Φίλοι άφωνοι στο μαύρο αστερωμένοι

του ΚΩΣΤΑ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Διονύσης Σέρρας, Οι κήποι της απόδρασης,
Ποιήματα 1992–2007, Γαβριηλίδης

Ο Διονύσης Σέρρας (1947) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Υπηρέτησε στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (1974–2001). Από το 1978 έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων λυρικών ποιητών, βιβλιογραφικές εργασίες και ανθολογίες ποιημάτων. Επίσης, από το 1995 συνεχίζει την έκδοση του ζακυνθινού περιοδικού Επτανησιακά Φύλλα που είχε ιδρύσει το 1945 και εξέδιδε ως τον θάνατό του ο ιστορικός, λαογράφος και λογοτέχνης Ντίνος Κονόμος (1918–1990). Ο Σέρρας εντάσσεται τόσο ως προς τη χρονολογία γέννησης όσο και ως προς τη χρονολογία έκδοσης του πρώτου βιβλίου του στην 3η μεταπολεμική γενιά, τη λεγόμενη και «Γενιά του 70». Η ποιητική του συλλογή «Οι κήποι της απόδρασης» είναι το ενδέκατο στη σειρά ποιητικό του βιβλίο.

Η ποιητική του πορεία διακρίνεται από διαρκή συνομιλία με τις μεγάλες ποιητικές μορφές της νεότερης γραμματείας. Στην πρώτη του ποιητική συλλογή Διπλές φωνές υπάρχουν τρία εκτενή ποιήματα για τον Καβάφη, ενώ και μόνο ο τίτλος της δεύτερης συλλογής Ωδή στον Διονύσιο Σολωμό, της τέταρτης συλλογής Έξι γραφές για τον Σεφέρη, καθώς και του ποιήματος Τριώδιο σιωπής για τον Ανδρέα Κάλβο της συλλογής του Σταγόνες σε μαύρο λευκό,  δηλώνουν αυτή τη συνομιλία.  Επίσης, στα ποιήματά του υπάρχουν άμεσες αναφορές και σε μεταγενέστερους ποιητές όπως, για παράδειγμα, ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Νίκος Καρούζος.

Ο Διονύσης Σέρρας έχει διαμορφώσει ένα ευδιάκριτο προσωπικό ιδιαίτερο ύφος που το διακρίνει η πυκνότητα και η λιτότητα του λόγου και στο οποίο δεσπόζουν οι αποφθεγματικές εκφράσεις. Ο φιλολογικός του οπλισμός αποτελεί δημιουργικό εργαλείο για τις ποιητικές του συνθέσεις με αναγωγές του λόγου του στην αρχαιοελληνική ποιητική παράδοση και στους μεγάλους ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Έχοντας μεταφέρει στη σύγχρονη ελληνική έργα του Αρχίλοχου, του Αλκαίου, της Σαπφούς, του Ίβυκου και του Ανακρέοντος και βασιζόμενος και στη λόγια και στη δημώδη ποιητική παράδοση, έχει κατορθώσει να αφομοιώσει λειτουργικά ρυθμούς και μέτρα αυτών των παραδόσεων σε σύγχρονες ποιητικές μορφές. Το έργο του διακρίνεται από ρομαντικό πνεύμα και φέρει σαφείς απόηχους της ποίησης του Σολωμού και του Κάλβου.

Η ποίησή του διακρίνεται από εσωτερική συνοχή και κινείται γύρω από έναν κύκλο εννοιών και από εκλάμψεις αναμνήσεων που οδηγούν στη δημιουργία ενός μεταφορικού λόγου με ευρύτερα συμβολικό νόημα. Ο λόγος του είναι έντονα μυστικιστικός και δίνεται η εντύπωση ενός τόνου τελετουργίας ο οποίος προσδίδει στις ποιητικές εικόνες μια ενορατική διάσταση. Γίνεται έκδηλη η αγωνία και το δέος μπροστά στο άρρητο και το γνωσιακώς απροσπέλαστο: «Σταγόνες βυθού / ως το Δάκρυ γαλανίζουν / τ’ ανείδωτα». Υπάρχει επίσης ένας υπαινιγμός μιας συνεχούς πάλης που ανήκει στην μεγάλη ρομαντική παράδοση, μια ταλάντωση ανάμεσα στο φως και στο σκότος.

