ΝΠ | Βιβλίο

Καλλιεργώντας τον μυστικό της κήπο

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ρωξάνη Νικολάου,
Σαλός μαγνήτης.
Φαρφουλάς, 2022

Με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, με τις δύο πρώτες να απέχουν κατά σχεδόν δύο δεκαετίες μεταξύ τους (Ποιήματα 1991-1999, ιδιωτική έκδοση, Λεμεσός, 2000ˑ Ψαλιδιστής, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018), η Ρωξάνη Νικολάου δίνει συχνά την εντύπωση ότι, καταφεύγοντας τακτικά στη λογοτεχνική σιωπή, δεν απαρνείται τελικά την ποίηση. Την παλινδρόμηση αυτή επιβεβαιώνει και με το τρίτο της βιβλίο Σαλός μαγνήτης, το οποίο έχει ως πρόταξη/επιγραφή μια δυναμική και συνειδητοποιημένη στάση επιστροφής στην υπαρξιακή επιβίωση: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώˑ γυρεύει το στόμα μου».

Εικονοποιία σε ένα δροσερό φυσικό περιβάλλον με δέντρα, βρύσες, νερά, πουλιά, έντομα, ερπετά, με στοιχεία παράδοξου ή παράλογου υπερρεαλιστικής κληρονομιάς, παραμυθία, μεταφορά, ρητορικά ερωτήματα, μικρές στιχομυθίες είναι μερικά από τα έντεχνα μέσα του λόγου που αξιοποιεί σταθερά η Νικολάου. Στην ποίησή της η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από προετοιμασία και ετοιμότητα για τον θάνατο. «Έπεσα μες στο πηγάδι/ που μ’ άνοιξε η γέννησή μου» γράφει στο ποίημα «Το τραγούδι του αέρα»ˑ και ολοκληρώνει: «Μην έχεις έγνοιαˑ/ πάνω απ’ το κουφάρι μου/ θα τραγουδάει ο αέρας/ ό,τι μέχρι θανάτου κράτησα». Σε πολλά ποιήματα της Νικολάου, τα οποία συνομιλούν μεταξύ τους, ο άνεμος[1] φέρνει τη ζωή και ο άνεμος την παίρνει:

[…]
Σκοτεινά νερά
παφλάζουν στην εξώπορτα
 
γυαλιά καρφιά
το λιγοστό μου πάτωμα
 
κάποιος τα σπρώχνει
—ας τον πούμε άνεμο—
ολοένα πιο μπροστά
στην όραση.

(«Λιγοστό πάτωμα»)

Να φυσάει το αεράκι
να στάζει βροχή απ’ τα φύλλα
ο ήλιος να στεγνώνει τις πεταλούδες
εγώ να φτιάχνω ήσυχα κάτι
εσύ να έρχεσαι από τα περβόλια
απ’ τα ψώνια ή απ’ τη θάλασσα
στο πάνω σπίτι να μιλούν
ν’ ακούγονται τα βήματά τους
και δεν θα με νοιάζει
αν θα ’μαι πεθαμένη.

(«Να φυσάει το αεράκι»)

Η Νικολάου συμβιβάζεται με το γεγονός ότι η τέχνη της —η τέχνη του ανθρώπινου είδους, το οποίο οδηγείται σε αναπαραγωγή και θάνατο, άρα και η ίδια— είναι εύθραυστη και εφήμερη. «Αυτός ο άνθρωπος πέθανε από πείνα/ κανένα ποίημά μου δεν μπόρεσε να τον σώσει» γράφει στο ποίημα «Στα χαμαιτυπεία του χρόνου διδάχθηκα την τέχνη των πήλινων ποιημάτων». Την καταδιώκει, ωστόσο, το γεγονός ότι η τέχνη της είναι (οριακά;) άχρηστη και αχρείαστη για τους ανθρώπους: «Είμαι το τσιγαρόχαρτο, Θεέ, που πάνω του έγραψες “ενθύμιο θνητής φωτιάς” και το πέταξες μέσα στον λάκκο των ανθρωπίνων» («Θυμήσου όποια ώρα και να ’ναι πως δεν διασύρουμε το χώμα μας»). (περισσότερα…)

