ΝΠ | Βιβλίο

Παρατηρώντας το ανθρώπινο είδος

*

Πολλά χρόνια πέρασα πάνω στις σελίδες του Μαρσέλ Προυστ, περίπου έναν χρόνο για κάθε ένα από τα επτά βιβλία τού Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο που τόλμησα να διαβάσω στα γαλλικά. Και η αίσθηση ήταν πάντα η ίδια: μου χάρισε μια ηρεμία δυσεύρετη στην σημερινή εποχή, μια απομόνωση αναγκαία για να συγκεντρωθώ στα λόγια του, μια ενδοσκόπηση στην ψυχή μου μέσω της περιγραφής της δικής του ψυχής. Κυρίως μου χάρισε αναψυχή, διασκέδαση δηλαδή, με τον δικό του τρόπο.

Ο Προυστ δεν είναι ακριβώς ο χιουμορίστας που θα σε κάνει να σκάσεις στα γέλια αλλά πολλές φορές μια παρατήρησή του, πολύ λεπτή, που την έχεις σκεφτεί κάποτε κι εσύ αλλά δεν μπόρεσες ποτέ να την διατυπώσεις με τόση οξυδέρκεια, σου φέρνει ένα μειδίαμα μαζί με καλή διάθεση. Την ανθρώπινη ψυχή την έχει μελετήσει οριζοντίως και καθέτως. Το θέμα τον απασχολεί τόσο στο κυρίως έργο του όσο και στο δοκίμιο «Περί ανάγνωσης» όπου μιλάει για ψυχοθεραπευτές και για «νευρασθενικούς».

Αν ζούσε σήμερα ίσως να έκανε σπουδές ψυχανάλυσης, στην εποχή του, όμως, η επιστήμη αυτή δεν ήταν ακόμα τόσο διαδεδομένη.

«Ο άνθρωπος είναι το πλάσμα εκείνο που δεν μπορεί να βγει από τον εαυτό του, που γνωρίζει τους άλλους μόνο μέσω του εαυτού του, και ψεύδεται αν ισχυρίζεται το αντίθετο.»

Μελέτησε την υψηλή κοινωνία, στην οποία ανήκε προφανώς. Δεν κρύβει την αγάπη του για την αριστοκρατία έτσι όπως αντανακλάται στο πρόσωπο της Οριάν αλλά δεν διστάζει και να την κριτικάρει επίσης. Πετάει καρφιά για την κατώτερη αριστοκρατία της επαρχίας αλλά είναι φανερό ότι περισσότερο τον ενδιαφέρει η αριστοκρατία του πνεύματος. Τελικά ο Σουάν είναι το πρόσωπο που θαυμάζει περισσότερο. Ο Σουάν δεν έχει τίτλους ευγενείας αλλά κινείται με άνεση μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους αφ’ ενός και γνωρίζει αφ’ ετέρου τα πάντα για την τέχνη της Αναγέννησης. Ο Σουάν εισάγει εκείνον, τον μικρότερο σε ηλικία αφηγητή, τον ίδιο τον συγγραφέα, σ’ αυτές τις αισθητικές απολαύσεις. Στα ίχνη του Σουάν γίνεται και ο Προυστ μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης, Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό (Ποιήματα 1970-2022), Ύψιλον 2023

Η παρούσα συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών συλλογών του Γιάννη Πατίλη είναι η τρίτη σε διάστημα πενήντα τριών ετών από το 1970, χρονιά έκδοσης του πρώτου του ποιητικού βιβλίου Ο Μικρός και το Θηρίο. Τριάντα χρόνια μετά την έκδοση της δεύτερης συγκεντρωτικής του (1993), η τρίτη αυτή έκδοση έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό συμπεριλαμβάνοντας και την ικανή σε όγκο ποιητική του δουλειά μετά το 2000. Επίσης, αποκαθιστά την αρχική μορφή των πρώτων του ποιητικών συλλογών, αφού επαναφέρει δεκαέξι ποιήματα που είχαν εξαιρεθεί από τις προηγούμενες συγκεντρωτικές. Μικρές επίσης διορθώσεις έχουν γίνει σε τίτλους, λέξεις, στιχοποίηση και στίξη. Το σώμα των δέκα συλλογών τού τόμου συμπληρώνουν πλούσιες σημειώσεις και ευρετήρια καθώς και το δοκίμιο του ποιητή «Το Σπασμένο είναι πιο Ανθεκτικό | Στίχοι και σκέψεις για την ηλικία των ερειπίων», μια έκθεση, με ποιητικά παραδείγματα, των προσωπικών βιωματικών και ψυχοπνευματικών προϋποθέσεων της ποιητικής εργασίας του.

~.~

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ ΠΟΤΕ

Είναι ανάποδη η εποχή κι ωστόσο
Καθώς τα νερά σ’ ένα πλοίο
που βυθίζεται
Η ομορφιά εισβάλλει από παντού
Οι στίχοι
Φτωχά ψίχουλα πάνω στο χαρτί
Μπορούν να θρέψουν τους κουρασμένους
και τους νηστικούς
Μπορούν να σχίσουν τα βουνά
να περάσουν τη θάλασσα
Να κατεβούν απ’ τον ουρανό
στα υψωμένα ποτήρια
στα τρυφερά μέλη
Η καρδιά μας εξέχει
Σαν τ’ αυτιά του λαγού πίσω
Απ’ τη φτέρη
Οι πυροβολισμοί τη γεννάνε
Η αδιαφορία την τρέφει
Η παγωνιά τη ζεσταίνει
Κόκκινη τρυφερή
Πληθαίνουν οι μελαγχολικοί κι ωστόσο
Το τραγούδι δεν σταματά ποτέ

