Στο ερώτημα ποιο νυχτολούλουδο ευωδιάζει τους κόλπους της νύχτας απαντώ ευθέως: η λεμονιά.[1]
Μία δεκαετία μετά το πρώτο και βραβευμένο της βιβλίο διηγημάτων (Απειλουμενα είδη, Λεμεσός, Εκδόσεις Αφή, 2010: Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της Κύπρου), η Κύπρια Λουίζα Παπαλοΐζου μάς δίνει το πολυαναμενόμενο επόμενο έργο της, το εκτενές μυθιστόρημα Το Βουνί (Αθήνα, Το Ροδακιό, 2020). Η μεγάλη χρονική απόσταση δεκαετίας προδίδει μάλλον από μόνη της τον στόχο. Πρόκειται για ένα έργο, όπως υποψιάζεται ο αναγνώστης, αφενός από την έκταση, αφετέρου από το σημείωμα της συγγραφέως, χρόνιας μελέτης και συγγραφής, όπου αφηγήσεις, μαρτυρίες και επιστολές στήνουν έναν πολυφωνικό κόσμο, καθρέφτη ενός άκρως πολυφωνικού τόπου, τιμώντας το μυθιστορηματικό είδος με τον πιο έντιμο τρόπο: επεκτείνοντας τα στιγμιότυπα της ιστορίας σε ένα μυθοπλαστικό σύμπαν πιο πραγματικό και από το πραγματικό.
Μετά την πρώτη και ίσως σιωπηλά αποκηρυγμένη πεζογραφική της απόπειρα Μ’ αγαπούς; (2010), η Έρινα Χαραλάμπους επανέρχεται με μιαν ωριμότερη ποιητική κατάθεση που τιτλοφορείται Πλεκτάνη (Θράκα 2020). Στα ολιγόστιχα, κατά βάση, όχι ποιητικά ισοϋψή κείμενα της ανά χείρας καλαίσθητης συλλογής πληθαίνουν οι εξομολογητικές στιγμές ενός ευαίσθητου ποιητικού εγώ που ασφυκτιά στο άξενο και διαβρωμένο κοινωνικοπολιτικό του περιβάλλον. Σε αρκετά, λοιπόν, ποιήματα του βιβλίου η κοινωνική περιθωριοποίηση, η εξαχρείωση των αισθημάτων, η κατανάλωση των σχέσεων, αλλά και η γενικότερη πολιτικοκοινωνική διαφθορά και αλλοτρίωση αποτελούν διάφορες εκδοχές της υπαρξιακής ερημιάς και του σύγχρονου παράλογου. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των παιδικών-νεανικών ονείρων, β) των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της νέας γενιάς, γ) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, δ) της πανταχού παρούσας ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης-διαφθοράς και τέλος ε) το διαχρονικό δράμα του πολέμου, της τρομοκρατίας και της μετανάστευσης συνδέονται άρρηκτα στη συλλογή με μιαν επώδυνη βυθοσκόπηση στην αυστηρά ιδιωτική περιοχή του ποιητικού προσώπου· εκεί όπου κυριαρχούν η αίσθηση της μόνωσης, του θανάτου και της διάψευσης του έρωτα, που συνυφαίνονται με την αποτυχία του στίγματος της σύγχρονης κοινωνικής κατάστασης ή της συλλογικής ταυτότητας.
Μια επίκαιρη ανάγνωση του μυθιστορήματος του Αντώνη Σαμαράκη
του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΠΥΘΟΥΡΗ
«ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ: μια ολόκληρη ανθρωπότητα αλυσοδεμένη από τα διάφορα ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ» Αντώνης Σαμαράκης.
Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το σύντομο μυθιστόρημα του Αντώνη Σαμαράκη, Εν ονόματι (η πλοκή του εκτυλίσσεται σε 124 σελίδες)[i] διαπιστώνεται εύκολα ο πρωταρχικός κοινωνικός και πολιτικός προσανατολισμός του συγγραφέα. Η φανερή του αγωνία για τον σύγχρονο κόσμο, η κοινωνικά και βαθιά ανθρωπιστική του κοσμοθεωρία που εντοπίζεται στα προηγούμενα κείμενά του, επιβεβαιώνεται και εδώ μέσα από την ιστορία του μικρού έφηβου Δημήτρη, πρωταγωνιστή και αφηγητή σε αρκετά σημεία του μυθιστορήματος. (περισσότερα…)
Η χώρα Ελλάδα, νοούμενη ως όλον, δηλαδή πολιτικό σύστημα, κοινωνία, οικονομία και πολιτισμός, βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αλληλεξαρτώμενες πραγματικότητες, αλλά και με σαφείς ιδιαιτερότητες που επιτρέπουν τη σχετική αυτονόμηση της μιας από την άλλη. Η πρώτη πραγματικότητα συνίσταται στο διεθνές-ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο ευρίσκεται ενταγμένη η ελληνική κοινωνία. Η δεύτερη αφορά στις εγχώριες εξελίξεις οι οποίες σαφώς επηρεάζονται από την πρώτη αλλά και από τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.