Τετάρτη 26 Ιουλίου | «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» με τον Μιχάλη Μακρόπουλο

~.~

Τετάρτη 26 Ιουλίου | Παρουσίαση βιβλίου

«Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον»
του Μιχάλη Μακρόπουλου

Όλα τα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του Μιχάλη Μακρόπουλου «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» (Κίχλη, 2022), ακόμα κι αν φορούν το ένδυμα της «μελλοντικής ιστορίας», μιλούν για το τώρα, για το ήδη συντελεσμένο – είναι ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον. Και, βέβαια, στον πυρήνα τους βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος· ο τρωτός, πάσχων άνθρωπος απέναντι στην αμείλικτη κυριαρχία της εικόνας, απέναντι σ’ έναν ολέθριο πόλεμο, στην τυφλή, ωμή βία, στη βίωση του κόσμου ως παιδικού τραύματος, στο αίνιγμα της ανθρώπινης ταυτότητας.

Με τον συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλο συζητά ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα του βιβλίου θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

~.~

*

Παράδοξο συνθετικό αφήγημα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Νίκος Κωσταγιόλας,
Σαν άλλος Σαούλ (ένα σατυρικό δράμα),
Εκάτη, 2023

Ο παράξενος τίτλος της πρώτης συλλογής του Ν. Κωσταγιόλα προαναγγέλλει ένα παράδοξο συνθετικό αφήγημα που θέλει να είναι πολλά πράγματα μαζί. Πρώτον, μια μυθιστορία επιστροφής στη ρίζα της καταγωγής που ισούται με πηγή αυτοπροσδιορισμού και αφετηρία επανεφεύρεσης μιας αυθεντικής ταυτότητας. Πράγματι, ως άλλος Σαούλ, το κύριο πρόσωπο του έργου αναβλέπει κάτω από το αποκαλυπτικό φως της ελληνικής γης μετά από την άγονη περιπλάνηση σε ξένα χώματα. Ταυτόχρονα, είναι και αυτοβιογραφία. Πίσω από τα διάφορα προσωπεία βρίσκεται ο ίδιος ο ποιητής που αυτοβιογραφείται αφηγούμενος την προσωπική πορεία προς μια αυτεπίγνωση αναγκαία για την επιβίωση. Τρίτον, αποτελεί ένα δοξαστικό στο μυθοποιημένο χώρο της πνευματικής αφετηρίας που ορίζεται από τη θάλασσα, τον ήλιο, την ηθική παρακαταθήκη του γενέθλιου κόσμου. Τέλος, τη σύνθεση διατρέχει και μια ερωτική ιστορία που συμπλέει με την υπαρξιακή καταβύθιση. Καταβύθιση που θέλει να αποβεί ανάδυση, ανάταση, μύηση, κάθαρση.

