), μ στη δεύτερη (απογεύματος), ένα αρμονικό παιχνίδι σύνδεσης συμφώνων, σε συγγενείς παραλλαγές. Στην αρχή προβληματίστηκα μήπως αυτή η παρατήρηση αποτελούσε μια υπερβολή του επαγγέλματος, όμως φτάνοντας στη μέση του ποιήματος, διαπιστώνω άναυδος ότι η ίδια η ποιήτρια (το ποιητικό υποκείμενο, όπως εκπαιδεύουμε τους μαθητές μας να γράφουν στις πανελλαδικές) μας δίνει ανάλογες οδηγίες προσέγγισης. Θέτοντας στο επίκεντρο την έννοια-λέξη θλίψη εστιάζει στη γραμματική, τη φωνητική ανάλυση: (περισσότερα…)

Ένας κόσμος πλήρης και ευφρόσυνος

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ηλίας Κεφάλας,
γραφέας του φυσικού έπους,
Θράκα 2021

Στην τελευταία του δουλειά, ο Ηλίας Κεφάλας αποτυπώνει στιγμές, διαθέσεις και ρυθμούς του γενέθλιου τόπου, λειτουργώντας ως καταγραφέας του «φυσικού έπους», όπως λέει. Έπος, όπως η μακρά δοξαστική αφήγηση μιας ατελεύτητης εποποιίας που είναι η ζωή και η αναπνοή του κόσμου γύρω μας και μέσα μας. Γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν είναι απλώς εικόνες της φύσης, αλλά και οι μυστικές συζεύξεις και ανταποκρίσεις ανάμεσα στον άνθρωπο που πρέπει να ξαναβρίσκει συνεχώς τον ορισμό και τον προορισμό του και την αυτοφυή ύπαρξη της φύσης που τον περιέχει, τον εξηγεί και τον υπερβαίνει. Τον παρηγορεί, γιατί υπάρχει ως η πλησιέστερη φανέρωση του θαύματος, αλλά και τον απελπίζει, γιατί κρατά ανέγγιχτο το μυστικό της, που είναι πώς να ζει ανερώτητα ως κατακλυσμιαία βούληση και ως αγαθοποιός πράξη. Σε αυτόν τον κόσμο της φύσης της Θεσσαλίας έχει επιλέξει να ζει και να θέτει εν πολλοίς το ποιητικό του στοίχημα ο Ηλίας Κεφάλας τα τελευταία χρόνια, με την αγάπη του πιστού, του γηγενούς, του «εκβλαστήματος της ανθρώπινης θλίψης» αλλά και του συμπαίκτη, του συναυτουργού μιας ιερουργίας. (περισσότερα…)

Ευριπίδης, Ηλέκτρα (Μετάφραση-Επίμετρο Στρατής Πασχάλης)

 

*
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Δύο Στάσιμα και ένα απόσπασμα από το Επίμετρο της Ηλέκτρας του Ευριπίδη που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό από την Κάπα Εκδοτική, εν όψει της καλοκαιρινής παράστασης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα με την Μαρία Κίτσου και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο στους κεντρικούς ρόλους.

~.~

ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Λαμπρά καράβια για την Τροία,
τ’ αμέτρητα κουπιά σάς οδηγούσαν,
κι εσείς δοσμένα στο χορό των Νηρηίδων,
ενώ πηδούσε το δελφίνι απ’ τη φλογέρα
γητεμένο πλάι στην πλώρη,
κι εκείνη σαν γαλάζιο αλέτρι
όργωνε τα νερά,
κατευοδώνατε της Θέτιδας τον γιο
που ’χε φτερά σε πόδια αλαφροπάτητα,
μα και τον Αγαμέμνονα,
καθώς ξεκίναγαν να παν στην τρωική
του ποταμού Σιμόεντα την όχθη.