(Γραφέως κάτοπτρον, 1989)

~ . ~

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Εδώ φωτογραφία είναι του τέλους
η θάλασσα γαληνεμένη ο ήλιος δύει
χρυσίζουν τα νερά λόφοι χαριτωμένοι
κι αυτός ας πούμε εσύ να τα μαζεύεις
τα σύνεργα της γραφικότητας και πάλι
στο δρόμο πίσω σπίτι φιλαράκια
ουζάκια στην αυλή ψάρια στη θράκα
του δειλινού τραβώντας την αυλαία
παρατυχών Τραπεζικός και Ποιητής

Πλην της σκιάς σου αυτής που πάει
στα σίγουρα με το κεφάλι προς τα κάτω
σαν κάτι εκεί να ξέχασε να πάρει
ή κάποιος να της νεύει απ’ το σκοτάδι
από αυτούς που δεν σηκώνουνε κουβέντα
μια προσημείωση κρυφή για τα ως άνω
και να μη μένει αφωτογράφιστο και τ’ Άλλο
κάτι η Μαύρη Θάλασσα των Στεναγμών
και προπαντός ο Εύξεινος ο Πόνος

(Ακτή Καλλιμασιώτη, 2009)

~ . ~

ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑΣ

Μνήμη  σημαίνει να ξεχνάς τους ορισμούς
λέξη σημαίνει πλέξη με το άλεκτο
βλέπω σημαίνει λείπω απ’ τ’ ορατό

Απείραχτο άσε το Κεφάλαιο του Κόσμου
και ζήσε από τους τόκους

Μέσα στο σάλο των γνωστών πραγμάτων
γίνε εσύ και πάλι το Σημείο Μηδέν
και βγάλε το ψωμί της κάθε μέρας

(Αποδρομή του αλκοόλ, 2012)

*

*

 

 

Η αιχμηρότητα της αυτοπαρατήρησης

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Χαράλαμπος Παπακωνσταντινόπουλος,
Των τραυμάτων και των παθών,
Ενύπνιον, 2021

Ο Χαράλαμπος Παπακωνσταντινόπουλος καταθέτει την πρώτη του ποιητική απόπειρα τον Οκτώβρη του 2021 υπό τον περιγραφικό και αμήχανο κάπως τίτλο Των τραυμάτων και των παθών, από τις εκδόσεις Ενύπνιον που τα τελευταία χρόνια εστιάζουν δραστήρια, μεταξύ άλλων, στην προαγωγή του έργου νέων ποιητών.

Τα ποιήματα ολιγόστιχα, σε μια μινιμαλιστική φόρμα, φιλοδοξούν να συμπυκνώσουν λιτά, ενίοτε αφοριστικά, βιωμένες εμπειρίες και στοχασμούς, όπως το παρακάτω αρχικό κείμενο της συλλογής:

Πόσες φορές δεν δώσαμε χρόνο
σε πράγματα που δεν πιστεύαμε;
Ακόμα και μετά τις πρώτες σταγόνες αίματος
επιλέξαμε τον δρόμο της αιμορραγίας.

Άλλοτε με υποδόρια ειρωνεία, καταθέτει μεταμφιεσμένα αυτοσχόλια, τα οποία κάποιες φορές δεν ξεπερνούν τον ένα στίχο:

«Ετεροχειρία»

Σήμερα το πρωί, ο ρομαντισμός
βρέθηκε κρεμασμένος.
Η ελπίδα, είπαν,
του είχε κλωτσήσει την καρέκλα.

Παρόλο που σε κάποια ποιήματα καταφεύγει σε πρωτοπρόσωπες εξομολογήσεις, αυτό που δεσπόζει είναι το απρόσωπο διαπιστωτικό ύφος που εκφέρει, με μια εκπνοή της σκέψης, λιτές αποφάνσεις:

Οι χειρότερες μάχες είναι αυτές των χαρακωμάτων.
Μήνες μαχών με τον εαυτό σου,
να προετοιμαστείς για μια μάχη
που μπορεί ποτέ να μη γίνει.

Στο δεύτερο μέρος, («Των παθών»), συναντάμε κείμενα που πειραματίζονται επιτυχημένα στην έρρυθμη ρίμα και στέκονται με κριτική διάθεση, διοχετευμένη σε λογοπαικτικά σχήματα, απέναντι στη μιντιακή δημοσιότητα και στη θολή κοινωνική πραγματικότητα που σκιάζει έτι περαιτέρω τον θολό εσωτερικό ορίζοντα.

«Διαφήμιση»

Κάντε μου τώρα, μια διαφήμιση
Απεγνωσμένη, έστω δυσφήμιση
Repost στο post, να γίνω κάποιος
Μπας και ανθίσει ο μέσα κάκτος (περισσότερα…)

Κοσμοθεώρηση του αιώνα

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

Δημήτρης Πέτρου,
Εικοστός κόσμος,
Πόλις, 2022

Ανεξάρτητα από αξιολογικές θεωρήσεις ή ζητήματα γούστου, γεγονός παραμένει πως το ευρύτερο κύρος που κατάφερε να κατακτήσει ο νεώτερος λυρισμός προήλθε από την προσπάθεια σύλληψης και μετάδοσης μιας ορισμένης συνολικής εικόνας του κόσμου. Το παράδοξο ήταν βέβαια πως ένα “υποκειμενικό” είδος καλούνταν να επωμιστεί την αναπαράσταση ενός ολόκληρου κοσμοσυστήματος που βρισκόταν σε πλήρη εκτατική και εντατική ανάπτυξη. Το εκρηκτικό κοινωνικό περιεχόμενο του καλπάζοντος —καταστροφικού κυρίως, αλλά την ίδια στιγμή και δημιουργικού— εκσυγχρονισμού όλων των τομέων της ανθρώπινης ζωής έπρεπε να διαπεράσει το φίλτρο της ποιητικής υποκειμενικότητας και να ξαναπαρουσιαστεί στο πεδίο της γλώσσας ως κατακτημένη κριτική γνώση και αισθητική υπέρβαση.

