Ευριπίδης, Ηλέκτρα (Μετάφραση-Επίμετρο Στρατής Πασχάλης)

 

*
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Δύο Στάσιμα και ένα απόσπασμα από το Επίμετρο της Ηλέκτρας του Ευριπίδη που θα κυκλοφορήσει σε λίγο καιρό από την Κάπα Εκδοτική, εν όψει της καλοκαιρινής παράστασης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα με την Μαρία Κίτσου και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο στους κεντρικούς ρόλους.

~.~

ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Λαμπρά καράβια για την Τροία,
τ’ αμέτρητα κουπιά σάς οδηγούσαν,
κι εσείς δοσμένα στο χορό των Νηρηίδων,
ενώ πηδούσε το δελφίνι απ’ τη φλογέρα
γητεμένο πλάι στην πλώρη,
κι εκείνη σαν γαλάζιο αλέτρι
όργωνε τα νερά,
κατευοδώνατε της Θέτιδας τον γιο
που ’χε φτερά σε πόδια αλαφροπάτητα,
μα και τον Αγαμέμνονα,
καθώς ξεκίναγαν να παν στην τρωική
του ποταμού Σιμόεντα την όχθη.

Οι Κόρες του Νηρέα είχανε φύγει
απ’ τ’ ακρωτήρια της Εύβοιας
τ’ άρματα φέρνοντας και την ασπίδα –
έργα του ΄Ηφαιστου, που μόχθησε
για να τα πελεκήσει
σ’ αμόνι από χρυσό –
κι εκεί στο Πήλιο, στους πρόποδες της Όσσας,
στα ιερά φαράγγια,
στις κορυφές όπου παραφυλάνε οι Νύμφες,
γυρεύανε να βρούνε
πού ’ναι τα μέρη όπου ο Κένταυρος ανάθρεφε
παιδί θεάς θαλασσινής – της Θέτιδας βλαστάρι –
το άστρο της Ελλάδας τ’ ολοφώτεινο –
τον σύμμαχο των Ατρειδών
τον άπιαστο σαν αστραπή.

Άκουσα κάποιον που ήρθε απ’ το Ίλιο
μες στο λιμάνι του Άργους, τη Ναυπλία,
για την ασπίδα σου την ξακουστή
– ω γιε της Θέτιδας – να λέει
ότι σε κύκλο πάνω της
για να τρομάζουνε τους Φρύγες
αστράφτανε πλουμίδια του χαλκού:
στο στρογγυλό της γύρο
με φτερωτά σανδάλια ο Περσέας
πάνω απ’ το κύμα όμορφα πετούσε
κρατώντας το κομμένο της Μέδουσας κεφάλι
πλάι στον Ερμή, τον άγγελο του Δία,
τον Κούρο των Αγρών, τέκνο της Μαίας –

στο κέντρο της ασπίδας γυάλιζε
σαν χρυσαφένιο δαχτυλίδι, ο Ήλιος,
πάνω σε άρμα που έσερναν άλογα φτερωτά,
κι ολόγυρα χορεύανε τ’ αστέρια –
Πλειάδες και Υάδες – του Έκτορα
τα μάτια να φοβίζουν – και στο μαλαματένιο κράνος
Σφίγγες στα νύχια τους να σφίγγουν
το κυνήγι,
τους άτυχους που θύματα ήταν του τραγουδιού τους –
ενώ στου θώρακα το μέταλλο
μια λιονταρίνα με φλογισμένη ανάσα
– λαξεμένη – και γυριστά
τα κοφτερά της νύχια, η Χίμαιρα, ορμούσε
καθώς κοιτούσε τ’ άλογο απ’ την Πειρήνη –
τον Πήγασο – άτι του ονείρου,
σαν πουλί, με τα φτερά ανοιγμένα.

