Ιωάννης Καρασούτσας, Λόρδος Βύρων

 

Προλόγισμα – Απόδοση από τα Γαλλικά: Θάνος Γιαννούδης

 

Ενδεχομένως η πανδημία του COVID και τα συνακόλουθα μέτρα που επέφερε να μας στέρησαν τους μήνες που διανύουμε ορισμένες φαραωνικού τύπου και μεταμοντέρνας υφής εκδηλώσεις που είχαν προγραμματιστεί για τον εορτασμό των 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, οι τομείς, ωστόσο, της αρθρογραφίας, της διοργάνωσης διαδικτυακών ημερίδων και συνεδρίων και της έκδοσης σχετικών με την επέτειο βιβλίων και λευκωμάτων έχουν πάρει φωτιά. Ως μια μικρή συνεισφορά στην όλη προβληματική, αξίζει να κατατεθεί μέσω του Νέου Πλανοδίου η μετάφραση ενός ποιήματος γραμμένου στα γαλλικά από τον ―λησμονημένο σήμερα― ποιητή του 19ου αιώνα Ιωάννη Καρασούτσα, γραμμένο τη δεκαετία του 1840, με νωπές ακόμα τις μνήμες του Αγώνα.

Ο καθηγητής Π. Δ. Μαστροδημήτρης είχε μεν παρουσιάσει εκ νέου το ξεχασμένο αυτό και πρώιμο (γραμμένο στα 19 του χρόνια και δημοσιευθέν στην Εφημερίδα των Αγγελιών της Ερμούπολης) ποίημα του Καρασούτσα (Βλ.: Π. Δ. Μαστροδημήτρης, «Byron-Καρασούτσας»: Νεοελληνικά. Μελέτες και Άρθρα, Γνώση, Αθήνα 21984, σσ. 138-45), εντούτοις η κατά λέξη μετάφραση που δίνει, καταστρατηγεί την έμμετρη και ιαμβική φύση του ποιήματος και δεν διεκδικεί δάφνες λυρισμού (δεν είναι, εξάλλου, κι αυτός ο στόχος της). Σε κάθε περίπτωση αποτέλεσε πολύτιμο βοήθημά μας στην απόδοσή μας αυτή, άξιο αναφοράς και τιμής. Επιλέξαμε να μετατρέψουμε τον δωδεκασύλλαβο του Καρασούτσα σε δεκατετρασύλλαβο ώστε να ξεδιπλωθεί καλύτερα η ελληνική γλώσσα και να διατηρηθεί, παράλληλα, η αίσθηση του γαλλικού πρωτοτύπου με τις ρίμες στη λήγουσα (με μερικές παρασπονδίες μας αμιγών ιαμβικών δεκαπεντασύλλαβων που συνομιλούν με την όλη περί του 1821 παραγωγή). Προσπαθήσαμε ακόμα, όπου ήταν δυνατό, να διατηρήσουμε κάτι από τις παρηχήσεις και τα λεκτικά παιχνίδια του πρωτοτύπου, ίσως με τίμημα μια μικρή παρέκκλιση από μια κατά λέξη απόδοση.

Στο ―απλό και σχετικά επιφανειακό― νεανικό αυτό ποίημα-φόρο τιμής στον ποιητή που έδωσε τη ζωή του για τη χώρα μας και τα ιδανικά του, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει θεματικές όπως η κατάσταση των Ελλήνων στη σκλαβιά και την αδράνεια στην οποία είχαν περιέλθει, η συμμετοχή του τοπίου με τις ιστορικές αναμνήσεις που αυτό είναι διαποτισμένο στην εθνική αφύπνιση, αλλά ―ιδίως― το φιλελληνικό κίνημα ακριβώς στη στιγμή της ρομαντικής γέννησής του μέσα στα αρχαία μνημεία (και δίχως ακόμα τη νεωτερική σεφερική σύγχρονη θλίψη). Ευελπιστούμε να πάρει τη θέση του δίπλα στο υπόλοιπο corpus των ποιημάτων για την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και δίπλα στο κυρίως έργο του ποιητή Καρασούτσα, για όσους, τουλάχιστον, δεν τον έχουν ακόμη ολότελα λησμονήσει…

 

Καρασ

 


LORD BYRON
Ποίημα εἰς Γαλλικὴν Γλῶσσαν ὑπὸ Ἰω. Δ. Καρασούτσα

Ι

Lord Byron autrefois passant de ces côtés
Vit partout des ruines au lieu de cités;
Ιl vit la Grèce, jadis florsissante et célèbre
D’ un spectre épouvantable séjour morne et funèbre.
L’ homme étaiat le jouet de tyrants odieux,
Sur la terre où naquirent les héros et les Dieux.
Cette terre qui fut toujours, à ce que dit l’ Histoire,
Ou temple de Liberté, ou tombeau de Gloire!

