1821

«Το αίμα μας το χύνομε, τ’ άρματα δεν τα δίνομε»: Παναγιώτης Κάλλας «Τσοπανάκος» (1789-1825)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Στις 12 Μαΐου του 1821, ο Κεχαγιάμπεης, με επικεφαλής τον διαβόητο Τουρκαλβανό Αγά Ρουμπή, βγαίνει πανστρατιά από την Τριπολιτσά για να χτυπήσει το Βαλτέτσι και να περάσει στην Καλαμάτα, καταπνίγοντας την Επανάσταση στον Μοριά.

Ο Κολοκοτρώνης έχει παρατάξει ήδη μέσα στο Βαλτέτσι πολεμιστές για να αγκιστρώσουν τους Τούρκους και να τους αναγκάσουν να αναπτυχθούν πέριξ του χωριού, όπου θα τους χτυπήσει σε αποφασιστική μάχη ο ίδιος, ερχόμενος με ενισχύσεις από τα γειτονικά στρατόπεδα, ενώ η παγίδα θα ολοκληρωθεί με απόφραξη της διαφυγής των Οθωμανών προς Τριπολιτσά.

Το πρωί της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι χτυπάνε αλύπητα το Βαλτέτσι, αλλά το ελληνικό ντουφέκι αστράφτει, και το σχέδιο του “Γέρου” τηρείται κατά γράμμα.

Τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμεν εις τον κάμπον. Ο πόλεμος εκείνος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος. Αν εχαλιώμεθα, εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον. 

Η μάχη του Βαλτετσίου, θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων από την έναρξή της.

[…] Εδώ θ’ ο Γέρος του Μοριά,
γεια σου χαρά σου λεβεντιά,
με Καρυτινό ντουφέκι,
πέφτει σαν αστροπελέκι.
Στη μέση στη Ντροπολιτσά,
με τον Πλαπούτα δεξιά,
στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι,
πέφτει αλύπητο λεπίδι […]

Ο αγώνας του 1821 δεν υμνήθηκε μόνο από τους εθνικούς ποιητές, αλλά κι από πολλούς λαϊκούς. Χαρακτηριστικοί αυτοί οι στίχοι του ποιητή “Τσοπανάκου” ή επί το επισημότερον Παναγιώτη Κάλλα —που γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας το 1789—, σχετικά με την επίθεση του Κεχαγιάμπεη.

Τα περισσότερα σατιρικά ποιήματά του έχουν χαθεί, ενώ τα πατριωτικά του εκδοθήκαν το 1838 από τον Τριπολιτσιώτη τυπογράφο Ν. Παπαδόπουλο, με τίτλο Άσματα Πολεμιστήρια, ενώ μια δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε το 1846 από τους μαθητές του Βαρβάκειου.

Ετούτος ο ποιητής, λοιπόν, που «το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» —γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παπαδόπουλος—, «κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως μὴ δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα, διότι ἦτον ἀδυνάτου σώματος καμπούρης καὶ στραβοπόδης», διασκέδαζε τους συμπατριώτες του με ποιητικές αράδες. (περισσότερα…)

Ἡ σφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ ἡ μάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828) στὸ ἔργο τοῦ Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [2/4]

*

τῆς ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

~.~

Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1961 ὁ νεαρὸς Γιώργης Μανουσάκης ἀνέφερε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιφυλλίδες του τὴν ἑξῆς παρατήρηση μιᾶς ἑλληνίστριας:

Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ζοφερή, ἀπαισιόδοξη. Σπάνια ν’ ἀνακαλύψεις σ’ αὐτὴν μιὰ ἀχτίνα ἀπὸ φῶς. Μιὰ κι ἡ τέχνη ἑνὸς λαοῦ εἶν’ ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς του, πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑποθέσομε πὼς οἱ Ἕλληνες εἶναι στὸ βάθος ἕνας λαὸς μελαγχολικός;

Εἶναι, ἀπαντοῦσε ὁ Μανουσάκης, γιατὶ:

Ὁ ἄνθρωπος τούτης τῆς γωνιᾶς τῆς γῆς εἶναι γεμάτος ἱστορικὲς μνῆμες. Μνῆμες δόξας καὶ θριάμβων καὶ πικρὲς μνῆμες καταστροφῶν, δυστυχίας καὶ ξεπεσμοῦ. […]

Ἔτσι μὲ μιὰ σκληρὴ ἀτομικὴ μοίρα καὶ μὲ μιὰ σκληρότερη ἐθνικὴ ἀποχτήσαμε σιγά₋σιγὰ τὸ κατακάθι τῆς θλίψης χρωματίζει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας.[1]

Ἐκεῖνο τὸ πατριωτικὸ «κατακάθι τῆς θλίψης» ὑπάρχει ἀπὸ τότε διαρκῶς στὸ ἔργο του, λογοτεχνικὸ καὶ δοκιμιακό, ἄλλοτε φανερὰ κι ἄλλοτε ὑπόγεια. Θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα πῶς αὐτὸ ἔχει ἀποτυπωθεῖ λογοτεχνικὰ γιὰ δύο ἱστορικὰ γεγονότα τῆς Κρήτης, τὴσφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ τὴμάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828). (περισσότερα…)

«Ἄργειε νά ’λθῃ…»

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

///

«Ἡ Ἑλλάδα πέθανε!» Εἶναι μιὰ φράση ποὺ ἀκούγεται συχνὰ στὴν Εὐρώπη ἀπὸ στόματα πολιτικῶν ἢ πνευματικῶν ἀνθρώπων τὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας.  «Ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει πιά!».

Κι ἄξαφνα γίνεται τὸ θαῦμα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ζωντανὴ καὶ μάχεται καὶ καταπλήσσει. Γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἐπλήξεων, τὸ πράγμα καταντᾶ σχεδὸν ἀπίστευτο.

Τί ἦταν, ἀλήθεια, ἐκεῖνοι ποὺ κάμανε τὴν ἐπανάσταση τοῦ ’21; Ἄνθρωποι πού ’χανε περάσει ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς τους στὴ σκλαβιά. Κι ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι μὰ κι οἱ πατεράδες τους κι οἱ παπποῦδες τους καὶ μιὰ μακρότατη σειρὰ προγόνων ποὺ ἡ ἀρχή τους ἔφτανε ὣς τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰώνα. Σκλάβοι, γιοὶ σκλάβων.

Τετρακόσια χρόνια εἶναι πολὺ μεγάλο διάστημα. Οἱ ξένοι εἴχανε πιστέψει πὼς ὁ λαὸς τούτης τῆς χώρας δὲ θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει τοὺς τέσσερεις αἰῶνες τῆς τυραννίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ σκοταδιοῦ. Θὰ λύγιζε. Θὰ συμβιβαζότανε. Θὰ παραδέχουνταν πὼς ἔτσι ἤτανε καμωμένος ὁ κόσμος, πὼς οἱ ἄνθρωποι εἶναι πλασμένοι ἄλλοι γι’ ἀφέντες κι ἄλλοι γιὰ δοῦλοι καὶ πὼς ἡ δική τους μοῖρα τὸν εἶχε προορίσει γιὰ τὴν πικρὴ ζωὴ τῆς ὑποταγῆς. Θὰ ξεχνοῦσε ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε, τί ἤτανε κάποτε καὶ πῶς βρέθηκε νὰ σκύβει τὴν πλάτη κάτω ἀπ’ τὸ μαστίγιο τοῦ Ἀσιάτη.