Οι Κόρες του Νηρέα είχανε φύγει
απ’ τ’ ακρωτήρια της Εύβοιας
τ’ άρματα φέρνοντας και την ασπίδα –
έργα του ΄Ηφαιστου, που μόχθησε
για να τα πελεκήσει
σ’ αμόνι από χρυσό – (περισσότερα…)

Ο Χάρτμουτ Ρόζα για την επιτάχυνση και την αλλοτρίωση στις σύγχρονες κοινωνίες

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Μετά την πρώτη τους έκδοση, οι εκδόσεις Πλήθος προσφέρουν στο ελληνικό κοινό μια ακόμη μετάφραση ενός έργου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού. Πρόκειται για το τολμηρό και ενδιαφέρον βιβλίο του Χάρτμουτ Ρόζα, Επιτάχυνση και αλλοτρίωση: για μια Κριτική θεωρία της χρονικότητας στην ύστερη νεωτερικότητα. Όπως μαρτυρεί ο υπότιτλος, ο συγγραφέας του βιβλίου επιδίδεται στη σκιαγράφηση μιας νέας κριτικής θεωρίας για το σήμερα. Η κριτική θεωρία του, ξεκαθαρίζει, στηρίζεται όχι σε κάποια κανονιστική σύλληψη περί ανθρώπινης φύσης, αλλά στην διαπιστωμένη αντίθεση ανάμεσα στους πόθους των υποκειμένων (συγκεκριμένα, στο νεωτερικό πρόταγμα της ικανοποίησης των φιλοδοξιών και επιθυμιών του αυτόνομου ατόμου) και στους θεσμούς και πρακτικές που εμποδίζουν αυτούς τους πόθους να υλοποιηθούν. Πρόκειται για αντίθεση που συμβαίνει με τρόπο ανεπίγνωστο για τους περισσότερους από εμάς και εδώ είναι που επανέρχεται η μαρξιστική θεώρηση περί ιδεολογίας και ψευδούς συνείδησης, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η Σχολή της Φραγκφούρτης, εξηγεί. Επιδιώκοντας να αρθρώσει έναν κριτικό Αριστερό λόγο απέναντι στον σύγχρονο καπιταλισμό, στα χνάρια των Χορκχάιμερ, Μαρκούζε και Άξελ Χόνετ, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναζητά ένα βασικό ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της Νεωτερικότητας και των σύγχρονων κοινωνιών, το οποίο και βρίσκει στην έννοια της «επιτάχυνσης». Κάνοντας λόγο για Νεωτερικότητα, μια έννοια συχνά επαναλαμβανόμενη αλλά ασαφή, ο Ρόζα τη διαιρεί σε «πρώιμη» (ως το 1850), «κλασική» (~1850-1970) και για «ύστερη» (1970-…).

Αν και η Νεωτερικότητα έχει συλληφθεί και περιγραφεί κοινωνιολογικά με έμφαση σε διαφορετικές έννοιες, από τον εργασιακό καταμερισμό έως τον ατομικισμό και την εμπορευματοποίηση, όλες αυτές διατρέχει υπόρρητα ένα κύριο στοιχείο: η επιτάχυνση. Οι δυτικές κοινωνίες είναι κοινωνίες της επιτάχυνσης. Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό; Σύμφωνα με τον Ρόζα, υπάρχουν τρεις βασικές «όψεις» της επιτάχυνσης στη Δύση. Αρχικά, υπάρχει η τεχνολογική επιτάχυνση, που είναι ίσως και η πιο προφανής και αυτονόητη σε όλους μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταχύτητα επικοινωνίας και μεταφορών διαρκώς «συμπιέζει» τον χώρο, σε σημείο να τον συρρικνώνει υπέρ του χρόνου, καθότι οι πραγματικές τοποθεσίες (π.χ. ξενοδοχεία, τράπεζες, πανεπιστήμια) παίζουν πια όλο και μικρότερο ρόλο για τις ουσιαστικές κοινωνικές εξελίξεις. Έπειτα, υπάρχει η επιτάχυνση της κοινωνικής μεταβολή, η οποία συνίσταται στην επιτάχυνση όχι διαδικασιών εντός της κοινωνίας (όπως συμβαίνει με την τεχνολογική), αλλά επιτάχυνση της ίδιας της κοινωνίας καθαυτής. Σύμφωνα πάλι με τον Ρόζα:

[…] η κοινωνική επιτάχυνση ορίζεται από μια αύξηση των ρυθμών αποσύνθεσης της αξιοπιστίας των εμπειριών και των προσδοκιών και από τη συστολή των χρονικών διαστημάτων που μπορούν να οριστούν ως «παρόν» (σελ. 49). (περισσότερα…)

Φίλοι άφωνοι στο μαύρο αστερωμένοι

του ΚΩΣΤΑ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Διονύσης Σέρρας, Οι κήποι της απόδρασης,
Ποιήματα 1992–2007, Γαβριηλίδης

Ο Διονύσης Σέρρας (1947) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Υπηρέτησε στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (1974–2001). Από το 1978 έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων λυρικών ποιητών, βιβλιογραφικές εργασίες και ανθολογίες ποιημάτων. Επίσης, από το 1995 συνεχίζει την έκδοση του ζακυνθινού περιοδικού Επτανησιακά Φύλλα που είχε ιδρύσει το 1945 και εξέδιδε ως τον θάνατό του ο ιστορικός, λαογράφος και λογοτέχνης Ντίνος Κονόμος (1918–1990). Ο Σέρρας εντάσσεται τόσο ως προς τη χρονολογία γέννησης όσο και ως προς τη χρονολογία έκδοσης του πρώτου βιβλίου του στην 3η μεταπολεμική γενιά, τη λεγόμενη και «Γενιά του 70». Η ποιητική του συλλογή «Οι κήποι της απόδρασης» είναι το ενδέκατο στη σειρά ποιητικό του βιβλίο.

Η ποιητική του πορεία διακρίνεται από διαρκή συνομιλία με τις μεγάλες ποιητικές μορφές της νεότερης γραμματείας. Στην πρώτη του ποιητική συλλογή Διπλές φωνές υπάρχουν τρία εκτενή ποιήματα για τον Καβάφη, ενώ και μόνο ο τίτλος της δεύτερης συλλογής Ωδή στον Διονύσιο Σολωμό, της τέταρτης συλλογής Έξι γραφές για τον Σεφέρη, καθώς και του ποιήματος Τριώδιο σιωπής για τον Ανδρέα Κάλβο της συλλογής του Σταγόνες σε μαύρο λευκό,  δηλώνουν αυτή τη συνομιλία.  Επίσης, στα ποιήματά του υπάρχουν άμεσες αναφορές και σε μεταγενέστερους ποιητές όπως, για παράδειγμα, ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Νίκος Καρούζος.

Ο Διονύσης Σέρρας έχει διαμορφώσει ένα ευδιάκριτο προσωπικό ιδιαίτερο ύφος που το διακρίνει η πυκνότητα και η λιτότητα του λόγου και στο οποίο δεσπόζουν οι αποφθεγματικές εκφράσεις. Ο φιλολογικός του οπλισμός αποτελεί δημιουργικό εργαλείο για τις ποιητικές του συνθέσεις με αναγωγές του λόγου του στην αρχαιοελληνική ποιητική παράδοση και στους μεγάλους ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Έχοντας μεταφέρει στη σύγχρονη ελληνική έργα του Αρχίλοχου, του Αλκαίου, της Σαπφούς, του Ίβυκου και του Ανακρέοντος και βασιζόμενος και στη λόγια και στη δημώδη ποιητική παράδοση, έχει κατορθώσει να αφομοιώσει λειτουργικά ρυθμούς και μέτρα αυτών των παραδόσεων σε σύγχρονες ποιητικές μορφές. Το έργο του διακρίνεται από ρομαντικό πνεύμα και φέρει σαφείς απόηχους της ποίησης του Σολωμού και του Κάλβου. (περισσότερα…)