Και μες στη μάχη,
μπροστά απ’ το δόρυ του το φονικό
το βάζανε στα πόδια οι καβαλάρηδες,
κι από τα νώτα τους
σύννεφο η σκόνη απλωνόταν
ομίχλη σκοτεινή.
Τέτοιων ανδρών, του κονταριού
και του πολέμου, τον βασιλιά
τον έσφαξες, στα πάθη σου
τον έκανες θυσία,
φόνισσα κόρη του Τυνδάρεω,
γι’ αυτό και κάποτε οι θεοί
με θάνατο θα σ’ αφανίσουν,
κι εγώ θα δω – ναι, θα το δω –
αίμα να τρέχει απ’ το λαιμό σου
στη σιδερένια κόψη του σπαθιού.

~.~

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

Απ’ της μητέρας του τη ζεστασιά
κι απ’ τον μαστό
που τρυφερά το βύζαινε
– λένε οι Παλιοί –
φυσώντας σε καλοφτιαγμένο αυλό
γλυκόλαλες πνοές
της Μούσας,
ο Πάνας, ο Προστάτης των Αγρών,
πήρε ένα όμορφο,
χρυσόμαλλο αρνί
και στις Μυκήνες το ’φερε
απ’ τα βουνά του Άργους.
Τότε
πάνω σε βήμα πέτρινο
ανέβηκε ένας κήρυκας
και φώναζε:
«Στην αγορά, στην αγορά,
τρέξτε, ω Μυκηναίοι,
να δείτε τα σημάδια
ευτυχισμένης βασιλείας
που δείχνει αυτή η φανέρωση!»
Κι όλοι μαζί των Ατρειδών τον οίκο δόξαζαν.

Βωμοί ναών
λαμποκοπούσαν χρυσοστόλιστοι,
φεγγοβολούσε η πόλη ολόκληρη
του Άργους,
απ’ της θυσίας
τις ολοζώντανες φωτιές –
φλογέρα από ξύλο
του λωτού σαν το αηδόνι
κελαηδούσε, πιστός
της Μούσας υπηρέτης –
τον θαυμαστό αμνό υμνούσε,
που ήτανε, όπως έλεγε,
δώρο για τον Θυέστη –
αφού εκείνος την ξεμυάλισε κρυφά
τη λατρεμένη σύντροφο του Ατρέα
και πήρε το θεόσταλτο Κριάρι
στο δώμα το δικό του –
κι ύστερα εκεί, στην Αγορά,
πήγε και διαλαλούσε
ότι αυτός έχει στο σπίτι του
το ακριβό, με τη χρυσή προβιά,
καμάρι των βοσκών.

Και τότε τους αστραφτερούς
δρόμους των άστρων
και την οδό τη φεγγερή
του ήλιου και της χλωμής αυγής
άλλαξε ο Ζευς.
Στα παγωμένα μέρη τ’ ουρανού,
τα βραδινά, πύρωνε φλόγα θεόσταλτη,
της καταιγίδας σύννεφα σωρός
τραβούσαν προς την Άρκτο,
κι αφήναν, στο νοτιά, του Άμμωνα
τις κοιλάδες
άγονες και ξερές
αφού ήταν θέλημα θεού
να μην αξιωθούν ποτέ
τη βροχερή ευλογία.

Λένε – μα εγώ δεν το πιστεύω –
πως άλλαξε ο ήλιος
τον δρόμο στο χρυσό του άρμα,
και τη θωριά της γύρισε απ’ την άλλη
ολόλευκη η αυγή,
για να βυθίσει στα δεινά
το γένος των ανθρώπων,
έτσι καταδικάζοντας
έναν θνητό που αμάρτησε.

Μύθοι όλα αυτά, μύθοι όλα αυτά
για να φοβούνται οι άνθρωποι
και να κερδίζουν οι θεοί
λατρεία και πίστη,

Που όμως εσύ
φόνισσα του άντρα σου
δεν τους λογάριασες καθόλου
και ούτε καν θυμήθηκες
τα δυο σου δοξασμένα αδέλφια.