Ἡ πραγματικότητα ἀποδείχτηκε διαφορετική. Ὁ λαός μας ἔδειξε μιὰ σπάνια ἀντοχὴ καὶ μιὰ πεισματικὴ προσήλωση στὶς ρίζες του. Χωρὶς πολιτικὴ ἡγεσία καὶ χωρὶς πνευματικοὺς ὁδηγούς, τὸν πρῶτο καιρὸ ὕστερ’ ἀπὸ τὴ διάλυση τῶν ὑπολειμμάτων τῆς ἄλλοτε Μεγάλης Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας,  συσπειρώνεται γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴ μόνη δύναμη ποὺ ἄφησε ἀπείραχτη ὁ σκληρὸς ἀφέντης του. Ἀπ’ αὐτὴ ζητᾶ προστασία καὶ καθοδήγηση. Ἀργότερα θὰ προχωρήσει στὴν κοινοτικὴ ὀργάνωση καὶ στὴν προσπάθεια τοῦ φωτισμοῦ μὲ τὰ γράμματα. Καὶ σὰν ἀπὸ ἔνστιχτο κοιτάζει νὰ φυλάξει ὅ,τι κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς πατεράδες του κι ὅ,τι τὸν ξεχώριζε ἀπὸ τὸν δυνάστη του.

Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε, ὅσο κι ἂν δέχτηκε μερικὲς λέξεις ἀπὸ τὴ γλώσσα τοῦ καταχτητῆ, ἔμεινε πάντα ἡ ἴδια παλιὰ γλώσσα, αὐτὴ ποὺ κάποτε εἶχε δώσει τ’ ἀριστουργήματα τῆς λογοτεχνίας, τῆς φιλοσορίας καὶ τώρα γινόταν ἡ γλώσσα τοῦ πόνου, τοῦ καημοῦ καὶ τῆς ἐλπίδας του, ἡ γλώσσα τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν του. (περισσότερα…)

Απ’ το ημερολόγιο ενός Φιλικού

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την ανακαίνιση της Οικίας Ζαμπελίων, για την δημιουργία του «Ζαμπέλιου Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Λευκάδας», ανευρέθη σε κρύπτη του ισογείου –εντός ασημένιας πεποικιλμένης θήκης– το ημερολόγιο του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου. Ο εργάτης που ανακάλυψε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφο το εμπιστεύθηκε σε μένα, μιας κι ήταν στενότατος φίλος μου κι εγώ εργαζόμουν εκείνον τον καιρό στην Χαραμόγλειο Ειδική Λευκαδιακή Βιβλιοθήκη.

Για να παραλάβω το χειρόγραφο, θα έπρεπε να κατατεθεί επισήμως. Του πρότεινα να το παραδώσει στον υπεύθυνο του έργου και κατόπιν, αφού ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, να περιληφθεί το πρωτότυπο ή αντίγραφό του στην Χαραμόγλειο.

Ομολογώ πως υπέκυψα στον πειρασμό να το φυλλομετρήσω κι έμεινα έκπληκτος απ’ το συναρπαστικό του περιεχόμενο. Αδυνατώντας ν’ αντισταθώ στην εσωτερική μου παρόρμηση, φωτοτύπησα μερικές σελίδες, εκείνες που με συνάρπασαν περισσότερο, και προέτρεψα τον φίλο μου να μην πει τίποτα σε κανέναν γι’ αυτό, πολύ δε περισσότερο πως το έφερε σ’ εμένα.

Εκείνος μού έδωσε τον λόγο του. Παρέδωσε το εύρημα σε κάποιον υπεύθυνο και συνέχισε την εργασία του. Σύντομα, όμως, το έργο διακόπηκε, όπως συμβαίνει πολλάκις στα έργα του δημοσίου τομέα. Όταν συνεχίστηκε η ανακαίνιση, ο υπεύθυνος είχε αντικατασταθεί. Κατά παρότρυνσή μου, ο φίλος μου ρώτησε τον αντικαταστάτη για την τύχη του ημερολογίου. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα, πέραν του ότι ο προκάτοχός του εργάζονταν πλέον σε κατασκευαστική του εξωτερικού. Ήταν προφανές πως το χειρόγραφο είχε κάνει φτερά. Ίσως πωλήθηκε σε κάποιον συλλέκτη αντί αδράς αμοιβής. Ίσως το κράτησε ο ίδιος. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το παρέλαβε. Καμία, πλην των φωτοτυπημένων σελίδων που βρίσκονται στην κατοχή μου και που σήμερα –μεταγραμμένες στην νέα ελληνική– δημοσιεύω εδώ, με κίνδυνο να κατηγορηθώ πως υπεξαίρεσα ολόκληρο το ημερολόγιο ή πως πρόκειται περί αποκυήματος της φαντασίας μου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν παραθέτω ούτε μία φωτοτυπημένη σελίδα του χειρογράφου, ώστε ν’ αποφύγω οποιαδήποτε νομική συνέπεια αν κατηγορηθώ για υπεξαίρεση, ισχυριζόμενος –σε μια τέτοια περίπτωση– πως η όλη υπόθεση είναι επινοημένη.

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω –παραμονές της Εθνικής Παλιγγενεσίας– τις εκλεκτότερες πατριωτικές σελίδες που διάβασα ποτέ, τα σπαράγματα του χαμένου ημερολογίου του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου.

(περισσότερα…)

Η μοναρχία στην Ελλάδα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η συμπλήρωση πενήντα χρόνων αβασίλευτης δημοκρατίας, μετά την οριστική ως φαίνεται λύση του πολιτειακού ζητήματος, επιτρέπει πλέον μια νηφάλια αποτίμηση της μοναρχίας στη νεότερη Ελλάδα, στο πεδίο της ιστορικής πράξης και ως προς τα κοινωνικά της θεμέλια, πέραν των θεωρητικών απόψεων για τον θεσμό ή τη λαϊκή του απήχηση. Απήχηση που, όπως το αδιάβλητο (τουλάχιστον σε σχέση με όσα προηγήθηκαν κατά τον εικοστό αιώνα: 1924, 1935, 1946, 1973) δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 κατέδειξε, παρέμεινε υψηλή (σχεδόν 31%) παρά την πληθώρα πολιτικών λαθών και τις εθνικές κρίσεις που επανειλημμένα προκάλεσαν οι αποφάσεις της δυναστείας η οποία υπήρξε ο φορέας του θεσμού.