Έντονα εμφανής είναι η γλωσσοπλαστική δύναμη της ποίησής του. Ενδεικτικά: ισάγγελος, αστερωμένος, μελίφλογος, νυχτογράφος, ουρανίζεται, φωτόδωρη.

Όπως και σε προηγούμενα ποιητικά του έργα, και στους «Κήπους της απόδρασης», σε ποιητικολογικούς στίχους υποδηλώνεται ότι στιγμές της περιπέτειας της λυρικής δημιουργίας σχετίζονται με πόθους, με φόβους αλλά και με κριτική στάση του ποιητικού υποκειμένου: «Στο μεθύσι της γλώσσας / και στου μύθου τον ίλιγγο / ηδονές κοινωνείς». «Φυγής κλειδιά σ’ εσώθυρες / ή σε προθάλαμο κενού / οι στίχοι μου, μητέρα». «Σκιάς φθαρτής ποιήματα/ …/ δήθεν πνοής πονήματα / … / τόσο / αχνά της γλώσσας σχήματα / δίχως χαράγματα βυθού / …».

Παραλληλίζεται η αγωνία του ανθρώπου και ο πόθος του για φυγή και απελευθέρωση από δεσμά, με την αγωνία και τον πόθο για έκφραση ποιητική, για υπέρβαση της σιωπής και του κενού που συμβολίζει το άγραφο λευκό χαρτί. Δηλαδή παραλληλίζεται η ψυχική, η βαθύτερα μεταφυσική ανάταση και υπέρβαση με την καλλιτεχνική, την έντεχνα δημιουργική: «Σώματα σύνθεσης / συμμετρικά / στη σιωπή συνηχούν / τα ρητά και τ’ ανείπωτα / για εικόνες θαυμάτων / και μαγείας φτερά / σε βυθού πινελιές / να θωρείς το Αθώρητο / ή σε θόλου σταλάγματα / να βυθίζεις το μαύρο». «Τόσο λίγος λοιπόν / της ανάτασης τόπος – / και λιτές ατελείωτες / στης Λύπης τη ράχη. / Έτσι χαράζει ωραία για λύρας γραφές / του σεισμόσβηστου Χθες η επέτειος / …».

Στα αποσπάσματα ποιητών που παραθέτει στη συλλογή, δεσπόζουν του Σολωμού (3) και του Κάλβου (2). Στο εναρκτήριο άτιτλο ποίημα γίνεται αναφορά στον ξεπεσμό και αποπροσανατολισμό της ποίησης, ο οποίος εμφανίζεται με πληθωρισμό σκοτεινών έργων, με τάση προς τη λήθη, και με την έλλειψη του μυθικού στοιχείου που θα χρησίμευε ως σκάφος πλεύσης.

Στο ποίημα «Ελεγεία» πενθούνται οι εκλιπόντες φίλοι: «Μαύρη ξεφυλλισμένη Ατζέντα / κληρονόμα μου / φύλαξε υγρούς / τους περιττούς μου αριθμούς / κρύψε σε ήχους κωδικούς / … / στ’ ασφυκτικό μου νεκροστάσιο / … / με τόσους φίλους άφωνους / αστερωμένους μες στο μαύρο».

Τα ποιήματα «Θέρος ονείρων», «Εικονο-γραφήματα για το Τολέδο», «Σπορές εαρινές», «Εαρινό στεφάνι», το έκτο τμήμα του ποιήματος «Σήματα πορείας», το ποίημα «Λύρα εφτάχορδη» και οι  «Χαραυγές στο Αγιονόρος», αποτελούνται από χαϊκού:  «Τον ήσκιο φορεί / μελίφλογος Αύγουστος / ενσαρκωμένος», «Σήματα ήβης / κι αγγέλων μιλήματα / για φως μελωδείς», «Του κήπου πνοές / φιλεύουν σε διάβασης / αρχονταρίκια».

Στα χάϊκου του ποιήματος «Εαρινό στεφάνι», που φέρει υπότιτλο παράθεμα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονύσιου Σολωμού, συνυπάρχουν εικόνες της ανοιξιάτικης φύσης και σημάδια ενός βαθύτερου κόσμου που η παρουσία του γίνεται το ίδιο έντονα αισθητή: «Πάμφωνα κάλλη / κι άθωρου Κήπου ανθοί / σ’ αθανατίζουν», «Με στάλες Αυγής / στον πηλό ιριδίζουν / ίχνη αιώνων».