~.~

Στρατής Πασχάλης, Η τραγωδία των διδύμων
(Απόσπασμα από το Επίμετρο)

Η ποίηση λοιπόν! Μόνον η ποίηση!

Ενδιάμεσα σε αυτό το αλλόκοτο δραματικό δημιούργημα, περίτεχνα intermezza, τα χορικά, ξέχωρα κι αινιγματικά – αποστασιοποιημένα– στο πνεύμα της καθαρής ποίησης, απηχώντας τη βαθιά λατρεία του Ευριπίδη για τη θάλασσα, σαν περάσματα μαγικών ήχων ανάμεσα στα «νατουραλιστικά», τραγελαφικά, μα και σπαρακτικά ωστόσο επεισόδια, όπου η παρωδία δεν αποκλείει τη φρίκη και το μυστήριο. Την κληροδοτημένη δυστυχία ως αναπόφευκτη μοίρα μέχρις εσχάτων, κάτι που ορίζει εδώ το τραγικό.

Η δεινότητα του Ευριπίδη στην τέχνη των χορικών, γνωστή και απαράμιλλη. Υπάρχει ένας θρύλος που αφηγείται ο Πλούταρχος (Λύσανδρος 15):

Ένας αοιδός από τη Φωκίδα είχε έρθει, καθώς λένε, να τραγουδήσει τον θρήνο της Ηλέκτρας στην Πάροδο, σ’ ένα συμπόσιο του Λύσανδρου και των γενναίων συμμάχων του, και καθώς τον άκουγαν οι νικητές, συγκινημένοι καθώς έβρισκαν μια αντιστοιχία ανάμεσα στην ήττα των Αθηνών και την κατάντια της κόρης του Αγαμέμνονα, ματαίωσαν το σχέδιό τους να καταστρέψουν την περίλαμπρη πόλη.

Υπάρχουν και άλλοι θρύλοι, για αιχμαλώτους που σώθηκαν από τον θάνατο, όταν τραγούδησαν χορικά του, και οι φύλακές τους όταν τα άκουσαν συγκλονίστηκαν βαθιά κι άλλαξαν γνώμη.

Η ποίηση, και μόνο η ποίηση, έχει νόημα βαθύ και ουσιώδες, τη στιγμή που η πράξη, η «ανθρώπινη κωμωδία», εμφανίζεται τραγελαφική, αλλά και απεγνωσμένα αδιέξοδη συνάμα. Ο Ευριπίδης με τα τέσσερα Στάσιμα παρεμβαίνει χαρίζοντάς μας τέσσερις μοναδικές στιγμές ποιητικής γοητείας, με παρηχήσεις που θα ζήλευε ο Μαλλαρμέ.

ἴν’ ὁ φίλαυλος ἔπαλλε δελ-
φίς πρῶραις κυανεμβόλοι-
σιν εἱλισσόμενος

φαέθων
κύκλος ἁελίοιο
ἵπποις ἂν πτεροέσσαις
ἄστρων τ’ αἰθέριοι χοροί,
Πλειάδες, Ὑάδες, Ἕκτορος
ὄμμασι τροπαῖοι

τετραβάμονες ἵπποι ἔπαλλον

θερμᾷ φλογί θεοπύρῳ…

(ων ουκ έστιν αριθμός)

Στο πρώτο Στάσιμο, γίνεται εκτεταμένη αναφορά στα όπλα του Αχιλλέα και στα παράξενα σχέδια της ασπίδας του, με δάνεια από τον Όμηρο και τον Ησίοδο, διασκευασμένα.