Ένα από τα μεγαλύτερα ατυχήματα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας αποτέλεσε ίσως η έλλειψη εθνικής δυναστείας, την εποχή που σε όλη την Ευρώπη η μορφή αυτού του πολιτεύματος εθεωρείτο αυτονόητη αρχή νομιμότητας. Μια έλλειψη η οποία υπήρξε απότοκος της γενικής καταστροφής της ελληνόφωνης ηγέτιδας τάξης, συνεπεία της διάλυσης της ανατολικής χριστιανορωμαϊκής αυτοκρατορίας, πριν αυτή εξελιχθεί φυσιολογικά, όπως συνέβη στη Δύση, προς τα νεώτερα εθνικά κράτη. Η τουρκοκρατία δεν απορφάνισε το υπόδουλο γένος μόνο από τη φυσική του αριστοκρατία ή τις προϋποθέσεις συγκρότησης εθνικής αστικής τάξης (όπως θα διαφανεί αργότερα), αλλά και από τη νόμιμη διαδοχή. Οι δύο αδελφοί και τυπικοί διάδοχοι του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αποδείχθηκαν ανάξιοι των ιστορικών τους καθηκόντων, εκχωρώντας ο ένας στη Δύση και ο άλλος στον Σουλτάνο τα δικαιώματά τους, προκειμένου να παρατείνουν με κάποιαν άνεση τη θλιβερή ύπαρξή τους, θεωρώντας άνευ περιεχομένου την ιδέα της θυσίας, η οποία σφράγισε τη ζωή και τη δράση του αδελφού τους.

Όταν, μετά από αιώνες, έφτασε η ώρα της Επανάστασης και της Παλιγγενεσίας, οι λαϊκοί θρύλοι που ενίσχυαν το φρόνημα αντίστασης των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία, δεν είχαν σαφή αναφορά σε έναν υποψήφιο βασιλέα. Η δημοκρατική ιδέα άλλωστε ήταν κυρίαρχη στις διακηρύξεις αλλά και την ιδεολογία όλων των επαναστατών- πολιτικών, στρατιωτικών ή διανοουμένων. Δύο δυνητικοί υποψήφιοι για το Θρόνο, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Καποδίστριας, ήταν αδύνατο (όπως αποδείχθηκε) να γίνουν αποδεκτοί από τους επαναστάτες και εξέλιπαν πρόωρα. Ο πρώτος στα κελιά της Αυστροουγγαρίας (ενώ η Φιλική Εταιρία είχε εξοβελιστεί από κάθε αναφορά της επαναστατικής ηγεσίας) και ο δεύτερος από ελληνικά χέρια, και μάλιστα (τι ειρωνεία) από χέρια τα οποία είλκυαν την καταγωγή τους από το μετέπειτα «κάστρο» της μοναρχίας στη νεότερη Ελλάδα. (περισσότερα…)

Απνευμάτιστο και πανεπιζήμιο

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Απνευμάτιστο και πανεπιζήμιο

Στα Έξι Μαθήματα για την Παιδεία, ο Νίτσε περιγελά την αξίωση του πανεπιστημίου να θεωρείται ανώτατο πνευματικό ίδρυμα και διαπιστώνει ότι στην μουντή του ατμόσφαιρα μαραίνονται τα καλύτερα άνθη της ευγενικής νεολαίας. Σήμερα, στο καθυστερημένο μνημόσυνο, ενάμιση αιώνα  μετά την άκλαυτη κηδεία του, χύνονται πολλά δάκρυα. Τα περισσότερα ειλικρινή, δεν αντιλέγω, αλλά περιττά εκεί όπου θα αρκούσε ένας πικρός μορφασμός, αφού το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει ήδη αλωθεί προ πολλού με τη διαστροφική έκπτωση της γνώσης από αγαθό σε προϊόν και την επιχειρησιακή ανασύνταξη της virtus από τον ελληνικό περίπατο της Αρετής στον στρατιωτικό βηματισμό της Δυνάμεως. Οι σχολές των θετικών επιστημών λειτουργούν ως προπαιδευτικά παραρτήματα της εταιρικής διάρθρωσης του καπιταλισμού, μεριμνώντας για τη σύνδεση των αποφοίτων με την αγορά και όχι με την κοινωνία  και τις ανάγκες της. Ενώ οι θεωρητικές, αντί να ασχολούνται με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων της αυθεντικής σκέψης, βγάζουν με το τσουβάλι, ως επιβεβαίωση του Κίρκεγκωρ, «δούλους παραπομπών και αχθοφόρους υποσημειώσεων» — για ν’ αφήσω στην άκρη τα πομφολυγοξεράσματα των «αφυπνισμένων» δικαιωματικών σχολών. Προς τι λοιπόν τόσος θρήνος και τόσος κοπετός; Κουκιά τρώει κανείς, κουκιά μολογάει. Το ότι σήμερα ιδιωτικοποιούνται και επισήμως δεν αλλάζει και πολλά στο πιάτο – που εξακολουθεί να σερβίρεται με τα ίδια υλικά: εξίσου ευτελή αλλά πιο ακριβά.

~.~

Στις ανταύγειες του 1821

Όλες οι ιδέες για τις οποίες αξίζει να μαχηθεί κανείς είναι προορισμένες να ηττηθούν, έτσι τουλάχιστον λέει μελαγχολικά ο Σίλερ στους Ληστές. Οι κλεφταρματολοί του ’21 έδειξαν όμως ότι το αρνητικό πρόσημο αυτού του ρομαντικού προτάγματος μπορεί καμιά φορά να αντιστραφεί. Κάθε ευγενική ιδέα είναι ραγδαία στη σύλληψη, παράτολμη στην εκτέλεση και αβέβαιη στην έκβαση. Γι αυτό η νίκη της ανταμείβεται διπλά και τρίδιπλα στο γραφείο των μεγάλων ιστορικών στοιχημάτων. Και η λάμψη της γίνεται εμφανέστερη στο πρόσωπο όσων δεν πρόλαβαν να τη χαρούν: (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Προς Οδησσό, αλλά επί ματαίω» 2

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Για τις προηγούμενες αναρτήσεις του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Δεύτερο
ΠΡΟΣ ΟΔΗΣΣΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ 

2.