Το ατελές πέρασμα στη νεωτερικότητα

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Χάρης Βρόντος
Στοιχεῖα πολιτιστικῆς πατριδογνωσίας
Ἁρμός 2021

Σὺν τῷ χρόνῳ παρεξηγήθηκε ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς. Ἀπὸ τὴ μία ἔφτασε νὰ εἶναι ἕνα χάϊδεμα, μιὰ ἁπλὴ παρουσίαση στοιχείων —πάντοτε θετικῶν, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὑμνητικῶν— καὶ τίποτε περισσότερο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀπέκτησε χαρακτηριστικὰ πολεμικῆς, θεωρῶντας τὴν ἄρνηση (αὐτὸ ποὺ στὴ γενιὰ τοῦ ’70 βαφτίστηκε “ἀμφισβήτηση”) ὡς αὐτοσκοπὸ μιᾶς κριτικῆς, πολλὲς φορὲς φτάνοντας σὲ περιπτώσεις κατάφωρης ἀδικίας, κιτρινισμοῦ ἢ ad hominem ἐπιθέσεων ἄνευ οὐσίας ποὺ ὑποβάθμιζαν τὴν ἀρχικὴ πρόθεση. Ἐπιπλέον, προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ κριτικὴ περιορίστηκε στὸ ἑκάστοτε μετιέ· οἱ συγγραφεῖς της ἔμειναν στὴν ἐνδοκαλλιτεχνικὴ περιπτωσιολογία κρίνοντας τὸ κάθε προϊὸν ἢ τὴν καθεμιὰ προσωπικότητα ἐντὸς τῶν τειχῶν τῶν ἰδιωμάτων καὶ τῶν συμφραζομένων τους.

Τὸ βιβλίο γιὰ τὸ ὁποῖο μαζευτήκαμε νὰ μιλήσουμε ἀπόψε δὲν ὑπακούει σὲ αὐτὸν τὸν κανόνα, κι’ ἂς δίδεται αὐτὴ ἡ ἐντύπωση ἕνεκα τοῦ δημιουργοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸ ὅτι ἀφιέρωσε ὅλη του τὴ ζωὴ στὴ μουσική. Παίρνοντας κανεὶς στὰ χέρια του τὰ Στοιχεῖα πολιτιστικῆς πατριδογνωσίας ἀναμένει ἕνα ἀκόμα βιβλίο τοῦ Βρόντου, τὸ ὁποῖο θὰ μιλᾶ γιὰ τὴ μουσικὴ μὲ ὅ,τι αὐτὴ συνεπάγεται. Αὐτὸ ὅμως εἶναι μιὰ εὔκολη πλάνη. Κι’ εἶναι μιὰ εὔκολη πλάνη γιατὶ ὁ Βρόντος σὲ κανένα ἀπολύτως βιβλίο του δὲν μίλησε γιὰ τὴ μουσικὴ per se. Ἡ κριτική του δὲν ὑπῆρξε ὀμφαλοσκοπικὴ ὡς πρὸς τὴν τέχνη ποὺ τοῦ ἔλαχε νὰ ὑπηρετεῖ, ἀλλὰ ἀντιθέτως, ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα του εὐρύτερα γνωστὰ καὶ ὀξεῖα δοκίμια στὸ περιοδικὸ Κριτικὴ καὶ Κείμενα φάνηκε ὅτι ἀκολούθησε ἕναν δρόμο ἰδεατὸ ὡς πρὸς τὸ εἶδος· αὐτὸ ποὺ νέτα-σκέτα θὰ ὀνομάζαμε κριτικὴ τοῦ πολιτισμοῦ. Διότι ἕνα μουσικὸ ἔργο, ἕνα λογοτεχνικὸ κείμενο, ἕνα εἰκαστικὸ πόνημα, ἀκόμα κι’ ἕνα κτήριο, ποτὲ δὲν μποροῦν νὰ τεθοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μικροσκόπιο δίχως πρῶτα νὰ ἐρευνηθεῖ ἡ θέση τους στὸ πεδίο, οἱ συνάψεις τους μὲ αὐτὸ καὶ τέλος οἱ παρελθοντικὲς ἀλλὰ καὶ οἱ μελλοντικὲς ἐξακτινώσεις τοῦ συνόλου αὐτοῦ πρὸς τὴν ἱστορία καὶ τὸ πολιτισμικὸ ἀποτύπωμα ἑνὸς τόπου, μιᾶς ἠπείρου, ἑνὸς Κόσμου ‒ ἐν προκειμένῳ τοῦ δυτικοῦ.