Αυτό το χορικό θεωρήθηκε αλληγορικό. Η ασπίδα και τα τερατώδη ανάγλυφα σχέδιά της όπου δεσπόζει ο Περσέας, η Γοργόνα-Μέδουσα, η Χίμαιρα, θυγατέρες της Έχιδνας. Μια εμμονή σε μορφές ερπετογενείς και ερπετόμορφες, με έμμεση αναφορά στη μυθολογική παράδοση του Άργους και την Έχιδνα Κλυταιμνήστρα (Αισχύλος). Τη Μητέρα-τέρας. Τη Μητέρα-φίδι.

Θα ’ταν χρήσιμο εδώ να ασχοληθεί κανείς με τις αναφορές στον μύθο της Γοργώς ή Μέδουσας και του Περσέα, που γίνονται τόσο στα Στάσιμα όσο και αλλού, κυρίως στο τέλος του έργου. Η Γοργώ, τερατώδες μυθικό πρόσωπο, πέτρωνε όποιον τολμούσε να την κοιτάξει κατάματα, γι’ αυτό και ο Περσέας κατά τον μύθο, την είδε μόνο μέσα από το αντικαθρέφτισμα μιας ασπίδας (η ασπίδα, παντού, ως αντικείμενο-σημείο), πριν την αποκεφαλίσει.

Πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα δεσπόζει η εικόνα του «λαιμοτόμου» Περσέα να κρατά το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας και να το φέρνει πετώντας πάνω από τα κύματα.

με φτερωτά σανδάλια ο Περσέας
πάνω απ’ το κύμα όμορφα πετούσε
κρατώντας το κομμένο της Μέδουσας κεφάλι
πλάι στον Ερμή, τον άγγελο του Δία,
τον Κούρο των Αγρών, τέκνο της Μαίας –

Εδώ θυμόμαστε το χάρισμα του δεινού σφαγέα που αποδίδει έμμεσα στον Ορέστη ο Αίγισθος, όταν τον καλεί να σφάξει για τη θυσία τον ταύρο:

Περηφανεύονται πως είναι οι Θεσσαλοί ανάμεσα σε άλλα
δεινοί ταύρων σφαγείς και δαμαστές αλόγων – πάρε,
ω ξένε, το μαχαίρι,
και δείξε αν αληθεύει η φήμη αυτή.

Μετά τον αποκεφαλισμό του Αίγισθου, ο Ορέστης εισβάλει στη σκηνή κρατώντας το κομμένο κεφάλι του, όπως ο Περσέας το κεφάλι της Μέδουσας, και φέρνοντάς το σαν τρόπαιο στην Ηλέκτρα. Ενώ στον Κομμό, μετά τον σκοτωμό της Κλυταιμνήστρας, η περιγραφή της σφαγής της από τον Ορέστη θυμίζει σφαγή Μέδουσας, αφού για να την ολοκληρώσει κρύβει με τον μανδύα την όψη του, για να μην βλέπει τα έντρομα και τρομακτικά της μάτια.

Εγώ με το μανδύα τα ’κρυψα να μη βλέπω
και το μαχαίρι βύθισα
βαθιά μες στο λαιμό
σα να ’κανα θυσία…

Ο μύθος της Μέδουσας, όπως βλέπουμε, στοιχειώνει το έργο ενεργώντας διαρκώς συμβολικά αλλά και, όπως πάντα στον Ευριπίδη, ειρωνικά. Το τερατώδες ενάλιο πλάσμα, με φίδια για μαλλιά και τόση ασκήμια στο βλέμμα που έκανε πέτρα όποιον το κοίταζε, αυτό το πρόσωπο του εφιάλτη έμμεσα εικονίζει και τον εγκληματία σφετεριστή Αίγισθο και την ολέθρια μάνα Κλυταιμνήστρα. Φόβητρο εχθρικό, που η Ηλέκτρα καταριέται και πάσχει εξαιτίας του, κουρεμένη σκυθικά και στερημένη το θηλυκό της φύλο και ο Ορέστης καλείται, όπως ο Περσέας, να το αποκεφαλίσει και να φέρει το κεφάλι του, ως απόδειξη νίκης και θριάμβου αντεκδικητικού, στην αδελφή του.