Φάγαμε κάνα σαραντάλεπτο στο καφενείο – στην αρχή είχα να αντιμετωπίσω τις οκτάβες του Κίνναμου. Έχει δυνατή φωνή ο Κίνναμος: διδάσκει σε λύκειο. Σε κουράζει όμως να κοιτάς δεξιά αριστερά, πάνω από τους ώμους σου, λες κι όλοι έχουν στήσει αυτί για τις μαλακίες που θα πεις. Παρόλα αυτά: το τραπέζι μας δεν άργησε να μετατραπεί  σε κέντρο διερχομένων. Ποδαρικό έκανε ένας ταξιτζής – αυτός άνοιξε τον χορό. Άρπαξε το μαντήλι απ’ το χέρι του Κίνναμου και μπήκε μπροστά: Παιδιά, είπε, ακούστε τι έπαθα φέτος το Πάσχα. Με παίρνει τηλέφωνο ένας παππούς, Μεγάλη Τετάρτη ήταν, ή Μεγάλη Πέμπτη. Μεσημέρι. Να τον πάω στον Βόλο. Στο Βελεστίνο είσαι; του λέω. Στον Θαύλιο Δία, μου λέει. Καλά, έρχομαι σε δυο λεπτά, του είπα. Και πήγα. Ήταν στην είσοδο, πάνω στον δρόμο. Και είχε μια τσάντα, ένα σακ βουαγιάζ. Μπες, του λέω. Καλοντυμένος ο τραγόγερος, Όταν κάθισε και ξεκινήσαμε, μου ήρθε μυρωδιά θυμιατού. Τι έκανε; σκεφτόμουν, κάνας τρελός θα ’ναι, είπα από μέσα μου. Από εδώ είσαι; τον ρώτησα. Δεν θυμάμαι τι είπε, δεν μιλήσαμε πολύ. Όταν φτάσαμε, του λέω τριάντα ευρώ, βγάζει και μου δίνει δυο εικοσάρικα και μου λέει ότι είμαστε εντάξει, τον ευχαρίστησα και τον άφησα να περάσει απέναντι. Βρωμοκοπούσε το αυτοκίνητο άφτερ σέιβ. Τέλος πάντων, πήγα να κάνω κάτι δουλειές μετά, μιας και ήμουν στον Βόλο, και ξεκίνησα να γυρίσω. Δεν περνάω μία  από το μνημείο; σκέφτηκα, είχα περιέργεια να δω τι είχε κάνει ο παππούς. Και πήγα. Ξέρετε τι είδα; Σε μια μεγάλη πέτρα ο κωλόγερος είχε απλώσει τρία ψάρια ωμά, μεγάλα, λαβράκια ήταν, παραδίπλα κάτι λουλούδια κι ένα κυπελλάκι που έκαιγε θυμίαμα. Ρε τον πούστη, έκανα τον σταυρό μου και έφυγα, φοβήθηκα. Μάγια ήταν.

Προσφορά ήταν, είπε ο Κίνναμος, ο γέρος πρέπει να ήταν δωδεκαθεϊστής. Τρελός όσο κι εσύ δηλαδή, που πιστεύεις σε μάγια και φλιτζάνια.

«Ρε άλλο να σου το λέω, κι άλλο να το δεις», είπε ο ταξιτζής, «πάνω μου τα έκανα».

Γύρω στα τριάντα είναι ο ταξιτζής. Τον ρωτάμε αν έχει πάει στα Φάρσαλα από το Μικρό Περιβολάκι, πώς είναι ο δρόμος, αν έχει ανηφόρες  κ.λπ. Έχω να πάω πελάτη στα Φάρσαλα από τότε που ο Γιωργάκης μάς έφερε γαμπρό το ΔΝΤ, είπε ο ταξιτζής. Τον Τέγο να ρωτήσεις, είπε, και μου έδειξε έναν γκριζομάλλη που κατέβαινε σαν ρομπότ τα σκαλιά καμακώνοντάς τα με την ψιλοστραβή του γκλίτσα. Είχε φορτηγό αυτός. Μπάρμπα-Τέγο, για έλα να πεις κάτι στα παιδιά, είπε και σηκώθηκε να βγάλει το πορτοφόλι του. Άσ’ το, είπα στον ταξιτζή, κερασμένο το τσιπουράκι. (Το ζήλεψα το τσιπουράκι. Έκανα νόημα στον Κίνναμο ότι θα πιούμε στον γυρισμό.) Τι φορτηγό είχες κυρ-Τέγο; ρώτησα τον ψαρομάλλη άντρα. Ένα μικρό Βόλβο, φρούτα κουβαλούσα, είπε ο Τέγος. Τριάντα χρόνια έκανε εμπόριο ο Τέγος, είπε ο ταξιτζής. Μπράβο, είπα εγώ. Θέλουμε να πάμε μέχρι τα Φάρσαλα, είπε ο Κίνναμος, αλλά να μην ψοφήσουμε κιόλας. Τι να κάνετε στα Φάρσαλα; ρώτησε ο Τέγος. Πιο πριν από τα Φάρσαλα θέλουμε να πάμε, υπήρχε μια πόλη εκεί κάποτε, στα αρχαία χρόνια, αποκρίθηκα. Δεν θυμάμαι τίποτα, είπε ο Τέγος. Δεν έχω δει ερείπια. Ο ταξιτζής πέταξε ένα «γεια χαρά παιδιά» και πήγε να την αράξει στο ταξί. Πάντως, είπε ο Τέγος, μακριά είναι. Σκυλιά έχει; ρώτησε ο Κίνναμος. Γέλασε ο Τέγος. Ε, κι άμα βρείτε από κανένα, ήσυχο θα’ ναι, δεν θα σας π’ράξ’. Έκανε λίγο πιο πίσω την καρέκλα του γιατί τον χτυπούσε ο ήλιος. Εσύ παντρεμένος στο Βελεστίνο δεν είσαι; με ρώτησε. Τον ήξερα τον πεθερό σου – Θεός σχωρέστον. Καλός άνθρωπος ήταν. Τον είχα πάρει μια φορά με του φορτηγό, είχε κάτι δουλειές στα Φάρσαλα. Μου έτυχε και κάτι τρελό μια φορά, είπε ο Τέγος. Δεν είχε ξημερώσει, είχα φύγει εδώ κατά τις τέσσερις, περνώ το Μικρό Περιβολάκι και συνεχίζω για Αγιά Τριάδα, σε ένα σημείο βλέπω τσακάλια μπροστά μου. Περνούσαν τον δρόμο, όλη η φαμίλια των τσακαλιών. Σταμάτησα και τα κοιτούσα. Πρέπει να πέρασαν πάνω από τριάντα τσακάλια. Πέρασαν τον δρόμο και εξαφανίστηκαν. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Προς Οδησσό, αλλά επί ματαίω» 1

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Για τις δύο πρώτες αναρτήσεις του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Δεύτερο
ΠΡΟΣ ΟΔΗΣΣΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ 

1.

Το ποδήλατό μου το αγόρασα πριν από δυο εβδομάδες από τον Βόλο, είναι ένα ποδήλατο πόλης, μονοτάχυτο και με νίκελ τιμόνι, λιτό, αέρινο, και με όμορφο ρετρό φανάρι. Ο Κίνναμος έχει το παλιό Raleigh του συγχωρεμένου πατέρα του. Το ποδήλατο ήταν παρατημένο στην αυλή, σκούριαζε, σάπιζε. Μια πρωία ο Κίνναμος αποφάσισε να το αναστήσει Έκανε το εξής: το έδωσε για ανακατασκευή σε έναν άψογο και υπομονετικό μάστορα, ο οποίος γυάλισε τα αλουμίνια,  έτριψε τη σέλα και την πότισε χημικά, για να μαλακώσει το δέρμα, έβαλε λαμπερούς καθρέφτες και πέταξε την παλιά σκουριασμένη σχάρα, έβαψε τον σκελετό, τα φτερά και το πηρούνι με μια βαφή στο γκρίζο του ταλαιπωρημένου δολλαρίου, και τέλος έστησε το δημιούργημά του, τον δίτροχο Λάζαρο, δίπλα από την είσοδο σαν κράχτη της μαστοροσύνης του. Φυσικά η συγκίνηση του Κίνναμου, όταν είδε το σαράβαλο αναστημένο,  ήταν για τον πατέρα του, που δεν ζει πια: τον φαντάστηκε νέο, ένα ηλιόλουστο πρωί στο κέντρο της Λάρισας, πενήντα χρόνια πριν, να βγαίνει από ένα ποδηλατάδικο που δεν υπάρχει πια, να καβαλάει το Raleigh και να εξαφανίζεται στις γειτονιές της πόλης. Ω, κάνουμε στάση στον ναό του Θαυλίου Διός, έχουμε βγει από το Βελεστίνο.  Βγάζω από την τσάντα το θερμός με τον καφέ, σκουπίζω τις πευκοβελόνες από το παγκάκι και το βλέμμα μου χάνεται στα κτήματα, στα ερείπια, στον λόφο Μπακάλη. Ελληνικός χωρίς καϊμάκι δεν πίνεται, το ίδιο πιστεύει και ο Κίνναμος, ποτίζω, αηδιασμένος, τις δάφνες με το νεροζούμι και προτείνω στον φίλο μου αλλαγή πλεύσης: να μεταφέρουμε το στρατηγείο μας στο πλησιέστερο καφενείο: στο αμέσως επόμενο χωριό.