Το βάρος και η δυσκολία αυτής της αντίφασης, η ένταση υποκειμενικού-αντικειμενικού, υπήρξε ο πυρήνας των μεγάλων επιτεύξεων αλλά και των μεγάλων αποτυχιών στις ποικίλες προσπάθειες για την πολυπόθητη ποιητική Weltanschauung. Μια τέτοια “κοσμοθεωρία” υπήρξε ο ορίζοντας προσδοκιών του υψηλού μοντερνισμού. Η ανταπάντηση του αυτονομημένου λογοτεχνικού πεδίου στις συνεχείς κρίσεις του κοινωνικού και του πολιτικού. Συνειδητοποιήθηκε και αποτυπώθηκε ποικιλοτρόπως στον λεγόμενο δυτικό κανόνα, ήδη από τον Χαίλντερλιν, στον Ρίλκε, στην Έρημη Χώρα και τα Cantos, και εδώ σε μας, από την σικελιανική μεγάλη απόπειρα ώς το Μυθιστόρημα και το Άξιον Εστί. Εντούτοις, ανάλογες ποιητικές προθέσεις ατόνησαν και εν πολλοίς εγκαταλείφθηκαν από το τελευταίο τέταρτο του προηγούμενου αιώνα και εξής, συντονιζόμενες ίσως με την «λήθη του ιστορικού» και το γενικότερο μεταμοντέρνο πνεύμα απόρριψης της μεγάλης τέχνης, των μεγάλων πολιτικών σχεδίων, της ολότητας κ.λπ. (περισσότερα…)

Ἕνας ἥρωας καὶ μία ἐποχὴ (Ἀλεξὰντρ Πούσκιν: Εὐγένιος Ὀνέγιν)

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἡ γνωριμία μὲ τὰ μεγάλα ἔργα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας μᾶς κάνει πιὸ πλούσιους συναισθηματικὰ καὶ μᾶς ἀνοίγει παράθυρα πρὸς παρθένα, γιὰ μᾶς, τοπία.  Γι’ αὐτὸ χρεωστοῦμε εὐγνωμοσύνη στὸ διαλεχτὸ ἠθοποιὸ καὶ διανοούμενο, τὸν κ. Νίκο Παπακωνσταντίνου, ποὺ μετάφερε στὰ ἑλληνικὰ ἕνα ἀπὸ τ’ ἀριστουργήματα τῆς ρωσικῆς φιλολογίας τοῦ περασμένου αἰῶνα, δυσκολοπλησίαστο ὣς τὰ τώρα ἀπὸ τοὺς περισσότερους, ἐξ αἰτίας τῆς γλώσσας του: τὸν Εὐγένιο Ὀνέγιν τοῦ Πούσκιν.[1]

Τὸ ἔργο τοῦτο λογαριάζεται ἀπὸ πολλοὺς κριτικοὺς σὰν τὸ καλύτερο τοῦ μεγάλου Ρωμαντικοῦ. Εἶν’ ἕνα ἀφηγηματικὸ ποίημα ἢ πιὸ καλὰ ἕνα ἔμμετρο μυθιστόρημα ἁπλωμένο σ’ ὀχτὼ κεφάλαια καὶ χωρισμένο σὲ δεκατετράστιχες στροφές, μὲ στίχους αὐστηρὰ πειθαρχημένους στὸ μέτρο καὶ στὴν ὁμοιοκαταληξία.

Ἐπιφανειακὰ πρόκειται γιὰ κάποια ἐρωτικὴ ἱστορία, ὄχι καὶ τόσο ἀσυνήθιστη. Πίσω ὅμως ἀπὸ τούτη τὴν ἐπιφάνεια ζωντανεύει μιὰ ὁλόκληρη ἐποχὴ καὶ μιὰ κοινωνία: οἱ πρῶτες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰῶνα κι ὁ κόσμος τῆς ρωσικῆς ἀριστοκρατίας.

Ἡ κεντρικὴ μορφὴ τοῦ ποιήματος, ποὺ δίνει τ’ ὄνομά της στὸν τίτλο τοῦ ἔργου, εἶν’ ἕνας τυπικὸς ρωμαντικὸς ἥρωας μὲ βυρωνικὴν ἀπόχρωση. Νέος, γοητευτικός, μορφωμένος, ἔξυπνος, ἄστατος κι ἠθικὰ ἀδίσταχτος. Δὲν ἀσχολεῖται μὲ τίποτα. Ξοδεύει τὴ ζωή  του στὰ σαλόνια καὶ στὰ θέατρα τῆς Πετρούπολης, ὅπου διαπρέπει μὲ τὰ χαρίσματά του ‒καὶ μὲ τὰ ἐλαττώματά του. Ἔχει γνωρίσει ὅλες τὶς ἠδονὲς κι ἔχει χορτάσει τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς φιλαρέσκειας καὶ τῆς ὑποκρισίας, τῆς χαριτόλογης κενότητας καὶ τοῦ ραφιναρισμένου πάθους. Σ’ ἡλικία ποὺ οἱ ἄλλοι ἀρχίζουνε τὴ ζωή τους, ὁ Ὀνέγιν ἔχει γίνει κιόλας ἕνας κουρασμένος, ἀηδιασμένος καὶ σκληρὸς κυνικός. (περισσότερα…)