Ωστόσο, τη Μέδουσα την ξαναβρίσκουμε στα λόγια των Διδύμων, αλλά με άλλη υπόσταση και αποστολή. Το κομμένο κεφάλι της καρφωμένο στην ασπίδα της Αθηνάς από τον Περσέα, λείψανο τέρατος που απέκτησε ιδιότητες αγίου λειψάνου, θα δώσει προστασία στον Ορέστη όταν εκείνος θα πάει προσκυνητής και θα προσπέσει στα πόδια της Αθηνάς Παλλάδας κυνηγημένος από τις Ερινύες. Θα του δώσει άφεση. Εδώ, πώς να μην σκεφτείς πως το λείψανο της Κλυταιμνήστρας, κρυμμένο μέσα στην ενέργεια του νεκρού προσώπου της Μέδουσας, δίνει συγχώρεση στον γιο και φονιά της. Μια και το έγκλημα του Ορέστη και της Ηλέκτρας ήταν το θέλημα της οικογενειακής μοίρας, το τίμημα της προγονικής «αμαρτίας» που τώρα ίσως να βρίσκει την κάθαρσή του.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Πάρε και σκέπασε της μάνας μας το σώμα
μ’ αυτό εδώ το πέπλο
και κρύψε τις πληγές….

Είχες γεννήσει τους φονιάδες σου… Μητέρα…

[…]

ΧΟΡΟΣ

Κι εδώ τελειώνουνε οι συμφορές γι’ αυτό το σπίτι.
Τον οίκο του Ταντάλου.

Ο Ορέστης, σε αντιστοιχία με τον Αχιλλέα και τον Περσέα, όπως ανάγλυφα και σαγηνευτικά αποτυπώνονται στο πρώτο Στάσιμο, ήρωες λαμπροί του μύθου, καλείται με την ίδια ηρωική αίγλη να κατατροπώσει τους σφετεριστές του θρόνου και να κόψει τις τερατώδεις κεφαλές τους, όμοιες με την κεφαλή της Μέδουσας. Σε μια ειρωνική αντιστοίχιση ο Ευριπίδης, πλάθει μια ωδή αριστοτεχνικά δουλεμένη όπως και η ασπίδα του Αχιλλέα που περιγράφεται από τους στίχους του. Γιατί ο Ορέστης βέβαια, δεν πρόκειται να κερδίσει καμιά ηρωική αίγλη. Καταρρέοντας οικτρά μετά από τους δύο φόνους, που με το ζόρι διέπραξε, πισώπλατα μαχαιρώνοντας και κρύβοντας τα μάτια από φόβο, θα μοιάσει ο ίδιος τερατώδης και αλλοπρόσαλλος μέσα σ’ ένα ντελίριο τρόμου και αδιεξόδου:

Φοίβε –
με λόγια σκοτεινού χρησμού κρυφά προφήτεψες
τη δίκαιη τιμωρία,
μα φανερά το θέλησες τώρα να υποφέρω –
να’ χω κρεβάτι ματωμένο και συντροφιά τον φόνο
μακριά από κάθε χώρα ελληνική!
Σε ποια να πάω γη; Ποιος άραγε θνητός,
ποιος ξένος,
ποιος ευσεβής, θα θέλει ν’ αντικρίσει κατάματα
εμένα, που σκότωσα τη μάνα μου
και που έχω πάνω μου το μίασμα του μητροκτόνου;

