1821

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές που διέπουν την ελληνική κοινωνία

Διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821:

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές

που διέπουν την ελληνική κοινωνία[1]

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Να πεθαίνεις για την “αλήθεια”. Δεν θα δεχόμαστε να καούμε για τις απόψεις μας. Δεν είμαστε τόσο σίγουροι γι’ αυτές. Αλλά θα δεχόμαστε ίσως να καούμε για να μπορούμε να έχουμε απόψεις και να μπορούμε να τις αλλάζουμε.

Εχθροί της αλήθειας. Οι πεποιθήσεις είναι χειρότεροι εχθροί της αλήθειας απ’ ό,τι τα ψέματα.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

1

Η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να προσεγγισθεί με βάση τις πολιτιστικές λογικές που συνέχουν τη δημόσια σφαίρα της. Είναι γνωστόν, ότι σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια κυρίαρχη πολιτισμική λογική. Συγχρόνως όμως, ενυπάρχουν και άλλες μικρότερες εμβέλειας πολιτιστικές λογικές που είτε βρίσκονται σε αποδρομή (είναι φθίνουσες) είτε αναδύονται σιγά-σιγά, επιχειρώντας να αναδειχθούν σε κυρίαρχες.[2]

(περισσότερα…)

Μικρές σκέψεις για την ελληνική οικονομία 200 χρόνια μετά την επανάσταση του 1821

«Η οποιαδήποτε θεωρία είναι απείρως απλούστερη
από οποιαδήποτε ιστορική κατάσταση» Π. Κονδύλης

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Η σωστή απεικόνιση της φυσικής και κυρίως κοινωνικής πραγματικότητας, αποτελεί διαχρονικά το ζητούμενο για όλες τις φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρήσεις.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο, από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα, και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο, υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο φὸν Κλαούζεβιτς.[1]

«Στο ακίνητο σημείο του περιστρεφόμενου κόσμου», κατά τη ρήση του Έλιοτ.[2]

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η κοινωνική πραγματικότητα αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η κοινωνική πραγματικότητα.

«Οι φιλόσοφοι αντιλαμβάνονται τα πάθη που μας βασανίζουν ως διαστροφές, στις οποίες οι άνθρωποι ενδίδουν από δικό τους φταίξιμο. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να τα περιγελούν, να τα οικτίρουν, να τα στηλιτεύουν ή (όσοι θέλουν να δείχνουν πιο ευσεβείς) να τα καταριώνται. Πιστεύουν ότι έτσι επιτελούν έργο θεάρεστο και αγγίζουν την υπέρτατη σοφία, εφόσον έμαθαν να εξυμνούν με χίλιους τρόπους μιάν ανθρώπινη φύση που δεν υπάρχει πουθενά και να κατακεραυνώνουν με τους λόγους των την πραγματική. Τούτο συμβαίνει επειδή αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους όχι όπως είναι, αλλά όπως θα τους ήθελαν οι ίδιοι να είναι. Γι’ αυτό και, ως επί το πλείστον, αντί για ηθική έγραψαν σάτιρα και δεν συνέλαβαν ποτέ μια πολιτική που να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη».[3]

Οι αναλύσεις τέτοιου είδους στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της κοινωνικής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα αυτή να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες ενέργειες σε σχέση με το επιδιωκόμενο.

(περισσότερα…)