Ἔτσι καὶ σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο ἐκτεῖνεται σὲ τριακόσιες παρὰ δύο σελίδες καὶ περιλαμβάνει πέραν τοῦ «Προλόγου» του κι’ ἑνὸς δισέλιδου εἰκονογραφικοῦ παραρτήματος, δεκατρεῖς συζητήσεις μὲ τοὺς Γιώργο Ἀριστηνό, Τάσο Γουδέλη, Γιῶργο Ζερβό, Γιάννη Πατίλη, Κώστα Σοφιανὸ καὶ Νίκο Χριστοδούλου κατὰ μόνας καὶ μιὰ —ἂς τὴν ποῦμε ἔτσι— “στρογγυλὴ τράπεζα” μὲ τοὺς Νίκο Σκαλκώτα, Τάσο Γουδέλη, Δημοσθένη Κούρτοβικ, Ζαμπία Ἀγριμάκη, Νίκο καὶ Ἀθανασία Κουφάκη, Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή, Βαγγέλη Κούμπουλη, Δημήτρη Μπουρνοῦ, Δημήτρη Κωστόπουλο, Γεωργία Καραχρήστου καὶ φυσικὰ τὴν Κλαὶρ Ντεμελενάρ. (περισσότερα…)

Θεατρόμορφο ελκυστικό αφήγημα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ 

Παντελής Μπουκάλας, Το μάγουλο  της Παναγίας,
Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, Άγρα, 2021

Το μάγουλο της Παναγίας είναι ένα πεζογράφημα θεατρικής μορφής που προσπαθεί να εικάσει, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του έργου, την αυτοβιογραφία του Καραϊσκάκη, μιας από τις πιο γοητευτικές και αντιφατικές προσωπικότητες του ’21. Τα πρόσωπα του έργου είναι ο Καραϊσκάκης, ο τυφλός λυράρης, παλιός στρατιώτης του οπλαρχηγού που τυφλώθηκε στη μάχη του Ανάλατου,  ο γραμματικός και βιογράφος του Δημήτριος Αινιάν και η Μαριώ- Ζαφείρης, η εξελληνισμένη τουρκοπούλα αγαπημένη του οπλαρχηγού που τον ακολουθούσε στις εκστρατείες του ντυμένη αντρικά.  Το κείμενο συμπληρώνουν επίλογος του συγγραφέα, βιβλιογραφία και γλωσσάρι. Η σκηνή τοποθετείται σε κάποια ρευστή στιγμή του χωροχρόνου όπου ο Καραϊσκάκης νεκρός πλέον με αφορμή το τραγούδι του λυράρη ξετυλίγει τη ζωή του από την γέννησή του έως το θάνατό του. Σταδιακά στο πλάνο μπαίνουν ο Αινιάν και η Μαριώ που υποδαυλίζουν τη μνήμη  του Καραϊσκάκη που στέκεται σε σημαδιακές στιγμές του βίου και της δράσης του. Η κύρια στόχευση του έργου είναι να αναφανεί  το «αγγελικό και μαύρο φως» αυτής της φιλόνικης, βλάσφημης, απόκοτης, φιλόδοξης και ηρωικής προσωπικότητας που στις αντιφάσεις και τις υπερβάσεις της μοιάζει να προσωποποιεί εκείνες τις αντίρροπες δυνάμεις που κατηύθυναν την επανάσταση και μοχλεύτηκαν από αυτήν.

Το κείμενο καταπιάνεται με ένα απαιτητικό εγχείρημα. Εκκινεί από ένα σαφώς προσδιορισμένο και ιδεολογικά σεσημασμένο ιστορικό υλικό με σκοπό να επανεγγράψει μορφές που σαν εξαχνωμένες ή λογοκριμένες μυθοποιήσεις στοιχειώνουν την εθνική μας μνήμη. Η ακραία ιδιομορφία του Καραϊσκάκη και η πολυπόταμη ρευστότητα της ιστορικής συγκυρίας μπορούν να διαβαστούν και ως παραβολές για τις άλυτες υποθέσεις της ψυχής και της φυλής. Το κοσμογονικό γίγνεσθαι του ’21 βρήκε ψυχές αρχικά ανέτοιμες να υπερβούν εαυτές, αλλά που εντέλει κατόρθωσαν, κάποιες εξ αυτών, την αυθυπέρβαση, πέρα από τη μερικότητα της οπτικής, την έριδα και την μικροπολιτική.  Η ιστορία που προκύπτει δεν γίνεται επίσημο ανάγνωσμα αλλά παλίμψηστο μιας ες αεί ανασημασιοδότησης. (περισσότερα…)

Κριτική Επιτροπή Κρατικών Βραβείων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Τις βραχείες λίστες των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2021 ανακοίνωσε το Υπουργείο».

Η Κριτική Επιτροπή στα Κρατικά Βραβεία
έμαθα είναι τριετής. Νομίζω, δίχως άλλο,
άλλο σημαίνει «τριετής» και άλλο «για τα τρία»,
γιατί ήθελα τ’ αρχίδια μου Επιτροπή να βάλω.

Η Κριτική Επιτροπή είναι διορισμένη
κι όχι με κλήρωση, αλλά πληρώνεται απ’ το Λόττο.
Σ’ υπηρεσία, βέβαια, δεν είν’ διατεταγμένη,
μα διορίστηκε απλώς έτσι, για το γαμώτο!

Η Κριτική Επιτροπή δεν κρίνεται, κι ας κρίνει
– γαμώ τα υπουργεία μου! – όπως της κατεβάσει.
Κι αν κριτική τής άσκησα, ας κρίνει εμέ κι εκείνη
απ’ το βιβλίο μου, που ’κρινε δίχως να το διαβάσει.

Προτείνω, αντί διορισμού Επιτροπής και τέτοια,
στην κληρωτίδα όλα μαζί να μπούνε τα βιβλία
κι όποιο σταθεί πιο τυχερό να βραβευτεί, ρουσφέτια
έτσι κανένας δεν θα πει πως είναι τα βραβεία!

Παρακαλάω τον Θεό να μην με ξαναφέρει
σε τέτοια ανάγκη άλλη φορά για να ξαναμιλήσω.
Ξαναγυρίζω στην σιωπή τώρα, σαν τον Σεφέρη,
κι άμα μου δώσουν Κρατικό, έρχομαι πάλι πίσω –

όχι, βεβαίως, να βραβευτώ – στο στόμα μου πιπέρι –
μα την ψωλή μου ν’ αρνηθώ να κρατικοποιήσω!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

*

Ανοιχτά ερωτήματα, δίχως εύκολες απαντήσεις

*
Ευσταθία Ματζαρίδου
φτερά στο τσιμέντο
Περισπωμένη, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Παρ’ όλη την οξύτατη και πολυεπίπεδη κρίση της εποχής, ο καθένας μπορεί να εκδώσει χωρίς τεράστιο κόστος τα γραπτά του. Σε συνθήκες επίσης όπου συντεχνιακές ομάδες προωθούν βιβλία που δεν τηρούν αυτονόητα λογοτεχνικά κριτήρια, δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν βιβλία και συγγραφείς οι οποίοι αξιοποιούν ή εξελίσσουν ποιοτικά και πολύτροπα το λογοτεχνικό πεδίο. Το τρίτο βιβλίο της Ευσταθίας Ματζαρίδου φτερά στο τσιμέντο δεν επιβεβαιώνει απλώς την ισχυρή γραφή της συγγραφέα, αλλά επιπλέον, χωρίς να καταλήγει σε έναν ρηχό μελοδραματισμό, διαπραγματεύεται ζητήματα πολυπρισματικά σχετικά με την αναπηρία, την απομάγευση της “αγίας” οικογένειας, το φύλο, τα αδιέξοδα των σχέσεων και της επιθυμίας. Όλη αυτή η θεματολογία, που ανέφερα ενδεικτικά, απαντάται συχνά στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς. Στην περίπτωση της Ματζαρίδου είναι ο περίτεχνος τρόπος οργάνωσης και εκτύλιξης της γραφής της, ο οποίος συγκροτεί τη δύναμη και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Η αφήγηση της ηρωίδας ωθεί τους αναγνώστες/στριες σε θέσεις οικειοποίησης του κειμένου ώστε να ενταχθούν στο οικογενειακό σύμπαν της έστω και ασφυκτικά. Όλες οι στρεσογόνες συνθήκες και τα αδιέξοδα των περιχαρακωμένων χαρακτήρων που παρατίθενται και σχολιάζονται από την “ανάπηρη” κόρη αποκτούν μια κοφτερή οξύτατη υλικότητα εξαιτίας της χρήσης της γλώσσας. Η συγγραφέας δεn διστάζει να αποδομήσει τη στερεοτυπία της ταυτότητας της “ανάπηρης”, που δεν ανατρέπεται, αλλά ούτε συνδέεται με εύκολες αναγνώσεις ενός ρηχού οίκτου: «[…] όταν κάποιος σου προκαλεί οίκτο, χάνεις το ενδιαφέρον σου γι’ αυτόν, ή καλύτερα δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χλευασμού, ο οίκτος ακυρώνει τον χλευασμό» (σ. 139). (περισσότερα…)

Προς έναν νέο τόπο με “τον άλλο” τρόπο

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μάριος Χατζηπροκοπίου,
Τοπικοί τροπικοί,
Αντίποδες, Αθήνα 2019

Πολλά είναι τα ζητήματα που προσφέρονται προς συζήτηση μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Μάριου Χατζηπροκοπίου Τοπικοί τροπικοί. Αφενός, η αξιοζήλευτη αρχιτεκτονική δόμηση αυτού του υβριδικά ποιητικού βιβλίου, σε συνάφεια με τα προσωπεία που σκαρφίζεται και ενσαρκώνει, καθώς και των ειδών που υπηρετεί/παρωδεί, κρατώντας ταυτόχρονα σε εγρήγορση την επιτελεστικότητα των κειμένων ενός συγγραφέα/περφόρμερ. Αφετέρου, ο ζωντανός και τολμηρός διάλογος με την τοπική παράδοση της δημοτικής ποίησης (σημαντική προσθήκη σε παρένθεση στο παρόν σημείο η κλισέ φράση “και όχι μόνο”, καθώς ο Χατζηπροκοπίου διαλέγεται γόνιμα και με τη νεώτερη νεοελληνική παράδοση, τον Καβάφη, τον Εμπειρίκο κ.ά.), αλλά και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό[i] (όχι μόνον και πάλι· ο Χατζηπροκοπίου με ειλικρίνεια ανασύρει τη σχέση του με το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο).