Ενώ οι Ερινύες, αντίστοιχες της Γοργώς-Μέδουσας, κι αυτές απαίσια εφιαλτικές, θα τον καταδιώξουν, εωσότου τον «ευλογήσει» και τον λυτρώσει από αυτές, «ομοιοπαθητικά», το αληθινό πρόσωπο της ίδιας της Γοργώς-Μέδουσας, της Μητέρας-Έχιδνας, λείψανο ιερό καρφωμένο πάνω στην ασπίδα της Αθηνάς. Άρα, παρά τη μητροκτονία, η Μητέρα πανίσχυρη, και μάλιστα «καθαγιασμένη», συγχωρεί, απαιτώντας από τον γιο να την προσκυνήσει. Κι αυτός, είναι σα να ζητά συγνώμη μετά από μια «αταξία», την οποία το δικαστήριο και η Αθηνά (άρα και η veritable Γοργώ-Μητέρα καρφωμένη από τον ίδιο τον Περσέα στην ασπίδα της θεάς) παραβλέπουν, εφόσον ό,τι συνέβη ήταν αναγκαίο από τη Μοίρα, ως φυσικό επακόλουθο του οικογενειακού πεπρωμένου, να συμβεί και ο Ορέστης (με τη συνδρομή της Ηλέκτρας) απλώς το έφερε εις πέρας, «ανίκανα, και μισοζαλισμένος» (Καβάφης).

Πάντως, σε μια ακόμα αντιπαράθεση πατριαρχίας και μητριαρχίας, η δεύτερη θριαμβεύει, τουλάχιστον μεταφυσικά ή ιδεολογικά. Η Ηλέκτρα, οπαδός του πατέρα, αρτηριοσκληρωτικά συντηρητική, αυταρχική και σκληρή με κάθε τι θηλυκό, ακόμα και με την ευαίσθητη πλευρά του αδελφού της, τελικά ηττάται. Μένει μετέωρη και ανίκανη να πάρει τα ηνία και να κατευθύνει μετά το έγκλημα την κατάσταση. Ο αδελφός της είναι πια έρμαιο των τύψεων και της ολοκληρωτικής του αδυναμίας να υπάρξει σαν αυτεξούσια προσωπικότητα. Κυνηγημένος από τις μητριαρχικές φρικώδεις θεότητες, ίσως βρει τη ψυχική λύτρωση σκυμμένος κάτω από την ασπίδα με τη μορφή της Μητέρας-Μέδουσας-Κλυταιμνήστρας. Το δικαστήριο, απλώς, θα τον δικαιώσει θεατρικά σε μια σύναξη νέου, ορθολογικού, πολιτισμού και ισορροπίας (ισοψηφίας) μεταξύ θηλυκής επιείκειας και αρσενικής αυστηρότητας.

Ο «μισογύνης» Ευριπίδης, γι’ άλλη μια φορά, κατ’ ουσίαν θα δικαιώσει τη Γυναίκα: την καταπιεσμένη από την πατριαρχική τυραννία Κλυταιμνήστρα.

Κοιμήσου τώρα ήσυχα κάτω απ’ αυτό το πέπλο,
Εσύ… που σε μισήσαμε… μα και που σ’ αγαπάμε…

***

Στο δεύτερο Στάσιμο, η αναφορά στον μύθο του χρυσόμαλλου αμνού και της ανίερης κλοπής του από τον Θυέστη που προκάλεσε σημεία και τέρατα σ’ όλο το σύμπαν (αντίστοιχα με την υπερθέρμανση του πλανήτη που ζούμε εμείς).

Εδώ, η παλιά ιστορία των διδύμων Ατρέα και Θυέστη, ιστορία μοιχείας και σφετερισμού της εξουσίας εκ μέρους του δευτέρου από τους δύο δίδυμους αδελφούς, που ήταν και πατέρας του Αίγισθου. Ο Πάνας δωρίζει το σπάνιο ζώο, σύμβολο εξουσίας, στον Ατρέα. Ο Θυέστης, εραστής της γυναίκας του αδελφού του Αερόπης, το κλέβει με τη βοήθειά της.