II

Mais la Nature encore malgré tant de rigueurs,
Étalait les mêmes grâces, prodiguiait les mêmes fleurs,
Et le ciel empruntait la couleur de la rose,
Et la rosée brillait sur la fleur entre-éclose.
Alors le grand poète compara cette beauté
A une belle que la Morte a fraîchement emporté,
A ces traits délicats, à ce gracieux sourire,
Que la main du Trépas commence à detruire;
On dirait à la voir qu’ elle n’ est pas morte, qu’ elle dort,
Sans l’ immobilité, la pâleur de la mort;
Cette forme à la fois et froide et charmante
Plait aux yeux d’ un côté de l’ autre les épouvante.
Telle était notre patrie: c’ était la Grèce vraiment,
Mais la Grèce sans vie, sans âme, sans movement.

III

Il portrait tour à tour ses regards poétiques
Sur des temples ruinés, des monuments antiques;
Il parcourut les scènes de ces grandes actions
qui rélèvent au poète des inspirations;
Mais l’ homme ayant perdu sa prémière gloire,
De ses propres exploits perdit la mémoire.
«Cette mer bleue et ce roc comments les appele-t-on?»
Et c’ est de Salamine qu’ il demandait ne nom.
«Voilà le mont Oeté et voilà Thermopyles.
Dites-moi des héros enfants lâches et serviles,
Descendre de ces rochers ne voyez-vous pas
Les ombres des Trois-cents et de Léonidas?
O Dieux! est-il possible qu’ avec de tels ancêtres
On souffre la tyrannie, les outrages de tels maîtres? »

IV

Dans nos jours d’ esclavage, hélas! nous étions
La risée de l’ Europe, et nous inspirions
De chants tristes et lugubres à la lyre du poète,
Et le sage nous plaignait en secouant la tête.
Mais le Grec espérant toujours avait appris
A rire de ces rises, mépriser ces mépris;
Et quand de temps, en temps au comble de sa colère,
Il s’ armait de la fonder contre  la race étrangère,
Les tyrans pâlissaient, et toute leur nation
A peine pouvait alors redompter de lion.
Tel Typhon supportant l’ énorme poids d’ une île,
Ébranle d’ une seule secousse tous les monts de Sicile,
Et vomit un feu noir, qui forme en débordant
Un torrent qui s’ enflamme et qui roule en grodant.
Alors Aetna, tantôt morte et refroidie,
Se change dans un moment et une vaste incendie.
Ces signes de vie duraient peu de temps seulement,
Mais étaient les préludes d’ un future changement;
Ce chagement prévu à des heures trop amères
S’ est déjà accompli par les mains de nos pères,
Et le chanter qui tantôt plaignait notre sort, fit mieux,
Il vint chanter nos armes, nos héros victorieux.
Grèce devint ses délices et sa patrie vouvelle;
Il en fit par sa mort sa patrie éternelle.

~.~

ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ
Ποίημα εἰς Γαλλικὴν Γλῶσσαν ὑπὸ Ἰω. Δ. Καρασούτσα

Ι

Ο Λόρδος Βύρων κάποτε, περνώντας τις ακτές,
είδε παντού τα ερείπια, τις πολιτείες του χτες,
μια Ελλάδα άλλων εποχών, ανθούσα και τρανή
κι όχι του οικτρού φαντάσματος το νεκρικό πανί.
Αυτός που μπρος στους τύραννους εδήλωσε παρών
στη γη που γέννησε ορδές ηρώων και θεών!
Σ’ αυτή τη γη που πάντοτε η Ιστορία ορίζει
ναός να είναι Λευτεριάς και Δόξας μετερίζι.