Η πολλαπλή αυτή στόχευση αντικατοπτρίζεται, αρχικά, στην περίπλοκη δομή του έργου. Το κείμενο μιμείται χαλαρά τη μορφική σύμβαση του αρχαίου δράματος και αυτό αποτυπώνεται και στην τιτλοφόρηση κάποιων επιμέρους ενοτήτων (π.χ. πάροδος, στάσιμα, παράβαση, έξοδος). Δεύτερον, στον επιμερισμό του λόγου σε τέσσερις φωνές: ενός αφηγητή, και τριών άλλων συμβολικών μορφών, του «Εφήμερου», του Σειληνού και του Χορού των Σατύρων. Η σκυτάλη περνά –όχι πάντοτε με τακτή σειρά– από την αποστασιοποιημένη και εν πολλοίς ρεαλιστική διήγηση του αφηγητή, στον πεζότροπο λόγο του Εφήμερου για να απογειωθεί στη λυρική φωνή του Σειληνού και στα χορωδιακά στάσιμα του Χορού των Σατύρων, που πλαισιώνει τα παραπάνω, άλλοτε σε λυρική ύψωση άλλοτε σε απόπειρα σκωπτικού σχολιασμού. Η πολλαπλότητα, τρίτον, αποτυπώνεται και στην συνύπαρξη χριστιανικών, παγανιστικών, λογοτεχνικών και αρχαιοελληνικών συμβολισμών. Ο Εφήμερος προέρχεται από τον «αυτόχειρα ένοικο μιας βελανιδιάς στον έβδομο κύκλο της Κόλασης» του Δάντη, εκεί που μεταξύ άλλων κολάζονται μεταμορφωμένοι σε δέντρα όσοι αφαίρεσαν οι ίδιοι τη ζωή τους. Ο Σειληνός είναι ταυτόχρονα και ένα είδος δαντικού Βιργιλίου που εδώ δεν ξεναγεί τον ποιητή στην κόλαση αλλά στην περιδιάβαση στον κόσμο των θνητών. Το διονυσιακό, το ιερό, το υπερβατικό και το εμπράγματο καλούνται να συνδράμουν στην υπαρξιακή κρίση του αφηγητή-ποιητή. (περισσότερα…)

Ο Ριμαχό στον Εικοστό Πρώτο αιώνα

*

της ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο κύριος με το παράξενο όνομα Ριμαχό είναι ποιητής, φιλόλογος και κριτικός. Γεννιέται μέσα στο ποίημα, γέννημα-θρέμμα του άδολου έρωτα για τις λέξεις. Πρόσωπο πρωτεϊκό, με έκδηλη τη φιλοσοφική διάθεση, έχει το χάρισμα να μεταμορφώνεται, να κινείται στον χώρο και στον χρόνο, να παρατηρεί και να σχολιάζει τα ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα, άλλοτε αθέατος κι άλλοτε να παίρνει τη μορφή γνωστών ποιητών της Κύπρου, να ζει στιγμές του βίου τους και να συνομιλεί με τους οικείους και τους φίλους τους. Ο Ριμαχό λατρεύει την πατρίδα του, την Κύπρο, αναστοχάζεται την ιστορία της,  ταυτίζεται και βιώνει μαζί της όλες τις επώδυνες περιπέτειες του βίου της, εκφράζει ελεύθερα και με θάρρος τη γνώμη του, αναλαμβάνει την ευθύνη και τις συνέπειες των λόγων του. Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, μετά από έξι ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές στο βιογραφικό του, από το 2009 μέχρι σήμερα και ένα ήδη διακριτό κριτικό έργο, στο νέο του ποιητικό βιβλίο μπαίνει στο ρόλο του επιμελητή έκδοσης και μας συστήνει τον Ριμαχό, μεριμνώντας, όπως ισχυρίζεται, να γίνει γνωστό στο αναγνωστικό κοινό αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, που περιλαμβάνει ημερολογιακές καταγραφές, μαρτυρίες, αδημοσίευτα ποιήματα και επιστολές του Ριμαχό. Ο ποιητής αυτός, παλαιός γνώριμος δημοφιλών ομοτέχνων του, όπως ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο Παντελής Μηχανικός και ο Κώστας Βασιλείου φαίνεται πως υπήρξε μια προσωπικότητα με σημαντικό αλλά όχι προβεβλημένο έργο και μελετητές, όπως ο ποιητής και φιλόλογος Σάββας Παύλου, έγραψαν ότι ο Ριμαχό «αποδείχτηκε persona grata στη λογοτεχνία του νησιού». (περισσότερα…)

Ο «Μέγας  Αποστρέφων» και η γυναικεία ποίηση του 21ου αιώνα

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Ελένη Χαϊμάνη,
Η τρίτη βάρδια,
Σμίλη, Αθήνα 2023