Τέχνη εν λόγω

της ΠΑΓΩΝΑΣ ΞΕΝΑΚΗ

Χρήστος Μαρκίδης,
Κατάματα,
γ΄ έκδοση, Αρμός 2022

Στο βιβλίο του, ο Χρήστος Μαρκίδης δεξιώνεται εκλεκτούς επισκέπτες «ένθεους» ή «κοσμικούς», για ραφινάτες τελετές τσαγιού ή αδρά φαγοπότια. Τους συναντά ένα δωμάτιο με καθρέφτες, όπου εκείνοι αέναα πολλαπλασιάζουν το «Κατάματα». Η καταγωγή της πρωτινής ματιάς ανιχνεύεται, φορές πάλι συγχέεται, θαρρείς, και όλοι αυτοί που έχουν τις γενετικές τους ανεμόσκαλες συγγενικές μα και διάφορες, τις συντονίζουν με απόλυτα αρμονικούς ελιγμούς.

Στο δωμάτιο αυτό, δεν λείπει και ένας καθρέφτης για τον αναγνώστη. Είναι τόσο αλλόκοτος καθρέφτης αφού το είδωλό μας εξακολουθεί να μας κοιτά κατάματα ακόμα και αν αποστρέψουμε το βλέμμα μας από αυτόν. Είναι αξιοσημείωτο το πόσο μεγάλη συνάφεια έχει η εικαστική διαδρομή του Χρήστου Μαρκίδη με τον λόγο του, τον ποιητικό ή πεζό. Πώς τα συστατικά του γραπτού και του εικαστικού λόγου του, έρπουν αρχικά σαν το αόριστο ανιχνευτικό φως ενός φακού πάνω στα πλέγματα μιας ιδιαίτερης χάραξης και πώς κατόπιν αναδύονται καθαρμένα, στεμμένα με μιαν άλω, ολότελα πια δική τους.

Στην ζωγραφική του, οι κοίλες μορφές της ενδοσκόπησης που εγκολπώνονται θαρρείς μια φιάλη γεμάτη ιχώρ, θυμίζουν τις μορφές που αναφέρονται στο βιβλίο «Κατάματα», έτσι όπως δίνει η μία την σκυτάλη στην άλλη, με μια αλληλουχία τόσο ευφάνταστη και πολύτροπη. Οι περσόνες αυτές, μαγικές σαν φάσματα παρειδωλίας, αγγίχτηκαν μεταξύ τους με την αισθαντική τυχαιότητα μιας ακουαρέλλας πάνω σε απορροφητικό χαρτί και κατόπιν δουλεύτηκαν από τον αφηγητή πάνω στις ιδιαιτερότητές τους, με λεπτεπίλεπτους χειρισμούς, αποτίμηση, στοχασμό, μέχρι την ούγια της κάθε σελίδας.

Σε ένα βιβλίο με δοκίμια; Θα έλεγα σε ένα βιβλίο με έργα τέχνης του λόγου και της ευαίσθητης ακοής. Ολόγλυφα και ολόκληρα με ένα βαθύτατο ακριβό πυρήνα. Σφουγγάρια γεμάτα, που όμως δεν στάζουν, δεν αναλώνονται αναίτια. Πεταλίδες που έχουν την ρόδινη ευάλωτη σάρκα τους ανάμεσα σε ένα φαιό κέλυφος και έναν ασάλευτο βράχο.

Η έμπνευση του Χ.Μ. άλλοτε μοιάζει λαμνοκόπος στον Αχέροντα και άλλοτε
ραδινό δελφίνι σε αίσια νερά. Η στίλβη της έμπνευσης παγίδεψε την πάχνη, την άβαρη γύρη, τα ρινίσματα κάθε πρωτόφαντης συγκίνησης. Όλα τα πτητικά αρώματα κάποιου κήπου που θυμιάζει τη γύρη του γύρω από το κιόσκι της ύπαρξης. Της ύπαρξης που σαν ρωσική κούκλα μπορεί (πόσο απρόσμενα) να κυοφορεί τις ήδη γεννημένες μορφές που ζουν κρυπτικά η μία στην γαστέρα της άλλης.

Είναι πράγματι πολύτιμα τα βιβλία στα οποία ο αναγνώστης επιθυμεί να ανατρέξει ξανά και ξανά και με ένα αιφνίδιο κάθε φορά ξάφνιασμα να αφουγκράζεται την υπόκωφη εσωτερική παλμικότητά τους. Θαρρεί κανείς τότε πως τα βιβλία αυτά δεν είναι τυπωμένα, αφού μπορούν κάθε φορά να αλλάζουν, να εκπλήσουν, άλλοτε να γίνονται αποκαλυπτικά και άλλοτε αινιγματικά.

Είναι ακόμα θαυμαστό, πώς την έμπνευση που αναρριχάται σαν κλιματσίδα, μπορεί ο συγγραφέας να την διαχειριστεί, έτσι ώστε να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ σαφήνειας και υπέρβασης. Να έχει πάντα μια τόσο εύστοχη και «κατάματη» ματιά, απέναντι σε ένα σύμπαν που συχνά ο οφθαλμός του μας κοιτά με μιαν έκκεντρη κόρη.