Στο ποίημα «Νότες παραμυθίας» παρουσιάζονται εικόνες μεγαλείου της φύσης του καλοκαιριού («σιωπές της δροσιάς», «αμπελώνες ατρύγητοι», «τριζόνια της μέθης», «ανάσες της γης», «καθρέφτες πανσέληνου»), σε μια ποιητική συμφωνία παράλληλα με εικόνες ψυχικής ανάτασης, σε μια μουσική βραδιά με σουϊτες του Μπαχ, στην εξοχή του χωριού Αγαλά της Ζακύνθου: «αγαλίασης κάλεσμα», «αχράντων μετάληψη», «με Αφής κοινωνούς / νυκτικούς της πλατείας Αγγέλους», «νότες αιώνων ορφικές», «του Πάθους σωθικά να ξεδιψούν /…/ μ’ άλλη λαλιά τρεχούμενη / από πηγές της Χρυσαβύσσου».

Στο ποίημα «Φωτοστιγμές», με αφορμή το κοίταγμα λίγων φωτογραφιών, το ποιητικό υποκείμενο ανακαλεί στη μνήμη του φίλους, περασμένες χαρές και λύπες, εκφράζει αισθήματα νοσταλγίας για παρελθοντικά συμβάντα και μια βαθύτερη ανάγκη για αναβίωση προσώπων και στιγμών: «σώματα έκστασης ή στάσεις χαρμολύπης / που σημαδεύουν άλυτα / του Χρόνου τη λαβή / …».
«του Πόνου οι τόσες στάλες / …. / μ’ αφές της Μνήμης άσβηστες / τ’ ασώματα σαρκώνουν».

Το ποίημα «Προσκύνημα στη Φιγαλεία» αποτελεί έναν ύμνο στον ναό του Επικούριου Απόλλωνος. Γίνονται ποιητικές αναφορές στη λιτότητα του τοπίου, στους αρχαίους μύθους που συνδέονται με τον ναό και στη μορφολογία του. Η φθορά του ναού και συνάμα το μεγαλείο του επηρεάζουν τους επισκέπτες («λυγούν τους συνοδίτες»). «Της σμίλης εύηχα μιλήματα / … / οίστρου να θάλλει ανθέμια / ολόγλυφο το θαύμα». «Δωρικά του Ικτίνου δωρήματα / και τομής κιονόκρανα όσα / αιωνίζουν του τόπου το φως–/ με το μέγα στη ζωφόρο Κενό/ τους λυμάντορες του καλού / ή τους θύτες του άριστου / ως τη φλέβα της Τίσης να στίζει».

Η «Συνομιλία» είναι ένα επιμνημόσυνο ποίημα για τον εκλιπόντα ποιητή Διομήδη Βλάχο: «Χαράζοντας βαθύτερα την Ομορφιά / κι αλλάζοντας το αίμα με μελάνι / στην Πύλη της φυγής ανέβηκες / για την ερμιά / την κάτω– / φανούς αυγής αφήνοντας / ή φωτοσήματα θυέλλης». «Της άνοιξης Αλαφροϊσκιωτε / στον συνοδίτη μας το θαύμα πες: / … / σαν κεριά της φυγής / κρυφολειώνουμε».

Το ποίημα «Τελετή» αναφέρεται στη μνήμη της μητέρας: «Με τη μάσκα του θανάτου αθώρητη/ και τη Θωπεία αισθητή / φτάνεις νωρίς και σήμερα / (την Κυριακή της Τυρινής) / στην πόρτα της Υφαντουργείων». «–Μ’ αυτό το Μαύρο / άτι ακίνητο / τι να χαρείς την Κυριακή;».

«Το περιβόλι» έχει παράθεση δίστιχου του Ελύτη από το Άξιον Εστί. Το ποιητικό υποκείμενο ερωτά τον Ποιητή τί βλέπει κι αυτός απαριθμεί δεινά, πλάνη, διαφθορά, σήψη, παρακμή, όμως επίσης κάνει αναφορά σε κάποιο μακρινό φως και σε κραυγή Αρετής που είναι ανάκουστη αλλά γραμμένη σε τοίχο: «Της νάρκης χειροκροτητές μεθούν / μ’ αργύρια εξαγοράς / από εμπόρους εμπαιγμού / ή από λύμης ψηφοθήρες», «και άλλοι νάνοι δωροδόκοι/ νικητές / στον οίκο της Απάτης πρυτανεύουν».

