Θεατρόμορφο ελκυστικό αφήγημα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ 

Παντελής Μπουκάλας, Το μάγουλο  της Παναγίας,
Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, Άγρα, 2021

Το μάγουλο της Παναγίας είναι ένα πεζογράφημα θεατρικής μορφής που προσπαθεί να εικάσει, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του έργου, την αυτοβιογραφία του Καραϊσκάκη, μιας από τις πιο γοητευτικές και αντιφατικές προσωπικότητες του ’21. Τα πρόσωπα του έργου είναι ο Καραϊσκάκης, ο τυφλός λυράρης, παλιός στρατιώτης του οπλαρχηγού που τυφλώθηκε στη μάχη του Ανάλατου,  ο γραμματικός και βιογράφος του Δημήτριος Αινιάν και η Μαριώ- Ζαφείρης, η εξελληνισμένη τουρκοπούλα αγαπημένη του οπλαρχηγού που τον ακολουθούσε στις εκστρατείες του ντυμένη αντρικά.  Το κείμενο συμπληρώνουν επίλογος του συγγραφέα, βιβλιογραφία και γλωσσάρι. Η σκηνή τοποθετείται σε κάποια ρευστή στιγμή του χωροχρόνου όπου ο Καραϊσκάκης νεκρός πλέον με αφορμή το τραγούδι του λυράρη ξετυλίγει τη ζωή του από την γέννησή του έως το θάνατό του. Σταδιακά στο πλάνο μπαίνουν ο Αινιάν και η Μαριώ που υποδαυλίζουν τη μνήμη  του Καραϊσκάκη που στέκεται σε σημαδιακές στιγμές του βίου και της δράσης του. Η κύρια στόχευση του έργου είναι να αναφανεί  το «αγγελικό και μαύρο φως» αυτής της φιλόνικης, βλάσφημης, απόκοτης, φιλόδοξης και ηρωικής προσωπικότητας που στις αντιφάσεις και τις υπερβάσεις της μοιάζει να προσωποποιεί εκείνες τις αντίρροπες δυνάμεις που κατηύθυναν την επανάσταση και μοχλεύτηκαν από αυτήν.

Το κείμενο καταπιάνεται με ένα απαιτητικό εγχείρημα. Εκκινεί από ένα σαφώς προσδιορισμένο και ιδεολογικά σεσημασμένο ιστορικό υλικό με σκοπό να επανεγγράψει μορφές που σαν εξαχνωμένες ή λογοκριμένες μυθοποιήσεις στοιχειώνουν την εθνική μας μνήμη. Η ακραία ιδιομορφία του Καραϊσκάκη και η πολυπόταμη ρευστότητα της ιστορικής συγκυρίας μπορούν να διαβαστούν και ως παραβολές για τις άλυτες υποθέσεις της ψυχής και της φυλής. Το κοσμογονικό γίγνεσθαι του ’21 βρήκε ψυχές αρχικά ανέτοιμες να υπερβούν εαυτές, αλλά που εντέλει κατόρθωσαν, κάποιες εξ αυτών, την αυθυπέρβαση, πέρα από τη μερικότητα της οπτικής, την έριδα και την μικροπολιτική.  Η ιστορία που προκύπτει δεν γίνεται επίσημο ανάγνωσμα αλλά παλίμψηστο μιας ες αεί ανασημασιοδότησης.

Στόχος του συγγραφέα όχι να αναβιώσει τα ιστοριογραφικά πορίσματα και την εικοτολογία περί Καραϊσκάκη αλλά να σαρκώσει την ιδιοπροσωπία του λόγου και του ήθους  του σε «ζωντανό» χρόνο. Γι’ αυτό και η κυρίαρχη φωνή είναι η δική του, ενώ τα άλλα πρόσωπα τις περισσότερες φορές κρατούν απλώς το σιγόντο, τροφοδοτώντας τη μνήμη και το χειμαρρώδη λόγο του πρωταγωνιστή βοηθώντας τη μετάβαση σε κομβικά σημεία της ιστορίας  του. Γι’ αυτό και παρ’ όλο που διεξέρχεται τα σημαντικότερα συμβάντα της δράσης, στέκεται ιδιαίτερα στη συνομιλία του με την τραυματική καταγωγή του, το στίγμα του νόθου γιου της καλογριάς, την επαίσχυντη εμπλοκή του στον εμφύλιο, τη βωμολόχα εριστικότητα που συχνά αδίκησε και τη σταδιακή μεταμόρφωση από τη φίλαρχη μονάδα στη συνείδηση του εμείς. Στο όνειρο τελικά μιας πατρίδας. Το πρόσωπο του Καραϊσκάκη στέκεται σε έναν δισυπόστατο χρόνο, στο εγκαυστικό χρόνο της επανάστασης, όπου τα πάθη χάσκουν ανοιχτά, και στο χρόνο  του μετά, όπου μακροσκοπικά, με κερδισμένη τη συνείδηση μιας νέας συλλογικότητας, άρα και ηθικότητας, ανιστορεί το ποτάμι που πέρασε.