Πότε έγιναν οι ανασκαφές εδώ; ρωτάει ο Κίνναμος, χαϊδεύοντας με το βλέμμα του τα κομμάτια του θριγκού, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, κατά μήκος του διαδρόμου, τα επιβλητικά μέρη του επιστύλιου και τον γκριζωπό σπόνδυλο ενός δωρικού κίονα. Η καημένη αρχαιολογική υπηρεσία μας δεν είχε λεφτά το 1920, απάντησα, μια μίζερη ζητιάνα ήταν, ως εκ τούτου όλα έγιναν με τη βοήθεια των Γάλλων. Α χα, έκανε ο Κίνναμος. Ποιος ξέρει, γύρισα και είπα, ο παππούς μου ήταν παιδί τότε, έντεκα χρονών. Και σκέφτηκα ένα τσούρμο παιδιά, ξυπόλητα, παιδιά του χωριού, αγόρια: Έχουν μαζευτεί μπουλούκι στα υψώματα και χαζεύουν τους θησαυρούς που είχε φέρει στο φως η σκαπάνη:  ένα γυάλινο περιδέραιο, ένα μελαμβαφές αγγείο, ενώτια από χρυσό και ασήμι. Ο Κίνναμος έχει κάνει λίγο πιο κει, τι είναι εδώ, λέει, κι άλλος ναός; Κοίτα πίσω σου, είπα, έχει κιόσκι ενημέρωσης. Ο Κίνναμος θέλει να μείνουμε κι άλλο, του αρέσει στον ναό, είναι πολύ όμορφο το σημείο, μέσα στα πεύκα. Αλλά εγώ χρειάζομαι καφέ. Και βγαίνουμε να πάρουμε τα ποδήλατά μας. Η ώρα έχει πάει έντεκα και δέκα. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Σαν λιοντάρια» 2

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον θα δημοσιεύσει τους προσεχείς μήνες σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Ξεκινήσαμε πριν από δύο εβδομάδες με την αρχή του Πρώτου Μέρους. Σήμερα, η συνέχεια και η ολοκλήρωσή του.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Πρώτο
ΣΑΝ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ  [2/2]

Παρά την υπερβολή τους, οι σελίδες που προηγήθηκαν περιγράφουν τα πράγματα με σχεδόν συγκινητική ακρίβεια. Θέλω δηλαδή να πω ότι αυτό ήταν το κλίμα, αυτή ήταν η κατάσταση όταν με τον φίλο μου τον Κίνναμο πήραμε την απόφαση να γράψουμε ένα μυθιστόρημα για το ’21. Κι αρχίσαμε να λέμε: αυτή θα είναι μια ιστορία άπεφθης βίας. Σκεφτόμασταν να αναμίξουμε φουστανέλλες, καριοφίλια, τη γλώσσα των κλέφτικων τραγουδιών και των απομνημονευμάτων με τα κλασικά τοτέμ της steampunk μυθοπλασίας, δηλαδή ατμομηχανές, brass goggles και αναχρονιστικά αερόπλοια – σε περίπτωση μάλιστα καλλιτεχνικής αποτυχίας θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι γράφουμε σάτιρα, κάτι σαν εξωφρενική διασκευή της Γκόλφως με τη μέθοδο (ή καλύτερα τη μη-μέθοδο) του Χάινερ Μύλλερ, ιδού μάλιστα η περίληψη του πρώτου κεφαλαίου: 1876, Αταλάντη,  η λησταρχίνα Φλώρα Παμπάνη, ο εραστής της Στέργιος Καρατάσος και το πρωτοπαλίκαρό τους, ο Φώτος Λίβανος, έχουν στήσει τα ατμοκίνητα ανεμόπτερά τους, τους πηγάσους τους, στον κορμό μιας ακακίας. Μεσημέρι, λιακάδα, άνοιξη, δυο μεγάλες σαύρες, περασμένες σουβλάκι σε σκουριασμένο χαρμπί ξεροψήνονται στις πέτρες. Ο Φώτος Λίβανος στρίβει τα στροφάλια της λύρας που έχει στα χέρια του, χώνει το δάχτυλό του στα μαθιά κι ύστερα πιάνει το τοξάρι, τσιμπάει τη χοντρή χορδή, τη βουργάρα, και ο ήχος που βγαίνει είναι σαν από τα ρουθούνια ενός λεβέντη που σιναχώθηκε. Ο Στέργιος κόβει φέτες παστουρμά με το μαχαίρι και προσφέρει στη λησταρχίνα, μα η Φλώρα δεν θέλει να δοκιμάσει, το στομάχι της έχει ανακατευτεί. Πάντως έκαναν γερή μπάζα χθες: με το σκοτάδι να έχει απλώσει τα κρόσια του πάνω από τις στέγες της Ουράνιας Λαμίας, ο οργανοποιός Ντογάν μπέης καληνυχτίζει τον δούλο του και βγαίνει από το εργαστήριο – έξω οι εργάτες ανάβουν τους φανούς του φωταερίου. Στρώνει ο δούλος σε μια γωνιά, σκεπάζεται, γυρίζει από την άλλη γιατί τον ενοχλεί το φως. Η υγρασία έχει κάνει τον γύψινο τοίχο να μοιάζει με χούφτα άμμου στον αέρα. Άκου, ψιθυρίζει στο αυτί του δούλου μια γυναικεία φωνή, ο δούλος ανοίγει τα μάτια τρομοκρατημένος. Ποιος είσαι; ψιθυρίζει.  Άκου, επαναλαμβάνει η φωνή, ο Θεός είναι μέγας και ελεήμων και δίκαιος, μάρτυς το μαχαίρι που  λαχταρώ να σου μπήξω στην κοιλιά. Θα κάνουμε τη δουλειά μας ήσυχα και θα φύγουμε, χωρίς αίματα, εκτός αν  θες η νύχτα τούτη να είναι η τελευταία σου – πες μου, το θες; Όχι, τραύλισε ο δούλος, τι θα κάνετε; Δεν θα τα πάρουμε όλα, του ψιθύρισε η γυναικεία φωνή, σου αρκεί αυτό; Κούνησε το κεφάλι ο δούλος, η Φλωρού είπε μπράβο και στράφηκε στους δικούς της. Σήκωσαν τους κεμεντζέδες και τις κρητικές λύρες, όλες σκαλιστές στο χέρι, πήραν και τα κανονάκια, ντυμένα και τα δυο με φίλντισι, τους ζουρνάδες και τη βαριά ατμοκίνητη πριονοκορδέλα, τα ούτια, τα μαντολίνα και τα λαούτα. Έφυγαν, κι ούτε νυχτοπούλι δεν τους είδε. Η Φλωρού έκανε δώρο στον Φώτο μια βροντολύρα, τη λύρα που έχει στα χέρια του αυτή τη στιγμή. Ο κλεπταποδόχος τους έσταξε τον παρά και οι ληστές γύρισαν στη λοκάντα για ύπνο. Το πρωί χωρίστηκαν.  Η Φλώρα έφυγε με μουλάρι, οι άλλοι δυο δεν ξέρω πώς, και συναντήθηκαν στο Μαρτίνο την ώρα του φαγητού, πέταξαν τα ευρωπαϊκά κουστούμια, φόρεσαν τις φουστανέλες και καβάλησαν τους πηγάσους τους για να πάνε εκεί όπου τους πρωτοσυναντήσαμε – εκεί είναι τώρα. Πουλιά πετούν στα κλαδιά και παίζουν, ενώ πίσω απ’ τα βουνά οι χωμάτινοι ρύποι ενός εργοστασίου διασπούν την ελαφρώς κίτρινη και αιματώδη ατμόσφαιρα. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Σαν λιοντάρια» 1