Στο ποίημα «Σαν άλλο βιογραφικό» υποδηλώνεται κάποιος απολογισμός ζωής και γίνεται αναφορά στο αναμενόμενο τέλος της:  «Σε θύρες μύρου δίδαξε / μιλήματα της αύρας / και θόλου φωτός μετάλαβε / στης Χαρμολύπης τη γιορτή». «Τώρα / στη σύνοδο (και πάλι) των κριτών / – βουβά με τόνους του «Γιατί;» / τα πάθη συνωδώντας – / τον τελετάρχη της Σιγής / σαν άδειο (ήσκιου) σώμα / για το σήμα περιμένει».

Πολλές είναι οι αναφορές του στο φως και στη σκιά, όπου συμβολίζονται ψυχικές καταστάσεις, όπως και σε προηγούμενα έργα του. Ενδεικτικά: «να ηδύνει με φως», «του άδυτου φως», «με ήλιου αφές»,  «μετάληψης φως», «με του στήθους το φως ν’ ασημώνουν», «από φλέβα της φλόγας ροές», «Λόγου ήχοι για φως ν’ αντηχούν», «σε φως χαρούμενο της Ήβης», «μ΄ ένα καράτι φως», «θηρεύοντας τ’ ασύλληπτα / στις εσχατιές της Λάμψης», «Λιτά και πάλλευκα / της Μνήμης σήματα / λουσμένα στο λιοφώς», «σαν φίλων φως με στη Σκιά», «με σπίθας φως στο μέτωπο», «περίκλειστο φως / ν’ αχνοφέγγει στο μαύρο / η Χαρμολύπη». «Σε θόλου φως μετάλαβε / στης χαρμολύπης τη γιορτή».

Όπως και σε προηγούμενες συλλογές του, και σε αυτήν εμφανίζεται μια πληθώρα αναφορών στην αφή. Ενδεικτικά: «Τόξο της μνήμης / σε Αφής κενοτάφιο / πώς ιριδίζει!», «με ήλιου αφές / των φύτρων η δότειρα / σκιές χρυσουργεί». «Με Αφής κοινωνούς / νυκτικούς της πλατείας Αγγέλους». «Αφές ιερές του Αόρατου», «Αφές της Μνήμης άσβηστες», «μ’ αφές αυγής ανάβοντας / το μάτι το μεγάλο / της Ανάσας», «Μ’ αφές του πένθους φέγγοντας / της απουσίας την πληγή», «μ’ αφής ιδεογράμματα», «μ’ αφές της σμίλης άσβηστες / το Πένθος και το Θαύμα», «άσωτο χάδι αγέρινο», «της Αγάπης τις αφές».

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η παρουσία  του στήθους στην ποίηση του Σέρρα. Ενδεικτικά: «Στάξε στα στήθη της σιωπής / της Κλήσης τα επιφωνήματα», «Για Άνοιξη στήθους», «Με του στήθους το φως ν’ ασημώνουν», «σαν στήθους φωτοστέφανο».

Η συλλογή κλείνει με τρία υστερόγραφα ποιήματα. Στο «Υ.Γ.1»  γίνεται αναφορά στους ανύποπτους κατηχητές που μέσα στην άγνοια ή στην πλάνη, μακριά απ’ τη βάσανο του ανθρώπου, μιλούν για κόλαση ή για παράδεισο. Στο «Υ.Γ. 2» το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται στην ανώτερη δύναμη που την αποκαλεί Μάνα, Φύση ή Θεό και κάνοντας διάκριση μεταξύ «κτήσης» και «κτίσης», δηλαδή, υπό μία ερμηνεία, μεταξύ κατοχής του κόσμου και δημιουργίας του από την ανώτερη δύναμη, θα πει ότι η «κτήση» σαν μυλόπετρα αλέθει  τον άνθρωπο, τον γλυκαίνει μυστικά και τον συντρίβει. Και συνεχίζει με την αντίθεση των λέξεων «γέννα» και «γέεννα» (τόπος κολαστηρίου). Από τη γέννα του ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια ζωή γέεννας και επιβιώνει περιορισμένος σε «κτίσης θρύμματα», σαν μια σπίθα μέσα στη στάχτη. Κλείνοντας, στο «Υ.Γ. 3» δίνονται ποιητικές εικόνες για την ολοκλήρωση αυτής της ζωής: «Τέλος στου κύκλου τη στροφή – / κι εσύ / ακίνητος δραπέτης / στους κήπους της παραλλαγής / σμίγεις μ’ αυγής κελαηδητό / της σύλληψης το κλάμα».

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

*