Ανοιχτά ερωτήματα, δίχως εύκολες απαντήσεις

*
Ευσταθία Ματζαρίδου
φτερά στο τσιμέντο
Περισπωμένη, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Παρ’ όλη την οξύτατη και πολυεπίπεδη κρίση της εποχής, ο καθένας μπορεί να εκδώσει χωρίς τεράστιο κόστος τα γραπτά του. Σε συνθήκες επίσης όπου συντεχνιακές ομάδες προωθούν βιβλία που δεν τηρούν αυτονόητα λογοτεχνικά κριτήρια, δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν βιβλία και συγγραφείς οι οποίοι αξιοποιούν ή εξελίσσουν ποιοτικά και πολύτροπα το λογοτεχνικό πεδίο. Το τρίτο βιβλίο της Ευσταθίας Ματζαρίδου φτερά στο τσιμέντο δεν επιβεβαιώνει απλώς την ισχυρή γραφή της συγγραφέα, αλλά επιπλέον, χωρίς να καταλήγει σε έναν ρηχό μελοδραματισμό, διαπραγματεύεται ζητήματα πολυπρισματικά σχετικά με την αναπηρία, την απομάγευση της “αγίας” οικογένειας, το φύλο, τα αδιέξοδα των σχέσεων και της επιθυμίας. Όλη αυτή η θεματολογία, που ανέφερα ενδεικτικά, απαντάται συχνά στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς. Στην περίπτωση της Ματζαρίδου είναι ο περίτεχνος τρόπος οργάνωσης και εκτύλιξης της γραφής της, ο οποίος συγκροτεί τη δύναμη και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Η αφήγηση της ηρωίδας ωθεί τους αναγνώστες/στριες σε θέσεις οικειοποίησης του κειμένου ώστε να ενταχθούν στο οικογενειακό σύμπαν της έστω και ασφυκτικά. Όλες οι στρεσογόνες συνθήκες και τα αδιέξοδα των περιχαρακωμένων χαρακτήρων που παρατίθενται και σχολιάζονται από την “ανάπηρη” κόρη αποκτούν μια κοφτερή οξύτατη υλικότητα εξαιτίας της χρήσης της γλώσσας. Η συγγραφέας δεn διστάζει να αποδομήσει τη στερεοτυπία της ταυτότητας της “ανάπηρης”, που δεν ανατρέπεται, αλλά ούτε συνδέεται με εύκολες αναγνώσεις ενός ρηχού οίκτου: «[…] όταν κάποιος σου προκαλεί οίκτο, χάνεις το ενδιαφέρον σου γι’ αυτόν, ή καλύτερα δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χλευασμού, ο οίκτος ακυρώνει τον χλευασμό» (σ. 139).

Με γραφή που θυμίζει σε πολλά σημεία τον Μπέρνχαρντ, η συγγραφέας συνθέτει την οξύτατα απομυθοποιημένη καταγραφή σκέψεων της ηρωίδας της, θέτοντας ανοιχτά ερωτήματα, δίχως εύκολες απαντήσεις, για την οικογένεια, την αναπηρία, τον εαυτό και τις επιθυμίες. Η γραφή της σε πολλά σημεία αφοπλιστική και χωρίς ανάσα δεν καθοδηγεί τους αναγνώστες σε εύκολες κατηγοριοποιήσεις, αλλά αντίθετα τέμνει τα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, καθώς και τις αλληλοδιαπλεκόμενες εξαρτήσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους που είναι υποχρεωμένοι να προβούν σε διαφορετικούς συμβιβασμούς, να αντιμετωπίσουν τις ματαιώσεις και να συνυπάρξουν χωρίς να το θέλουν μεταξύ τους. Από την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου δεν αποκαλύπτεται το όνομα της ηρωίδας ή οι αιτίες που την καθήλωσαν στο αναπηρικό καροτσάκι με σοβαρά κινητικά προβλήματα που την εμποδίζουν να διεκδικήσει την αυτονομία και τη δυνατότητα να ακολουθήσει την επιθυμία να απολαύσει τον κόσμο εκεί έξω και τους ανθρώπους του. Στην ιστορία δεν υπάρχουν οριστικές απαντήσεις, εύκολοι ηθικοί αποτροπιασμοί και σεναριακές λύσεις που ενδεχομένως θα οδηγούν σε ένα αίσιο τέλος. Η συγγραφέας αναφέρει ότι η πραγματικότητα της καθήλωσης σε ένα καροτσάκι συνοδεύεται συχνά από τη συμμόρφωση στις κατασκευές των “φροντιστών” για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται και να ζει η “ανάπηρη”. Οι πολλαπλοί εγκλωβισμοί που βιώνει η ηρωίδα συμβολικοί και πραγματικοί κοντράρονται διαρκώς με την επιθυμία να ζήσει, να φύγει από το οικογενειακό σπίτι, να απολαύσει τη σεξουαλικότητά και να μεταφερθεί σε ένα ίδρυμα με άλλους “ανάπηρους” ανθρώπους. Η αναπηρία που αναπτύσσεται στο βιβλίο δεν υπάγεται σε ευχολόγια πολιτικής ορθότητας, και δεν καταργείται με την υποκριτική αναθεώρηση κατηγορικών υπαγωγών για τους ανάπηρους που περιορίζονται σε διατυπώσεις: «άνθρωποι με μειωμένη κινητικότητα». Η ηρωίδα, γνωρίζοντας ότι η πραγματικότητα παραμένει σκληρή και συχνά μοναχικά αδιαπέραστη για την ίδια, δε διστάζει να “αποδεχτεί” τη δυσκολία του κορμιού της, αλλά αποκαλεί η ίδια τον εαυτό της «ανάπηρη», χωρίς να προβαίνει σε αρνήσεις του πραγματικού. Αρνείται όμως να παραιτηθεί από τις επιθυμίες, από τη διεκδίκηση τού να υπάρχει στον έξω κόσμο, να συναναστρέφεται με ανθρώπους, να απολαμβάνει την ηδονή με όσα κρίνει ότι μπορεί και δικαιούται. Τα “φτερά” της είναι η διαυγής και καταπρόσωπο αποδοχή του νοσηρού περιβάλλοντος του σπιτιού στο οποίο είναι εγκλωβισμένη. Ο αυταρχικός πατέρας που την απεχθάνεται και την κρύβει, φροντίζοντας παράλληλα να πείσει τον εαυτό του και την ίδια για την ανάγκη προστασίας της, η δυστυχισμένη μητέρα στον γάμο της, η υπηρέτρια που την αγαπά, τη φροντίζει, αλλά και την πιέζει να ασπαστεί θρησκευτικές ενοχές και τελετουργίες. Οι ιστορίες που συνοδεύουν την “υπηρέτρια”, που έφυγε από το χωριό της και έχει χάσει την κόρη της, συνομιλούν συνθετικά με τις άνισες σχέσεις εξουσίας στα προσωπικά, οικογενειακά, και δημόσια συστήματα, θέτοντας και την ταξική τους διάσταση. Το “τσιμέντωμα” της ηρωίδας, λοιπόν, ορίζεται από όλα τα παραπάνω και όχι μόνο από τη μη αναστρέψιμη αναπηρία της. Η ανικανότητα διαχείρισης του κορμιού και οι πόνοι που τη συνοδεύουν την κάνουν, όπως δηλώνεται στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, να καλεί τη μάνα της: «[…] απελπισμένη και αηδιασμένη να φωνάζω τη μάνα μου να ξυπνήσει, κι αυτή να εισβάλλει στο δωμάτιο σαν φάντασμα εκτός υπηρεσίας, να τραβάει τα μαλλιά της και να λέει: “Όχι πάλι, δεν σ’ αντέχω πάλι” […]» (σ. 8).

Ο “κατεψυγμένος” πατέρας —διαχειριστής της ζωής της— λειτουργεί σαν πατέρας-αφέντης, εμποδίζοντας τις σχέσεις με τον έξω κόσμο και προκαλώντας συνεχόμενες συναισθηματικές παραμορφώσεις και “τσιμεντώματα” στην ηρωίδα και τη μητέρα της, η οποία έζησε όλη τη ζωή της, προσπαθώντας να κερδίσει την προσοχή του συζύγου. Όλα αυτά καταγράφονται στους λόγους της κόρης, η οποία απευθύνεται με εσωτερικούς διαλόγους-σχολιασμούς στους γονείς και στον εαυτό της. Ασκώντας κριτική στη σχέση των γονιών της και την οργή του πατέρα αναφέρει: «[…] αυτό θέλω να του πω όταν ορύεται και φωνάζει ότι δεν έχουμε κοινωνική ζωή, δεν μπορεί να έχουμε κοινωνική ζωή, γιατί εγώ και η παραμόρφωσή μου είμαστε το πρόβλημα, θέλω να του πω ότι η παραμόρφωση της σχέσης τους, αυτή τα παραλύει όλα και είμαστε όλοι παράλυτοι, αδύναμοι, ανίκανοι να κάνουμε βήματα […]» (σσ. 42-43).

Κάθε φορά που ο πατέρας της την αποκαλεί «θεωρητικό της ζωής» (σ. 198), επειδή αισθάνεται απειλή για την κριτική οξύτητα του λόγου της κόρης του, η ίδια συντρίβεται, αναγνωρίζοντας το κενό ανάμεσα στην επιθυμία και τη βιωμένη πραγματικότητα. Δεν παραιτείται όμως από το αίτημα για ελευθερία, διεκδικώντας την ενηλικίωσή της και παρατηρώντας παράλληλα πως: «[…] όλοι βρισκόμαστε σε κατάσταση ανηλικίωσης. Ο πατέρας μου, η μάνα μου κι εγώ» (σ. 89).

Ιδιαίτερες στο βιβλίο είναι οι σελίδες που περιγράφουν τον εντοπισμό από την ίδια του «πανέμορφου αιδοίου της», στο οποίο και επικεντρώνεται. Το αιδοίο και η δυνατότητα με περιορισμένα μέσα να αυτοϊκανοποιείται, την οδηγεί σε νέους τρόπους αποδοχής και διεκδίκησης. Το ανεξέλεγκτο σώμα της με πόνους και πληγές περιλαμβάνει και ένα μέρος που δεν το θεωρεί άσχημο και αποκρουστικό. Τα όνειρα για μεγαλύτερη ηδονή και αυτενέργεια, η επιθυμία σύνδεσης με έναν άλλο “ανάπηρο” με τον οποίο θα μπορούσε να συνευρεθεί ερωτικά αν μετακόμιζε σε ένα ίδρυμα, κινητοποιούν την ηρωίδα να θέσει νέα ερωτήματα για τους πολλαπλούς κοινωνικούς στιγματισμούς και περιθωριοποιήσεις που βιώνει. Κάνοντας αναφορά στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη, στις οποίες θίγεται το δικαίωμα τού έρωτα για όλους και όλες, και όχι ως αποκλειστικό προνόμιο όσων είναι όμορφοι και όμορφες, σχολιάζει τη διάσταση τέχνης και πραγματικότητας, αναγνωρίζοντας τους αποκλεισμούς που συμβαίνουν: «αλλά στην περίπτωσή μου και στην περίπτωση όλων των παραμορφωμένων ανάπηρων δεν μας σώζει καμιά κωμωδία και καμιά τραγωδία, γιατί είμαστε όλοι μαζί κωμωδία και τραγωδία και γιατί στην περίπτωσή μας θα έπρεπε να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους οι ανάπηροι, κι αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ούτε και στην τέχνη» (σ. 80).

Η ίδια η συγγραφέας έχει ασχοληθεί χρόνια με τον χώρο της ψυχολογίας και της οικογενειακής συμβουλευτικής. Τα φτερά στο τσιμέντο αποτελούν παράλληλα και μια συστηματική απόπειρα να τεθούν χωρίς ωραιοποιήσεις και εξιδανικεύσεις ζητήματα για το πάσχον σώμα και τις οικογενειακές σχέσεις. Η συστημική οπτική του βιβλίου διαφοροποιείται από κάθε σύνδεση με την ευτυχιοκρατική προσέγγιση της θετικής ψυχολογίας. Στην προσωπική μου ανάγνωση, η συγγραφέας κρατά ίσες αποστάσεις και από μια απλουστευτική ψυχαναλυτική οπτική, η οποία συνοδεύει τα περισσότερα βιβλία που διαπραγματεύονται αντίστοιχα θέματα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το βιβλίο της Ματζαρίδου πέρα από τη λογοτεχνικότητά του κεντρίζει το ενδιαφέρον και με την πολιτική του επικαιρότητα.

Το βιβλίο της Ματζαρίδου ανατέμνει τους πολλαπλούς εγκιβωτισμούς της ηρωίδας χωρίς προοπτική διαφυγής. Τα προβλήματα του κάθε υποκειμένου στο βιβλίο γίνονται όλο και πιο έντονα σε σημείο που και οι αναγνώστες δυσκολεύονται. Στο οικογενειακό περιβάλλον της ηρωίδας αισθάνονται ότι βρίσκονται σε έναν μονόδρομο. Έτσι από τη μία τίθενται σοβαρά ερωτήματα για το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον, τα όρια του σώματος, το στίγμα και την απομόνωση που συνοδεύει κάθε αναπηρία, αλλά από την άλλη η αναπαραγωγή αυτής της οδύνης σε κάποια σημεία του βιβλίου γίνεται επίμονη και φορμαλιστική, επειδή ακριβώς επαναλαμβάνεται με τους ίδιους όρους. Ίσως, προκειμένου να τονιστεί η εσωτερική φωνή της ηρωίδας, δε δόθηκε η δυνατότητα να μιλήσουν και φωνές περισσότερο πολυφωνικές, οι οποίες θα θέσουν ανοιχτά ερωτήματα για τη δυνατότητα αλλαγής και τον σχεδιασμό της. Τέτοιου τύπου φωνές θα βοηθούσαν να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη με πολύτροπα αιτήματα διεκδίκησης στο πραγματικό και όρους που θα διεύρυναν το πολιτικό πεδίο δράσης.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

*