Με την μνήμη και την μοίρα, τις δύο λέξεις που ο Χρήστος αγαπά, έπλασε και ονομάτισε μιαν ηγερία ολότελα δική του, την Μνήμοιρα. Αυτή κράτα το πινέλο και το μολύβι, αυτή κρατά και το λεπίδι που κόβει απρόσιτους καρπούς. Πόσο μεγάλο είναι το προνόμιο να μπορεί κάποιος να κοινωνεί στους άλλους αυτά που έχει πανάκριβα. Να μην θρυμματίζονται στην μεταφορά, να μην χάνονται στην μετάφραση που γίνεται από τον βαθύ εσώτερο βόμβο που μας σαστίζει και μας μεθά, σε μια καθομιλουμένη που πάλι θα μας σαστίζει και πάλι θα μας μεθά.

Η τέχνη του Χρήστου Μαρκίδη σε κάθε της έκφανση, δεν είναι μια τέχνη άσωτη. Δεν είναι ένα οπωροφόρο δέντρο που ανθίζει και καρπίζει με διαρκώς διαθέσιμα απλωμένα κλαδιά, Μου θύμιζε ανέκαθεν το κυπαρίσσι που μέσα στον ερμητικόν οβελίσκο του, ζουν αθέατα και ιδιωτικά, πουλιά και έντομα, μια γοητευτική, μυστική ζωή.

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

(περισσότερα…)

Σκηνικό σε παύση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου,
Ο θυρωρός των ημερών, Κέδρος, 2022

Η τελευταία συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου αποτελεί μια συνεπή συνέχεια στην ποίησή της που με νευρώδη λόγο και έρρυθμο στοχασμό βυθομετρά τις κυμάνσεις μιας επίμονης υπαρξιακής αναζήτησης. Υπαρξιακή, πράγματι, κατά κύριο λόγο η ποίησή της, υποστασιοποιείται σε μια φασματική σκηνοθεσία, συχνά με υλικά από ένα γκροτέσκο θέατρο ποικιλιών, με τα αντικείμενα να λαμβάνουν το ρόλο μιας απόκοσμης παντομίμας αυτού που θα έπρεπε να είναι η παρουσία. Έτσι, συχνά συντίθεται ένας ερειπιώνας αναμνήσεων, παράταιρων εξαρτημάτων και αλλόκοτων μορφών ενός σκηνικού σε παύση, όπου το άτομο ανασύρει από τις καταπακτές του χρόνου εμβλήματα ενός τότε που στοιχειώνουν με την παράλογη εκκρεμότητά τους και την επίμονή διάρκειά τους το τώρα. Σοφίτες, ενυδρεία, έρημοι κήποι, μαυσωλεία, καταργημένες γειτονιές, φελινικά ταμπλώ βιβάν, παρηκμασμένα οικογενειακά καθιστικά περιβάλλουν το άτομο έγκλειστο σε μια εικονογραφία άπνοιας, στην «ειρωνεία του ασύνδετου στον ενιαίο τρόμο».

Ο ΕΡΩΤΙΔΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ

Πώς ανατέλλει ξαφνικά εορταστικό το μαυσωλείο!
Γελιέται η Λύπη και τρέχει σκοτεινή
προς τους πανσέδες.
Θα έχει, σκέφτεται, ψωμί η ολοκαίνουργια καταπακτή
με το γενναίο βρέφος που επιμένει.
Διασχίζει πένθη, φήμες κακόβουλες, προβλέψεις
[ πως, τάχα, ξεκολλάει κάποτε η καρδιά
– οπωσδήποτε, λένε, ξεκολλάει –
και άψυχες κατρακυλούν οι ολονυχτίες του έρωτα
όπως οι άσπρες ανεμώνες απ’ τις παλιές ταπετσαρίες
στα ψηλοτάβανα cafe της Βιέννης ]

μα αναβοσβήνει τόσο ανυπεράσπιστα
τα χέρια του το βρέφος
κι είναι καιρό σταθμευμένα τα πέλματα
στις φλούδες του πυθμένα…
Το αποφασίζει, αλλά δειλιάζει προς στιγμήν.
Σπαράζει στο κλάμα εκείνο
μόλις τη βλέπει να το προσπερνά.
Πισωγυρνά.
Το παίρνει στα χέρια με λαχτάρα.

Την κατασπαράζει.

(περισσότερα…)

Το θέμα είναι η συνείδηση

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Γιώργος Λαμπράκος,
Αίμα μηχανή,
Εκδόσεις Οκτώ, 2022

«Η τύχη των βιβλίων κρέμεται απ’ την κρίση του αναγνώστη». Το πασίγνωστο και συχνόχρηστο απόφθεγμα του Λατίνου γραμματικού Τερεντιανού Μαύρου ξαναβρήκα εσχάτως στην Ανατομία της Μελαγχολίας του Ρόμπερτ Μπέρτον, φερμένη στα ελληνικά χάρη στον μεταφραστικό άθλο του Παναγιώτη Χοροζίδη.

Στον νεωτερικό μας κόσμο ωστόσο, μέχρι να φτάσουν τα βιβλία από τον συγγραφέα στον αναγνώστη (και τελικά στην κρίση του), μεσολαβούν κάμποσα στάδια. Η μοίρα τώρα των βιβλίων μοιραία δένεται με τις μοίρες όλων των ανθρώπων –εμφανών, ημιφανών και αφανών, ενίοτε δε και επιφανών– που εργάζονται προκειμένου αυτά να πάρουν μορφή – πλέον ως ένυλα ή άυλα αντικείμενα. Από αυτή την άποψη, το Αίμα μηχανή, αμέσως μόλις ο συγγραφέας του έβαλε την τελευταία του τελεία πάνω στο χαρτί ή στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του (για την ακρίβεια, το ακροτελεύτιο θαυμαστικό), δέθηκε, κυρίως, μ’ έναν άνθρωπο – έναν άνθρωπο που πια δεν είναι στη ζωή.