Ο Ζευς εξοργίζεται και αλλάζει την πορεία του ήλιου, προκαλώντας παράδοξα καιρικά φαινόμενα. Ο Θυέστης με δέος επιστρέφει το αρνί στον Ατρέα, σεβόμενος την οργή του θεού. Αυτό που δεν σεβάστηκε τώρα η Κλυταιμνήστρα, σκοτώνοντας τον άντρα της.

Ο Ευριπίδης εδώ εκφράζει απερίφραστα όλη τη δυσπιστία του για τον μύθο –

Μύθοι όλα αυτά, μύθοι όλα αυτά
για να φοβούνται οι άνθρωποι
και να κερδίζουν οι θεοί
λατρεία και πίστη

– αφού έχει και πάλι με αριστοτεχνικό τρόπο περιγράψει την εμφάνιση του χρυσόμαλλου αρνιού στην αγορά του Άργους, καθώς σαγηνεμένο από τον μαγεμένο αυλό του Πάνα εγκαταλείπει το βυζί της μάνας του και τη ζεστασιά του κοπαδιού κι ακολουθεί τον όμορφο ήχο. Εικόνα παραμυθιού. Κι αφού έχει περιγράψει, με σπάνια γλωσσική γοητεία, όλες τις παράξενες μεταβολές στον σύμπαν που προκάλεσε ο θυμός του Διός.

Όπως συχνά στις χριστιανικές ακολουθίες, γίνεται ανάγνωση των βιβλικών κειμένων που προλέγουν αλληγορικά ή προφητικά ό,τι έχει συμβεί με τον Ιησού, έτσι κι εδώ, τα χορικά επικαλούνται το οικογενειακό παρελθόν της Ηλέκτρας και του Ορέστη, που καθορίζει το παρόν των δύο αδελφών και που βαρύνεται από σφετερισμούς, μοιχείες και σφαγές εκδίκησης: Ο Ατρέας για να εκδικηθεί τον Θυέστη, σκότωσε τα παιδιά του και μετά τον κάλεσε σε δείπνο όπου του τα πρόσφερε ως έδεσμα. Ίσως το χρυσόμαλλο αρνάκι ανακαλεί και το χρυσόμαλλο δέρας της Αργοναυτικής εκστρατείας, σύμβολο δύναμης κλεμμένο από τον Ιάσονα με τη βοήθεια της Μάγισσας Μήδειας, που κατακρεούργησε τον αδελφό της και άλλους (έμμεσες αναφορές στη σφαγή του Αγαμέμνονα από τη Φόνισσα–«Μάγισσα» Κλυταιμνήστρα), αλλά ανακαλεί ταυτόχρονα, και τα αθώα μικρά παιδιά, που εν αγνοία τους χρησιμοποιούνται σ’ ένα βρώμικο παιχνίδι εξουσίας: τα σφαγμένα βρέφη του Θυέστη, η Ιφιγένεια, αλλά και η Ηλέκτρα με τον Ορέστη…

Η σαγήνη του όμορφου παραμυθιού επισκιάζει τα σκοτεινά έργα και σχέδια των προγόνων που το πλαισιώνουν. Η δυσπιστία του Ευριπίδη για τον μύθο διαψεύδεται από την ομορφιά των στίχων. Η ποίηση κερδίζει και πάλι στην αναμέτρηση με την πεζότητα της λογικής και της ιστορίας, με την «απάτη» του μύθου. Αρκεί κανείς ν’ ακούσει κυρίως μουσικά, και όχι μόνο νοηματικά, τους στίχους:

Πάνα μοῦσαν ἡδύθροον
πνέοντ’, ἀγρῶν ταμίαν,
χρυσέαν ἄρνα καλλιπλόκαμον πορεῦσαι

Και να θαυμάσει την Αλήθεια , την Ομορφιά τους – εφόσον:

Beauty is truth, truth beauty,—that is all
Ye know on earth, and all ye need to know.

(John Keats, «Ode on a Grecian Urn»)

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ

*

*