Γενέθλιος Μελαγχολία

Γενέθλιος μελαγχολία

Ἐννιὰ σημεῖα γιὰ μιὰν ἐθνικὴ ἐπέτειο

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ
 
1. Ξυπνῶντας χθὲς νωρὶς τὸ πρωὶ στὴν Ἑλλάδα τῶν 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση, ἔνιωσα μιὰ μελαγχολία ἀσύμβατη μὲ τὸ πανηγυρικὸ κλίμα. Μιὰ μελαγχολία σὰν κι’ ἐκείνη ποὺ συνοδεύει πολὺ κόσμο τὶς ἡμέρες τῶν γενεθλίων του, ὅταν συνειδητοποιεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς συμπλήρωσης ἑνὸς παρελθόντος διαστήματος, τὴν ἴδια στιγμὴ σηματοδοτεῖ τὴν ὅλο καὶ μεγαλύτερη προσέγγιση τοῦ τέλος, τοῦ θανάτου. Ἐκδηλώσεις, πανηγυρικοί, παρελάσεις καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν, μ’ ἕναν ὅμως μεγάλο ἀπόντα: ἐμᾶς, τὸν ἁπλὸ λαό, τὸν βασικὸ πρωταγωνιστὴ κάθε μεγάλου συμβάντος τοῦ ἑλληνισμοῦ, ποὺ βρίσκει τὴ θέση του στὸ σπουδαιότερο μνημεῖο τῆς χώρας, αὐτὸ τοῦ Ἄγνωστου Στρατιώτη – κι’ ἂς εἴμαστε πλέον ἀνάξιοι τοῦ μνημείου αὐτοῦ, λαμβάνοντας ὑπόψιν τὶς παραχωρήσεις μας καὶ τὴν ἀπεμπόληση τοῦ ἀγωνιστικοῦ μας πνεύματος.
 
 
(περισσότερα…)

1821 : Το θείο χέρι που φλόγα κράταε κι ευλόγα

Πρόλογος-Ανθολόγηση-Σχόλια
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Το να συνεορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 χωρίς καμία επίμονη ματιά στη σημερινή κοινωνία μας, μόνο ως φολκλόρ και γελοιότητα μπορεί να ακουστεί. Αν και αυτό δεν απέχει πολύ από τις σημερινές κυβερνητικές επιλογές και επιδιώξεις.

Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες που οι εορταστικές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου είχαν αποκλειστικά τον χαρακτήρα της εθνοπατριωτικής υποκρισίας, όπου οι μετεμφυλιοπολεμικοί ηγέτες του τόπου στις βροντώδεις ανοησίες τους μαγάριζαν, όταν τα έπιαναν στο στόμα τους, καί το Έθνος των Ελλήνων καί την πτωχή Πατρίδα. Και φυσικά το άλλο άκρο καιροφυλακτούσε. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και της ευτυχισμένης μας ένταξης στην Ευρώπη, με την υπόσχεση της καταναλωτικής ευμάρειας ―της μόνης υπόσχεσης που μπορούσε να δοθεί σε πιστό υποτελή― ήρθαμε αντιμέτωποι με το αντιδιαμετρικό αίσχος. Εθνοαποδόμηση αντί για εθνοπατριωτισμό. Στο σωρό της αποδομητικής επιχειρηματολογίας τους, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αλλά όχι το μόνο, εμφανίζεται με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και την ιδιαίτερη αναφορά του στο ’21. Αντί λοιπόν για κριτική σκέψη, αντί για συνεχή θεώρηση και αναθεώρηση, αντί για τίμια στάση απέναντι στο γεγονός μιας μεγάλης επανάστασης, είχαμε την ευκολία της αποδόμησης. Και μάλιστα όπως αυτή υπαγορευόταν και υπάκουα μεταφερόταν στην ελληνική πολιτική και πανεπιστημιακή ζωή, από τα ακαδημαϊκά επιτελεία ιδιαίτερα της αγγλικής ιστορικής σχολής. Μαζί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν οι νεοφιλελεύθεροι μιμητές ό,τι ξένου και οι δήθεν προοδευτικοί του θολού διεθνισμού. Απόπειρα τελικά, μιας αεθνικής πολιτικής που έδειχνε να συγκλίνει με οτιδήποτε άνοιγε, χωρίς όρους και όρια, σύνορα και πόρτες στα επαχθέστερα των σύγχρονων συμφερόντων. Η Δημοκρατία αναιρούταν μέσα στις ίδιες τις Δημοκρατίες. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε χρόνο γιορτάζαμε την ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Α ρε Μακρυγιάννη, να μας βλέπεις, να μας φτύνεις και πάλι ν’ ανοίγουν και να αιμορραγούν οι εφτά πληγές σου. (περισσότερα…)