To να κάνει δημόσια λόγο ένας άντρας κριτικός και δημιουργός για τη γυναικεία ποιητική παραγωγή ενέχει από μόνο του εξαρχής μια αντίφαση και θέτει δυναμικά ξανά στο προσκήνιο μια συζήτηση χιλιοφορεμένη περί της λεγόμενης «γυναικείας γραφής», περί θεματικών και τρόπων που είναι προσφιλείς στις γυναίκες ποιήτριες και περί των ορίων εντός των οποίων οι τελευταίες είθισται –ή και ορίζεται από κάποιους πως οφείλουν– να κινούνται. Πρόκειται για μια συζήτηση που έχει καταδείξει προ πολλού τα όριά της κι ωστόσο επιμένει να επαναλαμβάνεται αενάως ωσάν παραδοσιακό εορταστικό έθιμο, με την κάθε ιδεολογική γραμμή, συντηρητική, προοδευτική, προνεωτερική ή μετανεωτερική, να διαβάζει στρεβλά κι αποσπασματικά τη γυναικεία ποιητική παραγωγή και να εστιάζει μονάχα σε όσα επιβεβαιώνουν τις ήδη προκατασκευασμένες κι έτοιμες θεωρήσεις της. Και πάντοτε, φυσικά, με τη συνήθη και μεγαλοπρεπή διατύπωση με την οποία μας παρουσιάζεται κάθε φορά η εκάστοτε «λήψη του ζητουμένου». Το τελευταίο, μάλιστα, διάστημα προβάλλεται έντονα τόσο από γυναίκες δημιουργούς κάτω των 40 ετών όσο και μέσα από ορισμένες βραχύβιες συλλογικότητές τους το πρόταγμα της «αγάπης» ως ικανό από μόνο του να αποτελέσει υπόδειγμα συνεκτικής αφήγησης, καθώς και η επίταση μιας ασαφούς κι άνευ ορίων «συμπεριληπτικότητας» που εντούτοις υποκρύπτει υποδόρια μυριάδες αποκλεισμών.

Προερχόμενος από τον έμμετρο χώρο που εξ ορισμού συνειδητά και οριοθετείται και αποκλείει ώστε να είναι σε θέση να δομήσει αφήγημα ικανό να αντέξει στο χρόνο και τη μεταβολή των εποχών, στέκομαι ιδιαίτερα στα αίτια που ελάχιστες νέες ποιήτριες επιλέγουν σήμερα να εκφραστούν στον έμμετρο και κανονικό στίχο. Είτε αφορούν νεωτερικές στρεβλώσεις περί της αλλαγής του λεκτικού που συντελέστηκε δήθεν διά παντός με το πέρασμα στο μοντερνισμό, είτε έχουν να κάνουν με μια νεανική ευκολία εστίασης στο προσωπικό έναντι του συλλογικού και καθολικού και σε μια ημερολογιακή πεζολογική καταγραφή άνευ της παρουσίας του λυρισμού είτε ακόμα σχετίζονται και με ορισμένες μειοψηφικές απολήξεις μεταμοντέρνων εκφάνσεων του φεμινιστικού κινήματος που καλούν τις γυναίκες δημιουργούς να απεκδυθούν κάθε «κορσέ» δομημένο από το άλλο φύλο, οι αιτίες που στρέφουν τις νέες δημιουργούς μακριά από τον έμμετρο στίχο είναι ένα ζήτημα πέρα για πέρα υπαρκτό και άξιο προβληματισμού και συζήτησης, παρά τα διαφορετικά συμπεράσματα που μπορεί κανείς να καταλήξει. Δεν είναι λίγες, μάλιστα, οι περιπτώσεις ποιητριών των τελευταίων δεκαετιών που ξεκίνησαν να γράφουν έμμετρα –ή έστω σε επικοινωνία με μια ρυθμική ποίηση- και γρήγορα άφησαν αυτόν τον τρόπο έκφρασης στην άκρη, προσαρμοζόμενες σε εφήμερες κι επικαιρικές επιταγές που ενδεχομένως να ανοίγουν το δρόμο σε κάθε λογής «βραχείες λίστες» και στην εκτίμηση μιας κατεστημένης μερίδας του εγχώριου ποιητικού επιστητού. Αν αυτά, ωστόσο, είναι τα όρια της σκέψης και των ονείρων της εποχής μας, ποια μοίρα τότε περιμένει όποια ποιήτρια παρεκκλίνει από τη νόρμα; (περισσότερα…)

Εξαγγελίες ενός θαρραλέα αιρετικού

του ΝΙΚΟΥ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑ

Πάει κι ο αρχάγγελος να κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο
Paradiso, paradiso
στο ώριο περιβολάκι και
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.

Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.

Επανερχόμενοι στο σήμε (περισσότερα…)

Αντικατοπτρισμοί ενός κατακερματισμένου κόσμου

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ελισάβετ Λαμπροπούλου,
Ετεροτοπίες, Ενύπνιον, 2022

Οι Ετεροτοπίες είναι το πρώτο βιβλίο της Λαμπροπούλου. Αποτελεί ένα ενδιαφέρον και συγκροτημένο εναρκτήριο λάκτισμα, σαφώς επηρεασμένο από την ποίηση του Σαχτούρη και την ελλειπτική φρίκη του σαχτουρικού κόσμου. Ανάλογα κι εδώ η Λαμπροπούλου συνθέτει έναν «τόπο» με «αναθήματα ακουμπισμένα στο υπαρκτό», όπως γράφει στο αρχικό ποίημα της συλλογής. Αυτός ο «τόπος» κατοικείται από παράδοξες εικόνες που οπτικοποιούν το παράλογο της κοινωνικής πραγματικότητας και των ψυχικών εξαλλαγών που αυτή δημιουργεί. Παράδειγμα το ποίημα «Ο εφημεριδοπώλης», από την πρώτη, κατεξοχήν σαχτουρική, ενότητα που σχολιάζει τη φονική ανθρώπινη φύση, το θάνατο, το αδιέξοδο της ύπαρξης:

Το εγγαστρίμυθο αγόρι
με το ραμμένο στόμα
πουλάει εφημερίδες
στον ουρανό

Ο κόσμος καίγεται! Καταστροφή!
φωνάζει

Οι πεθαμένοι τις αγοράζουνε
με τα σκουριασμένα νομίσματα που έβγαλαν
από τ’ άκαμπτα στόματά τους
Ατάραχοι τις ξεφυλλίζουν
με αδιάφορα δάχτυλα
Διαβάζουν μόνο τις νεκρολογίες
περίεργοι να μάθουν
πώς δραπέτευσαν
αυτοί που είναι να ’ρθουν.

Η συλλογή απαρτίζεται από πέντε ενότητες πλαισιωμένες από έναν πρόλογο δύο ποιημάτων και ένα καταληκτικό ποίημα-επίμετρο. Στην πρώτη ενότητα κυριαρχούν οι εικόνες ενός σπασμένου κόσμου, υπερρεαλιστικά μεγεθυσμένου σε δυστοπικά σκηνικά και ελλειπτικά στιγμιότυπα. Μέσα σε αυτά τα σκηνικά πλέουν παραμορφωμένα τα πράγματα και οι άνθρωποι, ή καλύτερα τα εξαλλαγμένα φάσματα των προσώπων και των πραγμάτων σε ονειρικές συνθέσεις, συχνά εφιαλτικές: «Ο φαροφύλακας / άναψε το κεφάλι του / φλεγόμενος τριγύριζε / στον πύργο / Κι ο αέρας μύριζε παραφίνη / κι ο ουρανός ήταν / μια πηχτή πετρελαιοκηλίδα / μέσα του πετούσε αργά/ το πλοίο «η Ελπίς» / με το κατάρτι του / έγδερνε το φεγγάρι/ γέμιζε η νύχτα / άσπρο πύον / κι αστέρια / δεν υπήρχαν πάνω / πουθενά […]». Τα πράγματα αποκτούν μια επίβουλη λειτουργία, όπως τα λέπια των ψαριών που γίνονται νυστέρια και κόβουν το νερό, οι νιφάδες- στάχτες και τα δηλητηριώδη όμποε. Τα εξαρθρωμένα αντικείμενα –άλλη μια σαχτουρική οφειλή– παίζουν εξέχοντα ρόλο, όπως και η αποσπασματική κατάστρωση των εικόνων και η κίνηση των μορφών που ανεβοκατεβαίνουν σε μια ιδεατή κλίμακα μεταξύ γης και ουρανού, δηλ. μεταξύ του πραγματικού και της φασματικής του παραμόρφωσης. Μια φαντασία ζωγραφική που θυμίζει κάποτε τις σαγκανικές πτήσεις και τα ανεστραμμένα παράδοξα του Μαγκρίτ. (περισσότερα…)