ΙΙ

Η Φύση, ωστόσο ―και παρά το μίσος που πονά―
τις ίδιες στάλαζε χαρές μες στ’ άνθη της ξανά
κι ο ουρανός επύρωνε σε τριανταφύλλου χρώμα
κι έλαμπε σαν ανοιγοκλεί του λουλουδιού το στόμα·
εκεί ο μεγάλος ποιητής θα δει την ομορφιά
σαν μια κοπέλα λυγερή που ο θάνατος χτυπά,
που στη γλυκιά της την ειδή, στο γέλιο που θα βγει
το χέρι το θανάσιμο πικρά θ’ ανοσιουργεί·
και σαν την βλέπεις το θαρρείς ο ύπνος πως βαθιά
την έκανε ν’ ακινητεί – κι όχι η ωχρή χτυπιά·
Τέτοια μορφή, άλλες φορές φαιδρή κι άλλες ψυχρή,
κοιτάζει προς τη μιαν ακτή, κι η άλλη ακολουθεί.
Αυτή ήταν η πατρίδα μας: Ελλάδα, αληθώς,
μα μια Ελλάδα δίχως νου, δίχως ψυχή και φως!
 
ΙΙΙ

Κι όλο γυρνούσ’ ο Βύρωνας με ποιητικές ματιές
σ’ ερειπωμένους μας ναούς, σ’ αρχαίες ρεματιές·
μέσ’ απ’ τα θέατρα πέρασε των πιο λαμπρών μαχών
όπου γεννιέτ’ απ’ τον ποιητή της έμπνευσης η εικών·
μα τ’ άνθρωπου η αρχέγονη η δόξα είχε χαθεί
κι όσα κατόρθωσε παλιά σβήσαν μαζί μ’ αυτή·
«Τούτ’ η γαλάζια θάλασσα κι ο βράχος ποιά ’ναι λες;»
Η Σαλαμίνα, που έσβησαν του Ξέρξη οι εντολές!
«Ιδού της Οίτης το βουνό, ιδού κι οι Θερμοπύλες!
Παιδιά ηρώων, πείτε μου, σε πλάνες ζείτε χίλιες,
δεν βλέπετ’ όμως που κινούν απ’ τα ψηλά βουνά
τρακόσιοι Λακεδαίμονες για ν’ αμυνθούν ξανά;
Ω, Θέ μου! Μα πώς δύναστε με τέτοιο παρελθόν
να υπομένετε σκλαβιά τυράννων κι αλητών;»

ΙV

Στα χρόνια της πικρής σκλαβιάς – αλίμονο! εμείς
μες στην Ευρώπη χάσαμε την έννοια της τιμής,
εμπνέαμε τα δάκρυα στη λύρα του ποιητή
και του σοφού η κεφαλή στη σκέψη μας γερτή.
Μα ο Έλληνας, για πάντα στην ελπίδα μαθημένος,
γελούσε με τους γελαστές και μέμφονταν το μένος·
κι όταν ερχόταν ο καιρός που η ξέχειλή του οργή
αρματωνόταν προς αυτούς που τ’ άρπαξαν τη γη,
οι τύραννοι χλωμιάζανε και τα έθνη τους σειρά
παλεύανε το λέοντα να ρίξουν στην πυρά.
Τέτοιος Τυφώνας που γκρεμεί νησί και παραλία
σύγκορμος σει οροσειρές, βουνά στη Σικελία
και ―μαύρη φλόγα βγάζοντας― στο δρόμο δημιουργεί
κατακλυσμό, που φλέγεται και πυρπολεί τη γη.
Η Αίτνα τότε, που έσβηνε σε πάγων γη νεκρά,
σε μια στιγμούλα μοναχά γεννά τα φονικά.
Σημάδια που κρατούσανε για λιγοστές στιγμές
το μέλλον δείχναν που ’φτανε με φόρα απ’ τις ρωγμές,
αυτό το μέλλον που γεννά μια ώρα πιο πικρή
στα χέρια των πατέρων μας που πέσανε νεκροί.
Κι ο Βύρων ο τραγουδιστής αλλάζει πια τροπάρι
κι έρχεται δίπλα στ’ άρματα, τη δόξα για να πάρει.
Η Ελλάδα έγιν’ η γλυκιά και νέα του πατρίδα·
ενδόξου θάνατου πηγή κι αιώνια ελπίδα…

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΣΟΥΤΣΑΣ