Yπαρξιακή και ερωτική ποίηση

του ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΑΖΕΛΗ

Τασούλα Τσιλιμένη,
Η αφωνία του απογεύματος,
Μανδραγόρας, Αθήνα 2021
Ο νέος αναγνώστης μάταια θα χτυπά
Κάθε φορά εκ νέου το κουδούνι της ανάγνωσης
Ενώ η πρόσκληση το ’γραφε καθαρά
Μόνον για ποιητές
Πνιγμένους δηλαδή
Κι όχι για όσους ψάχναν για σανίδες σωτηρίας
Για όσους αφελείς πρώην μη ποιητές
Γυρεύαν πρώτα σώμα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ («Σκιές που ρίχνουν σώματα»)

Στη νέα ποιητική συλλογή της Τασούλας Τσιλιμένη κομβική θέση έχουν οι λέξεις, ο λόγος. Αναμενόμενη αυτοαναφορά ή αναγωγή του λόγου σε δημιουργό του προσωπικού μας κόσμου, με την ονοματοδοσία των αξιολογικών κρίσεων για τις συνιστώσες του; Ο τίτλος του βιβλίου Η αφωνία του απογεύματος φέρει τον τίτλο ενός από τα ποιήματα της συλλογής. Χρειάζεται να τη διαβάσει κανείς προσεκτικά ολόκληρη, να εντοπίσει τις θεματικές και την ποιητική της, για να αναγνωρίσει ότι πρόκειται για ένα ποίημα το οποίο συμπυκνώνει τα περισσότερα θέματα όλης της συλλογής, ενώ παράλληλα η ποιήτρια αποκαλύπτει συνάμα πτυχές της ποιητικής της, οι οποίες δείχνουν μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στον γλωσσικό κώδικα ως μορφή και περιεχόμενο.

Θα εκθέσω μερικές σκέψεις γι’ αυτό, οι οποίες ίσως ξεκλειδώνουν κάπως την ποιητική της ποιήτριας. Ξεκινώντας από τον τίτλο Η αφωνία του απογεύματος, πριν προχωρήσουμε σε στοιχεία του περιεχομένου, μας καθηλώνει η μορφή. Στην ονοματική φράση του τίτλου, η οποία απαρτίζεται από το έναρθρο ουσιαστικό «η αφωνία» και μια γενική προσδιοριστική «του απογεύματος», έχουμε ένα γραμματικό παιχνίδι με τα φωνήματα των δύο ουσιαστικών. Ξεκινώντας με το ίδιο γράμμα α, ακολουθούν άφωνα σύμφωνα -φ στην πρώτη (αφωνία) π στη δεύτερη (απογεύματος), συνοδευόμενα από τα ημίφωνα ν στην πρώτη (αφωνία), μ στη δεύτερη (απογεύματος), ένα αρμονικό παιχνίδι σύνδεσης συμφώνων, σε συγγενείς παραλλαγές. Στην αρχή προβληματίστηκα μήπως αυτή η παρατήρηση αποτελούσε μια υπερβολή του επαγγέλματος, όμως φτάνοντας στη μέση του ποιήματος, διαπιστώνω άναυδος ότι η ίδια η ποιήτρια (το ποιητικό υποκείμενο, όπως εκπαιδεύουμε τους μαθητές μας να γράφουν στις πανελλαδικές) μας δίνει ανάλογες οδηγίες προσέγγισης. Θέτοντας στο επίκεντρο την έννοια-λέξη θλίψη εστιάζει στη γραμματική, τη φωνητική ανάλυση:

Θλίψη.
Πέντε γράμματα όλα κι όλα!
Ένα που προσπαθεί να γκρεμίσει
Το λευκό των δοντιών της,
ένα που αγγίζει το υγρό της επουράνιας θόλου,
τρίτο που ψιχανεμίζεται στα χείλη
και ένα ερμαφρόδιτο φωνήεν.
Άφωνο.
Τότε γιατί το λεν φωνήεν, με ρωτάς.
Κι εγώ που ποτέ δεν τα κατάφερα με τη γραμματική σου απαντώ,
Γιατί κωπηλατεί σε μια λίμνη από Θλίψη.