Θεωρούμε ότι η πρώτη πραγματικότητα συνιστά μια “νέα” ιστορική εποχή με σαφή χαρακτηριστικά που όλο και περισσότερο εμπεδώνεται στο διεθνές περιβάλλον αποτελώντας πλέων το κυρίαρχο ισχύον υπόδειγμα. Συνεπώς δεν είναι πρέπον να χρησιμοποιήσουμε την έννοια “της κρίσεως”, προκειμένου να περιγράψουμε τη δεδομένη πραγματικότητα. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση μιας νέας πραγματικότητας.
Προλόγισμα – Απόδοση από τα Γαλλικά: Θάνος Γιαννούδης
Ενδεχομένως η πανδημία του COVID και τα συνακόλουθα μέτρα που επέφερε να μας στέρησαν τους μήνες που διανύουμε ορισμένες φαραωνικού τύπου και μεταμοντέρνας υφής εκδηλώσεις που είχαν προγραμματιστεί για τον εορτασμό των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, οι τομείς, ωστόσο, της αρθρογραφίας, της διοργάνωσης διαδικτυακών ημερίδων και συνεδρίων και της έκδοσης σχετικών με την επέτειο βιβλίων και λευκωμάτων έχουν πάρει φωτιά. Ως μια μικρή συνεισφορά στην όλη προβληματική, αξίζει να κατατεθεί μέσω του Νέου Πλανοδίου η μετάφραση ενός ποιήματος γραμμένου στα γαλλικά από τον ―λησμονημένο σήμερα― ποιητή του 19ου αιώνα Ιωάννη Καρασούτσα, γραμμένο τη δεκαετία του 1840, με νωπές ακόμα τις μνήμες του Αγώνα. (περισσότερα…)
Σταμάτης Πολενάκης, Η πάλη με τον άγγελο, μυθιστόρημα, ενύπνιο, 2020.
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
Το πρώτο μυθιστόρημα του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Σταμάτη Πολενάκη συνεχίζει τις αναζητήσεις της ποιητικής του παραγωγής τόσο στη θεματολογία όσο και στην τεχνική. Έλξη μόνιμη στη δημιουργία του ασκούν η Ιστορία και οι μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, γι’ αυτό και η ποίησή του αντλεί από ένα ευρύ ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, από το οποίο απομονώνει και σκηνοθετεί επεισόδια, τόπους και πρόσωπα, συνήθως βυθισμένα σε μια μυθική αχλύ, στα αμφίβολα πλάνα μιας ημιτελούς και σημαίνουσας χειρονομίας. Ιστορικές προσωπικότητες, εμβληματικοί λογοτεχνικοί ήρωες, “καταραμένοι” συγγραφείς, επινοημένα ανώνυμα θύματα της ιστορικής συγκυρίας συνθέτουν την πινακοθήκη ενός μαρτυρολόγιου και το εικονοστάσι μιας ομολογίας πίστεως του ποιητή. Μέσα από τα πρόσωπα μιλά για τα διαχρονικά θυσιαστήρια της Ιστορίας, τις μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές ουτοπίες, τη λειτουργία της ποίησης. Όλα σε μια μεθόριο, σε στιγμές μετέωρες, στιγμές μετάβασης πριν συναντηθούν με το πεπρωμένο για να ηττηθούν από αυτό ή για να αφήσουν με την παρουσία τους το λεπτό άρωμα της ομορφιάς που αναζήτησαν. (περισσότερα…)
Έτσι κάθε καλοκαίρι, όλο και πιο μασημένοι από το χρόνο μ’ αναπόσπαστοι. Όλο και πιο βαθιά να θρέφει μες τα σπλάχνα μας το απέριττο, το λιγοστό, το αύταρκες.
Ίχνη στις πατούσες κυανά, στο τριχωτό της κεφαλής οι κόκκοι χρυσαφένιοι και ο ίσκιος των αρμυρικιών ισχνός να τον αναρριχάται η θύμηση. Μαύρο μοναχά διάσπαρτο βελόνες, όπως πάντοτε, στην κόγχη των μηρών.
Χτες μού ’δειξες εκείνη την πληγή που σού ’κανε στον πήχη κι έκλαψα. Έκλαψα όπως δεν είχα κλάψει εννέα χρόνια μοναξιάς. Έκλαψα για σ έ ν α και για μ έ ν α. Ήταν κυρτή κι είχε την όψη μισοφέγγαρου. “Εδώ μόνο η αφή πλουτίζει”, σκέφτηκα.
Σήμερα το πρωί σε ξανακοίταξα: Η σελήνη όδευε στην έκλειψη. Ο ήλιος ξημέρωνε στο γέλιο σου.(περισσότερα…)