Διότι τo «Αίμα μηχανή» του Γιώργου Λαμπράκου υπήρξε ένα από τα τελευταία βιβλία που εξέδωσε και κυκλοφόρησε ο αξέχαστος Σάμης Γαβριηλίδης. Ο δε Γιώργος Λαμπράκος, εκδοτικά μιλώντας, υπήρξε παιδί των Εκδόσεων Γαβριηλίδη, αφού όλα του τα βιβλία πλην ενός (της ποιητικής Ονειροπώλησης), με αποκορύφωμα το πολυσέλιδο μυθιστόρημά του, στεγάστηκαν στον εκδοτικό οίκο του Σάμη.

Μετά την εκδημία του εκδότη και τα όσα θλιβερά ακολούθησαν, το Αίμα μηχανή, που είναι ζήτημα αν παρέμεινε εφτά ή οκτώ σκάρτους μήνες στα βιβλιοπωλεία,  αποσύρθηκε βίαια από την κυκλοφορία και πέρασε στο λίμπο μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα ωστόσο, προσέχθηκε και εγκωμιάστηκε από μερίδα της κριτικής, πλην όμως δεν πρόλαβε να φτάσει (στον βαθμό που θα του άξιζε) στον τελικό του αποδέκτη – τον γενικό αναγνώστη, αυτόν που τόσο υπολόγιζε σε πείσμα κάθε ελιτισμού ο μέγας της αγγλόφωνης γραμματείας κριτικός Δρ Τζόνσον. (περισσότερα…)

Νίκος Ξανθόπουλος, Καταφυγή και παρηγορία για τον φτωχόκοσμο

*

τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗ

(Μὲ ἀφορμὴ τὸ βιβλίο: Νίκος Ξανθόπουλος, Ὅσα θυμᾶμαι καὶ ὅσα ἀγάπησα, Ἀθήνα, Ἄγκυρα 2005, σελ. 406 ‒ Μὲ ἕναν ψηφιακὸ δίσκο)

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Ξανθόπουλου Ὅσα θυμᾶμαι καὶ ὅσα ἀγάπησα εἶναι ἐκ τῆς προθέ­σεως τοῦ συγγραφέα του —τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τίτλου— καὶ ἐξ ἀντικειμένου πρωτί­στως αὐτοβιογραφία, κλασικὴ αὐτοβιογραφία, ὅπως τὴν ὁρίζει ἡ γραμματολογία, ἕνα εἶδος γρα­φῆς δηλαδή, ὅπου ὁ συγγραφέας καταγράφει τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς του, ὅπως τὰ θυμᾶται, προσπαθῶντας, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸ ὁμολογεῖ οὔτε στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, νὰ δικαιω­θεῖ στὰ μάτια τοῦ ἀναγνώστη. Αὐτὴ εἶναι ἡ φύση τῆς αὐτοβιογραφίας.

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Ξανθόπουλου εἶναι ἐπίσης, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ πρόθεση τοῦ συγ­γραφέα του, μαρτυρία τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ, ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ ἀφηγεῖται προκύπτει καὶ ἀναδεικνύεται, ἔστω καὶ πλαγίως φωτιζόμενη, ἔστω καὶ κατὰ ἕνα μέρος μόνο, μιὰ ὁλόκληρη ἐποχή, ἐκείνη ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸν πόλεμο τοῦ ’40, περνᾶ ἀπὸ τὴν Κατοχὴ καὶ τὴν Ἀντίσταση, διατρέχει τὸν Ἐμφύλιο καὶ τὴ μετεμφυλιακὴ δυστυχία καὶ φτάνει ὣς τὴ Μεταπολίτευση καὶ τὰ τωρινά. Μερικὲς φορές, μάλιστα, μαρτυρεῖ καὶ γιὰ παλαιότερα γεγονότα, ὅπως ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή, ποὺ ὁ συγγραφέας γνωρίζει μόνο ἀπὸ τὶς ἀφηγήσεις τῶν γο­νέων καὶ τῶν συγγενῶν του ἢ ἀπὸ τὶς συνέπειές τους.

Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ κλήθηκε νὰ διέλθει ὁ Νίκος Ξανθόπουλος, ἕνα φτωχὸ προσφυγόπου­λο δεύτερης γενιᾶς ἀπὸ τὴν Ἐλευθερούπολη τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ καὶ τὴν πορεία του σ’ αὐτὴν ἀφηγεῖται. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀφήγηση, ὀφείλουμε νὰ τὸ ὑπογραμμίσουμε, ἔχει δύο χαρακτηριστικά, τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴ λιτότητα τῆς γραφῆς. Δὲν ἀποκρύπτει πράγμα­τα οὐσιώδη γιὰ τὴν οἰκονομία τῆς γραφῆς, οὔτε τὰ ἐξωραΐζει, τὰ λέει ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε σ’ ἕνα φίλο του μιὰ μέρα σ’ ἕνα ταβερνάκι τῆς γειτονιᾶς, ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Χωρὶς μεγαλοστομίες, χωρὶς περιττὰ λόγια, χωρὶς λογοτεχνικὲς φιοριτοῦ­ρες, μὲ λόγια ντρέτα καὶ σταράτα. Ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε ἕνα παιδὶ τοὺ λαοῦ. Τὸ «παιδὶ τοῦ λαοῦ» τῆς Ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου δὲν εἶναι κάποιος πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν ἀφηγητὴ Νίκο Ξανθόπουλο. (περισσότερα…)