Νόημα και λειτουργία στον σύγχρονο κόσμο

Ιωάννας Τσιβάκου,
Περίπλους στις ακτές του νοήματος,
Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Μάιος 2023

Για να προσεγγίσει κανείς με κάποια πιθανότητα επιτυχίας τα σύγχρονα πολύπλοκα, πλουραλιστικά και συνάμα αντιφατικά κοινωνικά φαινόμενα της δυτικής κοινωνίας, είναι υποχρεωμένος να περπατήσει εκ νέου στα μονοπάτια της κοινωνικής οντολογίας, χαραγμένα κατά το παρελθόν από μεγάλους κοινωνικούς στοχαστές. Το εγχείρημα για μια οντολογικής φύσεως διερεύνηση μοιάζει σαν να έχει εξοριστεί στις μέρες μας από τα χωράφια της κοινωνιολογικής σκέψης, καθώς το τρέχον και το επίκαιρο, οι συνεχείς κοινωνικές μεταβολές και το κυρίαρχο πνευματικό κλίμα της αβεβαιότητας είναι τόσο εξαπλωμένα, ώστε μια εκ νέου θεωρητική αναζήτηση σε συστατικά στοιχεία της κοινωνίας να θεωρείται περιττή.

Κι όμως, ένας παρόμοιος ισχυρισμός δεν αληθεύει. Μια περιδιάβαση σε κείμενα σημαντικά της κοινωνικής θεωρίας δείχνει ανάγλυφα πως η ουσία των κοινωνικών οντοτήτων συγκροτείται από ένα θεμελιακό στοιχείο, κι αυτό είνται το νόημα. Το νόημα ξεπροβάλλει μέσα από όλες τις αναλύσεις ως το συστατικό, οντικό δεδομένο αυτών, και είναι αυτή η οπτική που κίνησε το ενδιαφέρον της συγγραφέως για έναν Περίπλουν στις Ακτές του Νοήματος.

Γύρω από τον άξονα του νοήματος περιστρέφεται σε κάθε ιστορική περίοδο η κοινωνική ζωή. Κάθε της έκφανση, κάθε φάση του πολιτισμού μας, αξιοποιεί το νόημα για να δώσει μορφή και περιεχόμενο σε σχέσεις και πράγματα που όχι μόνο μας περιβάλλουν, αλλά ορίζουν τον κοινωνικό χώρο και χρόνο εντός του οποίου εμείς οι ίδιοι συγκροτούμαστε ως ανθρώπινα υποκείμενα. Το ζήτημα συνεπώς δεν είναι η απουσία ενός οντικού δεδομένου για τις κοινωνικές οντότητες, αλλά η απουσία της διερεύνησης του είδους του εκάστοτε κυρίαρχου νοήματος, γεγονός που σταδιακά μας οδήγησε αντί ν’ αναφερόμαστε στη φύση και στην ποιότητα του νοήματος, να αναφερόμαστε με μεριστική λογική σε ιδιότητες αυτού και δη, όπως σήμερα, στη λειτουργικότητά του. (περισσότερα…)

Το αντιέπος της Μεσσηνίας

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Η συμμιγή,
Εκδόσεις Ρώμη, 2022