Η ποιήτρια λοιπόν, με μια επιβράδυνση ασυνήθιστη στην ποίηση, σαν να παραλύει από τη δύναμη αυτού που επισημαίνει, μας εφιστά την προσοχή στην ευλαβική εστίαση στα εργαλεία του έργου της, στον λόγο, στις λέξεις, οι οποίες δεν είναι απλά ακουστικά ή ηχητικά υποκατάστατα πραγμάτων, αλλά τα ίδια τα πράγματα, η εμπράγματη ποίηση.

Συνολικά πρόκειται για ένα ποίημα με μεγάλη εκφραστική δύναμη, της οποίας παραθέτω ένα ακόμη μικρό δείγμα:

Στις μεγάλες σκιές και στις αντανακλάσεις
Αναζητώ ό,τι δεν ήρθε.
Καληνυχτίζω τα αγέννητα
κι αυτά που χάθηκαν αναζητώντας μια ταυτότητα.

Κυρίως τις λέξεις
που απόμειναν στα σύρματα της ΔΕΗ
χαρταετοί μέρες σαρακοστής.

Πρόκειται για λέξεις θνησιγενείς ίσως, που δεν εκτέλεσαν την επικοινωνιακή τους πτήση, ο απολογισμός αυτού του γεγονότος στο γέρμα της ημέρας κι η θλίψη-αποτέλεσμα του απολογισμού, η δύναμη του ανείπωτου που ίχνος του αφήνει πίσω του τη θλίψη, μια αφωνία ως μνημόσυνο για τις ματαιωμένες προσδοκίες, για όσα ίσως φάνηκαν αλλά δεν τα οικειοποιήθηκε το ποιητικό υποκείμενο. Η θλίψη, η απώλεια κι η μοναξιά, η σιωπή, οι λέξεις, βασικά θέματα του κεντρικού ποιήματος, αποτελούν θέματα που διέπουν ολόκληρη τη συλλογή. Μαζί με αυτές είναι και ο χρόνος, το φως και το σκοτάδι, η σκιά, η μνήμη και η λήθη, το κενό, το εγώ, η νοσταλγία, το καλοκαίρι κι ο χειμώνας. Όπως προανέφερα, η γλώσσα, οι λέξεις, κρατούν μια κομβική θέση στη συλλογή, ως κώδικας επικοινωνίας και σε αυτές θα εστιάσει η παρουσίαση τούτη. Πώς παρουσιάζονται όμως μέσα στα κείμενα;

Στο ποίημα «Αλκυονίδες» διαβάζουμε:

Σπαθιά οι λέξεις οι ακόμα αγέννητες
σε λώρο επτάκλωνες πιασμένες
ζητούν να κόψουν ανελέητα τη μνήμη
μήπως μπορέσουν και επωάσουνε το πρόσκαιρο
και δώσουν καταφύγιο στο τώρα

Πρόκειται για σκέψη εξαιρετικής δύναμης, που εκφράζει την επιθυμία, ο λόγος να βρει τη δύναμη να αρθρωθεί και να λειτουργήσει ως εξορκιστής μιας επώδυνης μάλλον μνήμης και να κόψει τον γόρδιο δεσμό που συγκρατεί το ποιητικό υποκείμενο δέσμιό της, δέσμιο της επιβολής του παρελθόντος ως δύναμης και διάρκειας επί του παρόντος, το οποίο καλείται από τη μεριά του να δημιουργηθεί και να εδραιωθεί, έστω και με τη δοκιμαστική απόπειρα του πρόσκαιρου.