Από την άλλη, σε αυτό τον προφανή αλλά καθόλου αναμασημένο ή επιπόλαιο διάλογο άξια μελέτης είναι η επιβίωση και η πρόσληψη βαρύνουσων θεματικών, όπως

‒ του μοιρολογιού (από τον προφορικό λόγο στον γραπτό λόγο, από τη γυναικεία οπτική στην queer οπτική):[ii]

Στα σπίτια της τον μάζωξε, τον λούζει με τα μύρα
τα δασωμένα γένια του φράγκικα τα ξουρίζει
βάφει τα χείλη τοξωτά και βυσσινιά τα χείλη
πιάνει φουσκώνει τα βυζιά, τον ντύνει στα μετάξια
[iii]

‒ του έρωτα:

Ο έρως ουδέν έχει μέρος
Ο έρως, λέγω, της ιπποτικής ποιήσεως
άγνωστος
εις την γνήσιαν και δημοτικήν μας ποίησιν.
Μετωνομάσθη επί το ευαγγελικώτερο
Αγάπη
[iv]

‒ των θεσμών:

Ανοίξτε μου τα χώματα στην αγκαλιά του να ταφώ
κι αν τύχει και περνά Χριστός στο διάβολο η ανάσταση.
[v]

‒ και βεβαίως των φύλων, αντιστικτικά προς τη στερεοτυπική και πατριαρχική πρόσληψή τους. (περισσότερα…)

Φράνσις Μπέηκον και Γουίλιαμ Μπάροουζ: το σώμα δραπετεύει από το σώμα

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν φηµίζονται για τις λογοτεχνικές τους αξιώσεις, που δύσκολα θα µπορούσαν να συγκαταλεχτούν, όσο υποκειµενικά και αν αντιλαµβανόµαστε το γούστο, σε ό,τι θα λέγαµε «αριστουργήµατα» ‒ συµβαίνει, παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοια βιβλία να ανακινούν προβληµατισµούς υψηλής έντασης αντίστοιχους µε εκείνους που προκαλούν τα αριστουργήµατα. Τέτοιου είδους βιβλία διακρίνονται περισσότερο για την ορµή και το εσωτερικό τους σθένος, την υπόγεια αυτή µυστηριακή δύναµη που διατρέχει την αφήγηση, παρά για την ίδια την αφήγηση, η οποία ούτε σφιχτή δοµή έχει, ούτε µαρτυρά ένα σύνθετο ή πρωτότυπο αρχικό σχέδιο. Φαίνεται σαν όλα να ’ναι γραµµένα στο πόδι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι η Αδερφή του Γουίλλιαµ Μπάροουζ (Queer στο πρωτότυπο· πρώτη δηµοσίευση το 1985).[1] Κακό βιβλίο στον βαθµό που απουσιάζει ό,τι θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε ως προτέρηµα µιας καλής, ποιοτικής λογοτεχνίας: καµία φροντίδα στο χτίσιµο των χαρακτήρων, οι ήρωες πιο πολύ µοιάζουν µε σκιάχτρα παρά µε αυθύπαρκτες οντότητες· η πλοκή είναι απλοϊκή, προσχηµατική, σχεδόν δεν υπάρχει· η αφήγηση δεν προδίδει κανένα αρχικό πλάνο, κανένα πρότερο σχεδίασµα, απόδειξη ότι τα επιµέρους σηµεία είναι τόσο χαλαρά δεµένα µεταξύ τους, ώστε αν κάποιος αφαιρέσει ένα από τα κοµµάτια του δεν τρέχει και τίποτα· τα εκφραστικά µέσα, τέλος, και τα ρητορικά σχήµατα, διακριτικά γνωρίσµατα µιας υψηλής λογοτεχνικής κατάρτισης, έχουν ισχνότατη παρουσία, αλλά ακόµα και όταν εµφανίζονται δεν είναι παρά τεκµήρια µιας άτσαλης, αδέξιας αξιοποίησης. (περισσότερα…)