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον θα δημοσιεύσει τους προσεχείς μήνες σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Ξεκινάμε σήμερα με την αρχή του Πρώτου Μέρους.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Πρώτο
ΣΑΝ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ  [1/2] 

Αυτή την πόλη δεν την ξέρω καλά, ούτε τη συμπαθώ. Κι όσο περιμένω τον καλό μου φίλο Ιωάννη Κίνναμο σκέφτομαι: τι κρίμα που δεν έχει καμπάνες η λογοτεχνία, αγγέλους και ιερείς, ένα ευρύ και ταπεινό εκκλησίασμα που θα νηστεύει και θα γιορτάζει, θα παρακολουθεί μαθήματα αγάπης, θα οργανώνει  εκδρομές σε μοναστήρια στους γκρεμούς και θα περιμένει με χαρά τη χαρμολύπη μιας ανάλογης Σαρακοστής. Κι ακόμα: όπως τη Μεγάλη Παρασκευή όπου το χωριό, σύσσωμο, ακολουθεί την περιφορά του επιταφίου, ο καθένας με το κερί του, κι όλες οι αυλές είναι φωτισμένες και οι πασχαλιές μοσχοβολούν, γιατί να μη συγχρονίζονται όλοι ευλαβικά, σε παρέες ή κατά μόνας,  για την παρουσίαση ενός βιβλίου ή για μια ανέσπερη, έστω, ποιητική βραδιά;  Παρατηρώ τα παιδιά απέναντι, στο περίπτερο μπροστά, που έχουν παρατήσει τα ποδήλατά τους ξάπλα και αγοράζουν αυτοκόλλητα – τα κοιτάζω λες και είναι αυτά που θα μου δώσουν την απάντηση. Παρατηρώ τις κυρίες που περνούν, μάλλον μάνα και κόρη, με σακούλες στα χέρια  από το σούπερ μάρκετ. Κοιτώ την κοπέλα στη γωνία, ίσιο σώμα, πεταχτό στήθος, καθώς διέρχεται με τα χέρια στις τσέπες του παλτού της, και στα αυτιά ακουστικά. Η εντύπωση που αποκομίζω, ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι πιο άχρηστο για αυτούς από τη λογοτεχνία, με φέρνει αντιμέτωπο με μια πιο δύσκολη υπόθεση:  άραγε ποιος φταίει γι’ αυτό; Η πολιτεία; Οι λογοτέχνες; Τα σχολεία; Ο αγώνας για τον επιούσιο;  Και τότε μια φωνή σφυρίζει στην πλάτη μου: Νικήτα, φωνάζει ο Κίνναμος –  γυρίζω να τον δω. Ο ολύμπιος φίλος μου Ιωάννης Κίνναμος, με κασκόλ, καφέ σακάκι κοτλέ κι ένα χαμόγελο σαν του επαίτη που του ’πες καλημέρα. Χαίρομαι που τον συναντώ, μήνες έχουμε να ιδωθούμε. Αγκαλιαζόμαστε, τον σκουντώ, του λέω ότι ψήλωσε κι εκείνος γελάει. Άρχισες τις μαλακίες, μουρμουρίζει, έχεις ώρα που περιμένεις; Πάμε και θα τα πούμε, αποκρίνομαι. Αργήσαμε, λέει ο Κίνναμος, πάμε να φύγουμε. Και ξεκινάμε για το βιβλιοπωλείο. Σαν δυο έφηβοι που αποφάσισαν να κάνουν κοπάνα. (περισσότερα…)

Θεατρόμορφο ελκυστικό αφήγημα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ 

Παντελής Μπουκάλας, Το μάγουλο  της Παναγίας,
Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, Άγρα, 2021

Το μάγουλο της Παναγίας είναι ένα πεζογράφημα θεατρικής μορφής που προσπαθεί να εικάσει, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του έργου, την αυτοβιογραφία του Καραϊσκάκη, μιας από τις πιο γοητευτικές και αντιφατικές προσωπικότητες του ’21. Τα πρόσωπα του έργου είναι ο Καραϊσκάκης, ο τυφλός λυράρης, παλιός στρατιώτης του οπλαρχηγού που τυφλώθηκε στη μάχη του Ανάλατου,  ο γραμματικός και βιογράφος του Δημήτριος Αινιάν και η Μαριώ- Ζαφείρης, η εξελληνισμένη τουρκοπούλα αγαπημένη του οπλαρχηγού που τον ακολουθούσε στις εκστρατείες του ντυμένη αντρικά.  Το κείμενο συμπληρώνουν επίλογος του συγγραφέα, βιβλιογραφία και γλωσσάρι. Η σκηνή τοποθετείται σε κάποια ρευστή στιγμή του χωροχρόνου όπου ο Καραϊσκάκης νεκρός πλέον με αφορμή το τραγούδι του λυράρη ξετυλίγει τη ζωή του από την γέννησή του έως το θάνατό του. Σταδιακά στο πλάνο μπαίνουν ο Αινιάν και η Μαριώ που υποδαυλίζουν τη μνήμη  του Καραϊσκάκη που στέκεται σε σημαδιακές στιγμές του βίου και της δράσης του. Η κύρια στόχευση του έργου είναι να αναφανεί  το «αγγελικό και μαύρο φως» αυτής της φιλόνικης, βλάσφημης, απόκοτης, φιλόδοξης και ηρωικής προσωπικότητας που στις αντιφάσεις και τις υπερβάσεις της μοιάζει να προσωποποιεί εκείνες τις αντίρροπες δυνάμεις που κατηύθυναν την επανάσταση και μοχλεύτηκαν από αυτήν.