Με την όγδοη ποιητική κατάθεσή του που τιτλοφορείται Η Συμμιγή, ο Βαγγέλης Τασιόπουλος συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό χώρο στο δομημένο πλαίσιο μιας ευφάνταστης και υβριδικής ποιητικής σύνθεσης που διαλέγεται δημιουργικά και κριτικά με την ποίηση της γενιάς του. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο εντάσσεται αφενός στο γραμματολογικό πλαίσιο της Γενιάς του ’80 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος, την ίδια στιγμή εντοπίζουμε αρκετά στοιχεία που απομακρύνουν το όλο εγχείρημα από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-δράμα. Πιο συγκεκριμένα, η υβριδική αυτή ποιητική σύνθεση (πεζή και ποιητική), δεν αποτελεί μόνο μια σύνοψη συναισθημάτων και ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα προσωπικά βιώματα απώλειας, αλλά εξακτινώνεται θεματικά στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, αποκαλύπτοντας μια γενικότερη θέαση του συλλογικού. Παράλληλα, η τριμερής και φιλόδοξη δόμηση του βιβλίου, καθώς και οι σαφείς ιστορικές και μυθολογικές αναφορές, απομακρύνουν αισθητά την ανά χείρας ποιητική σύνθεση από τη μορφολογική δεσπόζουσα της μικρής σύνθεσης, που κυριαρχεί στη Γενιά του ’80.

(περισσότερα…)

Ντρόγκα

*

Ντρόγκα

στὸν Θανάση Γαλανάκη
ψηφιακὸ ἀντίδωρο *

Ἂν μὲ ρωτήσεις τί ’ναι πιό ἀληθινό
δυὸ τόνοι ντρόγκας ποὺ ψαρέψαν στὴν Κατάνια
ἢ τ’ ‘ἅγιο φῶς’ ποὺ μὲ φτυσιὰ ἀπ’ τὰ ‘ἐπουράνια’
Ἀρχηγὸς Κράτους φτάνει ὣς τὸν Κολωνὸ

καὶ πλέον ζαμπὸν* σὲ ξαναπᾶν στὸν οὐρανὸ
τρώγωντας πάλι μαγειρίτσα ἀντὶς λαζάνια
ἔτσι ὡς εἴθισται στὰ ὀρθόδοξα Μπαλκάνια
ποὺ τῆς Γραφῆς οἱ μάγκες φτύνουν τὸ σανό

Ἐγὼ τὴν Ντρόγκα σου τὴν θέλω ἀπὸ Χαρτὶ
τὸ φτιάξιμό μου ἀκριβὰ νὰ τὸ πληρώσω
Στὶς δωρεὰν κι ἀλάργα τὶς e-περηφάνιες

ποὺ ἀντὶς ρακὲς κερνοῦν ληγμένες τὶς σαμπάνιες
ποσὶ ἀβρόχοις νὰ μὲ δεῖς δὲν θὰ ἐνδώσω
μὲ τὸ Χαρτὶ ἂν δὲ σὲ πάρω ἀσορτί

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
Ἀπὸ τὴ σειρὰ Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας II

* Θανάσης Γαλανάκης, Ντρόγκα, ποιήματα, Ψηφιακὲς Ἐκδόσεις Βίργκω, Ἀθήνα 2023.
* ζαμπὸν [μπορεῖ καὶ ζόμπυ] (ἀργκό): λειῶμα ἀπὸ τὴν ἡρωΐνη.
*

*

*

Μοντάζ κειμένων, χώρων και ανθρώπων

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Θάνος Σταθόπουλος,
Εισαγωγή στη μέρα,
Ίκαρος, 2021

«Για να συνθέσεις το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον,
θα πρέπει να έχεις πρόσβαση, πραγματική ή πλασματική,
και στις τρεις διαστάσεις του χρόνου. Η φαντασία το πράττει,
ενώ η μνήμη αδυνατεί
». (σ. 45)