Ένας άμεσα πολιτικός προσωπικός χώρος

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο κανέναν
μη μου φέρεις σπίτι, Θράκα, 2021

Το Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι είναι ένα από τα καλά βιβλία που διάβασα εκπνέοντος του 2022, αν και εκδομένο ένα χρόνο νωρίτερα. Είναι η δεύτερη δουλειά του τριανταπεντάχρονου ποιητή και ήδη από το εισαγωγικό κείμενο —απόσπασμα από το βιβλίο του Άγγλου συγγραφέα John Berger—, που προηγείται της συλλογής, δίνεται το βιωματικό υπόστρωμα του βιβλίου που θα μπορούσαμε να πούμε ότι εντοπίζεται στη φράση: «[Να] παλέψω ενάντια σ’ όλα εκείνα που προκαλεί το γεγονός ότι είμαι ανεπιθύμητος». Το βιβλίο αποτελεί, εκτός των άλλων, μια καταγραφή του στίγματος του ανθρώπου που αισθάνεται περιττός και ανένταχτος, στοιχείο άμεσα αλλά όχι αποκλειστικά σχετιζόμενο με την έκκεντρη σεξουαλικότητα του δημιουργού. Στο βιβλίο εντοπίζουμε παράλληλα και την πολιτική και κοινωνική θέση του ποιητή που καταγράφει κατ’ επίφαση ουδέτερα, στο βάθος όμως βαθιά ειρωνικά την κοινωνική και οικονομική συνθήκη του καιρού μας με όλους τους αποκλεισμούς και τον υφέρποντα ολοκληρωτισμό που αυτή παράγει. Το βιβλίο θα μπορούσε να ενταχθεί στην gay ή queer λογοτεχνία, καθώς παρακολουθούμε όχι μόνο την ερωτική ενηλικίωση του ποιητικού προσώπου στη μοναξιά του δύσκολου έρωτα αλλά και την στρατευμένη θέση απέναντι στην περιθωριοποίηση που υφίσταται η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Ας δούμε ένα πρώτο δείγμα:

Ρόμπιν

Δεν ήταν μυστικό ποιος ήταν ο Τιμ Ντρέικ.
Είχανε την πληροφορία πάμπολλα αγόρια.
Δε συνήθιζα παιχνίδια ν’ ανταλλάσσω ή κόμικ
δε συνήθιζα τους φίλους
ούτε κι εκείνο το νεαρό του γαντοφορεμένο χέρι
ύπουλα να πιέζει την κοιλιά μου –
βίαια και όμορφα να με λαχανιάζουν
οι μελαχρινές τούφες στα μάτια του
οι καθαρές γραμμές στους μυς
σκίτσο το σκίτσο να περνάνε το κορμί μου
τρόμο.
 
Σκούντηξα τη μαμά μου –
μου αρέσει
αυτό το αγόρι μου αρέσει!
Συνέχισε ό,τι έπινε με την παρέα
στο Κεφαλάρι
το βράδυ εκείνο που ήμουν δεκάχρονος
και θέλησα πρώτη φορά κορμί.

 Η συλλογή απαρτίζεται από δύο κατηγορίες κειμένων. Πρώτον, κείμενα μιας πρωτοπρόσωπης εξομολόγησης που εστιάζουν στην ερωτική εμπειρία σε στενή συνάφεια με την παρατήρηση ενός ασυνάρτητου κοινωνικού και οικογενειακού περίγυρου. Δεύτερον, ποιήματα που τιτλοφορούνται ως «επισκέψεις»: σκηνικούς μονολόγους υπαρκτών προσώπων, τα περισσότερα εκ των οποίων λειτουργούν ως εμβλήματα στο χώρο της γκέι ή ευρύτερα κινηματικής κουλτούρας. (περισσότερα…)

Κρατώντας ζωντανή την αναπνοή μιας «εξαρχής χαμένης υπόθεσης»

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Κυριάκου Μαργαρίτη,
Εννέα, Ίκαρος, 2021

Τι συνιστά ένα μυθιστόρημα; Εκτενής αφήγηση γύρω από έναν συγκεκριμένο μύθο, βεβαίως. Συγκεκριμένη πλοκή, επίσης. Άρτιοι χαρακτήρες, αναγνωρίσιμοι και υφολογικά διακριτοί μεταξύ τους, οπωσδήποτε. Πώς λοιπόν ένα βιβλίο πεντακοσίων σχεδόν σελίδων, όπου η αφήγηση περιστρέφεται μονολογικά γύρω από ένα τοπικά προσδιορισμένο ιδεολογικό (έως και προσωπικό) ζήτημα, όπου οι παγιωμένες αφηγηματολογικές θεωρίες καταρρίπτονται, τα είδη αλλά και τα γένη διαπλέκονται οριακά κατορθώνει να υπηρετήσει επάξια και χωρίς επιφυλάξεις το είδος που αναγράφεται στο εξώφυλλο;  Το Εννέα του Κυριάκου Μαργαρίτη επαναφέρει και απαντά ξανά όλα τα ήδη απαντημένα ερωτήματα, κεντρίζοντας συνάμα το αναγνωστικό αισθητήριο – συγκινεί και ανοικειώνει, τέρπει και ενοχλεί.