Το κείμενο καταπιάνεται με ένα απαιτητικό εγχείρημα. Εκκινεί από ένα σαφώς προσδιορισμένο και ιδεολογικά σεσημασμένο ιστορικό υλικό με σκοπό να επανεγγράψει μορφές που σαν εξαχνωμένες ή λογοκριμένες μυθοποιήσεις στοιχειώνουν την εθνική μας μνήμη. Η ακραία ιδιομορφία του Καραϊσκάκη και η πολυπόταμη ρευστότητα της ιστορικής συγκυρίας μπορούν να διαβαστούν και ως παραβολές για τις άλυτες υποθέσεις της ψυχής και της φυλής. Το κοσμογονικό γίγνεσθαι του ’21 βρήκε ψυχές αρχικά ανέτοιμες να υπερβούν εαυτές, αλλά που εντέλει κατόρθωσαν, κάποιες εξ αυτών, την αυθυπέρβαση, πέρα από τη μερικότητα της οπτικής, την έριδα και την μικροπολιτική.  Η ιστορία που προκύπτει δεν γίνεται επίσημο ανάγνωσμα αλλά παλίμψηστο μιας ες αεί ανασημασιοδότησης. (περισσότερα…)

Μια ποιητική ανθολογία-σταθμός για την Επανάσταση του 1821

της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΣΤΙΟΥ

Ένας απολύτως νόμιμος επιστημονικά τρόπος διερεύνησης ενός θέματος στη διαχρονική του ποιητική αποτύπωση είναι γνωστό πως μπορεί να ξεκινήσει από μια θεματική ανθολογία, εφόσον υπάρχει. Παρά την αποδεκατιστική λογική που αναπόφευκτα διέπει εκ προοιμίου κάθε ανθολογία, η θεματική ανθολογία δίνει μια αξιόπιστη χαρτογράφηση του θέματος και συνιστά όχι μόνον δημοφιλές ανάγνωσμα αλλά και πολύτιμο εργαλείο για τους ειδικούς: ένα αρχείο, όπου εγγράφεται παράλληλα με το θέμα και η δυναμική του. Γι’ αυτό και οι ανθολογίες κατατάσσονται στα λεγόμενα έργα αναφοράς.

Στην περίπτωση του 1821, έως το επετειακό έτος 2021 είχαν εκδοθεί δύο ανθολογίες: Το 1821 στην ελληνική ποίηση, που επιμελήθηκε ο ποιητής Ηλίας Γκρης (2011 και εμπλουτισμένη επανέκδοση το 2020), και Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα, που επιμελήθηκε ο συγγραφέας Κώστας Σταμάτης και εκδόθηκε το 2020. Ξεφυλλίζοντας, λοιπόν, τις ανθολογίες τι μπορεί κανείς να διαπιστώσει; Πρώτα απ’ όλα ότι η ελληνική επανάσταση αποτελεί διαχρονική πηγή ποιητικής έμπνευσης. Από τα σύγχρονα του Αγώνα δημοτικά τραγούδια, έως σήμερα, ο αγώνας των Ελλήνων για την ελευθερία όχι μόνον δεν έχασε τη δυναμική του, αλλά στην πορεία συχνά προσέλαβε τις διαστάσεις ενός θαύματος, οι πρωταγωνιστές του οποίου συμβολοποιήθηκαν, ενώ τα γεγονότα που το καθόρισαν μετατράπηκαν από χώρους δράσης σε λογοτεχνικούς τόπους. Επιπλέον, οι πρώτοι επώνυμοι ποιητές που συνέδεσαν το όνομά τους με την ελληνική επανάσταση, ο Κάλβος και ο Σολωμός, μετατράπηκαν από ποιητικό διακείμενο σε ποιητική ύλη συνώνυμη του αγώνα για την ελευθερία. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ανάγκη διερεύνησης ή και επαναπροσδιορισμού της ελληνικής ταυτότητας εργαλειοποίησε το 1821 αναδεικνύοντας την εθνεγερτική του δράση. Από τον μεσοπόλεμο και εξής η ελληνική επανάσταση υφίσταται ποικίλους μετατονισμούς και συχνά μετατρέπεται σε απόλυτο μέγεθος με βάση το οποίο κρίνεται το παρόν ή το πρόσφατο παρελθόν. Το 1821 ενέπνευσε όχι μόνον ελεγείες ή ποιήματα δοξαστικά της επανάστασης, της ελευθερίας και άλλων μετωνυμιών του υψηλού, αλλά και ποιήματα ειρωνικά ή σατιρικά με στόχο την κριτική του ήθους της σύγχρονης εποχής. Πινακοθήκη «προσωπογραφιών» ιστορικών προσώπων που υπήρξαν πρωταγωνιστές της Επανάστασης και αποτέλεσαν σηματωρούς στην εξέλιξη της ελληνικής ταυτότητας, αρχείο των γεγονότων που σημάδεψαν την εξέλιξη του Αγώνα, αλλά και αντηχείο ανθρώπινων αδυναμιών, παθών ή και σκοτεινών πλευρών του ξεσηκωμού, οι ανθολογίες αποτελούν ιδεολογικό βαρόμετρο της κάθε εποχής συντηρώντας την ιστορική μνήμη και την πρόσληψή της.

Από τις ποικίλες επετειακές εκδηλώσεις για το 1821, έγινε φανερό ότι η ποιητική διαχείριση των αγωνιστών από εποχή σε εποχή και από γενιά σε γενιά είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται η εθνική συνείδηση και ιδίως η σχέση παρόντος-παρελθόντος. Η πρόσφατη ενασχόλησή μου με την ποιητική διαχείριση του Μακρυγιάννη σε ποιήματα του 20ού αιώνα με έφερε ως μελετήτρια στην πιο πρόσφατη ποιητική ανθολογία για το 1821 με τον εμβληματικό τίτλο Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! και υπότιτλο Ο αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση, την οποία και θα σας παρουσιάσω.