Στο ποίημα «Αναχωρήσεις» οι λέξεις λειτουργούν ως συμπλήρωμα της μνήμης, η οποία εδώ παρουσιάζεται με θετική διάσταση, ενώ συνάμα τονίζεται το εύθραυστο και η παροδικότητα του βιώματος και του χρόνου που το φιλοξενεί:

Όταν όλα τριγύρω μοιάζουν σκοτεινά
κι η μέρα νύχτα ασέληνη
και ψηλαφείς με μάτια ορθάνοιχτα τις μνήμες
κι αναζητάς φτερό πυγολαμπίδας να πιαστείς
τον μίτο της ψυχής σου μήπως χάσεις
μη λησμονήσεις από μυρωδιές να κρατηθείς,
λέξεις καλοκαιριού, μ’ αρμύρα και καρπούζι ζυμωμένες.

Σε τρία ακόμη ποιήματα οι λέξεις έχουν μια κεντρική θέση, σε δύο μάλιστα ακόμη και στον τίτλο. Το πρώτο τιτλοφορείται «Ερώτων τραύλισμα». Εδώ παρουσιάζεται ο λόγος συνολικά και οι λέξεις ειδικότερα, ως σηματοδότης δύο ακραίων ανθρώπινων καταστάσεων, αλληλένδετων καθώς φαίνεται, του έρωτα και της προδοσίας κι ανάμεσά τους της ουδετερότητας του πιλάτειου «νίπτω τας χείρας μου», σε κάθε περίπτωση λόγος τελεστικός. Έχουμε μάλιστα εξαιρετικές εκφραστικές συλλήψεις όπως:

Τις λέξεις σου γερά σφυρηλατώ
ανάγλυφα φωνήεντα αγάπης
να μείνουν στων αιώνων το κενό
πιστά αντίγραφα απάτης,

όπου οι λέξεις ανάγονται σε ισοδύναμα των πράξεων, όπου έχουμε το προσωρινό του έρωτα, το απατηλό του έρωτα, απάτη η οποία φεύγοντας, αποκαλυπτόμενη, αφήνει πίσω της κενό. Σε αυτό το σημείο λες και υπάρχει μια διακειμενική αναφορά σε ένα εμβληματικό ποίημα του Paul Celan:

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ
αυτή
η βαρύτητα
που περιστασιακά μαζί σου
βυθίστηκε στον χρόνο. Είναι μια άλλη.
Είναι το βάρος που συγκρατεί το κενό
που θα
έφευγε μαζί σου.
Όπως κι εσύ, δεν έχει όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο. Ίσως
ονομάσεις κάποτε κι εμένα
έτσι.

Ακολουθεί μια εξίσου συνταρακτική εικόνα:

Τα σύμφωνα θα ρίξω στο νερό
Εκεί που πλύθηκε ο Πόντιος Πιλάτος
Να ’ρχονται και να ξεδιψάνε οι πιστοί
Απ’ το ελιξίριο του πάθους.

Εδώ ο λόγος γίνεται απόνερα του «νίπτω τας χείρας μου», καθώς αποστασιοποιείται με τον τρόπο του από τον θεοποιημένο έρωτα ως θείο πάθος, ο οποίος με τις σκηνές της προδοσίας, της δίκης, της σταύρωσης, της μετάνοιας προσφέρει και την ελπίδα της ανάστασης, με την οποία κλείνει το εξαιρετικό ποίημα, μετάνοια η οποία θα αρθρωθεί με λόγο, όμως η ανάσταση τελικά θα βιωθεί από το σώμα.

Στο επόμενο ποίημα με τίτλο «Το εργοστάσιο των λέξεων» έχουμε ένα ποίημα ποιητικής στο οποίο η ποιήτρια προσδιορίζοντας τον λόγο μέσα από την οπτική της τέχνης της επιχειρεί να ανασκευάσει τη γλωσσολογική και γλωσσοφιλοσοφική θεώρηση του λόγου του Σωσσύρ και του Βιτγκενστάιν. Διαβάστε πώς:

Δεν κατοικούν στο στόμα οι λέξεις
Και δεν γεννιούνται με τις σκέψεις.
Είναι το σώμα που έχει σπέρμα τις αισθήσεις
Ζυμώνονται με τις πρωτόπλαστες εκκρίσεις.
Έχουν πατέρα και μητέρα το κορμί σου
Τη μυρωδιά όταν ξαπλώνω εγώ μαζί σου.