Πρόκειται προφανώς για ένα λογοτεχνικό αρχιτεκτόνημα το οποίο θεμελιώνεται μεταφυσικά πάνω στον ιερό αριθμό 9. Πολλαπλάσιο του ορθόδοξου ιερού 3, ίδιο με τον αριθμό των μουσών, «υψηλότερο από τους απλούς αριθμούς, ίσως φτάνει να εκφράσει το μυστήριο επαρκώς»,[1] το εννέα «το ακαταμέτρητο» (ό.π., 265) κρατά σαν σφιχτή σταυροβελονιά τα αιωρούμενα επιμέρους στοιχεία του έργου. Ο αφηγητής συγγραφέας βρίσκεται στο παράκτιο Φλίτγουντ της Αγγλίας όπου στο μπαρ του ξενοδοχείου “Σαβόι” θα συναντηθεί νοερά με τον νεκρό δήμιο Χάρι Αλεν, τον “εκτελεστή” του Στέμματος στην Λευκωσία κατά τον απελευθερωτικό αγώνα 1955-1959. Ο Άλεν είναι ο άνθρωπος πίσω από την αγχόνη των εννέα αγωνιστών που άφησαν την τελευταία τους πνοή κάτω από το ικρίωμα και τη θηλιά: «Τη αυτή ημέρα, ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ο νεκρός στο Σαβόι, στην πρώτη αποστολή του στην Κύπρο, μετά την προαγωγή του σε αρχιδήμιο, κρέμασε τον Μιχαλάκη Καραολή και τον Ανδρέα Δημητρίου, πρώτους από εννέα παιδιά. Η ανάσα τους είναι παντού πάνω του. Τη θέλω πίσω. Ολόκληρη» (ό.π., 79). Με μόνιμη υπόκρουση το «Hotel California», σε μια λούπα η οποία κάθε φορά ενορχηστρώνεται διαφορετικά, ο αφηγητής περιδιαβαίνει ολόκληρη την ιστορία της Κύπρου, συνθέτοντας έτσι, εν έτει 2021, το συναξάρι των εννέα κρεμασμένων παιδιών (ό.π., 21):[2] (περισσότερα…)

Θολή περιοχή

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γιώργος Δουατζής,
Ποιήματα (1971-2021),
στίξις, 2022

Η συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Γιώργου Δουατζή, αν και περικλείει κείμενα 40 ετών, παρουσιάζει το εξής αξιοσημείωτο, ότι ανάμεσα στην πρώτη συλλογή, όπου συγκεντρώνονται κείμενα από το 1964 έως το 1974, και στην επόμενη του 2004 μεσολαβούν 30 χρόνια. Στη δε συνέχεια ακολουθεί πυκνή εκδοτική παρουσία (2008, 2010, 2012, 2016, 2017, 2018, 2022) η οποία επείγεται να καλύψει το κενό των ανενεργών ετών. Κατά κύριο λόγο δημοσιογράφος μεταφέρει αυτό το ιδίωμα και στα ποιητικά του κείμενα, με κύρια αιχμή του ενδιαφέροντός του την πολιτική θέση και την παρέμβαση στη δημόσια ζωή. Στην περίπτωση του Δουατζή συμβαίνει ό,τι με αρκετούς σταδιοδρομήσαντες σε άλλους χώρους, πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, δημόσια πρόσωπα που αφού διέγραψαν ένα κύκλο επαγγελματικής εγκυρότητας εισέρχονται στο χώρο της λογοτεχνίας με βαριά την εξάρτηση είτε από το επαγγελματικό ιδίωμα είτε από την κανονιστική θεώρηση της λογοτεχνικής γραφής. Τα αποτελέσματα στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι ισχνή λογοτεχνική ουσία και επισώρευση προθέσεων που δεν ερείδονται σε στιβαρό λογοτεχνικό λόγο, αλλά στην προσκόλληση σε μια επίπεδα αναφορική και πληθωριστική γλώσσα. Αυτή η γλώσσα, καθώς αυξάνουν τα κείμενα ποιητικής και απολογισμού στις συλλογές, γίνεται συχνά στεγνά και επαναληπτικά αυτοαναφορική.

Από την πρώτη του συλλογή έως την τελευταία, με αυξομοιώσεις στον τόνο και την έμφαση κατά καιρούς, διακρίνονται τρεις κατευθύνσεις στην παραγωγή του. Πρώτον, κείμενα θέσης και καταγγελίας της όζουσας κοινωνικής και πολιτικής συνθήκης, δεύτερον κείμενα ερωτικά και τρίτον κείμενα ποιητικής ή απολογισμού του βίου. Ανάμεσα στην πρώτη και στις τελευταίες δουλειές αυτό το σχήμα δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα ούτε σημειώνεται πρόοδος στους λογοτεχνικούς τρόπους, αλλά επανειλημμένες έφοδοι στα ίδια θέματα με προϊούσα την διαμόρφωση μιας ηρωικής αυτοαντίληψης που τοποθετεί το ποιητικό εγώ στις απόκρημνες επάλξεις της μοναξιάς, να πολεμά εναντίον των συκοφαντημένων προθέσεων, της λοιδορίας αλλά και της σκυφτής ζωής του κοπαδιού, του αφομοιωμένου στον συμβιβασμό. Τα παραπάνω εκτίθενται σε μια πλειάδα κειμένων που μοιάζουν με ημερολογιακές καταγραφές, από άμβωνος κατηγορώ ή σχόλια επί της επικαιρότητας. Αυτό που θα μπορούσε να χωρέσει σε κάποιο αυτοβιογραφικό αφήγημα επιχειρείται να αποδοθεί ως ποιητική εμπειρία, αλλά ένα βίωμα μόνιμα προσανατολισμένο στην εξωστρέφεια γυρνά στον εαυτό του με εργαλεία ασκημένα όχι στην ανασκαφή αλλά στην καταγραφή. Αποτέλεσμα: πλάτος, έκταση, αλλά όχι άρδευση, ούτε χύμευση του υλικού. (περισσότερα…)