148 Έλληνες και 43 ξένοι ποιητές περιλαμβάνονται στις 967 σελίδες μιας τυποτεχνικά άψογης και εξαιρετικά καλαίσθητης ανθολογίας η οποία αποτελεί καρπό δύο χρόνων συστηματικής εργασίας των δύο υποψηφίων διδακτόρων Νεοελληνικής φιλολογίας του ΕΚΠΑ, του Θανάση Γαλανάκη και του Μάνου Κουμή, και, επίσης, λεπτουργημένης εικαστικής επεξεργασίας από την Ηρώ Νικοπούλου του «Εικονογραφημένου παραρτήματος κοσμημάτων», όπου, επιπλέον, περιλαμβάνονται 30 πλούσια λήμματα και 32 σχέδια όπλων, ενδυμάτων και καθημερινών αντικειμένων των αγωνιστών του Εικοσιένα. Όπως επισημαίνουν οι ανθολόγοι στον Πρόλογο, κριτήρια για την επιλογή των ποιημάτων στάθηκαν «αφενός η ποιότητα και αφ’ ετέρου η αντιπροσωπευτικότητα των ανθολογούμενων κειμένων». Η δομή της ανθολογίας είναι γραμμική, με χρονολογικές/γραμματολογικές ενότητες, ξεκινώντας από τη δημοτική ποίηση έως το παρόν. Τα ποιήματα επιλέχθηκαν από μια δεξαμενή 1.500 ποιημάτων, την οποία συγκρότησαν σε πρώτη φάση οι ανθολόγοι και η οποία απόκειται στο Ίδρυμα Τάκη Σινόπουλου που, σε συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς, ανέλαβε την έκδοση. Η δεξαμενή αυτή είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για τους μελετητές και καλό θα ήταν σε μια δεύτερη φάση να δημοσιευτεί ένας κατάλογος αυτών των ποιημάτων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η βούληση των ανθολόγων να ισορροπήσουν ανάμεσα στα δύο κριτήρια της αισθητικής και της αντιπροσωπευτικότητας, σε συνδυασμό με μια τρίτη παράμετρο που σχολιάζεται στον Πρόλογο: την ισότιμη εξέταση των ποιημάτων που συχνά έδωσε προτεραιότητα σε μια ήσσονα ποιητική φωνή προκειμένου να φανεί η εμβέλεια της Επανάστασης. Ιδίως στην περίπτωση του 19ου αιώνα και της μεταπολεμικής περιόδου στον 20ό αιώνα έχουν συμπεριληφθεί αρκετοί άγνωστοι ποιητές με ένα ή περισσότερα ποιήματά τους. Το γεγονός είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όχι μόνον διότι διασώζονται και ποιητικές φωνές που δεν γνωρίζουμε, αλλά και διότι έτσι αποκαλύπτεται η ακτινοβολία ενός θέματος δομικού για τη διαμόρφωση της ταυτοτικής αυτοσυνειδησίας του ελληνικού λαού. Ασφαλώς, η διαχρονική αποτύπωση του θέματος στη διάρκεια των 200 ετών δείχνει και την ποικιλία των στάσεων, εκτιμήσεων και ερμηνευτικών προσεγγίσεων και πρόσληψης προσώπων, γεγονότων και ιδεών. Η ίδια αρχή διέπει και την ξενόγλωσση ποίηση: Στην ανθολογία έχουν περιληφθεί και φιλελληνικές φωνές όχι μόνο ποιητών ήδη γνωστών, αλλά και λιγότερο γνωστών, από όλη σχεδόν την Υφήλιο. Σ’ αυτό το τμήμα της ανθολογίας αξιομνημόνευτη είναι η συμβολή του Ξάνθου Μαϊντά, Προέδρου του Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου, ο οποίος συνέβαλε και στην ανθολόγηση ορισμένων Ελλήνων και ξένων ποιητών και του Συμεών Σταμπουλου ο οποίος μετέφρασε γερμανόφωνα ποιήματα. Εδώ οφείλω να μεταφέρω την πληροφορία του επιμελητή της έκδοσης ότι εμπνευστής του εγχειρήματος υπήρξε ο Γιάννης Πατίλης, ο οποίος βοήθησε στα μετόπισθεν.

Πέρα από τη συμπερίληψη στην έκδοση και φιλελληνικής ποίησης ένα βασικό στοιχείο στο οποίο η ανθολογία αυτή οφείλει τη μοναδικότητά της είναι η φιλολογική συνείδηση που διέπει το όλο εγχείρημα, γεγονός που την καθιστά επιπλέον χρήσιμη και για τους ειδικούς, τους μελετητές της λογοτεχνίας. Όπως μας πληροφορεί ο Θανάσης Γαλανάκης, επιμελητής αυτού του εξαιρετικά απαιτητικού εκδοτικού εγχειρήματος, «η ποικιλομορφία των συγγραφέων, των ποιητικών τους φωνών και των ίδιων των ποιημάτων γέννησε την ανάγκη μιας ενδελεχούς επιμέλειας». Τα γλωσσικά και πραγματολογικά υπομνήματα που συνοδεύουν το κάθε ποίημα, και η βιβλιογραφική καταγραφή της πηγής από την οποία αυτό αντλήθηκε, πέρα από τον τεράστιο μόχθο που προϋποθέτουν καθιστούν την ανθολογία πολύτιμο εργαλείο. Το “διευρυμένο” γλωσσικό υπόμνημα, που μερικές φορές περιλαμβάνει και λέξεις που δύσκολα θα θεωρούσε κανείς άγνωστες, εξηγείται κατά τον επιμελητή από το γεγονός ότι η έκδοση δικαίως φιλοδοξεί να περιλάβει στους δυνητικούς αναγνώστες της τις νεότερες γενιές αλλά και τους Έλληνες της διασποράς. Έχοντας εμπειρία της προϊούσας γλωσσικής αφασίας των νεότερων γενιών, δηλώνω ότι πείθομαι απολύτως από την επισήμανσή του.

Στην άψογη τυποτεχνική εμφάνιση του τόμου, ως επιπλέον στοιχείο καλαισθησίας αλλά όχι μόνον, έρχεται να προστεθεί η εικονογράφηση με έργα από τον χώρο της ελληνικής και φιλελληνικής ζωγραφικής, τα οποία έχουν λειτουργική σχέση με ανθολογημένα ποιήματα. Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και το πλούσιο εικαστικό και πραγματολογικό Παράρτημα της Ηρώς Νικοπούλου που ολοκληρώνει τον τόμο.

Επιπλέον, έχοντας χρησιμοποιήσει την ανθολογία όχι απλώς ως αναγνώστρια αλλά και ως μελετήτρια οφείλω να παρατηρήσω πως θα διευκόλυνε ένα ευρετήριο των ονομάτων προσώπων και τόπων: δεδομένης μάλιστα της μεγάλης έκτασης του τόμου, το ευρετήριο ονομάτων θα είναι ένας αποτελεσματικός πλοηγός στις 967 σελίδες. Κατανοώ ότι η έκδοση δεν ήταν δυνατόν να επιβαρυνθεί με το ευρετήριο, αλλά θεωρώ απαραίτητη την εκ των υστέρων συγκρότησή του και την αυτοτελή δημοσίευσή του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βιβλιογραφία εμπλουτίστηκε με ένα πολύ σημαντικό βιβλίο αναφοράς, το οποίο μπορεί να χαίρεται ο αναγνώστης της ποίησης και να εμπιστεύεται ο ειδικός μελετητής· ένα μεγαλειώδες βιβλίο αντάξιο του υψηλού θέματος και terminus post quem από την άποψη ότι οι ανθολόγοι του μέλλοντος, αν θελήσουν να συγκροτήσουν μια νέα ανθολογία για το 1821, θα χρειαστεί να εργαστούν, μακάρι με την ίδια ευσυνειδησία, ευρηματικότητα και ενδελέχεια, “από εκεί και πέρα”.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ


Σημ.: Το κείμενο αυτό αποτέλεσε εναρκτήρια ομιλία με θέμα «Οι ανθολογίες ως αρχείο της πρόσληψης του 1821», σε διαδικτυακή ημερίδα με τίτλο «Το ’21 μετά το ’21. Λογοτεχνικές αναπαραστάσεις και ιστορική μνήμη», που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Πατρών σε συνεργασία με το Ίδρυμα Τοπάλη στις 20.11.2021.