Η αφήγηση που παράγεται είναι ελκυστική, γιατί, πέρα από το πραγματολογικό ενδιαφέρον για μια μορφή και μια στιγμή της μείζονος ιστορίας μας, ενδιαφέρον που αναζωπύρωσε και η πρόσφατη διακοσιοστή επέτειος, αφήνει τον αναγνώστη να αφουγκραστεί το πρόσωπο που μιλάει τις καταληκτικές του αλήθειες. Ο τσεκουράτος λόγος του και η θρυλική αθυροστομία αποδίδονται με πιστότητα, ενώ υπάρχουν στιγμές που  η λαϊκή στιβαρότητα βρίσκει ένα πιο μουσικό χόρδισμα, στην εξιστόρηση π.χ. των συμβάντων της γέννησης και της παιδικής «ορφάνιας» του. Εδώ ο ρυθμός του λόγου γίνεται πιο ποιητικός καθώς τον διαρρέουν κάποιες λυρικές νύξεις όπως και όταν ενδύεται την επική αδρότητα της δημοτικής ποίησης. Οι πιο ευφρόσυνες βέβαια στιγμές του συγγραφέα είναι όταν γλεντάει με την ελευθερόστομη γλώσσα του Καραϊσκάκη που την θεωρεί απόλυτα σύστοιχη με την αχωροθέτητη ψυχή του ήρωα αλλά κα την ιδιοσυγκρασία της ιστορικής στιγμής. Σε αυτό το δεσπόζον γλωσσικό στρώμα μπλέκονται ο καθαρευουσιάνος λόγος των καλαμαράδων που ευπρέπιζαν το λόγο των ολιγογράμματων αγωνιστών, αποσπάσματα από επίσημα έγγραφα, απομνημονεύματα, επιστολές, μαρτυρίες, δημοτικά τραγούδια, αρχειακό και λαογραφικό υλικό. Τα παραπάνω δείχνουν την επίπονη έρευνα του συγγραφέα, τη μέριμνα για τεκμηρίωση, τη γλωσσική περιουσία και την άνεση με την οποία κινείται σε αυτό το χώρο της ντοπιολαλιάς, αλλά και την οργανική σχέση με το υπόδειγμα λόγου του δημοτικού τραγουδιού.

Παραμένει ωστόσο ένα υβριδικό κείμενο που η βασική του ροπή ήταν να γίνει ένα μονολογικό αφήγημα αλλά χυτεύτηκε εντέλει σε διαλογική μορφή. Όπως ομολογεί κι ο συγγραφέας, αφετηρία της συγγραφής ήταν η σκέψη και οι συζητήσεις του με τον Θοδωρή Γκόνη για ανέβασμα του έργου.  Όταν ο χρόνος βέβαια της δράσης έχει τοποθετεί στο επέκεινα και ο καιρός έχει αποδώσει τη δικαιοσύνη του στα πρόσωπα, δεν υπάρχουν περιθώρια για δραματική σύγκρουση ανάμεσά τους. Η μόνη σύγκρουση είναι αυτή στην ψυχή του Καραϊσκάκη, αλλά κι αυτή έχει απαλυνθεί γιατί το πρόσωπο εξαρχής φαίνεται να έχει αποδεχτεί την αρχική συνθήκη της αυτογνωσίας του που είναι η συνείδηση της αρχαγγελικής και δαιμονικής φύσης του. Γι’ αυτό πιστεύω ότι  η μονολογική μορφή θα απέδιδε πιο αποτελεσματικά την πρόθεση του συγγραφέα, γιατί τα υπόλοιπα πρόσωπα λειτουργούν τις περισσότερες φορές ως υποβολείς της σκέψης του Καραϊσκάκη παρά ως δρώντα υποκείμενα. Μόνο η Μαριώ ξεφεύγει ορισμένες φορές από τον σκιώδη ρόλο  του υποβολείου και σχετίζεται με το κύριο πρόσωπο. Δεν απαιτεί βέβαια κάποιος σε ένα τέτοιο αφήγημα να βρει τις συμβάσεις του ρεαλιστικού θεάτρου, αναζητώντας ολοκληρωμένες ψυχογραφήσεις και δραματικές συγκρούσεις, αλλά υπάρχουν στιγμές που η παρέμβασή τους είναι κάπως αμήχανη, όπως όταν ο Αινιάν παρεμβαίνει αποσαφηνίζοντας ή ζητώντας διευκρινίσεις στην περί εμφυλίου εξιστόρηση ή εμπλουτίζοντας την αφήγηση του Καραϊσκάκη με λεπτομέρειες που πιστοποιούν την ιστορική ακρίβεια.

Ανάλογα, η θεατρική ανάγνωση του έργου θα υπαγόρευε και την περιστολή κάποιων μακροσκελών παραθεμάτων από ιστορικές πηγές της εποχής. Σε ένα τέτοιο κείμενο, ο αναγνώστης καλείται να κάνει μια διπλή ανάγνωση: να το διαβάσει ως πεζογράφημα και να το φανταστεί ως δραματικό έργο. Στη δεύτερη διάστασή του, είναι τόσο πυκνός ο χρόνος και τα πρόσωπα που οι δραματικές δυνατότητες του έργου θα απελευθερώνονταν αν είχε στηθεί ως ονειρόδραμα, μοιράζοντας τις φωνές σε περισσότερα πρόσωπα. Γι’ αυτό και πρέπει να αποφασίσει πώς θα το διαβάσει. Να σταθεί στην προσχηματική θεατρικότητά του ή στην ψίχα της αφήγησης που μοιάζει να συνεπαίρνεται από τον ατίθασο παλμό του αφοπλιστικού προσώπου που σταδιακά προκύπτει μέσα από αυτήν.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

*

*