Γι’ αυτό όταν λείπεις αυτές σωπαίνουν
Και σε άνυδρο πηγάδι κατεβαίνουν.

[…]

Όταν η ανάσα σου γίνει δική μου
Βρίσκουνε δρόμο τη φωνή μου.
Δε με ρωτούν κι απ’ τη βιασύνη
Δυναμιτάκια σκάνε στα χείλη.

Σε τούτη την κοσμογονία των λέξεων οι λέξεις παρουσιάζονται ως άνθρωποι, ως παρουσία κι απουσία συνάμα, ως κάτι απτό και γήινο, ως γέννημα του έρωτα, ενώ ο έρωτας εμφανίζεται ως γονέας του λόγου. Στο ποίημα «Καρφιά οι λέξεις» παρουσιάζονται οι λέξεις ως αναμνηστικά, ως πλαίσιο της παρελθούσας ζωής, των όμορφων στιγμών εν προκειμένω. Μια διαφορετική προσέγγιση των λέξεων έχουμε στο ποίημα «Μπαμ Μπαμ»:

Στόχο τις λέξεις μου θα βάλω απόψε
Απέναντί τους θα στηθώ και θα τις περιμένω
Κι όπως θα βγαίνουν απ’ το πηγάδι του μυαλού μου
Και πριν προλάβουν να πιαστούν στο άγγιστρο της γλώσσας
Θα τις πυροβολώ με μιας χωρίς να το πολυσκεφτώ
Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ
Πως θα γλιτώσω έτσι σκέφτομαι εκείνες τις ωδίνες της ψυχής
Την ώρα που γεννά το ποίημα.

Οι λέξεις στερούνται σωματικότητας, βγαίνουν «απ’ το πηγάδι του μυαλού.» Πρόκειται για ποίημα ποιητικής, με το οποίο η ποιήτρια μάς οδηγεί στο εργαστήριο της τέχνης της. Το ποίημα παρουσιάζεται ως δημιουργία που επιβάλλεται με τη δική της δύναμη στον ποιητή, ως μια διαδικασία γένεσης η οποία είναι αναπόφευκτη και συνοδεύεται από ωδίνες. Η ποίηση λοιπόν δεν είναι κοσμικό γεγονός, ο ποιητής γεννά το ποίημα επειδή η γέννα του επιβάλλεται κι όχι επειδή πρόκειται για μια εσκεμμένη τεχνικής υφής δημιουργία. Οι λέξεις παρουσιάζονται ως γέννημα της ψυχής, ενώ το ποιητικό υποκείμενο αγωνίζεται να εμποδίσει την ποιητική δημιουργία (ανεπιτυχώς, θα πρόσθετα με ανακούφιση).

Εν κατακλείδι, ως μια γενική αποτίμηση, αποδεσμευόμενος από την εστίαση στην αναζήτηση των μεταμορφώσεων του λόγου στην ποιητική συλλογή, θα χαρακτήριζα την ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη υπαρξιακή και σε μεγάλο βαθμό ερωτική, όμως ερωτική μέσα από την υπαρξιακή προοπτική του προβληματισμού για την διυποκειμενική επικοινωνία ως επιτυχία, ως ανεκπλήρωτο και ως απώλεια, για την παροδικότητα, για το πάντα ρει του Ηράκλειτου, το οποίο μας κάνει πιο σοφούς όμως συνάμα αφήνει πίσω του πολλές απώλειες. Όλα τα παραπάνω επενδύονται με στίχους εξαιρετικής εκφραστικής δύναμης και πρωτοτυπίας, οι οποίοι απαιτούν, φρονώ, την κατάλληλη αναγνωστική ατμόσφαιρα απομόνωσης και επανάληψης, για να εξοικειωθεί ο αναγνώστης με τα βάθη της ποιητικής και του στοχασμού των ποιημάτων, αφού περάσει πρώτα από την αισθητική απόλαυση της πρώτης γνωριμίας με τη μορφή τους.

ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΑΖΕΛΗΣ

*