Το νέο βιβλίο του Θάνου Σταθόπουλου Εισαγωγή στη μέρα (2021) φαίνεται πως συνομιλεί με το προηγούμενο έργο του. Ό,τι ξεκίνησε με το Αυτόματο (2013), βρίσκεται σε εξέλιξη και δρα συμπληρωματικά σε κάθε «εδώ και τώρα», ενώ οι αναγνώστες/τριες μπορούν να οικειοποιηθούν με δικούς τους όρους όσα προκύπτουν κειμενικά και διυποκειμενικά. Έτσι κι αλλιώς, διαπιστώνει ο συγγραφέας, οι κατασκευές του εαυτού και οι ανθρώπινες διαδρομές δεν νοούνται χωρίς τους άλλους. Οι διάφοροι δυϊσμοί καταρρέουν στο έργο του Σταθόπουλου, είτε αυτοί αναφέρονται στις σχάσεις του «εγώ» με τους άλλους, είτε στα κλειστά συστήματα κατηγοριοποίησης της γραφής και της τέχνης. Ο ίδιος εμφατικά και επανειλημμένα δηλώνει πως ο όρος «κείμενα» τον εμπεριέχει, επειδή στον όρο αυτόν εφαρμόζονται πρακτικές που καταλύουν τις αυστηρές ιεραρχήσεις με αποτέλεσμα την ανατροπή των ειδών και τη συμπερίληψη του ενός στο άλλο. (περισσότερα…)

Ακροβατώντας στο μεταίχμιο του λόγου και των πραγμάτων

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μαρίας Α. Ιωάννου,
Οι Ενδιάμεσοι,
Νεφέλη, 2022

Στο διήγημα της Μαρίας Α. Ιωάννου «Κλικ» (Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας, Γαβριηλίδης 2011) ο «Πάκμαν» κάνει τις λέξεις «σχεδόν ποτέ» κομμάτια και τις καταπίνει. Ο αφηγητής στρέφει τις λέξεις πάνω στο χαλί (του Χένρυ Τζαίημς, υπονοουμένως και προφανώς)· δηλαδή τις επιστρέφει «από εκεί που ήρθαν» και, κατά την κυπριακή σημασία του «στρέφω», τις κάνει εμετό. Σε αυτή τη διακεκριμένη (και εξαντλημένη, δυστυχώς, μετά από τη γνωστή πολτοποίηση των εκδόσεων του οίκου Γαβριηλίδης) πρώτη συλλογή διηγημάτων της, η Ιωάννου έχει ως μότο τον Μπόρις Παστερνάκ: «Να ανακαλύπτεις ασυνήθιστα πράγματα σε συνηθισμένους ανθρώπους και με συνηθισμένες λέξεις να γράφεις γι’ αυτούς ασυνήθιστα πράγματα». Πράγματι, στη γραφή της Ιωάννου απαρατήρητα αντικείμενα παίρνουν σάρκα και οστά. Αυτή η αισθητική συνεχίζεται με συνέπεια και στο Καζάνι (Νεφέλη, 2015), αλλά και στους Ενδιάμεσους (Νεφέλη, 2022): λάμπες, πάσσαλοι, τοστιέρες πρωταγωνιστούν και αφηγούνται τη δική τους οπτική του κόσμου, ο οποίος, εν τέλει, δεν είναι λιγότερο πραγματικός από τον πραγματικό κόσμο. Στο «MODEL D234578» μια φωτοτυπική μηχανή αισθάνεται, εκπλήττεται, έχει ενοχές: «μόλις έλιωσε το κεφάλι του πάνω μου – υγρά χύθηκαν στο πουκάμισο – στη γραβάτα – μάλλον είναι αναίσθητος στο πάτωμα – βοήθεια – εγώ φταίω – χρειάζομαι προθέρμανση – δεν μπορώ να λειτουργήσω με την πρώτη – παλιό μοντέλο – τα προκαταρκτικά είναι απαραίτητα – και τα ήθελε έγχρωμα – μα ήμουν κλειστή για ώρα – θέλω τον χρόνο μου – θέλω χρόνο – το κεφάλι του – το έλιωσε – πάνω μου – έτσι – ξαφνικά – υγρά παντού – ανθρωπίλα παντού – τη μυρίζω – χειρότερη κι από μελάνι».[1] (περισσότερα…)